Βραδιά καραντίνας. Στέλνεις μήνυμα για να πας να πετάξεις τα σκουπίδια με τη αιτιολογία “άσκηση”. Έξω δεν κυκλοφορεί ψυχή. Είσαι εσύ, κάτι περιστέρια και ο Κόβιντ 19. Η ησυχία του δρόμου μοιάζει σαν να πέρασες από την είσοδο της πολυκατοικίας σε κάποιο δυστοπικό σύμπαν και είσαι η μόνη επιζήσασα. Περιμένεις να ακούσεις τίποτα ζόμπια να σκάνε μύτη από τη γωνία, αλλά μόνο τα περιστέρια να γαμιόνται ακούγονται (ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ ΠΑΝΤΑ ΓΑΜΙΟΝΤΑΙ, ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΣ! ΝΕΤΙ;). Ξαφνικά ακούς ένα αδύναμο μουρμούρισμα κάτω από ένα αυτοκίνητο. Δεν δίνεις σημασία, σκέφτεσαι ότι τα περιστέρια μάλλον άναψαν τσιγάρο. Πετάς την σκουπιδοσακούλα με τρίποντο στον κάδο (για να μην σε πάρει η μπόχα και για να δικαιολογήσεις την “άσκηση”, “να κυρ-πόλιζμαν, μπάσκετ παίζω”…εχέμμμμ… ΕΝΙΓΟΥΕΗ) και τότε το ξανακούς λίγο πιο καθαρά: ένα αδύναμο “εδώ κάτω μωρηλίθια!”. ‘Νταξ, βασικά “μιάου” λέει το γατί, αλλά εσύ είσαι σίιιιιιιιιγουρη ότι ακούς και τα υπόλοιπα. Ίσως φώναξε και το όνομά σου. Πέφτεις στους αγκώνες και ψάχνεις με έρπειν κάτω από τα αμάξια. Αφού έχεις γίνει κι εσύ για τρίποντο στον κάδο, επιτέλους το εντοπίζεις: μια χνουδωτή ΑΗΔΙΑ κάτω από ένα Φίατ. “ΩΝΑΣΟΥΓΑΜΗΣΩ” σκέφτεσαι ενώ κοιτάς με συμπόνια την κινούμενη μπίχλα απροσδιορίστου χρώματος που τώρα σε κοιτάει κι αυτή. Φωνάζεις “ψιψιψιψιιιιιιιι” και αυτό, λες και του πάτησες το start αρχίζει να φωνάζει σαν δαιμονισμένο “ΝΙΑΟΥ! ΜΝΙΙΙΙΑΟΥ! ΜΝΙ-Α-ΟΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥ!!!”. “Αυτό ήταν!” σκέφτεσαι “NOT ON MY WATCH ΤΡΙΧΩΤΉ ΜaΛakΙa! Θα σε σώσω!”.
Τρέχεις ωσάν την παλαβή πίσω στο διαμέρισμα με την κάπα του superhero να ανεμίζει για να φωνάξεις ενισχύσεις: “Μήτσο! Μήηηηηηηηηητσο! Έλα έλα έλα! ΓΡΗΓΟΡΑ! ΕΙΝΑΙΕΠΕΙΓΟΝ!”. Τον αιφνιδιάζεις, δεν ρωτάει πολλά. Μάλλον νομίζει ότι μέσα στη ζαλούρα της καραντίνας, αντί για τρίποντο έκανες άλμα εις ύψος και έπεσες μέσα στον κάδο η ίδια. Φοράει την 4-1 στριγκοπαντόφλα και κουτρουβαλάτε μαζί στις σκάλες. Το επόμενο λεπτό σας βρίσκει να κοιτάτε και οι δύο το Φίατ. Εσύ με απελπισία, αυτός με ένα “με δουλεύεις μωρή;” χαραγμένο στο μέτωπο. “Πρέπει να το βγάλουμε!”. “ΑΣΕ ΜΑΣ ΡΕ ΒΡΑΔΙΆΤΙΚΑ που θα σέρνομαι στην άσφαλτο να ξεχώσω το γατί!”. “ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙ!”. “Τιποτα δεν παθαίνει!”. Τεσπά, με εποικοδομητικό διάλογο και μία υποβόσκουσα απειλή ότι μπορεί να ξεχάσεις πώς αποθηκεύεται το God of War στο πλέηστεησο και να το σβήσεις κατά λάθος, συμφωνεί να σε βοηθήσει ΜΟΝΟ για να το βγάλετε κάτω από το αμάξι. “Πήγαινε φέρε κάτι φαγώσιμο να το δελεάσουμε!”. Απομακρύνεται απρόθυμα προς το σπίτι αφήνοντας ένα “γαμωτηντυχημουγαμω” να πλανιέται στον αέρα. Μερικά λεπτά αργότερα καταφθάνει κρατώντας μια φέτα τυρί του τοστ. ΒΗΓΚΑΝ τυρί του τοστ. Νε… “ΤΙΝΑΦΤΟΡΕ;” του λες ψύχραιμα και προσπαθείς να δουλέψεις με ό,τι έχεις: μια φέτα τυρί από σόγια και τον Μητσο να σου λέει “αν πεινούσε θα έβγαινε, μια χαρά είναι!”, “ΤΙΜΙΑΧΑΡΑΡΕ! Κάτι να φάει είπαμε να φέρεις, όχι να το νηστέψεις για να κοινωνήσει την Κυριακή!”. Ε… μην τα πολυλογώ: η επιχείρηση διάσωσης απέτυχε. Παραιτείσαι απρόθυμα και ξανανεβαίνεις στο σπίτι.
Όλη νύχτα, κυριολεκτικά ΟΛΗ νύχτα, ακούς από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα ένα βροντερό “ΜΝΙΑΑΑΑΑΑΑΑΟΥΥΥΥΥ! ΜΑουυυυΟΟΥΥΥΥουυυυυ! ΝΙΑΡΡΡΡΡ!!!!! ΝΙΑΑΑρρρρρρ!”. Λες και έχει καταπιεί τα ηχεία του Rockwave. Δεν κλείνεις μάτι. Στην αρχή νιώθεις τύψεις μήπως μπορείς να κάνεις κάτι ακόμα. ΙΣΩΣ το βήγκαν κασέρι δεν ήταν αρκετό. Μετά σε πιάνουν τα νεύρα σου. “Ασταδιάλα, εδώ ήρθε να ψοφολογήσει, όλη νύχτα γκαρίζει σαν λαβωμένο Κράκεν κάτω από το μπαλκόνι μου! ΣΚΑΣΕ ΡΕ ΝΑ ΚΟΙΜΗΘΟΎΜΕ! ΠΑΝΕ ΠΑΡΑΚΕΙ ΝΑ ΨΟΦΟΛΟΓΗΣΕΙΣ! ΑΛΛΩΣΤΕ ΘΑΠΕΘΑΝΟΜΟΛΟΙ ΑΠΟ ΚΟΡΩΝΟΤΕΤΟΙΟ! ΝΤΡΑΜΑ ΚΟΥΗΝ!”. Ε… δεν κοιμάσαι. Η μέρα έρχεται και το νιαούρισμα τώρα ακούγεται πιο ξεψυχισμένο, αλλά πάντα το ίδιο δυνατό. Επίμονος καρεόλης ο γάτος… Σηκώνεσαι και κατεβαίνεις ξανά στο δρόμο αποφασισμένη. Σφίγγεις γροθιές, σηκώνεις μανίκια. Αυτή τη φορά ούτε βήγκαν κασέρι δεν πήρες. “Θα σε πιάσω ρε μαλακία με τα γυμνά μου χέρια!” μονολογείς. Και το πιάνεις. Το κοιτάς. Σε κοιτάει.
