Το μωρό της Κάτιας

Στο χωριό Βράχος, ζούσε μια γριούλα που τη λέγανε Κάτια και ήταν τόσο απόμακρη που θα έλεγε κανείς πως μισούσε τους ανθρώπους. Ζούσε σε ένα καλύβι στην άκρη του ορεινού χωριού. Ελάχιστοι άνθρωποι είχαν δει το εσωτερικό του και οι περισσότεροι ήταν νεκροί λόγω προχωρημένης ηλικίας. Δεν την πλησίαζε ο κόσμος, τους φόβιζε. Ήταν μικροκαμωμένη, με καμπούρα. Τα άσπρα της μαλλιά απεριποίητα εδώ και χρόνια, όπως και η όλη εμφάνισή της. Κάποιοι, που ισχυρίζονταν πως τους είχε πλησιάσει, έλεγαν ότι μύριζε τόσο άσχημα που αναγκάστηκαν να αφήσουν ό,τι έκαναν ή ό,τι δουλειά είχαν στο μέρος εκείνο και έφυγαν, για να αναπνεύσουν καθαρό αέρα.

Δεν κατέβαινε πλέον στο χωριό. Ό,τι ήθελε το είχε. Ένας τεράστιος κήπος κάλυπτε περιμετρικά το καλύβι. Φυτά και πρασινάδα και δέντρα και μικρά έντομα ήταν μερικοί από τους γείτονες-συγκατοίκους-φίλους της. Τα φρόντιζε επιμελώς και εκείνα της παρείχαν ό,τι χρειαζόταν -τροφή, βασικά. Νερό έβρισκε στο πηγάδι που είχε στην αυλή της.

Η Κάτια είχε ξεχαστεί σταδιακά. Μάτια που δεν βλέπονται, γρήγορα λησμονιούνται… Κανείς άλλωστε δεν ήθελε παρτίδες μαζί της, πόσο μάλλον να θυμάται πως ζούσε κοντά του ένα άτομο σαν αυτή. Πολλοί, αν τους ρωτούσες, μπορεί και να σου έλεγαν πως πέθανε. Και έξω από το καλύβι της να περνούσες, το πιο πιθανό ήταν πως δεν θα την έβλεπες, έτσι όπως είχε αναπτυχθεί η πανίδα: ορισμένα από τα φυτά έδιναν την εντύπωση πως έφταναν στο ύψος ενός μπασκετμπολίστα σέντερ. Ένα αυτοσχέδιο τείχος, πιο τρομαχτικό κι από το κάστρο του Δράκουλα, καθώς στο εσωτερικό του όλοι «ήξεραν» πως κατοικούσε μια μάγισσα –ή το φάντασμά της.

Είχε ακούσει μερικές από τις φήμες…
(… είναι μάγισσα, ο διάβολος την περιτριγυρίζει, μακριά από αυτήν…)
… που είχαν σχηματίσει οι κάτοικοι του χωριού, αλλά και τη γνώμη τους γι’ αυτή. Όμως, αποφάσισε πως δεν είχε νόημα να ασχολείται μαζί τους. Δεν μπορούσαν να την καταλάβουν, ούτε ήθελαν. Και καλύτερα, σκεφτόταν κάποτε, αφού και τους μακαρίτες τους γονείς της μόνο για δικά τους θελήματα τους πλησίαζαν. Από κει και πέρα, μακριά κι αλάργα. Κι αυτό έκανε τους γονείς της δυστυχισμένους, μιας και αν δεν είχαν το μανάβικο του χωριού, δεν θα είχαν καμιά άλλη επαφή. Αργότερα, είδαν πως και η κόρη τους απομακρυνόταν από τους συνομήλικους της και ο πόνος τους γινόταν πιο οξύς, στη σκέψη ότι θα έμενε μόνη για πάντα.

Η Κάτια δεν τους ήθελε, τους καταριόταν. Δεν ήθελε αυτούς τους αχρείους για φίλους. Καλά ήταν, εκεί, στο καλύβι της. Με τα φυτά της και τα έντομα, τις μέλισσες και τα υπόλοιπα να γυροφέρνουν. Μάλιστα, κάθε βράδυ ερχόταν και μια κουκουβάγια στο παράθυρό της και η Κάτια την τάιζε ποντίκια. Και φίδια, όταν αυτά ξεπετάγονταν το καλοκαίρι. Τα έπιανε όταν αυτά, αφελέστατα προφανώς, έβγαιναν από τις τρύπες τους, ξυπνώντας από τη χειμερία νάρκη, αλλά αγνοώντας πως τα περίμενε…
(… ο θάνατος, ένας απλός, ενστικτώδης θάνατος…)
… ο αιώνιος ύπνος.

Μόνη.

Όχι, δεν ήταν ποτέ μόνη η Κάτια. Ακόμα κι όταν όλα τα ζωντανά της αναγκάστηκαν να φύγουν: όσα περπατούσαν έτρεξαν, όσα είχαν φτερά πέταξαν και τα εναπομείναντα, τα φυτά, μαράθηκαν. Όσα τα κατάφεραν, δηλαδή.

Γιατί τότε ήταν η νύχτα που απέκτησε το Μωρό της. Συνέβη ένα ζεστό δειλινό. Καθόταν στην ξύλινη καρέκλα της, με ένα ποτήρι κρύα, χειροποίητη λεμονάδα στο χέρι, όταν είδε κάτι να λάμπει στον ουρανό. Ήταν πιο κοντά από τα αστέρια και όλο και πλησίαζε. Η Κάτια το κοιτούσε με τα θολά της μάτια. Η κουκουβάγια στεκόταν παραδίπλα, πάνω στη λεμονιά. Τα τζιτζίκια είχαν σωπάσει και μόνο κάποια μικρά έντομα βούιζαν.

Το αντικείμενο έμοιαζε με φλεγόμενη γροθιά και όταν έσκασε ανάμεσα στα φυτά, με ένα θόρυβο που θύμιζε έκρηξη βόμβας, προκάλεσε εκτεταμένη καταστροφή: μεγάλο μέρος του πράσινου εκεί κάηκε και το τείχος σαν να απέκτησε ένα ισχυρό ρήγμα. Καπνός σηκώθηκε στον αέρα και η πανίδα γέμισε κίτρινες φλόγες.

Η Κάτια τρόμαξε και φώναξε κατάρες και πέταξε το ποτήρι στο έδαφος. Έτρεξε μέσα και πήρε τη λεκάνη που χρησιμοποιούσε για να μαζεύει το νερό, τη γέμισε και βγήκε έξω. Χρειάστηκε να κάνει πολλές διαδρομές, μέχρι να κατασιγάσει και εν τέλει να σβήσει τη φωτιά. Τα κόκαλα της Κάτιας πονούσαν φρικτά, η αρθρίτιδα την ταλαιπωρούσε πολύ καιρό τώρα. Η καρδιά της έτρεμε και η ίδια είχε ιδρώσει και κρύωνε.

