Η φαγάνα – 2

Προηγούμενο

Ποιος να το φανταζόταν ότι ο γόης του σχολείου, που λίγο πολύ όλες θέλανε, χωρίς ποτέ να καταφέρνει καμία να τον έχει, είχε πρόβλημα στα γενετήσια όργανά του. Μεγάλο πρόβλημα, ήταν σχεδόν ανύπαρκτα κι έτσι εξηγείται που από τότε μέχρι σήμερα στα τριάντα του χρόνια, ο Βλάσης ήταν και παρέμεινε μπακούρι. Κι επειδή η μοίρα σπάει πλάκες συχνά, τον έριξε στα χέρια της Βάνας για να του το φτιάξει. Οι φήμες οργίαζαν βέβαια ότι ήταν με τη μία και την άλλη και ότι ήταν μεγάλος μάστορας στο κρεβάτι, αλλά άνθρακας ο θησαυρός, φωτογραφίες στα περιοδικά και μόνο φήμες. Ίσως τελικά το να διασκεδάζει ξεφτιλίζοντας κορίτσια, γιατί και άλλα κορίτσια πέσανε θύματα της γοητείας του, δεν ήταν εφηβικό καπρίτσιο για να γελάνε και να περνάνε την ώρα τους, αλλά βαθιά ψυχολογική διαταραχή κι ένας τρόπος να αποφεύγει σχέσεις και να κρύβει το πρόβλημά του χωρίς να κινδυνεύει ποτέ να μαθευτεί τίποτα.

Η συνάντηση με τη γιατρό πήγε περίφημα. Η Βάνα όλα αυτά τα χρόνια της απουσίας της, είχε καταφέρει να κρύψει καλά την αληθινή της ταυτότητα, να γίνει μια εντελώς διαφορετική γυναίκα. Ήταν αδύνατον να αντιληφθεί κανείς ότι πίσω από αυτή την πανέμορφη, ψηλή, αδύνατη, ιδιαίτερα κομψή, με αριστοκρατικό αέρα πλαστική χειρουργό, κρυβόταν η άλλοτε Βάνα η φαγάνα, που την περιφέρανε σαν την αρκούδα δεμένη με σκοινί. Η σπουδή και η ενασχόληση με αυτό το επάγγελμα, είχε μοναδικό στόχο την ολοκληρωτική της αλλαγή. Κανένα χαρακτηριστικό του προσώπου και του σώματός της δεν έμεινε όπως ήταν, εκτός της φωνής και των ματιών της, αλλά δεν ανησυχούσε ποιος θα θυμόταν αυτά τα χαρακτηριστικά, ποιος πραγματικά την κοίταξε στα μάτια ή άκουσε τη φωνή της ποτέ;

Μετά από εκείνη την εφιαλτική νύχτα, τα επόμενα δώδεκα χρόνια της ζωής της στην Αμερική, ζούσε μόνο για να καταστρώνει την επιστροφή της με σκοπό την εκδίκηση και όχι μόνο για τον Βλάση, υπήρχαν πολλοί ακόμη που άξιζαν την τιμωρία. Κάθε επιτυχία στις σπουδές, κάθε βραβείο στα ιατρικά της επιτεύγματα, κάθε αισθητική παρέμβαση, την οδηγούσαν όλο και πιο κοντά στη μεγαλύτερη επιθυμία της. Όλη της η ζωή θυμάται μια μοναξιά, χωρίς αγάπη από πουθενά, διαρκώς μια εκμετάλλευση, αγωνία, πόνο, βία, απαξίωση και προσβολές.

Συμφώνησε με μεγάλη χαρά να βοηθήσει τον απελπισμένο Βλάση, να τον βοηθήσει με όλα τα μέσα που κατείχε και ακόμη περισσότερα, έγινε τόσο απαραίτητη η παρουσία της, που ο Βλάσης έπινε νερό στο όνομά της. Οι μήνες που πέρασαν κοντά ο ένας στον άλλο, η θετική της παρουσία, η ψυχολογική υποστήριξη, το αμέριστο ενδιαφέρον της, οι προεγχειρητικές θεραπείες, οι συμβουλές, έπεισαν τον Βλάση ότι ναι, θα γίνει επιτέλους το όνειρο του πραγματικότητα. Στις πολλές επεμβάσεις που ακολούθησαν, η επιτυχία ήταν τεράστια! Δόθηκε στον ασθενή η ευκαιρία να κάνει πια ό,τι δεν έκανε ποτέ, να ζήσει όπως κάθε άνθρωπος, φυσιολογικά. Ολόκληρη τη ζωή του από εδώ και πέρα, την όφειλε στη μοναδική γιατρό του, την Ανθή Γεωργίου.

