Η Λένκω, τον Κωνσταντή τον αγάπησε πολύ κι ας ήταν ο τελευταίος του χωριού. Ένα χαμίνι, κανείς δεν ήξερε από που κρατάει η σκούφια του, μοναχός τριγύριζε απ’ όσο τον θυμούνταν όλοι, μια σταλούδα παιδί βρώμικο και πεινασμένο ζητιάνευε στα σπίτια. Τη νύχτα κούρνιαζε σε στάβλους να έχει ζεστασιά από τα ζώα ή και φαγητό όταν δεν του έδινε κανείς. Πρώτος στη γραμμή στηνόταν πρωί πρωί όταν διάλεγαν εργάτες οι επιστάτες των τσιφλικιών, αδύναμος όπως ήταν κανείς δεν τον έδινε σημασία, αλλά δεν το έβαζε κάτω, κάθε πρωί εκεί παρών με το χαμόγελο στα χείλη. Ώσπου τον πρόσεξε η αρχόντισσα Σουλτάνα, η κυρά του μεγάλου τσιφλικά Γεράσιμου, καλή γυναίκα σε αντίθεση μ’ αυτόν και τον ζήτησε στο σπίτι να βοηθάει τα δουλικά μέχρι να δυναμώσει να τον πάρουν μετά στα χωράφια.
Ο Κωνσταντής έγινε το δεξί χέρι της αρχόντισσας, σαν το σκυλί την ακολουθούσε παντού εντός κι εκτός σπιτιού και έγινε ο προσωπικός οδηγός και προστάτης της. Έζευε την άμαξα αμέσως μόλις η αρχόντισσα ήθελε να πάει βόλτα το μωρό, τη Λένκω και για τα ψώνια του σπιτιού. Δεν τον ξεχώρισε ποτέ από τα παιδιά της, το ίδιο τον κανάκεψε και τον φρόντισε κρυφά από τα μάτια του άντρα της, στο ίδιο τραπέζι με την οικογένεια τον έβαζε να φάει και δικό του δωμάτιο του είχε, με τη δικαιολογία ότι αρρώσταινε συχνά. Γρύλιζε ο Γεράσιμος, αγριοκοιτούσε, αλλά η Σουλτάνα δεν έδινε σημασία. Όταν μεγάλωσε και δυνάμωσε αρκετά ο μικρός, ο Γεράσιμος πάτησε πόδι. «Φτάνει!» μούγκρισε και τον άρπαξε βάναυσα από το σβέρκο, πετώντας τον στα χωράφια για δουλειά.
Δύσκολη η ζωή εκεί, σκληροί οι αφεντάδες, οι βουρδουλιές σκίζανε συχνά τη σιγαλιά της νύχτας και σταμάταγαν το θόρυβο της μέρας. Χρόνος για κλάματα και φροντίδα των πληγών δεν υπήρχε, από τα αξημέρωτα δούλευαν τη γη χωρίς σταματημό, μέχρι εξαντλήσεως. Ένα ξεροκόματο ανακατεμένο με σκορδόξυδο και άιντε πάλι στη δουλειά. Ο Κωνσταντής δούλευε πιο πολύ από όλους, παραγγελιά του αφεντικού να μη τον αφήσουν σε χλωρό κλαρί, μετά τις πρώτες βουρδουλιές που δέχτηκε από τον ίδιο στο άγουρο κορμί του όταν τόλμησε να ζητήσει νερό. «Ανάσα δεν θα παίρνει, κεφάλι δεν θα σηκώνει κι αν σταματά τη δουλειά, ο βούρδουλας διπλά θα δουλεύει στην πλάτη του!» έτσι είπε κι έτσι έγινε.
Ρωτούσε ξαναρωτούσε η Σουλτάνα για το παιδί, «Δουλειά σου!» της απαντούσε ο Γεράσιμος κι όσο πλήθαιναν οι βουρδουλιές και γινόταν η πλάτη του κέντημα, τόσο πιο πολύ ο Κωνσταντής δεν το έβαζε κάτω. Με τα χρόνια έγινε το πιο όμορφο παλικάρι του κάμπου κι ας ήταν όλο το σώμα του σημαδεμένο από τη λύσσα του Γεράσιμου. Ξεπέρασε σε ομορφιά και χάρη και τους μουρτζούφληδες γιους του αφέντη, μα μάτια δεν είχε για καμιά που τον περιτριγύριζε, παρά μόνο για τη Λένκω. Πού να τολμούσε να την πλησιάσει, κάθε φορά που την αντίκριζε λιγωμένα, παραμάσχαλα την είχαν τα αδέρφια της ή θα κεντούσε στην αυλή δίπλα στον πατέρα της. Γέρασε και η αρχόντισσα κι άλλο δεν τον ζητούσε πια, έτσι στο κονάκι του αφέντη δεν είχε τρόπο να τρυπώσει, μήτε και να τη συναντήσει μόνη πουθενά ή έστω τυχαία.
Η Λένκω κατάλαβε τον έρωτα του Κωνσταντή, ίδιος έρωτας έκαιγε κι εκείνη από μικρό κορίτσι και ένα χάραμα που γυρνούσε κουρασμένος στον αχυρώνα τον παραφύλαξε. «Το βράδυ του πανηγυριού συνάντησε με στο ποτάμι» κι εξαφανίστηκε μέσα στις σκιές.
Όλο το ξημέρωμα χόρευε ο Κωνσταντής και χαμογελούσε έξω από τον αχυρώνα. Χόρευε και χαμογελούσε κι όσο δούλευε τη γη κι όσο έτρωγε ανελέητα το βούρδουλα, η μορφή της Λένκως ήταν το βάλσαμο, το φάρμακο στις πληγές και στην ερωτευμένη του καρδιά.
Ντύθηκε, στολίστηκε στα άσπρα η όμορφη κόρη, καβάλησε το λευκό της άλογο με τις κόκκινες κορδέλες στη χαίτη και την ουρά και κάλπασε γρήγορα για το ποτάμι. Εκεί στην αστροφεγγιά είδε το πληγωμένο σώμα του Κωνσταντή σε μια προσπάθεια να πλύνει το βρώμικο σώμα του πριν τη συναντήσει, γέμισαν τα μάτια της δάκρυα καθώς τον πλησίαζε
-Ο πατέρας σου τα ‘κανε αυτά;
-Μη νοιάζεσαι, αντέχω… της αποκρίθηκε ψιθυριστά και της χάιδεψε τα κατάμαυρα μαλλιά .
Βούτηξε στο ποτάμι κι η Λένκω να δροσιστεί, μα τα νερά ορμητικά την παρέσυραν προς τους καταρράκτες. Χωρίς δεύτερη σκέψη βούτηξε ο Κωνσταντής να τη σώσει και την κουβάλησε στον ώμο του ως το κονάκι της. Ανήσυχο το σπίτι έψαχνε τη Λένκω και το άλογό της. Σαν είδε ο πατέρας της από μακριά τον Κωνσταντή να κουβαλάει την κόρη του, άστραψε και βρόντηξε και αρματώθηκε τα όπλα μαζί με τους δυο αδερφούς της. «Κάτω τα βρωμερά σου χέρια από την κόρη μου!». Μάταια φώναζε η Λένκω να κατεβάσουν τα όπλα αφού πήδηξε από την αγκαλιά του. «Μη τον πειράξετε! Με έσωσε πατέρα!», μα όπλισαν οι παλικαράδες στο λεπτό. Ο Κωνσταντής περίμενε σαν στήλη άλατος αμίλητος το τέλος του, οι πιστολιές έσκασαν στον αέρα μα καμιά δεν τον άγγιξε. «Είναι η πρώτη και η τελευταία φορά που πλησίασες την κόρη μου. Δεύτερη δεν θα υπάρξει κι ας πνιγεί!» απάντησε ο αφέντης κι ο Κωνσταντής έπεσε τρέμοντας σχεδόν λιπόθυμος στα γόνατα.
Έπεσαν δυο τρία απανωτά χαστούκια στη Λένκω που γύριζε στα ποτάμια και τις ερημιές μοναχή, κόρη τσιφλικά με το μούλικο, την κλείδωσαν και στο σπίτι να μη ξεμυτίσει ξανά, τράβηξε και κάτι μαγκουριές ξεγυρισμένες στα αγόρια που δεν την προσέχουν όπως πρέπει, περιμάζεψε και τη Σουλτάνα που έβαλε στο σπίτι τους το βρωμερό μίασμα και πήρε θάρρος και όλα μπήκαν σε τάξη.
Πόσο τάξη να βάλεις στον έρωτα άραγε; Η Λένκω έπαθε βαρύ σεβντά, νύχτα μέρα σκεφτόταν τον Κωνσταντή, πώς να τον συναντήσει, πώς να του δείξει την αγάπη της, όλη μέρα κλεισμένη στο σπίτι, μια η μάνα από κοντά, μια τα αδέρφια δίπλα της σαν τα τσομπανόσκυλα, μια ο πατέρας να παραφυλάει όπως ο λύκος τα πρόβατα. Πώς να κρατήσεις φυλακισμένο όμως τον έρωτα αφού έχει φτερά; Έστειλε χαμπέρι με το σακάτικο δουλικό που δεν το λογάριαζε κανείς να τη συναντήσει στο ποτάμι που την έσωσε κι από τότε κάθε νύχτα πηδούσε από το παραθύρι της, καβαλούσε την Αστραπή και κάλπαζε όσο πιο γρήγορα μπορούσε να συναντήσει τον Κωνσταντή στο ποτάμι.
Εκείνο το βράδυ του Ιουλίου, η ζέστη έκαιγε την πλάση, φύλλο δεν κουνιόταν. Ανήσυχα όλα τα ζωντανά μουγκρίζανε, δεν τα χωρούσε ο τόπος, ανήσυχος κι ο Γεράσιμος πήγαινε πέρα δώθε. Στο στάβλο κάτι ακούστηκε κι ο Ασημάκης, ο επιστάτης του, πετάχτηκε από τον ύπνο. Γρήγορα έφτασε στους στάβλους, αθόρυβα, ζωσμένος με το όπλο του μήπως και πιάσει κανένα ζωοκλέφτη στα πράσα ή καμιά αλεπού κι είδε τη Λένκω να καβαλάει την Αστραπή και να εξαφανίζεται. Ευθύς έβαλε τις φωνές να ξυπνήσουν όλοι. “Αφεντικόοοοοο! Αφεντικόοοοο! Γρήγορα! Η Λένκω το ‘σκασε!”.
Το φοβόταν το κακό το ριζικό ο Γεράσιμος, από εκείνη τη νύχτα που του εξομολογήθηκε η δούλα της Σουλτάνας, η όμορφη Ασημίνα, ότι γέννησε το γιό του τελικά, τον πρωτότοκο. «Σου είπα να το τελειώσεις όταν έπρεπε!» της είπε αρπάζοντάς την από το λαιμό. «Έχει το σημάδι σου και δεν θα τη γλιτώσεις, όλα θα σας τα πάρει όπως δικαιούται!» απάντησε χαιρέκακα. «Φέρε τον μου εδώ τώρα!» διέταξε, μα η δούλα τον έκρυψε καλά. Γύριζε νύχτες με τα τσιράκια του κι αφάνιζε φρεσκογεννημένους γιους, ξέκανε και τη δούλα μαζί με όλη την οικογένειά της, μα τον γιό του δεν τον βρήκε, μέχρι που στο χωράφι πολλά χρόνια μετά είδε το σημάδι στο πληγιασμένο σώμα ενός αγοριού και το χτυπούσε αλύπητα να μη φανεί.
Μπροστά η Αστραπή, κατάλευκη, γοργοπόδαρη, έσκιζε τη νυχτιά σαν άνεμος, πίσω της ο πατέρας, τα αδέρφια της και κάμποσοι κολίγοι να την κυνηγούν πάνω στ’ άλογα. Έφτασε στο ποτάμι, ξεπέζεψε κι έτρεξε στον Κωνσταντή. «Γρήγορα! Με κυνηγάνε! Θα μας βρούνε! Φύγε μακριά, όσο πιο μακριά μπορείς, θα σε ψάξουν παντού, ζωντανός δεν θα μείνεις, ξέχασέ με!». Την αγκάλιασε σφιχτά και δεν την άφησε στιγμή. «Έλα μαζί μου!» της είπε κι η Λένκω ένευσε καταφατικά κλαίγοντας. Αίφνης δέκα όπλα τους σημάδευαν. «Φύγε από κοντά της! Κάποτε σε προειδοποίησα!» φώναξε λυσσασμένα ο πατέρας της. Η Λένκω τον έσφιξε ακόμη πιο δυνατά στην αγκαλιά της. «Τον αγαπώ! Αν τον σκοτώσεις, θα σκοτωθώ!» ούρλιαξε με όλη τη δύναμη της φωνής της. «Τότε αυτό θα γίνει!» και πυροβολισμοί γέμισαν τη νύχτα.
«Μη με αφήσεις! Κράτα με ό,τι κι αν γίνει!» της πρόλαβε στο αυτί, καθώς γέμιζε η αγκαλιά τους ζεστό αδερφικό αίμα και πήδηξαν στα σκοτεινά νερά.
«Σκοτώστε το άλογό της, κάψτε όλα της τα πράγματα, δεν θέλω τίποτα να τη θυμίζει! Το όνομά της δεν θα ξανακουστεί ποτέ ξανά, δεν έχω κόρη, πέθανε και κανείς δεν θα τολμήσει να την κλάψει!» κραύγασε μανιασμένα και τον άκουσε όλος ο κάμπος, μαζί και η Σουλτάνα που άφηνε την τελευταία της πνοή στην κάμαρη της Λένκως.
Magic Garden

One response to “Ο τσιφλικάς”
[…] Ο τσιφλικάς […]