Μπήκε ξανά στο σπίτι και άλλαξε ρούχα. Δεν είχε σκοπό να βγει, γιατί ήταν σε έξαλλη κατάσταση. Τα φυτά της είχαν πληγεί. Χτύπησε το τραπέζι της μια φορά και ούρλιαξε ξανά από πόνο και οργή.

Κάποια στιγμή, αφού ηρέμησε λίγο, άκουσε θροΐσματα. Πάλι δεν είχε λόγο για να πάει να δει, όμως ο ήχος δεν θύμιζε την ανάσα του αέρα που τα ταρακουνούσε. Όχι. Κάτι άλλο ήταν εκεί. Γάτα ίσως, αν και είχε να δει από την τελευταία φορά που κατέβηκε στο χωριό. Αυτό θα είχε ενδιαφέρον, να έχει και γάτα.
Βγήκε. Δεν είδε κάποιο τετράποδο.
Όμως, είδε τι είχε προσγειωθεί στην αυλή της.

Πλησίασε το σημείο όπου είχε πέσει το αντικείμενο και στάθηκε από πάνω του. Ήταν σαν μεγάλη καρύδα, κούφιο απέξω, στο χρώμα του ξύλου. Το εσωτερικό ήταν…
(… ομιχλώδες, άυλο…)
… λευκό.
Χαμογέλασε. Κάτι είχε βγει και συσπόταν. Ένα πράσινο σκουλήκι ή κάτι τέτοιο. Είχε το πάχος όσο περίπου η σφιγμένη γροθιά ενός ενήλικα και μήκος γύρω στους τριάντα πέντε πόντους.

Χαμογέλασε. «Τι είσαι εσύ;» ψιθύρισε η Κάτια και έσκυψε, όσο κι αν την ταλαιπώρησε η κίνηση. Έπιασε το σκουλήκι από την ουρά και έπειτα το σήκωσε προσεκτικά. Αυτό κουνούσε το κεφάλι του σαν εκκρεμές. Η Κάτια έπιασε με το άλλο χέρι το κεφάλι του και το έφερε κοντά στα μάτια της. Είχε ένα μικρό στόμα, μια σχισμή όλη κι όλη, σαν πληγή από σουγιά, ενώ τα δόντια του, αν είχε, δεν είχαν αναπτυχθεί ακόμα. Μάλλον ήταν τυφλό, δε φαίνονταν πουθενά μάτια. «Τι είσαι εσύ, μικρέ μου;».
Το σκουλήκι έβγαλε κάτι σαν συριγμό, αλλά ίσα που ακούστηκε.

Η Κάτια αντιλήφθηκε εκείνη τη στιγμή κάτι και γύρισε. Είδε την κουκουβάγια να έρχεται κατά πάνω της. Προς το χέρι της.
«Ξου!» έκανε και η κουκουβάγια απομακρύνθηκε. «Δεν θα μου φας εσύ το μικρό μου». Κοίταξε το σκουλήκι. Εκείνο στρεφόταν προς την αντίθετη πλευρά. «Ω, φοβήθηκες, μικρό μου; Μη φοβάσαι. Η Κάτια είναι εδώ». Χαμογέλασε. «Θα σε φροντίσω, θα σε μεγαλώσω». Χάιδεψε τη ράχη του. Της θύμισε την αίσθηση που έδιναν τα φτερά της πεταλούδας. Πεταλούδα. «Είσαι μικρός και ευαίσθητος. Εύθραυστος. Αλλά μη φοβάσαι». Κοίταξε αγριεμένα προς την κατεύθυνση που είχε πάει η κουκουβάγια και φώναξε: «Κανείς δεν θα σε πειράξει!»

Έπειτα, μπήκε στο καλύβι και έκλεισε καλά το παράθυρο και την πόρτα. Έβαλε το σκουλήκι στη λεκάνη και το περιποιήθηκε.

Το αντικείμενο από το οποίο είχε βγει το μικρό της το ξέχασε τελείως. Εκείνο, βέβαια, χάθηκε ως το επόμενο πρωί: το κατάπιε το χώμα.

Η Κάτια φρόντιζε το Μωρό της -έτσι άρχισε να το αποκαλεί από ένα σημείο και μετά-: το τάιζε, του έδινε νερό και το κρατούσε ζεστό, αλλά όχι πολύ, ίσα για να μην ξεπαγιάσει. Αντιλήφθηκε πως έτρωγε κυριολεκτικά τα πάντα: φυτά, ζώα, έντομα, χώμα• οτιδήποτε και αν του έδινε, το κατανάλωνε σε δευτερόλεπτα. Εκείνη το διασκέδαζε κυρίως όταν έβαζε στη λεκάνη ζωντανά πλάσματα. Αυτά σπαρταρούσαν, προσπαθούσαν να βγουν, να γλιτώσουν, αλλά εκείνο, το Μωρό…
(… το μικρό μου που πεινάει, κοίτα το, είναι αξιαγάπητο…)
… τα άρπαζε και διέλυε το σώμα τους. Νερό δεν του έβαζε κάπου, σε πιατάκι κλπ, αλλά γέμιζε τη λεκάνη και εκείνο, αφού έβγαινε από το νερό και έκανε βουτιά, το κατάπινε, με τη στάθμη να εξαντλείται άμεσα.
«Είσαι πανέμορφο», του έλεγε η Κάτια. «Είσαι ένα μικρό, πανέμορφο μωρό». Το χάιδευε στοργικά κι εκείνο σύριζε. «Είσαι το δικό μου, μικρό, πανέμορφο Μωρό».

Μεγάλωνε με απίστευτους ρυθμούς. Στις τρεις βδομάδες είχε φτάσει το μέγεθος ενός πλήρως αναπτυγμένου πύθωνα. Ήταν παχύ σαν κούτσουρο, ενώ τα δόντια του, ορατά πια, κάλυπταν και το εσωτερικό και των δύο σιαγόνων. Μάτια δεν είχε, η Κάτια ήταν σίγουρη.

Η Κάτια το έβαζε να κοιμάται σε ένα χαλί που είχε. Εκείνο ξάπλωνε, κουλουριαζόταν και άφηνε το στόμα του ανοιχτό. Το έβγαζε έξω στην αυλή το πρωί και αυτό έκανε τη δουλειά του: έτρωγε. Πολλές φορές, η Κάτια καθόταν και το παρατηρούσε, καθώς εξαφάνιζε τα φυτά της και ό,τι ζούσε στην πολιτεία τους.

Ένιωθε μια μικρή σουβλιά ενοχής που τα πρόδιδε ενώ αυτά είχαν μείνει κοντά της και ομόρφαιναν τον κήπο της τόσα χρόνια, αλλά τι να έκανε; Είχε Μωρό, δεν μπορούσε να το αφήσει χωρίς τροφή.

Οι υπόλοιποι κάτοικοι του χωριού έμαθαν πως η Κάτια είχε κόψει τα λουλούδια της και γέλασαν. Τα νέα τούς τα μετέφερε ένα παιδί που έτυχε να περάσει από εκεί και είδε από απόσταση το καλύβι.
«Τίποτα, σας λέω», είπε στους θαμώνες του καφενείου –που αργότερα θα τα έλεγαν όλα στους δικούς τους. «Ούτε πράσινο, ούτε λουλούδι. Ούτε δέντρο».
«Πώς το έπαθε η γριά μάγισσα;» ρώτησε ένας.
«Αυτό σε ένοιαξε;» του είπε κάποιος άλλος. «Πώς τα κατάφερε, να λες. Πρέπει να είναι πάνω από ενενήντα».
«Άμα είναι μάγισσα, όλα τα μπορεί», πετάχτηκε ένας τρίτος και γέλασαν και συνέχισαν με άλλα, πιο ενδιαφέροντα θέματα.

Την πρώτη φορά που της επιτέθηκε, ήταν όταν συμπληρώθηκαν δύο μήνες από τότε που έπεσε από τον ουρανό. Μάζευε νερό από το πηγάδι, όσο πιο γρήγορα μπορούσε, καθότι το φθινόπωρο είχε γεννηθεί δειλά-δειλά και τα πρωτοβρόχια έφτασαν στο Βράχο. Όποτε μπορούσε έβγαινε και μάζευε ό,τι χρειαζόταν και έμπαινε μέσα, μιας και το σώμα της, γερασμένο όπως ήταν, την ταλαιπωρούσε.

Καθώς έστεκε λοιπόν πάνω από το σκοτεινό στόμιο του πηγαδιού, ένιωσε ένα τσίμπημα στον αριστερό της αστράγαλο. Φώναξε και της έφυγε από τα χέρια η δεμένη λεκάνη, που έπεσε με δύναμη και τσαλαβούτησε στο νερό.

Γύρισε φουρκισμένη και είδε το Μωρό της να στέκεται με τα ατροφικά του πόδια. Ναι, είχε και πόδια. Στην αρχή, έμοιαζαν με κλαράκια, αλλά αναπτύχθηκαν και τώρα είχαν το μέγεθος μικρού ροπάλου. Δεν κατέληγαν σε πατούσα, αλλά ήταν μυτερά και καρφώνονταν στο έδαφος.
Το κεφάλι του Μωρού απομακρύνθηκε από τη φούστα της Κάτιας και σύριξε.
Η Κάτια πρόσεξε πως το πόδι της είχε ματώσει ελαφρώς. Κάτι της πέρασε από το μυαλό τότε…
(… της Γης οι καταραμένοι, όλοι, ανήκουν στην Κόλαση…)
… αλλά λίγο αργότερα, καθώς το Μωρό απομακρυνόταν για να μπει στο καλύβι, το ξέχασε.

Αναγκάστηκε να βγει από τον περίβολο της αυλής της όταν πλέον δεν υπήρχε κάτι να δώσει στο Μωρό για να φάει. Αυτό είχε ξεκινήσει να τρώει τα λιγοστά έπιπλα και αν συνέχιζε έτσι, δεν θα άφηνε τίποτα από το καλύβι –ούτε το ίδιο το καλύβι.

Ένα πρωινό, λοιπόν, πριν ξυπνήσει το Μωρό, η Κάτια βγήκε από τον περιφραγμένο χώρο –αναγκάστηκε να φτιάξει καλύτερα το φράχτη της, για να μη φύγει το Μωρό κατά λάθος. Πήγε στο κοντινό δάσος, με τη λεκάνη της. Μάζεψε όσο περισσότερα χορταρικά και έντομα μπορούσε. Έκανε τρεις διαδρομές, ώσπου πια δεν μπορούσε να περπατήσει άλλο.

Το Μωρό έφαγε καλά, χόρτασε. Όμως, η Κάτια το έβλεπε που ήταν ανήσυχο. Το ένιωθε πως δεν ήταν τελείως ικανοποιημένο. Κάτι έλειπε.
Κάτι της διέφευγε.

Μέχρι να της έρθει, ακολουθούσε τη νέα της ρουτίνα: πρωινό ξύπνημα, μάζεμα φυτών και εντόμων, τάισμα του Μωρού και ό,τι άλλο ήθελε-έπρεπε να κάνει.

Το θυμήθηκε λίγο καιρό αργότερα, αφότου άρχισαν οι συγχωριανοί της να περνάνε τακτικά έξω από την περιφραγμένη αυλή της. Από κει που σχεδόν δεν πλησίαζαν, πλέον έφταναν στα όρια του φράκτη. Στέκονταν και κοίταζαν. Και έλεγαν, πολλά έλεγαν –ειδικά όταν εκείνη έβγαινε έξω. Χαμογελούσαν και σκουντούσαν ο ένας τον άλλο. Κάτι παιδιά πετούσαν πού και πού καμιά πέτρα.

Μια φορά ένας τύπος γύρω στα σαράντα την ρώτησε: «Τι σημαίνει, λοιπόν, αυτό; Γιατί έριξες το τείχος;». Τόνισε και ύψωσε τα φρύδια στο «έριξες». Οι φίλοι του έσκασαν στα γέλια.

Η Κάτια έφτιαχνε καινούργια καρέκλα, μιας και πρόσφατα το Μωρό έφαγε την προηγούμενη. Τους είχε γυρισμένη την πλάτη και έσκυβε και σηκωνόταν, για να ξεπιαστεί.
«Ρε συ», είπε ένας από τους φίλους του σαραντάρη, «αυτή μοστράρει και τον κώλο της. Έτοιμη είναι, κοιτάξτε».
«Έχει καιρό να δει χαρά, ε;» σχολίασε άλλος, όταν ηρέμησε από τα γέλια. «Ε, κυρά Κάτια. Τι έγινε, θες άντρα τώρα στα πίσω-πίσω; Δεν κοιτάς που ζεις ακόμα, μάγισσα, θες και…»
Δεν άκουσε άλλα. Όρμησε με όλες τις δυνάμεις στο καλύβι και γονάτισε. Κάλυψε με τα χέρια τα μάτια της και έκλαψε.
Οι φωνές συνεχίστηκαν για πέντε λεπτά ακόμα και έπειτα σιγή.

Μόνο το Μωρό περπατούσε, γυρεύοντας τροφή. Σημειωτέον, την είχε τσιμπήσει άλλες δύο φορές, ώσπου μια τρίτη τη δάγκωσε κανονικά. Η Κάτια φώναξε δυνατά και ξύπνησε όταν είδε το Μωρό να μασουλάει κάτι. Το κρεβάτι είχε μουσκέψει από το αίμα και από το δεξί της πόδι έλειπε αρκετό δέρμα.

Το μάλωσε. Ήταν η πρώτη φορά που το μάλωσε και ένιωσε αμέσως τύψεις. «Πεινάς, κακόμοιρό μου, ε;» είπε και άπλωσε το χέρι και το χάιδεψε. Αυτό ανταποκρίθηκε δουλοπρεπώς. «Τι να σε ταΐσω, όμως, που δεν έχω κάτι άλλο».