Η Βάνα έβαλε άλλο ένα ιατρικό βραβείο στη φαρέτρα της, ενώ συνάμα κέρδισε την ευγνωμοσύνη αλλά και τον έρωτά του. Πολύ σύντομα τη ζήτησε σε γάμο και φυσικά δέχτηκε με μεγάλη χαρά, αλλά υπό έναν όρο, σεξ μετά το γάμο λόγω της κατάστασής του. Ιατρική συμβουλή και δεν χωρούσε καμία αμφιβολία.

Όλα πήγαιναν καλύτερα από ό,τι τα είχε σχεδιάσει και οι ετοιμασίες του γάμου ξεκίνησαν, η λίστα καλεσμένων ιδιαίτερα φροντισμένη, όλοι οι κοινοί γνωστοί του παρελθόντος τους μετά των συζύγων και των τέκνων τους. Όλοι οι δαίμονες που της κατέστρεφαν τη ζωή ξανά και ξανά, φυσικά συγγενείς και συνεργάτες του γαμπρού. Τον Βλάση δεν τον απασχόλησε η απουσία καλεσμένων από την πλευρά της, ήξερε ότι οι γονείς της δεν ζούσαν και οι συγγενείς της ήταν στο εξωτερικό μαζί με φίλους και συνεργάτες, γενικά δεν τον απασχολούσε τίποτα παρά μόνο ότι μετά το μυστήριο θα έβαζε μπρος το εργαλείο και ποιος είδε το Θεό και δεν τον φοβήθηκε.

Η επιθυμία της νύφης ήταν να παντρευτούν στις είκοσι έξι Ιουλίου, το επόμενο Σάββατο. Κανείς δεν ήξερε ότι ήταν η ημέρα γενεθλίων της, για τη Βάνα ήταν η καταλληλότερη ημερομηνία να ξαναγεννηθεί μέσα από τις στάχτες της στην κυριολεξία.

Το προσκλητήριο ήταν έτοιμο, κάποιοι ΄εκλεκτοί΄ καλεσμένοι όμως έλαβαν διαφορετικό από τους υπόλοιπους:
«Αγαπητοί φίλοι σας προσκαλούμε στο μυστήριο του γάμου μας που θα τελεστεί στην εξοχική μας βίλα στις 26 Ιουλίου και ώρα 8:00 μ.μ., θα ακολουθήσει αμέσως μετά ολονύκτια δεξίωση και θα φιλοξενηθείτε στους χώρους. Θα χαρούμε πολύ με την παρουσία σας».

Ένα απόγευμα Σαββάτου, που φυσούσε ένα γλυκό δροσερό αεράκι παρά το κατακαλόκαιρο, τελέσθηκε ένα παραμυθένιο μυστήριο με πολλούς εκλεκτούς καλεσμένους στους ολάνθιστους κήπους της εξοχικής βίλας του ζευγαριού. Ακολούθησε μια υπέρλαμπρη δεξίωση μετά μουσικής και χορού, ο γαμπρός και η νύφη μοίραζαν απλόχερα χαμόγελα και η ευτυχία τους διαγραφόταν στα πρόσωπά τους, ο έρωτας ξεχείλιζε από κάθε σημείο τους, ο Βλάσης όλο το βράδυ δεν έπαιρνε τα μάτια του από την πανέμορφη γυναίκα του.

«Αυτό είναι η ευτυχία;» αναρωτήθηκε έχοντας τη Βάνα στην αγκαλιά του, μυρίζοντας το άρωμά της, όπως κάποτε έκανε η χοντρή Βάνα στο δωμάτιό του τυλιγμένη στην όμορφη γαλάζια χνουδωτή πετσέτα του να μυρίζει το δικό του άρωμα.