Ανεβαίνεις στο σπίτι κρατώντας έναν τσουρομαδημένο παμβρώμικο σπόρο του σατανά από τον σβέρκο, ο οποίος σου έχει καταφέρει ήδη τρεις καλές νυχιές πάνω στη μάχη (οι τρεις πρώτες από τις πολλές). “Μήτσο! Μήηηηηηηηητσο! Ξύπνα! Έλα! Βοήθα με!” του λες και αυτός με το ένα μάτι ανοιχτό, το άλλο να κοιμάται ακόμα, σου φωνάζει “ΤΙ ΕΦΕΡΕΣ ΡΕ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ;;;”. Χώνετε το πατσαβούρι με αυτιά μέσα σε ένα παλιό κλουβί του κούνελου και κάθεστε και το κοιτάτε. “ΔΕΝ-ΤΟ-ΘΕΛΩ!”, “Μα θα πέθαινε!” “ΔΕΝ-ΜΕ-ΝΟΙΑΖΕΙ! ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΓΑΤΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ!”. Του υπενθυμίζεις ευγενικά ότι και το Spiderman το έχει φτάσει σε ένα καλό σημείο στο πλέηστεησο και είναι κρίμας να διαγραφεί. Αποχωρεί μανουριασμένος κι εσύ μένεις να κοιτάς το πατσαβουράκι μέσα στο κλουβί, να σου κάνει “κχχχχχχχχχχχουυυυυ”. Νταξ, η αλήθεια είναι ότι ένα “πού πήγα κι έμπλεξα ο μαλάκας” το σκέφτεσαι. ΕΝΤΟΝΑ. Αλλά μετά κοιτάς τη χαζομάρα με ουρά που γλείφει το πατούσι του και σου περνάει. Μία χούφτα πλάσμα. Τα μάτια κλειστά από τις τσίμπλες. Τα δάχτυλα σου να παίζουν πιάνο πάνω στη ραχοκοκαλιά και τα πλευρά του. Η γούνα να λείπει ανά σημεία. Η μύτη του μαύρη από τις μύξες. Το πίσω ποδαράκι του να κουτσαίνει. Έτσι σου λύνεται και η απορία πώς κατάφερες να το πιάσεις: δεν είσαι νίντζα τελικά και πιο γρήγορη από τη σκιά σου. Αυτό είναι πιο αργό από τη δικιά του. Του σκουπίζεις τα μάτια με φυσικό ορό. Κάτω από τις τσίμπλες έχει δύο πράσινες ματάρες. Το ξανακοιτάς. Αναθεματίζεις λίγο την τύχη σου. Από όοοοοολα τα αδέσποτα γατιά, η τύχη σου έδωσε αυτό που είναι σαν γκρέμλιν που έπεσε στην μαύρη γλίτσα από το Venom και καπάκι έφαγε τηγανιά στη μούρη με μαντέμι. Τουλάχιστον έχει ωραία μάτια. Το χρώμα του, καταλαβαίνεις ότι είναι κάτι με άσπρο. Ίσως γκρι; Ίσως μαύρο; Ίσως σκατουλί; Θα μάθεις μάλλον, αφού το κάνεις μπάνιο. Με αμμοβολή.
Μετράς τα λεπτά να ανοίξει το σουπερμάρκετ και πας στήνεσαι απ’ έξω μαζί με δύο συνταξιούχους. Αυτοί αγοράζουν μελιτζάνες τσακώνικες σε προσφορά, εσύ αγοράζεις γατοτροφές και πάνες. Σε κοιτάνε. Τους κοιτάς. Τους κάνεις “κχχχχχουυυυυ!”. Κάνουν το σταυρό τους και φεύγουν. Φεύγεις κι εσύ και τώρα μετράς τα λεπτά να ανοίξει ο κτηνίατρος. Όσο εσύ μετράς λεπτά, δευτερόλεπτα, την τύχη σου τη μαύρη, ο γάτος σφαδάζει στο κλάμα και στα “κχχχχχχχχχουυυυυ”. Του ανοίγεις ένα κονσερβάκι και μόνο που δεν μασουλάει τον τσίγγο. Ωπα! Μισό! Ναι… τον μασουλάει. Τον καταπίνει. Και ρεύεται. Του δίνεις οδοντογλυφίδα. Ίσως και να πεινούσε. Όχι για βήγκαν κασέρι.
Επιτέλους ο κτηνίατρος ανοίγει. Τον βουτάς με το κλουβί και τον πας. Τον κοιτάζει από ‘δω. Τον πασπατεύει από ‘κει. Να δεις που από την πολλή τη βρώμα δεν μπορεί να καταλάβει αν είναι όντως γατί ή αν πρέπει να φωνάξει τον Μώλντερ και την Σκάλλυ και να τους το παραδώσει. Τελικά βγάζει πόρισμα: είναι όντως γατί και έχει ΜΟΝΟ:
1) Πνευμονία
2) Ρινοτραχιείτιδα
3) Τσιμπούρια
4) Ψύλλους
5) Σκουλήκια στο γκωλί
6) Ακάρεα στα αυτιά
7) Δερματόφυτα στη γούνα
8) Επιπεφυκίτιδα στα μάτια
9) Σπασμένο μηρό στο πίσω αριστερό πόδι
Κατά τ’ άλλα υγιέστατο.
It’s a boy!!! Είναι 500 γραμμάρια, περίπου 40 ημερών. “Άσπρο-Γκρι” γράφει ο γιατρός στο βιβλιάριο. “Γιατρέ σίγουρα; Και το καφέ;”, “Το καφέ είναι πρόσθετο” σου απαντάει με νόημα και σημειώνεις νοητά να κάνεις μπάνιο με κεζάπ μόλις πας σπίτι. “Όνομα;” σε ρωτάει. Σκαλώνεις… αυτές τις τρεις ώρες που τον έχεις, τον φωνάζεις μαλάκα, μπιχλιάρη, παλιολιμάρη και πατσαβούρι γιατί είναι λες και σφουγγάρισε με την πλάτη τη χωματερή των Άνω Λιοσίων. “Κουρελάκι!” του απαντάς με ενθουσιασμό. Ακολουθεί αποδοκιμαστικό resting bitch face: “Θα το αφήσω κενό. Ξανασκέψου το.”
Γυρίζετε σπίτι με ένα κάρο φάρμακα, λες και πήγες συνταξιούχο του ΟΓΑ στον ΕΦΚΑ. Στο φαρμακείο που πήγες με τον γάτο, ο φαρμακοποιος μόλις άκουσε την φαρμακευτική αγωγή για όλα τα γνωστά παράσιτα, βακτήρια και μύκητες, σε κοίταξε με αηδία και φόρεσε ένα έξτρα ζευγάρι γάντια και διπλή μάσκα. Φεύγοντας ευχήθηκες να του κόλλησε ο γάτος σκουλήκια στον γκώλο.
Ευτυχώς, έχεις το οκ από τον γιατρό να κάνεις ένα μπάνιο τον μαλάκα, που τώρα σκούζει λες και τον έχεις μέσα σε μπρούτζινο ταύρο και του ζητάς να αλλαξοπιστήσει και όχι σε crate με κουβερτούλα και έναν λούτρινο Τουίτι. Το μπάνιο είναι σαν να σαπουνίζεις τα λεπίδια του μπλέντερ ενώ δουλεύει. Αφού τα χέρια σου έχουν γίνει κοτλέ, με τρία δάχτυλα λιγότερα, θαυμάζεις το έργο σου: τελικά είχε δίκιο ο γιατρός: είναι όντως γάτος. Του κουμπωνεις τρία χάπια, ένα σιρόπι, μία αλοιφή και ένα κολλύριο και γουργουρίζει αμέριμνος. Και πιθανότατα μαστουρωμένος.
Οι μέρες περνάνε, οι αντιβιώσεις και τα χάπια τελειώνουν, το ποδαράκι πατάει, τα πλευράκια γεμίζουν και η μύτη του ξεκινάει από μαύρη να γίνεται ροζ. Ο Μήτσος πια κοιμάται με τον γάτο στο μέτωπο, σαν κομπρέσα. Κάποιες φορές τον ακούς randomly να φωνάζει “ΚΟΥΤΣΟΥΝΙ ΜΟΥ!”, του λες με νάζι “ναι αγάπη μου;” για να σου πεί “στον γάτο μιλούσα”. Μμμμμμμμμά-ι-στα. Κουβάς.
Η επανεξέταση πλησιάζει και πρέπει να του βρεις όνομα του γελοίου. Τον κοιτάς και τον ξανακοιτάς. Θυμάσαι πώς ήταν την πρώτη μέρα και σκέφτεσαι ότι είχε τόσα παράσιτα, που αν τον έβαζες σε μία γυάλα, αυτή τη στιγμή οι ψύλλοι και τα σκουλήκια του θα είχαν δημιουργήσει Πολιτισμό Τύπου 1 και θα είχαν φτάσει στον Άρη. Ήταν ένα μικρό οικοσύστημα μόνος του. Ο Αμαζόνιος της μπίχλας. Και τότε το όνομα σου έρχεται: οικοσύστημα… ecosystem… ECO!
Τον Ιούνιο που πέρασε έκλεισε τα τρία και είναι πανέμορφος. Και μονίμως επικριτικός. Και πεινασμένος. Και μαλάκας. Και τέλειος. Ένας υπερτέλειος, επικριτικός, λίμαρης, πανέμορφος μαλάκας που έχει τη Σίσσυ Φειδά μέσα του και σου έχει κάνει το σπίτι καινούργιο.
“Μνιάου!”
“Στις διαταγές σας εφέντιμ’!”
Kallina Kara