Τώρα ήξερε. Σκούπισε τα μάτια της και είπε, «Έλα εδώ, Μωρό μου». Έκανε νόημα στο Μωρό και εκείνο, ένας κινούμενος όγκος εννιά μέτρων, πλησίασε. Η Κάτια άνοιξε την αγκαλιά της και τύλιξε τα παραμορφωμένα από την αρθρίτιδα χέρια της γύρω από αυτό, που σύριξε.
Πεινάει. Πεινάει. Το Μωρό μου πεινάει.
Και τροφή υπήρχε. Ναι, υπήρχε. Πώς δεν το είχε σκεφτεί;
«Θα σου φέρω εγώ να φας», είπε. «Ω ναι, θα σου φέρει η μαμά, μικρό μου».

Δύο μέρες το δούλεψε στο μυαλό της. Έπρεπε να είναι προσεχτική. Έπρεπε να σιγουρέψει κάθε της κίνηση προτού κάνει το παραμικρό. Την είχαν στο μάτι, άλλωστε. Άσε που και η ίδια ήταν αδύναμη και πονούσε όταν το κορμί της ζοριζόταν με τις δουλειές, και αυτό δυσκόλευε πολύ τα πράγματα.

Κοιτούσε το Μωρό που ταλαιπωρούνταν, μόνο φυτά και μικρά έντομα έτρωγε, το κακόμοιρο. Είχε μεγαλώσει πολύ, πλέον κουλουριαζόταν γύρω από το τραπέζι, αλλά του έλειπαν οι σωστές ουσίες που χρειάζεται ο οργανισμός. Ήταν αδύνατο, φαινόταν. Είχε αναγκαστεί να του επιτρέψει να τη δαγκώσει στο άλλο πόδι. Τι να έκανε, ήταν το παιδί της. Ήθελε το καλό του. Ναι, ήταν δυνατό, μπορούσε να γίνει ακόμα πιο δυνατό, αλλά εκείνη δεν μπορούσε να το αφήσει ελεύθερο. Θα της το σκότωναν. Και μετά πώς θα ζούσε; Με ποιον θα ζούσε όσα χρόνια της απέμεναν;

Η προοπτική να μείνει μόνη (ξανά) την έκανε να νιώθει σαν να κατάπινε οξύ. Γιατί μόνη θα έμενε αν έχανε το Μωρό: τίποτα δε φύτρωνε στην αυλή. Κανένα ζωντανό δεν πλησίαζε το καλύβι. Ήταν οι δυο τους.
Κι αν το Μωρό έβγαινε έξω και το έβρισκαν, θα το…
Όχι, όχι, όχι! Το Μωρό θα έμενε εντός του καλυβιού. Εκείνη, η μαμά, θα έβρισκε την άκρη, τη λύση στο πρόβλημα της τροφής. Αυτό όφειλε να κάνει κάθε γονιός, να προστατεύει και να φροντίζει το παιδί του. Οι δικοί της έτσι έκαναν με αυτήν. Και της άρεσε. Τους ήθελε κοντά της. Κι εκείνοι το ίδιο. Έζησαν μαζί πολλά χρόνια, παρά την αντιμετώπιση των συγχωριανών τους.

Οι μνήμες από εκείνες τις δεκαετίες ήρθαν στο μυαλό της Κάτιας. Το μίσος που είχε αρχίσει να αναπτύσσεται μέσα της για τους κατοίκους του Βράχου. Ο πόνος για το βλέμμα των γονιών της όταν οι άλλοι τούς απόπαιρναν ή έφευγαν μακριά τους.
Καταραμένοι. Αυτό ήταν οι άλλοι κάτοικοι. Καταραμένοι.
Και εκείνη… Το Μωρό…
Χαμογέλασε και είπε: «Θα εξαγνίσουμε το χωριό. Θα το εξαγνίσουμε, εμείς οι δύο».
Το Μωρό, λες και κατάλαβε, στράφηκε και της σύριξε.

Την επομένη το σχέδιο μπήκε σε εφαρμογή. Ήταν απλό, καθώς, όσο κι αν ήθελε, όσο κι αν προσπάθησε, δεν μπόρεσε να βρει κάτι καλύτερο. Δεν είχε τις ικανότητες ή τη σωματική αντοχή να κάνει πιο πολύπλοκα πράγματα. Έπρεπε να ελπίζει πως θα πιάσει.
Περίμενε στην αυλή. Καθόταν στην καινούρια καρέκλα της. Είχε κλείσει την πόρτα, μη τυχόν και δει κανείς το Μωρό ή μπας κι εκείνο έφευγε. Είχε τη λεκάνη δίπλα της, γεμάτη άχρηστα πράγματα.

Άχρηστα πράγματα. Όπως η ζωή μου. Έχει καταντήσει ανώφελη η ζωή μου, είπε μέσα της. Ό,τι ήταν πριν τον ερχομό του Μωρού, ήταν άχρωμο, ανούσιο. Εκείνο έδωσε νόημα στην ζωή μου. Εκείνο μου θύμισε ποιοι ζουν στο χωριό και τι έκαναν στους γονείς μου και σε μένα.
Έσφιξε τις γροθιές της, όσο της επέτρεπε η αρθρίτιδα.
Υπομονή, αυτό χρειαζόταν τώρα. Υπομονή. Θέληση είχε. Μωρό είχε. Χρόνο θα διέθετε, όλο το χρόνο του κόσμου. Όλο για το Μωρό. Τα πάντα για το Μωρό.

Το άκουσε μέσα που προσπαθούσε να ξετυλίξει το κορμί του και να νιώσει ελεύθερο. Το καημένο.
«Κρατήσου, καλό μου», είπε με τη βραχνή φωνή της. «Η μαμά θα φέρει…
(… τους καταραμένους, τους καταραμένους…)
… φαγάκι».

Ευτυχώς, το κρύο ήταν υποφερτό. Η Κάτια είχε πάρει και την κουβέρτα της και την είχε ρίξει στους ώμους της, αλλά ο ήλιος βελτίωνε λιγάκι την κατάσταση. Η ησυχία, δε, ήταν σχεδόν απόλυτη, εξαιρώντας τους ήχους που έβγαζε το Μωρό.

Όπως το περίμενε, ήρθε κάποιος τελικά. Η Κάτια σηκώθηκε με το που άκουσε τον θόρυβο από τη μηχανή. Ένιωσε κάτι…
(… το αίμα μου, ναι, το αίμα μου…)
… να μουσκεύει τα πόδια της. Δάγκωσε το χείλι της, πήρε μια ανάσα και έσκυψε προς τη λεκάνη.

Ήταν δύο, άντρες. Αγρότες. Πάρκαραν το τζιπ έξω από την αυλή της. Ο συνοδηγός έδειξε προς το μέρος της.
«Ε, γιαγιά», είπε. «Τι έγινε, μαγείρεψες κάνα βάτραχο σήμερα;»
Γέλασαν.
«Μπα», είπε ο άλλος, «μάλλον εσύ, κυρά Κάτια, προτιμάς τις νυχτερίδες. Ούτε μία δεν είδαμε φέτος».

Η Κάτια βόγκηξε, καθώς έκανε πως προσπαθούσε να σηκώσει τη λεκάνη. Έβρισε δυνατά, σε παρακλητικό τόνο. Σχεδόν σαν να…
(… γέλαγε…)
… έκλαιγε.
«Ε, γιαγιά».
Η Κάτια…
(… τους καταράστηκε…)
… δεν μίλησε.
«Γιαγιά; Τα καταφέρνεις εκεί;»
Η Κάτια βόγκηξε, πριν απαντήσει: «Όχι., παιδ… Όχι». Σηκώθηκε και σκούπισε το μέτωπό της και έκανε πίσω, με το κεφάλι ριγμένο.