Κόντευε το ξημέρωμα και οι περισσότεροι καλεσμένοι χορτάτοι από φαγητό και ποτό αποχώρησαν. Όσοι έμειναν, καληνύχτισαν το ζευγάρι και οδηγήθηκαν στα δωμάτιά τους. Στο νυφικό δωμάτιο κατέληξε και ο Βλάσης, τρεκλίζοντας μεθυσμένος από μπόλικη σαμπάνια και ευτυχία. «Ανθή μου, πάμε κι εμείς, έχουμε να τελειώσουμε κάτι…» είπε χαχανίζοντας. «Πήγαινε αγάπη μου, βγάζω το νυφικό, φρεσκαρίζομαι και σου ‘ρχομαι» απάντησε γλυκά η Βάνα, χαϊδεύοντάς τον στο μάγουλο όλο αγάπη.

Δεν άντεξε ο Βλάσης και πολύ να περιμένει την όμορφη νύφη, σε δυο λεπτά βάρυναν τα βλέφαρα και με ένα χαζό χαμόγελο παραδόθηκε στην αγκαλιά του Μορφέα.

Αλαφροπατώντας η Βάνα, χωρίς να χάνει καιρό, μέσα στα σκοτάδια κατέβηκε στο υπόγειο κι άναψε φωτιά. Ήσυχα γύρισε στο δωμάτιο και ξάπλωσε δίπλα στον Βλάση, φορώντας ακόμη το νυφικό της. Περίμενε τη φωτιά απλώς να έρθει. Οι φλόγες γρήγορα τύλιξαν τη βίλα, φτάσανε στα δωμάτια και εξαφάνισαν κάθε τι ζωντανό. Στο νυφικό δωμάτιο ο Βλάσης άνοιξε τα μάτια έντρομος και τυλιγμένος στις φλόγες φώναζε το όνομά της, «Ανθή! Ανθή βοήθεια!». «Βάνα…» είπε κι έκλεισε τα μάτια της.

«Τραγικό συμβάν συνέβη τα ξημερώματα της Κυριακής, όταν μεγάλη φωτιά ξέσπασε σε εξοχική βίλα των προαστίων, ξεκινώντας από το υπόγειο της βίλας κατά τις πυροσβεστικές αρχές, στην οποία λίγες ώρες πριν, ένα ζευγάρι δέθηκε με τα δεσμά του γάμου. Σε πολύ λίγο χρονικό διάστημα έκαψε τα πάντα και επεκτάθηκε στη γύρω περιοχή βάζοντας σε κίνδυνο παρακείμενες οικίες. Σύμφωνα με το αστυνομικό δελτίο, όλοι όσοι διέμεναν στη βίλα κατέληξαν, εκτός από έναν επιζών ή επιζώσα, ακόμη αγνώστων στοιχείων, όπου φέρει εκτεταμένα εγκαύματα και είναι σε πολλή σοβαρή κατάσταση. Αυτή τη στιγμή κατά αποκλειστικότητα, σας δείχνουμε στα πλάνα μας το φορείο με τον τραυματία να μεταφέρεται επειγόντως στο νοσοκομείο. Δυστυχώς είναι αδύνατον να δώσουμε περαιτέρω πληροφορίες, καθώς είναι καλυμμένος με τις ειδικές κουβέρτες εγκαυμάτων. Μας πληροφορούν οι συνάδελφοι που περιμένουν στο νοσοκομείο τον τραυματία, ότι στο απογευματινό δελτίο ειδήσεων, οι γιατροί κατόπιν εξέτασής του κι αφού θα γνωρίζουν περισσότερες λεπτομέρειες, θα μας ενημερώσουν. Μείνετε συντονισμένοι στο κανάλι μας».

Η σειρήνα του ασθενοφόρου ούρλιαζε στους δρόμους, η αγωνία των τραυματιοφορέων και του συνοδού γιατρού ήταν έκδηλη στα πρόσωπά τους, κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε είχε ιδιαίτερη σημασία. «Έζησε κανείς;» ακούστηκε ξαφνικά ξεψυχισμένα από το φορείο. «Μόνο εσείς, λυπάμαι για την απώλειά σας» απάντησε ο γιατρός κι ένα τεράστιο χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπο ανακατεμένο με αίματα και βαθιές πληγές, κρυμμένο κάτω από τις κουβέρτες εγκαυμάτων.

Magic Garden

ΤΕΛΟΣ

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading