Ελίνα
Παρόν, 2024
Ζούσα μία από εκείνες τις στιγμές που νομίζεις πως η ζωή σου κάνει πλάκα. Το είχα συνηθίσει άλλωστε. Δεν ήταν πρώτη φορά που η ζωή μου έμοιαζε με πρωταπριλιά. Έτριβα τα μάτια μου για να συνειδητοποιήσω πώς το χάσμα μιας δεκαετίας ενώνεται σε μια στιγμή. Κοκάλωσα μέσα στο πλήθος που με περικύκλωνε όταν όλοι έτρεχαν κατά πάνω του. Αν και ήξερα πως θα τον έβλεπα, προετοιμαζόμουν μέρες για αυτήν την στιγμή και εγώ απλά τα είχα χάσει. Έπρεπε να είχα επιμείνει και να είχε έρθει κάποιος άλλος στην θέση μου. Έτσι θα ήταν καλύτερα.
Έπρεπε να συγκεντρωθώ και να θυμηθώ πώς κάνουν βήματα. Είμαι δημοσιογράφος που να πάρει η ευχή! Ας βρω το γνωστό μου θράσος και ας σπρώξω το πλήθος. Λένε πως αν κοιτάς τον στόχο, είναι πιο εύκολο να τον πλησιάσεις. Εύχομαι μόνο να μην είχα βάλει τις γόβες μου. Ποια δημοσιογράφος πάει με γόβες σε γήπεδο; Τουλάχιστον, ανασυγκροτώντας τον εαυτό μου, παρακαλάω να αφήσουν μία κοπέλα κατάκοπη σαν και έμενα να διασχίσω το κοινό αφού έχω συγκεντρωθεί στον στόχο. Στον στόχο με όνομα.
Τον κοιτάω λοιπόν και σπρώχνοντας το πλήθος που κάνει τα πάντα για ένα του αυτόγραφο, στα μισά της διαδρομής με κοιτάει και αυτός. Και τον κοιτάω και εγώ και συνεχίζεται αυτό δεν ξέρω και εγώ για πόσα δευτερόλεπτα. Θεέ μου! Πόσα και χωράνε σε μία πρόταση! Και τότε με ρίχνει! Όχι με το βλέμμα του. Κυριολεκτικά, κάποιος με ρίχνει. Χάνω την ισορροπία μου, βουλιάζει το τακούνι μου κάπου και βρίσκομαι χάμω. Προσπαθώ να μην χάσω την οπτική επαφή. Ήταν εκεί. Με κοιτούσε ακόμα και την στιγμή που έκπληκτη τον παρατηρώ να κάνει ένα βήμα προς τα εμένα και τότε οι άνθρωποι του ή οι σωματοφύλακες του κάτι τού λένε στο αυτί και με ένα ξεφύσημα του φεύγουν με τροχάδην προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Κάπως έτσι μία γυναίκα μόνη βρίσκεται εκνευρισμένη και ταπεινωμένη στο γρασίδι μετά το τέλος ενός αγώνα, προσπαθώντας απλά να κάνει την δουλειά της. Φυσικά κανείς δεν υπάρχει να μου δώσει ένα χέρι βοηθείας, αφού όλοι τρέχουν πίσω από τον Δάμνα για ένα αυτόγραφο. Τον Άρη Δάμνα που με κοίταξε, αλλά σίγουρα δεν με αναγνώρισε.
Α ρε Πετρόπουλε με τις ιδέες σου! Τι ξεφτίλα έπρεπε να υποστώ! Βέβαια, πήγαινα γυρεύοντας. Στο μικρό περιοδικό που εργάζομαι, η Μάρθα που είναι η καλύτερη μου φίλη και υπεύθυνη και για το αθλητικό ρεπορτάζ αρρώστησε και κάποιος έπρεπε να πάρει την θέση της. Εγώ αρνήθηκα αμέσως. Μέχρι που άκουσα τον Πετρόπουλο, τον ιδιοκτήτη του περιοδικού, να ουρλιάζει πως εξαιτίας μας θα χάσει μία συνέντευξη του Δάμνα. Μόλις άκουσα το όνομα αυτό ξεπετάχτηκα από την θέση μου ζητώντας λεπτομέρειες. Με μανία έψαξα στο διαδίκτυο για το όνομά του, πράγμα που είχα να κάνω καιρό. Έναν χρόνο δηλαδή, από όταν τον είδα τελευταία φορά να ποζάρει στην Vogue με ένα μοντέλο της Victoria’s Secret. Έναν χρόνο από όταν η σχέση μου με τον Γιώργο άρχισε να πηγαίνει σοβαρά. Τόσο σοβαρά που ένα μονόπετρο έσφιγγε τον παράμεσο του αριστερού μου χεριού.
Ήξερα πως η καριέρα του Άρη είχε απογειωθεί. Έγινε σχεδόν από την αρχή αυτό. Το όνομά του άρχισε να ακούγεται επτά μήνες μετά την αποχώρησή του. Χρειάστηκε μονάχα έναν χρόνο για να πάρει μέρος σε μεγάλη ομάδα και να πληρώνεται αδρά. Χρειάστηκε έναν χρόνο, ώστε η οικογένεια Δάμνα να εξαφανιστεί από την γειτονιά. Το σπίτι παραμένει κλειστό από τότε, σαν να κουβαλά επτασφράγιστο μυστικό. Ποτέ ως τώρα δεν είχε πατήσει το πόδι του στην Ελλάδα ξανά. Ποτέ ως τώρα. Η μεταγραφή του στοίχισε μερικά εκατομμύρια, αφήνοντας τους πάντες άναυδους. Η μεταγραφή του, όπως πληροφορήθηκα, τον γυρνούσε στα πάτρια εδάφη με ένα συμβόλαιο που τον δέσμευε για τέσσερα χρόνια. Πολλοί χαρακτήρισαν την μεταγραφή αυτή ως υπερβολή για τα ελληνικά δεδομένα, λες και αυτοί τον πλήρωναν. Κανείς δεν ήξερε όμως την ιστορία του Δάμνα, ούτε με πόσο κόπο έφτασε να βγάζει αυτά τα χρήματα.
Άρης
Προσπάθησα να επαναφέρω την ανάσα μου στο κανονικό, αλλά αυτό δεν είχε καμία σχέση με το τρέξιμο. Η φυσική μου κατάσταση ήταν κάτι παραπάνω από άριστη και αυτό ήταν ευρέως γνωστό.
Λίγο ακόμα να μέναμε εκεί έξω θα μας είχαν φάει ζωντανούς. Έτσι, έτρεξα όπως ακριβώς μου είπε ο Βέρνης να κάνω. Του είχα τυφλή εμπιστοσύνη και εξαιτίας του είχα φτάσει ως εδώ με μεγάλη επιτυχία.
«Τι έπαθες; Ήταν λες και είδες φάντασμα» πρόσεξε μόλις μπήκαμε στα αποδυτήρια.
«Τίποτα, το βλέμμα μου κόλλησε» είπε ψέματα μιας και δεν μπορούσα να πω την αλήθεια. Όπως και να είχε αποκλείεται να είχα δει σωστά. Ποιες οι πιθανότητες;
Από όταν έφυγα, νόμιζα πως την έβλεπα κάθε μέρα. Μερικές φορές, αυτό συνέβαινε ως σήμερα, αλλά τα μάτια μου με ξεγελούσαν. Δεν είχα κανένα στοιχείο για εκείνη όλα αυτά τα χρόνια. Σαν να ήθελε να μείνει αόρατη. Προσπαθούσα να μάθω νέα της μέσω του Ιάσωνα, αλλά αδύνατον. Φυσικά ποτέ δεν τον προσέγγισα, αλλά ήταν τόσο γνωστός, που πίστευα πως κάπως θα διέρρεαν νέα της μέσω εκείνου. Τι ήθελα και τα θυμόμουν αυτά; Περασμένα ξεχασμένα.
«Λοιπόν…» άρχισε να λέει ο Βέρνης και ήξερα πως θα ακολουθήσει μονόλογος. «Κάνεις ντουζ, αλλάζεις, πας ξεκουράζεσαι και αύριο απόγευμα θα είσαι στην ώρα σου στην Γλυφάδα. Είναι ο πλειστηριασμός για την φιλανθρωπία. Η Βανέσα φτάνει σε λίγες ώρες. Να πας αεροδρόμιο να την πάρεις. Θα κάνει καλό στην εικόνα σας να σας δουν μαζί. Θα γίνεται χαμός στο αεροδρόμιο για ένα σου φλας»
«Το θυμάμαι ρε Βέρνη. Το θυμάμαι!» ξεφύσησα και έβαλα τα χέρια μου γύρω από το κεφάλι κοιτώντας ψηλά
«Μην ξεφυσάς! Ξεκινάει δύσκολη περίοδος. Εσύ λύσσαξες να έρθεις Ελλάδα. Δεν λέω, τέλεια ευκαιρία, αλλά είχες ακόμα πολλά να δώσεις στην Αγγλία. Θα δούμε αν έκανα καλά που σου είπα για αυτή την πρόταση»
Κούνησα το κεφάλι μου γιατί ήξερα πως είχε δίκιο. Στα εικοσιπέντε μου, οι ομάδες με ζητούσαν ακόμα αν και στην ηλικία αυτή αν δεν είσαι γνωστός, αν δεν έχεις όνομα, σε έχουν στείλει ήδη για απόσυρση. Εγώ ίσως και να στάθηκα τυχερός.
Μετά την αποχώρησή μου από την Ελλάδα και αφότου ξεκίνησαν να έρχονται λεφτά στα χέρια μου, ήξερα πως ήθελα να κάνω ριζικές αλλαγές. Στην αρχή, δεν ήταν τόσα πολλά, αλλά ήταν αρκετά για να φροντίσω για την οικογένειά μου. Να τους απομακρύνω από την γειτονιά εκείνη που με στοίχειωνε ακόμη και αν ήμουν μακριά. Το διαμέρισμα στο κέντρο ήταν όνειρο. Οι γονείς μου σκέφτονταν να πουλήσουν το πατρικό μας. Τους πρότεινα να το κρατήσουμε, μιας και τα πράγματα πήγαιναν καλά και δεν είχαμε ανάγκη τα χρήματα όπως πριν. Κάτι μέσα μου δεν ήθελε να αποχωριστεί ολοκληρωτικά το σπίτι αυτό. Κάτι μέσα μου έλεγε πως δεν ήταν η ώρα να το πουλήσουμε.
Δύο χρόνια μετά, ήρθε ξαφνικά ο θάνατος του πατέρα μου. Όσο ξαφνικά γίνεται δηλαδή. Το δηλητήριο απλωνόταν αργά αργά μέσα του. Όσα είχαν γίνει μας επηρέαζαν όλους. Δεν είχε σημασία πόσο καιρός είχε περάσει. Γύρισα Ελλάδα τότε μονάχα για δυο μέρες. Δεν άντεχα να κάτσω άλλο και το καθήκον με καλούσε. Η κηδεία έγινε μία μέρα πριν έναν μεγάλο αγώνα. Ο Βέρνης με στήριξε όσο τίποτα. Ήταν έτοιμος να τα τινάξει όλα στον αέρα. Πρώτον, γιατί ποιος μπορεί να χάνει τον γονιό του και την επόμενη μέρα να είναι σε έναν σπουδαίο και κρίσιμο αγώνα και δεύτερον, γιατί αν κάτι πήγαινε λάθος θα καταστρεφόμουν. Του ζήτησα να με εμπιστευτεί, όπως και έκανε. Με κάλυψε όσον αφορούσε την απουσία μου και όσα κρατούσα μέσα μου τα ξεθύμανα στο γρασίδι. Ο πόνος, ο φόβος, η μανά μου που άφησα πίσω, η Ιφιγένεια που άξιζε κάτι καλύτερο, η Ελίνα που την είχα προδώσει, εμένα που δεν με άφηνα να εκφραστώ, όλα αυτά τα κουβάλησα μέχρι εκεί. Αυτό που λένε, άφηνε τα προσωπικά έξω τα επαγγελματικά, είναι μπούρδες. Δεν είμαστε ρομπότ. Αν θέλουν ρομπότ, ας φτιάξουν μερικά. Εγώ εκείνη την ημέρα έπαιξα με όλον το θυμό που είχε συσσωρευτεί μέσα μου τόσα χρόνια. Εγώ εκείνη την ήμερα έπαιξα με όλο το πάθος που είχα για αυτό που έκανα. Εγώ εκείνη την ημέρα κατέκτησα ένα χρυσό συμβόλαιο.
Ελίνα
Μπήκα στο mini cooper μου και έμεινα να σκέφτομαι τα τελευταία είκοσι λεπτά. Τα είχα ζήσει στα αλήθεια; Έπρεπε να αντιμετωπίσω τον Πετρόπουλο, λέγοντάς του πως έχω κάνει μία τρύπα στο νερό. Καμία συνέντευξη, καμία δήλωση. Αντιθέτως, βρέθηκα ταπεινωμένη στο γρασίδι.
«Λυπάμαι…» είπα μονάχα όταν βρέθηκα να τον αντιμετωπίζω μέσα στο γραφείο του.
«Είναι δυνατόν; Για αυτό σας πληρώνω; Για να μην έχουμε υλικό;» άρχισε να σιχτιρίζει σαν τρελός.
«Α, με συγχωρείτε κιόλας, αλλά έναν χρόνο δουλεύω υπερωρίες δυο και τρεις ώρες κάθε μέρα και δεν έχω ζητήσει τίποτα» άρχισα να γίνομαι έξαλλη. Τόσο καιρό, τρία κορίτσια στο γραφείο για να βγάζουμε δουλειά πέντε ατόμων. Είχε παραγίνει το κακό.
«Και; Δεν πληρώνεστε για αυτό;» ρώτησα σαν να μας έκανε χάρη.
«Ναι, αμέ. Επτακόσια ευρώ για να κάνω και εξωτερικές δουλειές που δεν ήταν μέσα στην συμφωνία» του θύμισα και άρχισε να το βουλώνει.
«Καλά, καλά. Άκου, αύριο γίνεται ένας πλειστηριασμός με πίνακες στην Γλυφάδα. Είναι για καλό σκοπό. Τα χρήματα θα πάνε σε παιδιά με ειδικές ανάγκες και ομιλητής θα είναι ο Δάμνας. Κάνει συχνά κάτι τέτοια. Προσπάθησε να βγάλεις κάνα λαβράκι. Να μάθουμε προς τι η ευαισθητοποίησή του, αν και τους ξέρω εγώ αυτούς. Όλα για την δημοσιότητα» έκατσε αναπαυτικά στην καρέκλα του και οραματίστηκα να πέφτει προς τα πίσω.
Ώστε θα τον έβλεπα ξανά… Πλειστηριασμός, Γλυφάδα… Μπορεί να πήγαινα για δουλειά, αλλά ήθελα να είμαι και καλά ντυμένη. Ήξερα πού έπρεπε να απευθυνθώ.
Βράδιασε για να φύγω από το γραφείο και το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να πάω Κολωνάκι. Ήξερα πως ο Ιάσωνας θα ήταν ακόμη εκεί, αφού δούλευε στην μπουτίκ μέχρι αργά. Ο Ιάσωνάς μου, είχε ακολουθήσει αυτό που αγαπούσε και είχε πετύχει. Και εγώ ακολούθησα αυτό που αγαπώ, αλλά δεν είχα πετύχει. Η μητέρα μου στην τρίτη λυκείου φώναζε και στους δυο μας πως κάνουμε λάθος επιλογή. Τώρα φωνάζει μόνο σε εμένα, μιας και ο Ιάσωνας ζει εξολοκλήρου από τα ρούχα του με πολλά επιτυχημένα fashion shows να λαμβάνουν στην Ευρώπη με την υπογραφή του. Πώς να μην είναι υπερήφανη η Καλλιόπη με αυτό; Το θέμα είναι ότι εγώ για τον Ιάσωνα ήμουν ανέκαθεν περήφανη και εκείνος για εμένα.
Μόλις περάσαμε στις σχολές που θέλαμε, νοικιάσαμε ένα σπίτι μακριά από τους δικούς μας και ξεκινήσαμε και οι δύο να δουλεύουμε σέρβις για να μην στηριζόμαστε σε κανέναν. Φυσικά οι γονείς μας έγιναν έξαλλοι, γιατί δεν γινόταν να είχαμε τα δικά μας μαγαζιά και εμείς να δουλεύουμε αλλού. Τους αποδείξαμε πως μια χαρά μπορούσαμε και τους αφήσαμε να τρίβουν τα μάτια τους.
Μόλις τελείωσα τις σπουδές, βρήκα αμέσως δουλειά στου Πετρόπουλου και μετακόμισα μαζί με τον Γιώργο. Η σχέση μας πήγαινε πολύ καλά και η μητέρα μου δεν έπαυε να σχολιάζει πως επιτέλους έκανα μία καλή επιλογή. Η καλή επιλογή στοχεύει στο επάγγελμα του Γιώργου. Δικηγόρος. Με πατέρα δικηγόρο.
Ο Ιάσωνας κράτησε το σπίτι που μέναμε μαζί μιας και μπορεί να το συντηρεί μόνος του και μάλιστα με το παραπάνω. Όσον για την προσωπική του ζωή… την κρατάει κρυφή. Μερικές συνήθειες δεν αλλάζουν. Ειδικά μετά από όσα είχαν γίνει τότε. Κανείς δεν τολμούσε να μιλήσει για αυτά.
«Καλώς την!» είπε μόλις με είδε.
Μπορεί από έξω το μαγαζί να έλεγε «κλειστό», αλλά ήξερα πως ήταν μέσα στο εργαστήριο του να φτιάχνει σχέδια ως αργά.
«Τι κάνεις;» τον πλησίασα δίνοντας του ένα φιλί.
«Για το νυφικό σου ήρθες; Σου είπα, θα κάνουμε πρόβα την άλλη εβδομάδα»
Το είχα ξεχάσει αυτό. Εδώ κόντευα να ξεχάσω πως σε λίγους μήνες ήταν ο γάμος.
«Όχι, όχι. Άλλο σε θέλω» έπρεπε να βρω τρόπο να του το πω.
«Ε πες το ντε!» σήκωσε το κεφάλι του πάνω από το σχέδιο για να με κοιτάξει.
«Έχω να πάω σε έναν πλειστηριασμό αύριο. Για δουλειά. Εννοώ, ξέρεις, να βγάλω ρεπορτάζ και θέλω να βάλω κάτι δικό σου» είπα
«Από ποτέ σε νοιάζει πώς θα πας για να βγάλεις μία φυλλάδα για τον Πετρόπουλο;» ανασήκωσε το ένα φρύδι του, αλλά δεν του είχα πει ακόμη όλη την αλήθεια.
«Ο ομιλητής θα είναι ο Δάμνας» έκανα παύση και κατάλαβα πως είχα όλη του την προσοχή. «Γύρισε Ελλάδα. Μόνιμα. Έχει ένα συμβόλαιο πολλών εκατομμυρίων. Πριν λίγο ήμουν στο γήπεδο που έπαιζε. Με έστειλε ο Πετρόπουλος, γιατί η Μάρθα αρρώστησε. Με κοίταξε, Ιάσωνα. Με αναγνώρισε. Είμαι σίγουρη. Και θέλω αύριο που θα με δει να πάθει την πλάκα του» είπα επιτελούς σε κάποιον όσα είχαν γίνει.
Κανείς δεν ήξερε αυτή την ιστορία. Με τον Ιάσωνα δεν μιλούσαμε για αυτά, αλλά το παρελθόν ήταν εδώ και εγώ για κάποιο ανεξήγητο λόγο ήθελα να το αντιμετωπίσω. Κανονικά δεν θα έπρεπε. Δεν θα έπρεπε ούτε να με νοιάζει. Έχω την ζωή μου πια και διαφέρει από αυτό που ήταν κάποτε. Θα ήμουν ψεύτρα όμως αν έλεγα πως δεν έχω σταματήσει να σκέφτομαι τον Άρη από την ώρα που έμαθα πως καταφτάνει Ελλάδα.
«Ελίνα, τι πας να κάνεις;» ο Ιάσωνας με πλησίασε κρατώντας με από τους ώμους θέλοντας να με ταρακουνήσει μήπως και με φέρει στην πραγματικότητα. «Δεν μπορώ να σου πω εγώ τι είναι σωστό και τι λάθος, όμως ξέρω ακριβώς τι χρειάζεσαι για να πας εκεί αύριο» μου χαμογέλασε και χάθηκε προς τα αμέτρητα φορέματα που ήταν καλά φυλαγμένα μέσα στις θήκες. «Τι λες για αυτό;» ρώτησε και άνοιξε το φερμουάρ κάνοντας τα μάτια μου να βγάζουν σπίθες. «Θα το φέρεις μετά πίσω! Κοστίζει πολλά!» με πείραξε και μου το έδωσε στα χέρια μου.
Το φόρεμα ήταν κεντημένο με ασημένιες κλωστές. Κολλητό, έτσι που να αγκαλιάζει το σώμα σαν γάντι φτάνοντας λίγο κάτω από το γόνατο. Είχε ένα μεγάλο άνοιγμα στο στήθος χωρίς να το κάνει προκλητικό και το άνοιγμα συνέχιζε στην πλάτη. Ο Ιάσωνας φρόντισε αμέσως να μου δώσει ένα απλό ζευγάρι ασημί πέδιλα. Η αλήθεια είναι ταίριαζε με την επιδερμίδα μου και τα κόκκινα μαλλιά μου. Για κάποιον λόγο δεν ήθελα να πάω σπίτι. Ήθελα αμέσως να βρεθώ στην δεξίωση.
Ήμουν τυχερή, γιατί εκείνο το βράδυ που γύρισα σπίτι ο Γιώργος ήταν ακόμη στο γραφείο, πράγμα που σήμαινε πως θα γύριζε αφού με είχε πάρει ο ύπνος. Για πολλή ώρα όμως, παρέμεινα χαμένη στις σκέψεις μου και με έπιασαν και διάφορες ενοχές. Σε τέσσερις μήνες παντρευόμουν και εγώ σκεφτόμουν κάποιον άλλον. Περίεργο όταν νομίζεις πως έχεις βρει το άλλο σου μισό. Ή στο είχαν βρει. Δεν είμαι σίγουρη. Τον Γιώργο τον γνώρισα σε ένα τραπέζι οικογενειακών φίλων πριν τέσσερα χρόνια. Ο Γιώργος είναι πέντε χρόνια μεγαλύτερός μου, οπότε είχα χάσει κάθε επαφή μαζί του αν και τον είχα δει ελάχιστες φορές πριν στην ζωή μου. Η μητέρα μου επέμενε να πάω σε εκείνο το δείπνο. Είχα ακούσει φυσικά για τον ερχομό του και είχα ψυλλιαστεί σε τι αποσκοπούσε η επιμονή της. Βέβαια, ο Γιώργος δεν είχε καμία σχέση με την εικόνα που περίμενα. Ήμασταν και οι δύο πολλοί διαφορετικοί από τις οικογένειές μας. Ήταν καλός, ευγενικός, όμορφος. Με προσέγγισε με πολύ όμορφο τρόπο και ήταν εύκολο να διακρίνω τις αρετές του. Ταιριάξαμε αμέσως. Παρόλα αυτά, δεν μπορώ να μην παραδεχτώ πως η σπίθα που πετούσαν τα μάτια μου για εμένα, δεν έκαναν το ίδιο τα δικά μου. Η καρδιά μου σπάνια χτυπούσε δυνατά για εκείνον. Το φιλί του δεν μπορούσε να με κάνει να λιποθυμήσω, ούτε καν να μου κόψει την ανάσα. Θα είχαμε όμως μια τακτοποιημένη ζωή χωρίς δράματα, γιατί από τέτοια είχα πολλά. Μία ζωή σε κουτάκια, είναι καλύτερη από μία ζωή σε χάος. Και πόσο μάλλον από το χάος που είχα μέσα μου και πάλευα με αυτό. Με τις τύψεις, με τις λάθος αποφάσεις, με την ίδια μου την καταστροφή που κρατούσα πάντοτε μακριά από όλους.
Το επόμενο πρωί ξύπνησα από το φιλί του Γιώργου, μία συνήθεια που είχε πριν φύγει για την δουλειά. Θα το περιέγραφα και σαν το προσωπικό μου ξυπνητήρι. Η δουλειά και των δυο μας έτρωγε πολύ χρόνο από την μέρα μας, με αποτέλεσμα να βλεπόμαστε ελάχιστο. Τα Σαββατοκύριακα όμως ήταν καθιερωμένα μονάχα για εμάς.
Μετρούσα τις ώρες αντίστροφα ώσπου να έρθει το απόγευμα. Είχα γεμίσει την μέρα μου με ένα σωρό πράγματα που δεν κατάλαβα για πότε πήγε επτά. Η γκαλερί ασφυκτιούσε από κόσμο, όταν είχα φτάσει. Ο Πετρόπουλος μού είχε στείλει και την πρόσκληση για να μπω μέσα (δεν είχα ιδέα πώς κατάφερε να διεκδικήσει μία), αλλά η δημοσιογραφική ταυτότητα είχε μεγαλύτερο κύρος όπως και να το κάνουμε. Τέτοιες επισημότητες διψούσαν για να βγουν στην φυλλάδα. Όχι του Πετρόπουλου, αλλά για την ώρα σε αυτόν δούλευα. Αν δεν έχεις γνωριμίες δεν πας μπροστά και όσα και αν επέμενε η μητέρα μου να βάλει τα μεγάλα μέσα, εγώ ήμουν σε άρνηση. Αν χρειαζόμουν βοήθεια, είχα τον Γιώργο.
Για την είσοδό μου, επέδειξα μονάχα την πρόσκληση. Καλύτερα για αρχή να μην είχαν ιδέα ποια είμαι. Έτσι βγάζεις πιο εύκολα λαβράκι. Τίμιο δεν ήταν, αλλά χρειαζόμουν επειγόντως μία καυτή πληροφορία, αλλιώς θα έπαιρνα πόδι από το γραφείο αν συνέχιζα να γράφω τίμια. Ο Πετρόπουλος με είχε προειδοποιήσει «φέρε μου μία καυτή πληροφορία». Δεν ήμουν και σίγουρη τι εννοούσε με αυτό. Το καυτό θέμα είναι διαφορετικό για τον καθένα, αλλά θα έβαζα τα δυνατά μου.
Οι πίνακες και οι αντίκες ήταν αντικείμενα θαυμασμού, αν και μου περνούσαν αδιάφορα εκείνη την στιγμή. Πολλές γνωστές φάτσες ήταν τριγύρω μου. Δεν ξέρω αν θα με αναγνώριζε και κανείς έτσι όπως ήμουν. Ο Ιάσωνας είχε βάλει το χεράκι του για το καλύτερο δυνατόν αποτέλεσμα και δεν έπεσε έξω.
Έκανα ό,τι μπορούσα για να έχω τα μάτια μου δεκατέσσερα, αλλά μισή ώρα μετά τίποτα και ο Δάμνας άφαντος… άφαντος για λίγο ακόμη. Τα επιφωνήματα γέμισαν την αίθουσα με την εντυπωσιακή είσοδο του. Το σμόκιν τον απογείωνε. Δεν το είχα ξανά δει έτσι. Ακόμα και στην τηλεόραση ή στα περιοδικά κρατούσε πάντοτε το αθλητικό του λουκ. Στάθηκα σε μία κολώνα να χαζεύω το θέαμα, μέχρι που θέλησα να βγάλω τα μάτια μου με αυτό που ακολούθησε. Λίγα λεπτά μετά, έκανε νόημα σε κάποιον να πάει προς το μέρος του. Ήταν κάποια. Η Βανέσα. Βανέσα σκέτο. Έτσι είναι γνωστή το διάσημο μοντέλο της Victoria’s Secret. Ψηλή, ξανθιά, καστανά μεγάλα μάτια και τέλειες αναλογίες. Φυσικά! Ο Δάμνας δεν θα μπορούσε να έχει κάτι λιγότερο από την τελειότητα. Ο Βέρνης πιο πίσω ψιθύρισε κάτι στο αυτί του Άρη. Ο Άρης αμέσως τράβηξε την Βανέσα από την μέση για να την φέρει κοντά του. Τα φλας άστραψαν. Λίγο ακόμα και θα τους τύφλωναν. Εγώ θα τυφλωνόμουν από την ζήλια. Τουλάχιστον στον εαυτό μου μπορούσα να το παραδεχτώ. Ασυναίσθητα άγγιζα το μονόπετρό μου. Έπρεπε να συνέλθω. Είχα έρθει μονάχα για δουλειά. Για τίποτε άλλο! Έψαξα για το ταμπελάκι μου μέσα στην τσάντα που δήλωνε την ταυτότητά μου και την ώρα που το περνούσα στον λαιμό μου τα δύο βλέμματα συναντήθηκαν. Το βλέμμα μου με το βλέμμα του Άρη. Θα το περιέγραφα με κεραυνό που με χτυπάει.
Άρης
Ακολουθούσα πιστά τις οδηγίες του Βέρνη. Να τραβήξω τα βλέμματα μαζί με την Βανέσα. Στο προηγούμενο γκαλά, έκαναν ερωτήσεις που αφορούσαν το παρελθόν μου και δεν ήθελα κανείς να φτάσει ως εκεί. Τις δωρεές και τις φιλανθρωπίες τις έκανα επειδή ήθελα και επειδή αυτό θα ήθελε και η Ιφιγένεια. Μερικά πράγματα ξεπληρώνονται μόνο δίνοντας.
Ερωτήσεις είχαν αρχίσει να γίνονται για το πώς επηρεάζομαι, ώστε να κάνω τις δωρεές και δεν μου άρεσε καθόλου. Έτσι, ο Βέρνης με τις καταπληκτικές ιδέες του πίστευε πως εγώ και η Βανέσα είμαστε τέλειος περισπασμός. Όλοι θα ρωτούσαν για την προσωπική μου ζωή.
Τα φλας άστραψαν πάνω μου και κοιτώντας γύρω μου νόμιζα πως οι γνωστές παραισθήσεις είχαν έρθει. Κόκκινα κυματιστά μαλλιά στο πλάι, βαμμένα κόκκινα χείλη, λευκή επιδερμίδα και μάτια μελαγχολικά. Σίγουρα δεν έβλεπα καλά, αλλά όσες φορές και αν ανοιγόκλεισα τα μάτια μου το θέαμα δεν άλλαζε. Ήταν εκεί με σάρκα και οστά.
Ο Βέρνης με σκούντηξε, πράγμα που σήμαινε πως έπρεπε πως έπρεπε να ανέβω στο βάθρο και να πάρω τον λόγο. Αχ και να ήξερε πως μου είχε κοπεί η λαλιά! Έπρεπε απλώς να σταματήσω να κοιτάζω αυτά τα μάτια και να συγκεντρωθώ στον λόγο που είχα να εκφωνήσω. Μόνο αυτό είχε σημασία. Τίποτα άλλο. Και μετά οι ερωτήσεις των δημοσιογράφων. Ήθελα μόνο να τελειώνω με αυτό.
«Καλησπέρα σε όλους» ξεκίνησα να λέω κάνοντας μία παύση για να καθαρίσω τον λαιμό μου με έναν ξερόβηχα. «Είναι τιμή μου να βρίσκομαι σε αυτήν εδώ την έκθεση και πόσο μάλλον στην πατρίδα μου έπειτα από επτά ολόκληρα χρόνια απουσίας, μιας και το καθήκον και το πάθος μου για το ποδόσφαιρο με έστειλε στην ξενιτιά» τα μισά από όσα έλεγα ήταν ψέμα. Η ξενιτιά ήταν το καλύτερο δώρο που έκανα στον εαυτό μου. Μακριά από όλα τα σκατά, τα λάθη, τις ενοχές. «Θεωρώ πολύ σημαντικό εγώ και η αρραβωνιαστικιά μου, Βανέσα, που με συνοδεύει απόψε εδώ» γύρισα και την κοίταξα απαντώντας μου με ένα νεύμα της «το έργο της γκαλερί όπου όλα τα έσοδα θα πάνε σε παιδιά με ειδικές ανάγκες και μαθησιακές δυσκολίες. Σε καιρούς δύσκολους και σε μία χώρα με ελλιπής παιδεία, υπάρχουν ευτυχώς και αυτές εδώ οι κινήσεις για να κάνουν το κόσμο λίγο καλύτερο» έκλεισα τον λόγο μου. Δεν μου άρεσε να λέω πολλά, ούτε να εμβαθύνω. Ας προχωρούσαμε στις ερωτήσεις να τελειώσει μία ώρα αρχύτερα το πανηγύρι.
Οι δημοσιογράφοι άρχισαν πετάγονται ο ένας μετά τον άλλον. Ευτυχώς είχαν τον Βέρνη να βάλει μία τάξη. Μπήκε ανάμεσά τους κάνοντας να σωπάσουν, απειλώντας τους πως αν οι ερωτήσεις δεν γίνουν μία μία θα φύγω. Ωστόσο, είχα σταματήσει να κρατάω οπτική επαφή με την… Ελίνα. Φοβόμουν και το όνομά της να φέρω στο μυαλό μου.
«Κύριε Δάμνα, δεν θεωρείται λίγο ακραίο το πόσο της μεταγραφής σε τέτοιους δύσκολους καιρούς;» ήρθε η πρώτη ερώτηση και ήθελα να χασμουρηθώ από την βαρεμάρα.
Από ποια φυλλάδα ξεφύτρωσε αυτή; Εύκολη ερώτηση και δεν έδινα δεκάρα αν δεν τους άρεσε η απάντηση.
«Για αρχή, δεν καταλαβαίνω πώς κολλάει αυτή η ερώτηση σε μία εκδήλωση σαν αυτή, αλλά για να σας απαντήσω… όχι. Καθόλου εξωφρενικό, εφόσον δεν τα σφετερίζομαι από τον ελληνικό λαό και τα έχω δουλέψει σκληρά, πιστεύω πως μου αξίζουν. Μία τέτοια ερώτηση μού γίνεται για πρώτη φορά και μόνο στην Ελλάδα. Δεν σας έχω δει να ρωτάτε κάτι τέτοιο ανθρώπους που βρίσκονται στο τιμόνι, στην εξουσία αυτής της χώρας».
Είδα τον Βέρνη να χαμογελάει με ικανοποίηση και ήξερα πως κάτι είχα κάνει καλά. Συνέχισα για τα επόμενα είκοσι λεπτά να απαντάω σε βαρετές και ανούσιες ερωτήσεις. Κατέπνιξα την επιθυμία που είχα να κοιτάξω το ρολόι μου.
«Κύριε Δάμνα, ποτέ ως τώρα δεν έχετε δώσει περισσότερες πληροφορίες όσον αφορά το φιλανθρωπικό σας έργο. Και αναρωτιέμαι αν θέλετε να απαντήσετε στο γεγονός ότι κατά πάσα πιθανότητα συνδέεται με το παρελθόν σας και με όσα έγιναν επτά χρόνια πριν σχετικά με την αδε…»
Γαμώ το κέρατό μου!
Ελίνα
Τι στο διάολο έκανε; Να τον καταστρέψει ήθελε; Και πώς τα έμαθε αυτή όλα αυτά; Μόλις δόθηκε ο λόγος στην Σωτηρίου, ήξερα πολύ καλά πως θα τον στριμώξει με κάποιον τρόπο. Πάντοτε βρίσκει κάτι για τους άλλους. Η Σωτηρίου είναι η μεγαλύτερη κάργια που έχει περάσει ποτέ από την ελληνική τηλεόραση. Έχει δική της εκπομπή και παρόλα αυτά, πηγαίνει η ίδια σε συνεντεύξεις που μπορεί να της ανεβάσουν τα νούμερα τηλεθέασης για να βγάλει λαβράκι όπως η ίδια θέλει. Συνήθως με ανέντιμο τρόπο. Έπρεπε να την καταλάβω μόλις την είδα. Δεν ήταν εδώ για καλό.
Και τότε, με το που άρχισε να κάνει την ερώτησή της, ένα τρέμουλο με έπιασε. Η ερώτησή της με πήγαινε πίσω. Πολύ πίσω. Σε αναμνήσεις που δεν είχα ξεχάσει. Ούτε εγώ ούτε ο Άρης. Σκεπάζαμε τα φαντάσματα καλά και τα βάζαμε να κοιμηθούν χρόνια τώρα. Μερικές φορές ξυπνούσαν και έπρεπε να βρούμε ξανά έναν τρόπο να τα κοιμίσουμε. Καταπιανόμασταν από ό,τι είχαμε και δεν είχαμε για να επιβιώσουμε με τον καθένα να παίρνει τελικά τον δρόμο του. Εγώ τότε με όλη μου την αθωότητα πίστευα πως ο Άρης είναι το άλλο μου μισό. Ίσως και ο Άρης να το πίστευε. Ώσπου, μια μέρα κανείς από τους δυο μας δεν ήταν πια μισός. Είχαμε χάσει και την μισότητά μας. Μόνο δύο κουφάρια μείναμε, που για αρκετό καιρό κανείς δεν μπορούσε να αντικρίσει τον άλλον. Όχι γιατί δεν αγαπιόμασταν, αλλά γιατί και οι δύο μαζί ενώναμε το παζλ μίας ιστορίας άκρως τρομακτικής.
Για όλα αυτά που περάσαμε, εγώ δεν θα επέτρεπα σε καμία διεφθαρμένη Σωτηρίου να σκάψει το παρελθόν που με τόσο κόπο καλύπταμε. Πριν καλά καλά τελειώσει την ερώτησή της, εγώ με θεαματικό τρόπο, με θόρυβο, σωριάστηκα στο πάτωμα, αφού είχα φροντίσει να πάρω σβάρνα και τον δίσκο με τα ποτά που κρατούσε ο σερβιτόρος που περνούσε εκείνη την ώρα από μπροστά μου. Πόνταρα στην ξαφνική αναταραχή που θα προκαλούσα. Και τα κατάφερα!
Η Σωτηρίου το βούλωσε, πλήθος κόσμου ήρθε από πάνω μου και ένα ξεφύσημα ανακούφισης ακούστηκε από κάποιον που βρισκόταν επικίνδυνα κοντά μου. Ήταν η δική του ανάσα ανακούφισης.
«Είσαι καλά;» το κεφάλι μου είχε μπει στα χέρια του προσπαθώντας να με συνεφέρει «φωνάξτε έναν γιατρό» είπε εξαγριωμένος την δεύτερη φορά.
«Πίσω, όλοι πίσω!» άρχισε να φωνάζει ο Βέρνης και κάλεσε την ασφάλεια για να τους απομακρύνει όλους από κοντά μας.
Τι θεατρίνα που ήμουν! Ή καλύτερα, τι θεατρίνα μπορούσα να γίνω για χάρη του. Δεν περίμενα τόσα χρόνια μετά, χωρίς κανέναν δισταγμό να έκανα κάτι τέτοιο για κάποιον που ουσιαστικά ήταν ένας άλλος. Σάμπως και εγώ δεν ήμουν μία άλλη; Καλά, όχι τόσο όσο νόμιζα. Οι αδυναμίες και οι εμμονές δεν φεύγουν τόσο εύκολα, αλλά αυτό δεν το ήξερε κανείς.
«Είσαι καλά;» ψιθύρισε αυτή την φορά.
Κούνησα το κεφάλι μου και με την παλάμη μου ζούληξα το μπράτσο του μήπως και πιάσει το νόημα. Ξεφύσημα ανακούφισης ξανά. Την πρώτη φορά ήταν γιατί την γλίτωσε από το στρίμωγμα της Σωτηρίου, τώρα επειδή μάλλον κατάλαβε το παιχνίδι μου.
Ο ένας για τον άλλον, θυμάσαι; Γιατί εγώ θυμάμαι γαμώτο…
«Βέρνη» φώναξε, «Πάρε την Βανέσα και φύγετε» του είπε χωρίς να το σκέφτεται.
«Άρη!» είπε ο Βέρνης με μία υπόνοια προειδοποίησης.
Ήξερε ποια είμαι;
«Αυτό που σου είπα. Φύγετε!»
Να που ο κόσμος είχε γίνει δικός του. Κατακτούσε όποτε ήθελε, οτιδήποτε ήθελε, όποια ώρα ήθελε.
Μου έδωσε το χέρι του, βοηθώντας με να σηκωθώ και είχαμε μείνει οι δύο ανάμεσα στα έργα τέχνης. Εμείς και η ασφάλεια του χώρου. Σε διαφορετική περίπτωση, θα έκανα βόλτες χαζεύοντας αυτά τα αντικείμενα που ήταν χάρμα οφθαλμών, αλλά είχα ήδη μπροστά μου το έργο τέχνης που πάντοτε θαύμαζα. Μερικά πράγματα είναι γραφτό να παραμένουν τα ίδια.
«Είσαι πολύ όμορφη» είπε με ένα στραβό χαμόγελο, που όμως δεν έφτασε στα μάτια του.
«Γεια σου, Άρη» θεώρησα πως καλύτερα να ξεκινούσαμε από τα τυπικά. «Και η αρραβωνιαστικιά σου… κούκλα» είπα όλο νόημα.
«Σε ευχαριστώ» είπε χαμηλώνοντας το κεφάλι του.
«Δεν χρειάζεται» ανασήκωσα τους ώμους, «Πάντα αυτό κάναμε. Σώζαμε ο ένας τον άλλον». Δυστυχώς εγώ δεν τα είχα καταφέρει τόσο καλά, όταν έπρεπε.
«Κοίτα…» έκανε μία παύση κοιτώντας γύρω του.
Ήταν περίεργο… όχι άβολο. Περίεργο και για τους δυο μας.
«Δεν χρειάζεται να πεις κάτι. Μπορούμε να φύγουμε και να κάνουμε πως αυτό δεν συνέβη ποτέ» χαμογέλασα όσο και αν δεν εννοούσα αυτό που μόλις είχα πει.
«Υπό άλλες συνθήκες θα σου ζητούσα να πηγαίναμε κάπου, αλλά έτσι όπως έχουν τα πράγματα με αναγνωρίζουν όπου και να πάω»
«Γιατί να το κάνεις αυτό;» προσπάθησα να καταλάβω.
«Ήρθες εδώ απόψε για δουλειά, σωστά;» με ρώτησε κοιτώντας το δημοσιογραφικό ταμπελάκι μου. Κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά και πανικοβλήθηκα στην ιδέα πως για ακόμη μία φορά θα πάω με άδεια χέρια στο γραφείο. Έβλεπα την απόλυσή μου να έρχεται. «Θέλω να κάνω κάτι για εσένα. Με έβγαλες από μπελάδες απόψε, Ελίνα. Με βοήθησες και θέλω να στο ανταποδώσω» επέμεινε.
«Έχω μία ιδέα» μού ήρθε μία αναλαμπή.
«Πες!»
«Θέλω μία προσωπική συνέντευξη. Ένα πρωτοσέλιδο. Θα μου κάνεις αυτή την χάρη;» παρακάλεσα με το βλέμμα μου μπας και σώσω την δουλειά μου.
«Έχω μία καλύτερη ιδέα. Κάτι που θα ωφελήσει και τους δύο» χαμογέλασε με έναν τρόπο σατανικό. Με έναν τρόπο που δεν είχα ξαναδεί. Να που ο Θεός Άρης δείχνει τον αληθινό εαυτό του. Τον εαυτό του πολεμιστή.
«Ακούω!» τον παρότρυνα να αρχίσει να μιλάει. Καιγόμουν από αγωνία.
Λίγα λεπτά μετά είχα μείνει άφωνη. Δεν πίστευα στα αυτιά μου. Θα περίμενα να θέλει να τον εκθειάσω, να κάνω ένα αφιέρωμα για χάρη του, κάτι συνταρακτικό, αλλά αυτός ήθελε να τον καταστρέψω!
«Άρη, τι μου λες;»
«Ξέρω, ακούγεται παράλογο» εννοούσε κάθε του λέξη. «Είναι ο μόνος τρόπος για να κλείσουμε το στόμα της Σωτηρίου. Ξέρει πράγματα, δεν έχω ιδέα τι ψάξιμο έκανε για να πάει τόσο βαθιά, αλλά ο μόνος τρόπος για να πάει το θέμα αλλού, είναι ένα σούσουρο για την ερωτική μου ζωή. Έτσι και αλλιώς, ο κόσμος περισσότερο νοιάζεται για το κουτσομπολιό της κρεβατοκάμαρας, παρά για οτιδήποτε άλλο» κατέληξε και τα λόγια του έβγαζαν πράγματι νόημα.
«Και πιστεύεις πως ένας υποτιθέμενος χωρισμός με την Βανέσα θα σε βοηθήσει;»
«Δεν είμαστε μαζί, Ελίνα. Μένουμε μαζί μόνο γιατί πουλούσαμε τέλεια στον τύπο. Άρα δεν θα γράψεις απλά για έναν χωρισμό που έπεται. Θα γράψεις για το πόσο ψεύτικη είναι η σχέση μας»
«Η Σωτηρίου αν το δει αυτό… θα πάθει δέκα εγκεφαλικά!» αναφώνησα συνειδητοποιώντας τι μόλις μου εξομολογήθηκε ο Άρης.
Ψεύτικη σχέση… για τα μάτια του τύπου. Ποιος είχε γίνει τέλος πάντων; Αναρωτιέμαι αν ο Άρης που κάποτε ήξερα θα ξεπουλιόταν έτσι. Φυσικά, δεν του το είπα αυτό. Και κακώς που έκρινα. Δεν είμαι καλύτερη. Αλλουνού το δαχτυλίδι ήταν στο χέρι μου και άλλον ποθούσα.
«Άσε το πάνω μου» ήξερα πολύ καλά τι έπρεπε να κάνω.
Έπειτα από πολύωρη συζήτηση για το τι ακριβώς έπρεπε να κάνουμε, ο Άρης πρότεινε να με πάει σπίτι μου. Του εξήγησα πως είχα έρθει με δικό μου αμάξι και έκανε πίσω.
«Μένεις ακόμη στην γειτονιά;» ρώτησε.
«Όχι, μένω με τον αρραβωνιαστικό μου. Και είναι αληθινός» γέλασα καθώς ήταν μπηχτή για την σχέση του. Εκείνος δεν το βρήκε αστείο.
«Πάει σοβαρά;»
«Σε τέσσερις μήνες παντρεύομαι» είπα και του έδειξα το μονόπετρο στο αριστερό μου χέρι.
Τον είδα να κρατάει την ανάσα του. Ναι, έτσι ένιωθα και εγώ.
«Είσαι ευτυχισμένη;» ρώτησε.
Τι να απαντήσω; Στα αλήθεια δεν ξέρω. Είμαι; Υποτίθεται έχω όλα όσα χρειάζεται ένας άνθρωπος για να είναι ευτυχισμένος, αλλά είμαι απλά καλά. Έχω ένα ωραίο σπίτι, που δεν μου ανήκει. Είμαι με έναν άνθρωπο που αγαπώ, αλλά δεν ήμουν ποτέ ερωτευμένη, έχω μία δουλειά που τις περισσότερες φορές μου κάνουν την ζωή κόλαση και κακοπληρώνομαι και έχω μία οικογένεια που προσπαθώ να αποδείξω πως μπορώ τα πάντα. Το μόνο για το οποίο χαίρονται είναι που βρήκα κάποιον αντάξιο της κλάσης τους. Ευτυχώς έχω και τον Ιάσωνα να απαλύνει τον πόνο σε όλα αυτά.
«Είμαι» είπα ψέματα σε έναν άνθρωπο που κάποτε θα έλεγα μόνο την αλήθεια. «Εσύ;» ρώτησα με αληθινό ενδιαφέρον.
«Είμαι» είπε.
Φυσικά. Πώς να μην ήταν; Ο Άρης Δάμνας είχε γίνει αυτό που πάντοτε ήθελε.
Άρης
Εύκολο να λες ψέματα στους άλλους, όχι όμως και στον εαυτό σου. Είχα καταφέρει να εξασφαλίσω σε εμένα και στην οικογένειά μου όλα όσα κάποτε μας έλειπαν. Είχα καταφέρει να βγάζω λεφτά, πολλά λεφτά από αυτό που αγαπούσα πιο πολύ. Δεν είχα καταφέρει όμως, να αγαπήσω όπως κάποτε. Ίσως γιατί η εποχή της αγνότητας είχε τελειώσει.
Η σχέση μου με την Βανέσα βόλευε και τους δυο. Ξεκίνησε σαν μία αληθινή σχέση που όμως κρατάει γιατί φέρνει λεφτά και στους δύο μας. Ο τύπος μιλάει ανελλιπώς για εμάς, οι ακόλουθοί μας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι στον ουρανό, οπότε; Αλλά ως πότε; Ο Βέρνης δεν ήθελε να αλλάξει κάτι από αυτά. Πρώτον, γιατί έτσι κρατούσε τις γκόμενες μακριά μου και δεύτερον γιατί με αυτόν τον τρόπο ήμουν προσηλωμένος στον στόχο που ήταν τα γκολ και ποτέ δεν έχανα. Τώρα όμως είχαν αλλάξει πολλά. Σε μια στιγμή. Υποσυνείδητα έσκαβα στις πιο βαθιές μου επιθυμίες.
Λίγες μέρες μετά και αφού δεν είχα καμία επικοινωνία με την Ελίνα, η βόμβα είχε σκάσει. Γνωστός Ποδοσφαιριστής διαλύει τον αρραβώνα του, Πασίγνωστος Ποδοσφαιριστής Χωρίζει, Τίτλοι τέλους στην σχέση πασίγνωστου ποδοσφαιριστή και μοντέλου. Και το καλύτερο; Μας είχε πιάσει και η Σωτηρίου στο στόμα της αναφέροντάς μας στο πρωινάδικο της. Όλα ξεκίνησαν από το περιοδικό που δουλεύει η Ελίνα. Ελπίζω να της κάνει καλό και να μην έχει προβλήματα στην δουλειά της.
Ο Βέρνης έγινε έξαλλος. Προσπαθούσε να καταλάβει πώς έγινε αυτό. Φυσικά δεν είχε ιδέα. Δεν του είπα ποτέ τίποτα για εκείνο το βράδυ. Όσο και αν έπρεπε να παίξω τον ρόλο μου, δεν στεναχωρήθηκα καθόλου που η Βανέσα έπρεπε να τα μαζέψει και να φύγει. Ο χωρισμός ήταν ανώδυνος μιας και τους τελευταίους έξι μήνες ούτε που αγγίζαμε ο ένας τον άλλον.
Σαν να μπορούσα να αρχίσω να ζω κανονικά. Τα φλας θα είναι πάντα εκεί για όσο πετυχαίνω, αλλά η καθημερινότητα θα άρχιζε να είναι πιο ανθρώπινη. Για αρχή, τέλος η διαμονή σε ξενοδοχείο. Το ξεκαθάρισα στον Βέρνη. Είχα ήδη βρει σπίτι να ενοικιάσω στο κέντρο, ένα ρετιρέ που θα μπορώ να είμαι και κοντά στην μητέρα μου. Μέχρι τώρα ο Βέρνης ήθελε να με έχει από κοντά και η διαμονή στα ξενοδοχεία ήταν κάτι σύνηθες. Αν θέλει να τα πάμε καλά, κομμένα αυτά. Το μυαλό μου είχε πάρει άλλες στροφές. Κάτι στροφές που έκαναν κύκλους γύρω από ένα συγκεκριμένο όνομα. Ήθελα να την δω, ακόμα και αν δεν έπρεπε.
Ελίνα
«Έχεις κεντήσει σου λέω! Τέτοιο σούσουρο δεν έχω ξανά δει! Αν συνεχίσουμε έτσι θα κάνουμε χαμό!» είπε ο Πετρόπουλος τρίβοντας τα χέρια του πρωί πρωί Δευτέρας.
Μία εβδομάδα κυκλοφορεί το περιοδικό και γίναμε η αιτία να σπείρουμε σε όλα τα κανάλια και τα περιοδικά ένα θέμα τόσο καυτό που δεν είχαν ιδέα από που τους ήρθε.
«Σας ευχαριστώ κύριε Πετρόπουλε» είπα αδιάφορα, ενώ θα έπρεπε να κολυμπάω σε πελάγη ευτυχίας με τέτοια επιτυχία.
Η Μάρθα στο διπλανό γραφείο μού έκανε νόημα να τον ξεφορτωθούμε επιτέλους. Μία επιτυχία κάναμε και εμείς σαν περιοδικό και θα το ακούμε χρόνια αυτό. Αν και ελπίζω να μην είμαι για χρόνια εδώ, γιατί αυτό θα σημαίνει πως κάτι δεν πάει καλά. Μετά την δουλειά είχα και την πρόβα νυφικού. Προετοιμαζόμουν ψυχολογικά για αυτό, αφού θα ερχόταν η μητέρα μου μαζί. Ξέφυγε στον Ιάσωνα και έτσι έπρεπε να την υποστώ.
Εννοείται πως δεν είχα πει σε κανέναν πως το πρωτοσέλιδο μας ήταν γραμμένο από εμένα. Όση επιτυχία και να είχε κάνει, ντρέπομαι και μόνο που έγραψα τέτοιο θέμα. Λες και είχα τέτοια όνειρα! Να γράφω για φτηνά κουτσομπολιά, όταν εγώ ήθελα κάτι παραπάνω από την καριέρα μου. Και αν είχε δίκιο η μάνα μου; Μια χαρά είχα φτάσει τα μόρια της νομικής στις πανελλήνιες, αλλά εγώ τρελαινόμουν να γράφω άρθρα και να αποκαλύπτω την αλήθεια. Ωραία αλήθεια! Τουλάχιστον έχει να λέει πως παντρεύομαι δικηγόρο.
Πέρασα τα δάχτυλά μου μέσα από τα μαλλιά μου σε μία στιγμή απελπισίας. Τίποτα δεν μου άρεσε όπως ήταν και δεν μπορούσα να το πω και σε κανέναν, γιατί θα ακουγόμουν υπερβολική.
Το κινητό μου δονήθηκε με την οθόνη να ανάβει. Δεν ήταν ο Γιώργος, ούτε η μητέρα μου. Για την ακρίβεια, δεν είχε όνομα. Μονάχα έναν αριθμό με έναν γραπτό μήνυμα. “Βγες στην έξοδο Α”. Γούρλωσα τα μάτια μου! Δεν μπορεί να είναι αυτό που νομίζω. Η Μάρθα με ρώτησε αν είμαι καλά. Ήθελα να της φωνάξω δυνατά όχι! Κρατήθηκα και βρήκα πρόφαση να πάω τουαλέτα. Πήγα πράγματι στην τουαλέτα, μόνο για δω πώς μοιάζω στον καθρέπτη. Ήμουν άυπνη, άβαφη, με φόρμες μιας και τα τελευταία βράδια εγώ και ο Γιώργος κοιτάζαμε τις λεπτομέρειες του γάμου. Φαινόμουν κουρασμένη, αλλά δεν είχα επιλογή τώρα.
«Τι κάνεις εσύ εδώ;» τον ρώτησα τραβώντας τον στην σκάλα της εισόδου.
Φοράει και εκείνος φόρμες, καπέλο, γυαλιά ηλίου και είναι αξύριστος. Όπως και αν είναι, μοιάζει κούκλος γαμώτο.
«Γεια» λέει απλά και χαμογελάει.
«Ήρθες για να μου πεις γεια; Πώς βρήκες το τηλέφωνό μου;» ρώτησα σαν ηλίθια.
«Δεν μου είναι δύσκολο» έδωσε την καλύτερη προφανή απάντηση, χωρίς το χαμόγελο να φεύγει από πάνω του. «Αλλά για να σου λύσω την απορία, όχι. Δεν ήρθα για να σου πω γεια. Θέλω να σε δω. Να μιλήσουμε. Έλα το βράδυ στο σπίτι μου» πρότεινε έτσι απλά.
«Άρη…» έκλεισα τα μάτια μου παίρνοντας ανάσα για μια στιγμή. «Τι μου λες; Εγώ σε λίγες ώρες έχω πρόβα νυφικού!», δεν έδειχνε να πτοείται με αυτό που είπα. «Και μου ζητάς να έρθω σπίτι σου; Σε βοήθησα. Πήρες αυτό που ήθελες. Γιατί το κάνεις τώρα αυτό;» ανυπομονούσα για μία καλή απάντηση.
«Θα σου έλεγα να πάμε έξω, αλλά είναι νωρίς για να με δουν με κάποια άλλη και εσύ όπως λες παντρεύεσαι, οπότε… είναι τόσο κακό να δω μία παλιά φίλη;» ρωτάει αθώα και εγώ πώς να πω όχι;
«Δεν ξέρω, Άρη» οι σκέψεις μου πονάνε το μυαλό μου.
«Θα σου στείλω την διεύθυνση. Θα σε περιμένω» λέει και φεύγει χωρίς να περιμένει καμία μου απάντηση. Πράγματι, λίγα λεπτά μετά είχα την διεύθυνση του στα μηνύματά μου. Κρίμα που δεν μπορώ να πάω.
Άρης
Ήταν περασμένες δέκα και ακόμα τίποτα. Είχα προνοήσει βάζοντας ένα λευκό κρασί στο ψυγείο, αλλά μάλλον τσάμπα κόπος. Τελικά, το κουδούνι χτύπησε μισή ώρα μετά. Ήταν εκείνη.
«Ελίνα!» χαμογέλασα καθώς άνοιξα την πόρτα. Ήταν σαν να μπήκε ο ήλιος μέσα.
«Δεν ξέρω αν έκανα καλά που ήρθα» είπε.
«Πέρασε» άνοιξα την πόρτα καλωσορίζοντας την σπίτι μου.
Είχε βαφτεί και είχε αλλάξει ρούχα από όταν την είδα. Σαν να προσπαθούσε για κάτι; Για τι; Μακάρι να ήξερε πως πάντα ήταν το ίδιο όμορφη.
«Είσαι πολύ όμορφη» είπα όσο βολευόταν στο καθιστικό.
«Είχα βγει για φαγητό με τους γονείς μου και τον Γιώργο μετά την πρόβα του νυφικού» είπε σαν να ήθελε να δικαιολογήσει… τι; Το γεγονός ότι ήρθε καλά ντυμένη ή την καθυστέρησή της;
Αυτή η πρόβα νυφικού στον λαιμό μου καθόταν.
«Και πώς πήγε;» ρώτησα βγάζοντας το κρασί από το ψυγείο και κρατώντας δύο ποτήρια.
«Ποιο από τα δύο;» με κοίταξε ενώ κάθισε στην άκρη του καναπέ.
«Και τα δύο» κάθισα δίπλα της.
«Βάλε να πιούμε» είπε εξηγώντας πολλά με μία της φράση. «Ωραία θέα» σχολίασε.
«Ήθελα ένα σπίτι να βλέπει την Ακρόπολη» της εξήγησα «έχω κουραστεί να μένω σε ξενοδοχεία και μόλις είδα το σπίτι αυτό ένιωσα να μου ταιριάζει» είπα και σέρβιρα δίνοντάς της το ποτήρι. «Είναι καλύτερο από την τελευταία φορά» σχολίασα τολμηρά.
«Ποιο;» με κοίταξε με απορία.
«Το κρασί» ήλπιζα να καταλάβαινε σε τι αναφέρομαι. Επτά χρόνια πριν. Η πρώτη και τελευταία φορά που κοιμηθήκαμε μαζί.
«Δεν με ένοιαζε το κρασί, Άρη. Με ένοιαζε που ήταν μαζί σου» είπε φυσικά πίνοντας την πρώτη γουλιά.
Τι να πω εγώ μετά από αυτό;
«Να ξέρεις, πως όλα αυτά τα χρόνια νόμιζα πως σε έβλεπα συνεχώς γύρω μου. Και εκείνη την μέρα στο γήπεδο, πάλι αυτό νόμιζα. Αλλά μετά ήρθε η γκαλερί και κατάλαβα πως ήσουν απόλυτα αληθινή»
«Έφυγες, Άρη. Σαν τον κλέφτη. Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί. Εγώ πρώτη πρώτη σε παρακίνησα να κυνηγήσεις τα όνειρά σου, αλλά τέτοιο φτύσιμο δεν μου άξιζε. Δεν έφταιξα»
Επιτέλους είχαμε αρχίσει να μιλάμε αληθινά.
«Έχεις δίκιο σε ό,τι και να πεις», μου είναι δύσκολο που την κοιτάω και στα μάτια. «Φοβόμουν, φοβόμουν πως θα ξεσπούσα σε εσένα για ό,τι έγινε. Ήμουν τόσο θυμωμένος! Έκλαψα μήνες μετά, Ελίνα. Μήνες μετά ξεκαθάρισαν τα συναισθήματά μου. Ήμουν παγιδευμένος στο μίσος και για αυτό πέτυχα. Γιατί ξεσπούσα. Ώρες ατελείωτες σε ένα γήπεδο. Σου ορκίζομαι πως δεν πέρασε μέρα χωρίς να θελήσω να επικοινωνήσω, αλλά ήμουν δειλός» κατέληξα στην αλήθεια.
«Παιδιά ήμασταν, Άρη. Ο καθένας ανέβαινε τον Γολγοθά του. Και αν ξεσπούσες σε εμένα, τι; Θα σου περνούσε. Θα το λύναμε. Απορώ αν ακόμη και σήμερα το έχεις λύσει. Το μόνο που ήθελες ήταν να διαγράψεις τα πάντα. Αναμνήσεις, φίλους, εμένα…» είπε με παράπονο.
«Κάνεις λάθος. Ποτέ δεν ήθελα να διαγράψω. Έλα μαζί μου» της έδωσα το χέρι μου ζητώντας να με ακολουθήσει. Το άγγιξε διστακτικά μέχρι που σηκώθηκε με σιγουριά.
Φτάσαμε στο δωμάτιό μου και ελπίζω να μην ένιωθε άβολα. Άνοιξα την ντουλάπα βγάζοντας ένα κουτί. Ένα κουτί που έγινε η αφορμή για το ταξίδι που ακολούθησε.
«Το θυμάσαι αυτό;» την ρώτησα δίνοντας της το.
Με κοίταξε μέσα από τις βλεφαρίδες με το στόμα της να ανοίγει από έκπληξη. Το πήρε στα χέρια της και με αργές κινήσεις το άνοιξε. Με κοίταξε πάλι, αφού πρώτα αντίκρισε το περιεχόμενο.
«Τα κράτησες» είπε χαμηλόφωνα.
«Αυτά ήταν η αφορμή που πήρα την απόφαση τότε. Ένα ζευγάρι παπούτσια ποδοσφαίρου που μου έκανες δώρο, ενώ εγώ τα λιμπιζόμουν από την βιτρίνα. Ήταν ένα σημάδι για να φύγω, Ελίνα. Έφυγα με λάθος τρόπο, αλλά απλώς πονούσα. Έχασα τα πάντα. Έχασα και εσένα, αλλά έπρεπε να γίνουν έτσι τα πράγματα μήπως και έβρισκα τον εαυτό μου. Αν με ρωτάς, μέχρι και σήμερα με ψάχνω. Ξέρεις γιατί γύρισα; Άκου αυτό: Μου έκανες δώρο τα παπούτσια τα Χριστούγεννα του 2017. Τα Χριστούγεννα που πέρασαν η μεγαλύτερη αλυσίδα αθλητικών υποδημάτων μου έκανε πρόταση, ώστε τέλος του χρόνου να βγάλουν τέτοια συλλογή με την υπογραφή μου. Την ίδια μέρα, λίγες ώρες μετά ο Βέρνης μου είπε για την μεταγραφή των εκατομμυρίων. Αν όλα αυτά δεν ήταν σημάδι για να επιστρέψω, τότε τι; Και έρχομαι και πέφτω αμέσως πάνω σου» της εξηγώ και εύχομαι να δει πως ακόμα και τυχαία να είναι όλα αυτά, έγιναν με έναν τρόπο τόσο συνωμοτικό που έχουν τον σκοπό τους.
«Άρη, εγώ τώρα τι θες να κάνω; Γιατί μου τα λες όλα αυτά; Γιατί τώρα; Τι θες να σου πω; Πως παρακολουθούσα τις φυλλάδες κάθε μέρα από όταν έμαθα για την μεταγραφή σου; Ναι, το έκανα και ζήλευα που ήξερα για εσένα και την Βανέσα. Και κακώς, γιατί εγώ παντρεύομαι και αν αυτό ήταν αληθινό μεταξύ σας, τότε ταιριάζατε τέλεια. Τι λιγότερο από ένα μοντέλο δίπλα σου;» ρώτησε και δεν έβλεπε πως ποσώς με ενδιέφερε κάτι τέτοιο. «Η ζωή μου δεν μου αρέσει. Δεν είμαι ερωτευμένη με τον Γιώργο, αλλά μου έχει φερθεί ωραία και τον αγαπώ. Η δουλειά στο περιοδικό είναι τραγική. Δουλεύω για ψίχουλα και ζητάω δανεικά από τον Ιάσωνα που τα έχει καταφέρει όπως εσύ. Ψάχνω απεγνωσμένα να βρω δουλειά σε ένα κανάλι και δεν μπορώ» συνέχισε να λέει σε σύγχυση.
«Όπα Ελίνα. Ανάσα. Στάσου» την έπιασα από τους ώμους. «Τα έχεις καταφέρει μια χαρά. Σταμάτα να προσπαθείς συνεχεία για να αποδείξεις κάτι. Και τώρα πες μου, γιατί παντρεύεσαι;» άγγιξα τον αντίχειρα και τον δείκτη μου στο πιγούνι της, κάνοντάς την να με κοιτάξει στα μάτια. Και περίμενα για μία απάντηση που δεν ερχόταν. «Θα σου πω εγώ γιατί παντρεύεσαι. Γιατί είσαι τόσο ανασφαλής που σε νοιάζει τι θα σκεφτούν οι άλλοι. Η μητέρα σου, ο πατέρας σου, αλλά ποτέ εσύ. Γιατί δεν είσαι ευχαριστημένη με την δουλειά σου, με τις επιδόσεις σου και αντί να ανησυχείς εσύ για αυτό, ανησυχείς τι θα σκεφτούν οι άλλοι. Οπότε, τι κάνεις; Παντρεύεσαι τον τέλειο άντρα για να μην χαλάσεις χατήρι στην μάνα σου που επικρίνει εσένα και τον κόσμο όλο. Πίστεψέ με, αν ο Ιάσωνας δεν είχε χτίσει όλα αυτά που έχει τώρα, η μητέρα σου θα καταριόταν για αυτό που το παιδί της είναι. Και όχι γιατί είναι πρόβλημα του Ιάσωνα. Πρόβλημα δικό της είναι. Προσπαθείς να λάβεις την προσοχή της με λάθος τρόπο»
Δεν με ένοιαζε πόσο σκληρά της ακούγοντας τα λόγια αυτά, αλλά έπρεπε να τα ακούσει. Είχε έρθει η ώρα που θα αντιμετώπιζε ο καθένας το χάος μέσα του.
Τράβηξε το πρόσωπό της μακριά μου και έκανε στροφή να φύγει, μέχρι που πρόλαβα και την άρπαξα από το μπράτσο.
«Πολλά μου τα είπες. Δεν θα κάτσω εδώ να ακούω τις ηλίθιες θεωρίες σου!» είπε θυμωμένη. Ή έτσι τουλάχιστον ήθελε να δείχνει.
«Πες μου πως είναι ψέματα και θα σε αφήσω. Πες το!»
Αντί απάντησης, πήρα σιωπή και η σιωπή γέννησε πάθος. Ένα πάθος που έφερε το μεγαλύτερο σε διάρκεια φιλί, ένα πάθος που έφερε μία ζεστασιά που είχα ξεχάσει. Το δωμάτιο γέμισε από εμάς τους δύο. Τα σώματά μας θυμήθηκαν κάτι που δεν είχαν ξεχάσει ποτέ.
Βρεθήκαμε εγκλωβισμένοι σε όλα όσα μας πονούσαν, μετατρέποντάς τα σε μία λυτρωτική αμαρτία. Και εγώ, αναρωτήθηκα. Το κεφάλαιο αυτό έκλεινε ή άνοιγε με εμάς; Η ζωή δίνει πράγματι σημάδια ή είναι απλώς συμπτώσεις; Όπως και να έχει το φινάλε, κρίνεται από τις πράξεις μας. Απλώς να θυμάστε πως και η απραξία, πράξη είναι και μάλιστα μεγάλη.
Ελίνα, 3 χρόνια μετά
«3,2,1. Είσαι στον αέρα!» φώναξε ο σκηνοθέτης και ήμουν πανέτοιμη για την σημερινή εκπομπή. Ή έτσι νόμιζα.
Κάποιοι άνθρωποι εμφανίζονται στην ζωή σου την πιο ακατάλληλη στιγμή και δεν ξέρεις τι να κάνεις. Αυτό λέγεται κακό τάιμινκ. Αν ξαναέρθουν, λέγεται σύμπτωση. Αν επιμείνουν λέγεται μοίρα. Και εγώ είχα να αντιμετωπίσω την μοίρα ξανά.
Αν μου έλεγε κάποιος μερικά χρόνια πριν πως σήμερα θα ήμουν από τις μεγαλύτερες δημοσιογράφους αυτής της χώρας, θα γελούσα δυνατά. Να όμως που έγινε! Με πολύ κόπο, δουλειά, ψάξιμο, βρίσκομαι σήμερα να έχω την δική μου βραδινή εκπομπή σε ένα από τα μεγαλύτερα κανάλια. Κάθε εκπομπή αποτελείται και από έναν διάσημο της επικαιρότητας που έχει να μοιραστεί την δική του ιστορία. Η ομάδα μου εργάζεται, ώστε να βρίσκει αυτό το πρόσωπο και εγώ απλώς συμφωνώ αν το κρίνω κατάλληλο. Κάνω μία έρευνα πάνω στον καλεσμένο και διαμορφώνω την συνέντευξη στο προφίλ του.
Τον τελευταίο καιρό, με το διαζύγιο, δεν έχω μυαλό για όλα αυτά και οι συνεργάτες μου, που κάποιοι είναι και φίλοι μου, ανέλαβαν ένα μεγάλο κομμάτι της δουλειάς ώσπου να τακτοποιήσω το κομμάτι του διαζυγίου. Ο μόνος που είχα στο πλευρό μου ήταν ο Ιάσωνας, μιας και η οικογένεια μου έπεσε να με φάει, όμως με τον Γιώργο δεν ήμουν ευτυχισμένη και ούτε εκείνος με εμένα.
Χθες βράδυ, που τελείωσα την μετακόμιση στο νέο μου σπίτι, έπιασα το σημερινό θέμα, ώστε να κάτσω να δουλέψω όλη νύχτα πάνω σε αυτό. Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου μερικές φορές. Το όνομα του καλεσμένου ήταν ξεκάθαρο: Άρης Δάμνας. Στην αρχή νόμιζα πως ήταν κάποιος είδος αστείου αυτό. Δεν ήταν. Η μοίρα μου είχε κάνει πλάκα πολλές φορές, αλλά τώρα μου μιλούσε σοβαρά.
Η χαρά μου που τον έβλεπα ήταν μεγάλη. Τρία χρόνια μετά ξανά απέναντί μου. Μου έκανε τόσο καλό, μιας και από την ανακοίνωση του χωρισμού μου όλοι ασχολούνται με αυτό το θέμα. Προσπάθησα να το χειριστώ διακριτικά, αλλά όταν είσαι στο κέντρο της δημοσιότητας όλοι πέφτουν να σε φάνε. Είχα κουραστεί να παρακολουθούν κάθε μου κίνηση και να με ρωτούν για το θέμα του διαζυγίου, όταν η εκπομπή μου έκανε τρελά νούμερα. Νοιάζονται για την ζωή σου, αλλά όχι για την δουλειά σου. Αυτή η κατάσταση με έκανε να μην θέλω να βγαίνω από το σπίτι. Είχα γίνει σχεδόν αγοραφοβική.
«Άρη, χαίρομαι πολύ που βρίσκεσαι απόψε εδώ» ξεκίνησα να λέω με κομμένη την ανάσα και ευχήθηκα να μην φαινόταν πόσο κοκκίνιζα και μόνο που του μιλούσα.
«Η χαρά όλη δική μου» είπε με το γνωστό του χαμόγελο που όσες φορές και να το έβλεπα πάντα θα μου προκαλούσε μία έξαψη.
Η συνέντευξη κύλησε ομαλά και ήμουν ιδιαίτερα προσεκτική μην τυχόν και τον φέρω σε δύσκολη θέση. Συζητήσαμε για την εξέλιξη στην καριέρα του που μέχρι και σήμερα συνεχίζει να είναι ενεργός στο άθλημα, για τις μεγάλες φίρμες που συνεχώς ανανεώνουν τα συμβόλαια με το όνομά του και φυσικά για τις φιλανθρωπίες του που αποτελούν μεγάλο μέρος της ζωής του.
«Θέλω να προσθέσω και κάτι ακόμα πριν κλείσουμε…» είπε και ήμουν όλη αυτιά, αφού είχαμε ολοκληρώσει την συνέντευξη.
Και τότε ο Άρης έκανε κάτι που ποτέ δεν περίμενα. Έκανε μία αποκάλυψη ζωής. Έλυσε σε ζωντανή μετάδοση το μυστήριο που κρυβόταν πίσω από τις φιλανθρωπίες του. Τα είπε όλα με χρονολογική σειρά χωρίς να καταδώσει ονόματα. Μίλησε για τα παιδικά του χρόνια, για την Ιφιγένεια που κανείς ως τώρα δεν γνώριζε για την ύπαρξή της, για τον εκφοβισμό που συνέβαινε στο σχολείο, για την αυτοκτονία της, για όλα όσα κανείς δεν περίμενε. Όλοι στο πλατό είχαν μείνει με το στόμα ανοιχτό. Δάκρυα ξεχύνονταν. Ακόμη και τα δικά μου, που χρόνια μετά, έχοντας επεξεργαστεί όλα αυτά τα γεγονότα νόμιζα πως δεν θα με επηρέαζαν ξανά τόσο.
Η εκπομπή έκλεισε με εμάς τους δύο να κοιταζόμαστε. Σιγή επικράτησε γύρω μας. Μέχρι που η φωνή της Μάρθας ξέσπασε στο πλατό, διώχνοντας τους πάντες. Η Μάρθα είναι το έμπιστό μου πρόσωπο. Η μόνη που ήξερε τα πάντα και με ακολούθησε από το περιοδικό μέχρι εδώ. Είναι η αρχισυντάκτρια και η καλύτερη μου φίλη.
«Γιατί το έκανες;» ρώτησα όταν είχε αδειάσει το πλατό.
«Ο ένας για τον άλλον, θυμάσαι;» σηκώθηκε από την κόκκινη πολυθρόνα κλείνοντας μου το μάτι.
«Περίμενε» του φώναξα πριν φύγει ξανά για πάντα, «Γιατί;»
«Γιατί ξέρω πως έχουν πέσει σαν τα κοράκια πάνω σου. Ξέρω πως είσαι σε όλα τα εξώφυλλα και ο χωρισμός σου πουλάει. Ο πόνος σου πουλάει. Τόσο καιρό όλοι μιλούσαν για τα φοβερά σου νούμερα και την εξαιρετική δουλειά σου. Ήρθε η ώρα να επικεντρωθούν πάλι σε αυτά και να σε αφήσουν ήσυχη. Για εμένα δεν με νοιάζει. Είμαι συνηθισμένος να σκαλίζουν την ζωή μου»
Το μόνο που ένιωθα ήταν απέραντη συγκίνηση και ευγνωμοσύνη. Πώς ξεπληρώνει κανείς κάτι τέτοιο;
«Σε ευχαριστώ» βρήκα να πω.
«Δεν μπορώ να πω πως λυπάμαι που χώρισες» είπε με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά.
«Δεν έπρεπε να είχε γίνει αυτός ο γάμος»
«Το ξέρω. Δεν με άκουσες. Φοβήθηκες ρε Ελίνα. Γιατί;»
«Ξέρεις πώς είναι. Ξέρεις πώς θα ήταν αν διέλυα τον γάμο» προσπαθούσα να δικαιολογήσω την κατάσταση.
«Το έκανες τρία χρόνια μετά. Σίγα την διαφορά» ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους βάζοντας τα χέρια στις τσέπες.
«Έχεις δίκιο» κατέληξα να πω.
«Καληνύχτα, Ελίνα και συγχαρητήρια για την εκπομπή. Έσκισες απόψε»
«Μισό λεπτό», είπα. «Με περιμένει ο Ιάσωνας για φαγητό με τον σύντροφό του» τον σταμάτησα ξανά πριν φύγει. Γιατί διάολο δεν μου έλεγε κάτι; «Αναρωτιόμουν, αν δεν έχεις κάτι να κάνεις, να πηγαίναμε μαζί τους για εκείνο το φαγητό…» είπα με έναν κόμπο στο στομάχι.
«Επιτέλους! Λες κάτι το οποίο στα αλήθεια θες» πλησίασε κοντά μου τραβώντας τα χέρια μου στις παλάμες του. «Θέλω να έρθω, αν μου υποσχεθείς πως αύριο θα πάμε οι δυο μας για φαγητό. Τι λες;» με ρώτησε και δεν πίστευα πως ήταν τόσο εύκολο.
Κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά.
«Πού θες να πάμε αύριο;»
«Όπου θες!» δεν με ένοιαζε το πού.
«Και δεν σε νοιάζει να σε δουν μαζί μου;» ρώτησε με αγωνία.
«Δεν με νοιάζει τίποτα πια. Χέστηκα για την γνώμη τους» είπα και γελάσαμε μαζί σαν να μην πίστευε αυτό που έλεγα.
Βγήκαμε μαζί από το στούντιο χέρι χέρι, αφήνοντας ένα χάος πίσω μας. Δεν το θέλαμε πια μαζί μας. Εγώ δεν το ήθελα. Αρκετά το κουβάλησα τόσα χρόνια. Για πρώτη φορά αποφάσισα να είμαι κάτι παραπάνω από ευτυχισμένη. Αποφάσισα να είμαι ολοκληρωμένη. Η μοίρα μας έδωσε ξανά μία ευκαιρία. Αν δεν την άρπαζα δεν θα είχα άλλη. Οι ευκαιρίες είναι ό,τι πολυτιμότερο έχουμε. Αρπάξτε τις από την πρώτη στιγμή. Ίσως να μην υπάρξουν άλλες.
Ελευθερία Τσιντάρη
ΤΕΛΟΣ