Οι άντρες κάτι συζήτησαν μεταξύ τους.
Έλα, έλα.
Ναι, άκουσε τις πόρτες που άνοιξαν.
Χαμογέλασε.
«Θες να βοηθήσουμε;»

Δεν είχε κάνει λάθος. Όσο κι αν τη μισούσαν, κανείς δεν θα έμενε απαθής μπροστά σε μια γιαγιά που ταλαιπωρείται.
Γύρισε και πήρε το πιο δυστυχισμένο ύφος. «Ναι, αν…» Ξεφύσησε. «Αν μπορείτε, παιδάκι μου. Είμαι…
(… μαμά, είμαι μαμά, ΕΙΜΑΙ ΜΑΜΑ…)
… μεγάλη γι’ αυτά».

Οι άντρες δίστασαν, αλλά είχαν πάρει την απόφασή τους. Άνοιξαν την πόρτα του φράκτη και μπήκαν. Την πλησίασαν.
«Κάτσε, να σε βοηθήσουμε».

Ένευσε. «Μισό λεπτό, να σας ανοίξω την πόρτα». Κοίταξε γύρω της. Κανείς άλλος δε φαινόταν.

Από μέσα ακούστηκε ο συριγμός του Μωρού.
«Τι ήταν αυτό;» ρώτησε ο ένας άντρας, ενώ σήκωναν τη λεκάνη με τον άλλο.
«Α, η γάτα μου μάλλον», είπε η Κάτια.
«Δεν μου φάνηκε για νιαούρισμα».
«Ε, είναι μεγάλη…
(… ω ναι, είναι ένα μεγάλο, μεγαλόπρεπο ΜΩΡΟ, το ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΜΩΡΟ…)
… κι αυτή…
(… άθλιε, καταραμένε…)
… παιδί μου, καταλαβαίνεις».
«Έλα, πάμε. Έχουμε και δουλειές», είπε ο άλλος και προχώρησαν πίσω από την Κάτια.

Κι άλλος ήχος από μέσα. Το Μωρό ήταν ανήσυχο.
«Πολύ φασαριόζικη η… μεγάλη γάτα σου».

Η Κάτια ξεροκατάπιε, συμφωνώντας. Έπιασε το χερούλι.
«Έλα, γιαγιά, βιαζόμαστε». Ήταν νευρικός. Όπως και ο άλλος.

Η Κάτια άνοιξε την πόρτα, παραμερίζοντας.
Ό,τι συνέβη έγινε πολύ γρήγορα και η ίδια δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα πάντα στη μνήμη της. Κι έτσι κι αλλιώς, εκείνη κοιτούσε γύρω της, παρακαλώντας να μην έρθει κανείς.
Πρώτα, καθώς έστριβαν για να μπει ο ένας άντρας με την πλάτη μέσα, το κεφάλι του Μωρού εκτοξεύτηκε σαν πύραυλος από το πάτωμα προς την πλάτη του άντρα. Εκείνος ούρλιαξε και η λεκάνη έφυγε από τα χέρια του. Πήδησε μπροστά και έπεσε πάνω στον άλλο, που είχε γουρλώσει τα μάτια, ρίχνοντάς τον πίσω. Το Μωρό τυλίχτηκε γύρω από τους δύο, βαστώντας στα δόντια του τον ένα. Εκείνοι φώναζαν. Μετά ακούστηκαν απανωτά κρακ και τα σώματα των αντρών σαν να μάζεψαν, σαν να συρρικνώθηκαν. Έπαψαν να φωνάζουν.

Το Μωρό έφαγε τα πτώματα αργά. Ξεκίνησε από το κεφάλι, κόβοντάς το, συνέχισε στον κορμό και τέλος στα πόδια. Δεν πρέπει να πέρασαν πάνω από πέντε λεπτά κι όμως η Κάτια τόλμησε να σκεφτεί ότι δεν θα τέλειωνε ποτέ.

Όταν ολοκλήρωσε το Μωρό, το κοίταξε έκθαμβη. Είχε μεγαλώσει κι άλλο. Ήταν πιο μακρύ τώρα και πιο παχύ. Είχε χορτάσει.
«Μωρό μου», του είπε και άπλωσε το χέρι της. Αυτό ορθώθηκε και το άγγιξε. «Είσαι τόσο όμορφο. Τόσο μεγαλόπρεπο».
Τι τέλεια αίσθηση που της έδινε το δέρμα του…

Η Κάτια έβαλε τα κλάματα. Οι γονείς της φοβούνταν πως δεν θα αποκτούσε ποτέ οικογένεια. Έκαναν λάθος. Είχε ένα μωρό. Υπάκουο. Που την αγαπούσε. Δικό της Μωρό. Είχε έρθει να σώσει τα λίγα χρόνια ζωής που της απέμειναν. Δεν το έκανε η ίδια, αλλά το ένιωθε σαν τον άλλο της εαυτό. Κομμάτι της.
«Μωρό μου».
Της απάντησε στη δική του διάλεκτο. Πόσο χαρούμενοι ήταν και οι δύο…

Όμως, όταν επανήλθε στην πραγματικότητα, συνειδητοποίησε ότι υπήρχε ένα πρόβλημα. Το τζιπ. Έπρεπε να το εξαφανίσει. Αλλά πώς; Είχε πάρα πολλά χρόνια να πιάσει τιμόνι. Δεν είχε δίπλωμα. Μερικές φορές είχε οδηγήσει το αγροτικό του πατέρα της. Αμφέβαλλε αν θυμόταν ακόμα και πώς να βάζει μπρος.
Τι μπορούσε να κάνει;

Αν το έτρωγε το Μωρό; αναρωτήθηκε. Γύρισε και είδε το τεράστιο πλάσμα που είχε κουλουριαστεί πειθήνια έξω από την πόρτα του καλυβιού. Φαινόταν ικανοποιημένο. Και πώς να μην ήταν; Είχε φάει κανονικό κρέας. Πολύ κρέας είχε φάει. Δυο γεροδεμένους άντρες.
Έτσι, η Κάτια απέκλεισε την πιθανότητα, τουλάχιστον για τις προσεχείς μέρες.
Αλλά ήξερε πως θα τους έψαχναν. Ναι, θα έβγαιναν στη γύρα και θα τους αναζητούσαν. Κι αν έβρισκαν εδώ το τζιπ, τι θα τους σταματούσε από το να βλάψουν εκείνη και το Μωρό; Είχαν όπλα. Όλοι τους.

Έπιασε το κεφάλι της και έκλαψε. Όχι από λύπη, αλλά από οργή. Φώναξε δυνατά. Τόσα προβλήματα πάνω που απέκτησε τη δική της οικογένεια; Γιατί; Δεν μπορούσε να βρει λίγη γαλήνη; Και το Μωρό; Τι έφταιγε;
«Πώς μπορεί να φταίει ένα μωρό; Γιατί να το κάνουμε δυστυχισμένο;» είπε.

Η Κάτια δεν αντιλήφθηκε ότι το Μωρό σύριξε, παρά μόνο όταν ένιωσε το κρύο δέρμα του στο χέρι της. Το κοίταξε. Είχε το αόμματο κεφάλι του υψωμένο.
«Καλό μου», του είπε. «Τι θα κάνω; Θα σε πάρουν από μένα. Θα μας χωρίσουν. Αλλά τα παιδιά πρέπει να έχουν τους γονείς τους». Είδε τα δάκρυά της να πέφτουν στο κεφάλι του. «Θα έρθουν για εμάς, καλό μου. Θα δουν αυτό», έδειξε το τζιπ, «και θα μας βλάψουν». Ένευσε αρνητικά. «Πώς μπορώ να επιτρέψω κάτι τέτοιο; Αλλά και τι να κάνω; Είμαι ανίκανη, δεν… δεν μπορώ να σε προστατέψω από τους αγροίκους. Δεν μπορώ».

Το Μωρό έμεινε μια δυο στιγμές ακίνητο. Μετά κατευθύνθηκε προς το τζιπ. Άνοιξε το στόμα του και δάγκωσε την καρότσα, που έβγαλε έναν ήχο σαν σκίσιμο χαρτιού. Ύστερα, πριν προλάβει να μιλήσει η Κάτια, το Μωρό σήκωσε στον αέρα το τζιπ και το εκτόξευσε στον ουρανό, πάνω από τα δέντρα. Έπεσε πολύ μακριά, με ένα σχεδόν ανεπαίσθητο γδούπο να δηλώνει μόνο πως κάπου προσγειώθηκε βίαια.
Επέστρεψε κοντά της και σύριξε, αλλά στα αυτιά της Κάτιας έμοιαζε με ιαχή θριάμβου.
«Πώς δεν το σκέφτηκα;» είπε εκείνη και πήρε το κεφάλι του Μωρού και το φίλησε στην κορυφή, νιώθοντας το γουργουρητό που κυλούσε στο στόμα του. «Αχ, το μυαλό μου δε δουλεύει πια». Χάιδεψε απαλά το Μωρό. «Ευτυχώς, έχω εσένα, το παιδί μου, για να βρίσκεις τη λύση σε ό,τι αδυνατώ εγώ».

Κίνησαν για το σπιτάκι τους.
Αλλά εμφανίστηκε καινούργιο πρόβλημα. Το καλύβι πλέον δε χωρούσε το Μωρό. Όσο κι αν προσπάθησαν, όσο κι αν η Κάτια στοίβαξε με τα χίλια ζόρια τα πράγματα στην πέρα άκρη, το σώμα του Μωρού είχε μεγαλώσει υπερβολικά.
«Να πάρει», έβρισε η Κάτια. Δεν μπορούσε να το αφήσει έξω. Ήταν επικίνδυνα. Το κοίταξε. «Καλό μου, αν μπορείς εσύ;…»
Ναι, μπορούσε.

Έσπασε το τραπέζι. Και το κρεβάτι. Και τον πάγκο όπου είχε η Κάτια τα λίγα πιατικά και μαχαιροπίρουνα και ποτήρια. Και μαζεύτηκε σαν θεόρατη μάνικα σε καρούλι.

Η Κάτια έκλεισε την πόρτα κατενθουσιασμένη. Ξάπλωσε σε μια γωνιά κοντά στην πόρτα, άβολα, πολύ άβολα. Η μέση της διαμαρτυρήθηκε, η αναπνοή της δυσκόλεψε και τα δάκρυα που κύλησαν ήταν από πόνο.
Είναι για το Μωρό, είπε μέσα της. Όλα για το Μωρό.
Όμως, τότε μες στο μισοσκότεινο χώρο το Μωρό τύλιξε γύρω της ένα μέρος του σώματός του, τη σήκωσε και την έφερε πάνω του. Οι πόνοι της καταλάγιασαν στην στιγμή. Ναι, εκεί ήταν πιο βολικά. Η Κάτια έκλεισε τα μάτια με ένα χαμόγελο στα χείλη.

Η εξαφάνιση των δύο αντρών έφερε αναστάτωση στους κατοίκους του Βράχου. Δοκίμασαν να τους βρουν στα κινητά τους, αλλά δεν είχαν τύχη. Έτσι, οι υπόλοιποι άντρες βγήκαν παγανιά για να τους βρουν, με καραμπίνες και φακούς και σκυλιά. Καβάλησαν τα τζιπ τους και όργωσαν τους λόφους και το δάσος. Φώναζαν τα ονόματά τους, ελπίζοντας για το καλύτερο.
Τίποτα.
Όμως, δεν το έβαλαν κάτω. Συνέχιζαν τις προσπάθειες. Κάθε μέρα. Κόρναραν με τα τζιπ, έριχναν μερικές ντουφεκιές στον αέρα. Μάλωναν τα σκυλιά που δεν κατάφερναν κάτι.

Η Κάτια άκουγε τον σαματά από μακριά, αλλά δεν έδινε σημασία. Όμως, κράτησε μια σημείωση στο μυαλό της: δεν θα έδινε ξανά ανθρώπους στο Μωρό. Δεν…
(… θα τους αφήσω να σε βλάψουν, μικρό μου, όχι, ποτέ…)
… θα ρίσκαρε άλλο. Μια φορά ήταν αρκετή για να καταλάβει ότι δεν είναι καλή ιδέα, όσο κι αν είχε χορτάσει το Μωρό. Θα αναζητούσε άλλη λύση.
«Για το καλό σου», του είπε πίσω από τους τοίχους του καλυβιού. «Για σένα».

Δε βγήκε από το καλύβι εκείνες τις μέρες. Κατάφερε να πείσει και το Μωρό να μείνει μέσα. Ένιωθε σαν φυλακισμένη και σίγουρα κι εκείνο θα βίωνε μια άσχημη κατάσταση, αλλά έξω υπήρχαν πολλοί κίνδυνοι. Έπρεπε να περιμένουν. Έπρεπε να κάνουν υπομονή. Αλλά το Μωρό ήταν ανήσυχο και έβγαζε επαναλαμβανόμενους συριγμούς. Πεινούσε.
«Σε παρακαλώ», του είπε κλαίγοντας. «Λίγο ακόμα. Πρέπει να περιμένουμε, καλό μου. Υπάρχουν πολλοί κακοί άνθρωποι εκεί έξω».
Το Μωρό, σαν να καταλάβαινε, σώπαινε. Μέχρι να ξεκινήσει την επομένη να παραπονιέται.

Στο μεταξύ, και η ίδια η Κάτια άρχιζε να καταπίπτει. Το σώμα της είχε αδυνατίσει πολύ. Ο αέρας έμπαινε με δυσκολία στα πνευμόνια της, ενώ οι επισκέψεις στη βρόμικη εξωτερική τουαλέτα ήταν οδυνηρές. Τα χέρια της έτρεμαν, οι μύες της ατροφούσαν και κάτι πράσινο μεγάλωνε κάτω από το ισχνό δέρμα.
Παρακαλούσε θεούς και δαίμονες να της δώσουν λίγο καιρό ακόμη. Δεν μπορούσε να αφήσει το Μωρό έτσι απλά.

Το τζιπ βρέθηκε, εν τέλει, αλλά σε κακή κατάσταση. Διαλυμένο το μπροστινό μέρος. Σκασμένα τα δύο λάστιχα. Αγνώριστο, μια σακαράκα. Το έψαξαν, μήπως βρουν κάτι, έναν από τους δύο έστω. Ακόμα και… ακόμα και νεκρό.
Δε βρήκαν. Ούτε αίματα. Μερικά εργαλεία μόνο και άλλα αντικείμενα σκορπισμένα γύρω από το στραπατσαρισμένο κουφάρι.
Αλλά τα σκυλιά είχαν αγριέψει κι αυτό τους παραξένεψε. Μύριζαν την καρότσα και λυσσομανούσαν.
«Θεέ μου», είπε ένας άντρας. «Τι το προκάλεσε αυτό;»

Είδαν μερικές τρύπες σε σχήμα τριγώνου. Πάνω και κάτω από την καρότσα. Δεν κατάλαβαν πολλά, αλλά έπιασαν το βασικό νόημα. Κάτι είχε δαγκώσει το τζιπ. Κάτι μεγάλο. Κάτι που δεν ήταν αρκούδα ή λύκος ή ακόμα και πύθωνας –όχι ότι είχαν τέτοια φίδια εδώ.
Αντάλλαξαν αρκετές ματιές. Και πολλά λόγια. Αποφάσισαν να μεταφέρουν πίσω στο χωριό το τζιπ και να μιλήσουν εκεί.

Διαφωνούσαν. Ήταν μαζεμένοι στο καφενείο, που ήταν ζεστό και ευρύχωρο, όλοι και όλες. Πρότειναν. Αναρωτιούνταν. Ακόμα και τα παιδιά έπαιρναν το λόγο.
«Να καλέσουμε την αστυνομία».
«Όχι, τι να κάνει η αστυνομία. Το στρατό καλύτερα».
«Με ποια δικαιολογία;»
«Ε ναι. Ποιος θα μας πιστέψει;»
«Αν τους δείξουμε τι έκαναν στο τζιπ, ίσως…»
«Θα πουν κάτι για να το δικαιολογήσουν. Δεν θα πιστέψουν ότι υπάρχει…»
Υπάρχει.
Τι όμως, δεν έλεγε κανείς. Παραδέχονταν πως κάτι ζούσε, κάτι τεράστιο και επικίνδυνο, αλλά τι ακριβώς, δεν τολμούσαν να το ξεστομίσουν. Ακόμα κι αν δεν ήξεραν, δεν έπαιρναν το θάρρος να προτείνουν κάποιο είδος. Ούτε την πιθανότητα να το γυρέψουν.

Η συνέλευση φαινόταν πως δεν θα καρποφορούσε, αλλά κάποια στιγμή ένα αγόρι είπε: «Η μάγισσα φταίει».
Τρεις λέξεις. Από ένα τρομοκρατημένο παιδί.
Και ξαφνικά, η κουβέντα απέκτησε ξανά ενδιαφέρον. Ναι, θα πήγαιναν στο καλύβι της Κάτιας. Όσο περνούσε η ώρα, όλο και ενθαρρύνονταν. Όλο και περισσότεροι ήθελαν να πάνε. Ένας δύο που είχαν ακόμα τις καραμπίνες ανά χείρας, τις χάιδεψαν σαν να ήταν οι ερωμένες τους.
«Κι αν δε βρούμε κάτι;» ρώτησε κάποιος.
Κόμπλαραν λίγο.

Εκτός από τη σύζυγο ενός από τους εξαφανισμένους άντρες, που είπε: «Θα βρούμε. Εκείνη. Τη μάγισσα».
«Ναι», συμφώνησε κάποιος. «Κάτι θα ξέρει».
«Αλλά και να μην ξέρει, θα πληρώσει το τίμημα».

Το σχέδιο που ανακοινώθηκε ήταν απλό.
Όλοι πήγαν για ύπνο εκείνο το βράδυ. Κλειδαμπάρωσαν τις πόρτες και τα παράθυρα και είχαν στο προσκεφάλι τους τα όπλα τους, μαζί με τα παιδιά τους. Το πρωί θα έλυναν το πρόβλημα που ταλάνιζε το χωριό τόσα χρόνια.

Το ίδιο εκείνο βράδυ η Κάτια, ό,τι απέμενε από αυτή, ανέβασε υψηλό πυρετό. Οι σκέψεις της ήταν ένα κουβάρι εφιαλτών και προκαταλήψεων. Το κορμί της συσπόταν άγρια.
Το μόνο που την παρηγορούσε ήταν το κεφάλι του Μωρού που το είχε στην αγκαλιά της. Αυτό είχε κάπως αναθαρρέψει. Γιατί του επέτρεψε να φάει ό,τι είχε μείνει από τα πόδια της.

Ο ήλιος, σαν προδότης που έφυγε εσπευσμένα από τη χώρα, δεν εμφανίστηκε καθόλου το πρωί. Όπως και τις προηγούμενες μέρες, που έβρεχε –σήμερα είχε απλά συννεφιά. Αλλά αυτό δεν θα εμπόδιζε την σταυροφορία των κατοίκων. Όρμησαν στα τζιπ τους, οπλισμένοι και ανέβηκαν τον ανηφορικό δρόμο που έβγαζε στο καλύβι. Είχαν βλοσυρά πρόσωπα και διάθεση ανακριτή.

Περικύκλωσαν το μικρό οίκημα, το οποίο, έτσι άδειο από φυτά που ήταν, το βρήκαν άσχημο. Έστησαν έναν ασφυκτικό κλοιό, με τους άντρες και πολλές γυναίκες να στοχεύουν ό,τι βρισκόταν πίσω από το φράκτη και τα παιδιά να παρακολουθούν με αγωνία.
«Μάγισσα», φώναξε ένας. «Βγες έξω. Θέλουμε να σου μιλήσουμε».
Καμιά απόκριση.
«Μάγισσα. Βγες. Τώρα. Αλλιώς θα μπουκάρουμε εμείς».
Τίποτα.
Ή…
Όχι, κάτι ακούστηκε. Κάτι απροσδιόριστο.
«Τι κάνουμε;» ρώτησε μια γυναίκα.
«Θα πλησιάσουμε. Τρεις. Οι άλλοι μείνετε εδώ».

Πράγματι, τρεις τύποι έριξαν την πόρτα του φράκτη και μπήκαν με τα όπλα προτεταμένα. Καθώς περπατούσαν στο λασπώδες έδαφος, άκουσαν κάνα δυο φορές τον ίδιο ήχο από το εσωτερικό του καλυβιού. Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Πήγαιναν να εισβάλλουν στη σπηλιά μιας μάγισσας. Υποπτεύονταν πως ίσως δεν ήταν καλή ιδέα, αλλά ο χαμός -ναι, το είχαν πάρει απόφαση- των δύο φίλων τους έπρεπε να πληρωθεί με αίμα. Το καταραμένο αίμα μιας πόρνης του διαβόλου.

Οι δύο άντρες στάθηκαν δεξιά και αριστερά της ετοιμόρροπης πόρτας. Ο τρίτος είπε: «Μάγισσα. Τελευταία ευκαιρία. Βγες έξω».
Δεν πήρε απάντηση. Οι άλλοι του έκαναν νόημα και εκείνος πήρε φόρα και την κλότσησε. Κι εκείνη έπεσε.

Το εσωτερικό δε φωτιζόταν καλά. Έτσι, άργησε να δει τι υπήρχε εκεί. Πρώτα μύρισε τη δυσοσμία και το στομάχι του ανακατεύτηκε. Του ήρθε να κάνει εμετό, όπως και στους άλλους δύο.
Αλλά δεν πρόφτασε. Δεν πρόλαβε να δει τι του επιτέθηκε, μόνο κάτι σκοτεινό και ανοιχτό να ξεπετάγεται από εκεί και να τον αρπάζει από το κεφάλι και μικρές σύριγγες να καρφώνονται στον λαιμό του και τα πάντα να σκοτεινιάζουν, σαν να τα έκρυψε ο Θεός.

Το δάχτυλό του πίεσε τη σκανδάλη, αλλά τα χέρια του, καθώς το σώμα του τραβιόταν στον αέρα, στράφηκαν δεξιά και το φυσίγγι πέτυχε τον συγχωριανό του στο δεξί χέρι. Έπειτα ο άντρας και το πράγμα που τον άρπαξε χάθηκαν.

Ο τραυματίας ούρλιαξε, όπως και οι άλλοι κάτοικοι. Οι οποίοι, όσοι είχαν καραμπίνες, άρχισαν να βάλλουν χωρίς να σκέφτονται, χωρίς να στοχεύουν επαρκώς, με τα χέρια τους να τρέμουν ανεξέλεγκτα.

Τρεις ριπές σκότωσαν τους δύο άντρες που είχαν ξεμείνει στο καλύβι.
Τα παιδιά το έβαλαν στα πόδια.
«Τι ήταν αυτό;»
«Τι συνέβη;»
«Ένα τέρας!»

Οι μόνες που συγκράτησαν μερικά ψήγματα ψυχραιμίας ήταν οι χήρες των δύο αντρών που είχαν χαθεί πριν από μέρες. Είχαν συμφωνήσει χθες τι θα έκαναν και τώρα έπρεπε να εφαρμόσουν το σχέδιο.
«Τώρα!» φώναξαν.

Τέσσερις άντρες τις ακολούθησαν. Πήραν από τα τζιπ τα δοχεία καυσίμου με τη βενζίνη –τα είχε φέρει ο χωριανός που λειτουργούσε το βενζινάδικο του Βράχου.
«Τώρα!» επανέλαβε η μία χήρα.

Ό,τι δισταγμούς κι αν είχαν οι άλλοι, τους παραμέρισαν και την ακολούθησαν. Άδειασαν τα δοχεία στους τοίχους του καλυβιού. Έπειτα, έφεραν κι άλλα. Τρεις ακόμα άντρες συνέβαλλαν. Αγνόησαν τις σιγανές φωνές της Κάτιας («Όχι, παρακαλώ, όχι. Όχι το… Μωρό… μου») και έβαλαν τη φωτιά.

Η μία από τις δύο γυναίκες προχώρησε προς την είσοδο του καλυβιού, με το δικό της δοχείο.
«Όχι!» της φώναξε κάποιος, αλλά δεν γύρισε να του απαντήσει.
«Για τον άντρα μου, σκρόφα», είπε και έκανε να ρίξει τη βενζίνη.
Αλλά το κεφάλι του Μωρού ξεπρόβαλλε ξανά και την έπιασε. Και την έφερε στο καλύβι της Κάτιας.

Η φωτιά λαμπάδιασε και το μικρό οίκημα άρχισε να χάνεται.
Όσοι είχαν μείνει πίσω, δεν απομακρύνθηκαν. Περίμεναν. Έπρεπε να σιγουρευτούν.
Μέσα το Μωρό άρχισε να συρίζει. Άφησε την νεκρή γυναίκα να πέσει από το στόμα του, καθώς η φωτιά το άγγιζε και το έκαιγε. Προσπάθησε να φύγει, να βγει έξω.
«Μωρό μου».
Εκείνο σταμάτησε. Στράφηκε προς την Κάτια, που ήταν πεσμένη κάτω από το σώμα του.

Ακούστηκαν δύο πυροβολισμοί και το Μωρό έσκουξε, καθώς πράσινο αίμα έβγαινε από τις πληγές. Άλλες ριπές δύο ήρθαν να προστεθούν. Το Μωρό ούρλιαξε κι ήταν ίσως η μοναδική φορά που η φωνή του έμοιαζε πραγματικά με μικρού ανθρώπου.
Το κεφάλι του τελικά έπεσε κοντά στην Κάτια.

Εκείνη, πριν χαθεί για πάντα, είδε δυο σχισμές να ανοίγουν στα πλαϊνά του κεφαλιού του και δυο μπλε σφαίρες να την αντικρίζουν.
Είχε ανοίξει τα μάτια του.
Για εκείνη. Για τη μαμά του.
Για πρώτη και τελευταία φορά.

Επί τρεις ώρες το καλύβι διαλυόταν. Έπεφτε, γκρεμιζόταν, κάτω από το κίτρινο πέπλο που το αγκάλιαζε. Το παρακολουθούσαν αμίλητοι. Ήταν μια από εκείνες τις στιγμές που θέλεις να ζεις όσο το δυνατόν περισσότερο, γιατί είναι καθοριστικές. Γιατί σε εξαγνίζουν.
Η βροχή ήταν η μόνη που το έσβησε. Δυνατές ψιχάλες, απανωτές.

Οι κάτοικοι που είχαν μείνει εκεί, παγωμένοι και με βρόχινα δάκρυα να κυλούν στο σώμα τους, ανέβηκαν στα τζιπ τους ικανοποιημένοι. Μα και λυπημένοι για τις απώλειες.
«Τουλάχιστον, τέλειωσε», είπε ένας και αυτό τους παρηγόρησε.

Το ίδιο βράδυ κάτι ξεπετάχτηκε από το χώμα κοντά στο φράκτη. Ένα καφέ αντικείμενο σαν καρύδα, που έτρεμε ανεξέλεγκτα. Κάτι πρέπει να συσπόταν εκεί μέσα. Κάτι που ήθελε να βγει, μάλλον.

Τάκης Κομνηνός

——————————————————————————————————
Σημειώσεις: Η ιστορία βασίζεται στη σπονδυλωτή ταινία «Creepshow» (1982), συγκεκριμένα στο «The Lonesome Death of Jordy Verrill», όπου πρωταγωνιστεί ο Στίβεν Κινγκ.
Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/TheBluez.gr.
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/category/anastkom/.
Και στον ακόλουθο συνδέσμου όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/serials/.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading