Τα καλοκαίρια της ζωής μας!

Έκοψα μια φέτα καρπούζι και βγήκα στο μπαλκόνι να την απολαύσω! Περίεργο, αλλά ποτέ δεν γεύτηκα καρπούζι νόστιμο από τότε που ενηλικιώθηκα. Ίσως γιατί αυτός ο καρπός, σύμβολο του καλοκαιριού και της ανεμελιάς, νοστιμεύει μόνο όταν ζεις το καλοκαίρι στο έπακρο, σαν τα καλοκαίρια της παιδικότητάς μας!

Τα παιδικά μας καλοκαίρια, ξεκινούσαν νωρίς τον Μάιο, όταν έκαναν την εμφάνισή τους και τα πρώτα παγωτά, όταν βγάζαμε θεατρικά τα φούτερ και μέναμε με το φανελάκι, εκείνο το κλασικό βαμβακερό άσπρο τιραντέ φανελάκι, μετρώντας το καλοκαίρι με δείκτη πόσα μπάνια κάναμε και πόσα παγωτά φάγαμε! Οι παρέες στην γειτονιά πλήθαιναν, το ίδιο και τα ποδήλατα και μαζευόμασταν στο σπίτι αργά το βράδυ με το χαρακτηριστικό ήχο φωνάγματος του ονόματός μας, αφού τότε, δεν υπήρχαν κινητά. Η κούραση στο σώμα ήταν επώδυνα ευχάριστη και κάποιοι ίσως καταλάβετε την έκφραση «πονάει το σώμα μου από το παιχνίδι». Ακόμα νιώθω την γεύση του χώματος στο στόμα μου, όπως και την σκόνη ανακατεμένη με τσίχλες και παγωτά, ενίοτε και με αίμα, διότι σαν γνήσια αγρίμια, παιδιά της γειτονιάς, γλείφαμε τις πληγές μας, να μην τρέχουν αίμα. Και ήταν πολλές…πληγιασμένα γόνατα από τις θεϊκές τούμπες με τα ποδήλατα, πληγές σε αγκώνες από το κυνηγητό, σχισίματα και γρατσουνιές από το κρυφτό, που προκαλούνταν στη τελική ευθεία προς το «φτου ξελεφτερία» και σχισμένα ρούχα που προκαλούνταν από την φυσική φθορά της αλάνας, του παιχνιδιού της γειτονιάς! Και ήταν όλα τα παιδιά έτσι. Σχεδόν όλες οι οικογένειες με τις ίδιες αρχές και εμείς παιδιά «μετριόμασταν» ποιος είναι πιο καλός στο τρέξιμο, στην μπάλα, στις σούζες, στα χαρτάκια, στα μαρμαράκια στο γιογιό! Τις διαφορές μας τις λύναμε τίμια. Με ξύλο!

«Όχι στα δόντια ρε μαλάκα, στην κοιλιά ρε κότα αδελφή!» φώναξε ο αδελφός μου στον Γιάννη και επέστρεψε στο σπίτι κρατώντας ένα δόντι! Η αντίδραση της μητέρας ήταν ένα συμπονετικό κτύπημα πλάτης και ένα «Θα ξαναβγεί, δεν είναι τίποτα». Και ας μην ξαναβγήκε ποτέ, το έφτιαξε όταν «μεγάλωσε», εκείνο όμως το ξύλο το θυμάται με περηφάνια! «Μου έσπασε το δόντι, του έσπασα το πλευρό!», σαν παράσημο μιας πορείας προς την ενηλικίωση. Αν και κορίτσι, τα αδέλφια μου με βοήθησαν να κατανοήσω το άλλο φύλο νωρίς, να καταλάβω τους κώδικες τιμής που τους καθορίζουν, μα κυρίως με έμαθαν να σκέφτομαι σαν άνδρας με όλη την κομψότητα της γυναικείας φύσης μου. Μοναδικό προνόμιο, το κέρδισα με το σπαθί μου και με κάποιες αδελφικές μπουνιές ίσως…

Βρώμικοι από χώματα επιστρέφαμε το βράδυ, πεινασμένοι λύκοι, αλλά πριν κάτσουμε στο τραπέζι, κανόνας ήταν να πλύνουμε πρόσωπο, πόδια και χέρια και ν’ αλλάξουμε ρούχα. Μετά όποιος προλάβαινε έτρωγε. Η μητέρα πάντα χαμογελούσε, που κατασπαράζαμε το φαγητό της, ποτέ δεν χορταίναμε με την πρώτη και σχεδόν πάντα ξαναέβαζε το τηγάνι στην φωτιά να μας φτιάξει λίγο ακόμα. Σημάδι αναφοράς των καλοκαιριών μας ήταν τα μεσημέρια. Στην ώρα κοινής ησυχίας, απλά δεν κούναγες! Σεβασμός στην ξεκούραση των μεγάλων! Τότε, λίγο πριν ξεχυθούμε στον δρόμο, έκοβα μια φέτα καρπούζι και με το βρακί ξάπλωνα στο ντιβάνι κάτω από τον ίσκιο της τζιτζιφιάς, με τα ζουμιά να τρέχουν παντού, απολαμβάνοντας κάθε μπουκιά του φρούτου της χαράς σε μια πανδαισία τζιτζικιών και εντόμων που επίσης χαίρονταν το καλοκαίρι! Πιστοί υπηκόοι, οι γάτες της αυλής.

Ήταν εκείνα τα καλοκαίρια, όπου κανένα παιδί από τους φίλους μας, δεν ήθελε να φύγει διακοπές, συνήθως στο χωριό, γιατί θα έχανε το παρέακι και το παιχνίδι. Εμείς δεν είχαμε χωριό και τον Αύγουστο «ξεμέναμε» στην Αθήνα περιμένοντας την πρώτη επιστροφή των φίλων, που σηματοδοτούσε και το τέλος του καλοκαιριού. Ήταν εκείνες οι μελαγχολικές ημέρες του Αυγούστου που η παιδικότητά μας, τσάκιζε λίγο στις άκρες, νιώθαμε πως θα τέλειωνε κάποια στιγμή και αυτός ο προσωρινός καλοκαιρινός αποχωρισμός θα γινόταν μόνιμος. Ήταν η καρδούλα μας που ένιωθε πρωτόγνωρα αισθήματα, δεν μπορούσε να τα εκφράσει, ήταν και η ζέστη που δεν βοηθούσε, ίσως και λίγο η φτώχεια και η βιοπάλη των γονιών που ήταν σκληρή.

Μεγαλώσαμε πλημμυρισμένοι με επιφανειακά τραύματα, σκληραγωγηθήκαμε να μην μιλάμε για τα αισθήματά μας, σαν ένδειξη αδυναμίας, κλειστήκαμε σε καταστάσεις που καθόλου δεν λειτούργησαν οι νόμοι της αλάνας! Ήταν και εκείνο το παιδί, που χώρισαν οι γονείς του, τότε οι χωρισμοί ήταν σπάνιοι και έκλαιγε με το παραμικρό χωρίς να το θέλει, απλά τρέχανε τα μάτια του, διαμαρτυρόταν με τον τρόπο του θαρρείς! Όλη η γειτονιά μίλαγε για την μητέρα του και όταν τα παιδιά πλησίαζαν, σταμάταγαν την κουβέντα και μας παρότρυναν να πάμε να παίξουμε, έτσι ώστε να συνεχίσουν το κουτσομπολιό τους. Την μητέρα του έλεγαν, την «τσάκωσε» ο άντρας της στο κρεβάτι με άλλον. Το θυμόμουν εκείνο το απόγευμα, έγινε μεγάλο σούσουρο με τις φωνές τους, εκείνος την έβριζε, με βρισιές που δεν ξέραμε, κοιτάζαμε ντροπαλά και με περιέργεια και όταν το βράδυ ρώτησα στο οικογενειακό τραπέζι «τι σημαίνει πουτάνα;» ένα σκαμπίλι προσγειώθηκε στο μάγουλό μου και έφαγα και τιμωρία από τον πατέρα, γιατί «δεν ανακατευόμαστε εμείς στα οικογενειακά των άλλων» και έτσι κάπως έκλεισε το κεφάλαιο δεν ξαναρωτώ τους γονείς μου! Από τότε, κάθε φορά που κάποιος κουτσομπολεύει, δεν συμμετέχω θυμάμαι τα λόγια του πατέρα και νοητά χαστουκίζομαι να μην ακούω καμία φήμη, κανένα κουτσομπολιό κανέναν χαρακτηρισμό για άλλον. Δεν με αφορά.

Στην γειτονιά μας ζούσε μια γυναίκα χήρα με τον γιο της και την ανύπαντρη αδελφή της. Ήταν στριμμένες και οι δυο, όσες φορές έπεφτε η μπάλα στην αυλή τους, δεν μας αφήναν να την πάρουμε. Όταν φωνάζαμε μας έκαναν παρατήρηση, δεν έμοιαζαν να θέλουν παιδιά στον κόσμο όλο. Τον γιο της χήρας, τον φώναζε ο Γιάννης μαμόθρεφτο και όταν τον έβρισκε μαζί με τον Ανδρέα του την «έμπαιναν» άσχημα. Όταν το μάθαινε η χήρα πως πείραζαν τον μοναχογιό της, πήγαινε στις μανάδες και έκανε παράπονα. Συνεχώς δηλαδή. Χρόνια αργότερα, έμαθα πως αυτή η γυναίκα ήταν ιδιαίτερα βασανισμένη. Κατανόησα τον πόνο της, δικαιολόγησα την κακία της. Ο άντρας της ναυτικός, πνίγηκε πριν προλάβουν να κάνουν παιδιά. Εκείνη με την αδελφή της, μετά από πολλά χρόνια προσπαθειών, υιοθέτησαν τον Κούλη. Τον πρόσεχαν σαν τον πολύτιμό τους, ήταν ο λόγος ύπαρξής τους και αλήθεια πόσο σκληρό είναι να ζεις χωρίς σύντροφό, χωρίς ερωτική επαφή, δεδομένου της σκληρής κοινωνικής εποχής που έζησαν εκείνες οι γυναίκες. Την θυμάμαι πάντα ηλικιωμένη, αν και δεν πρέπει να ήταν πάνω από σαράντα. Ήταν τόσο αξιόλογη αυτή η πράξη της, που έσβησα όλα τις υπόλοιπες λάθος. Αργότερα έμαθα πως ακόμα δυο ζευγάρια από την γειτονιά μας, είχαν υιοθετήσει παιδί και χάρηκα που αυτούς τους απίθανους και ταυτόχρονα απλούς ανθρώπους τους γνώρισα και έζησαν στην γειτονιά μου! Τι μεγαλείο ψυχής χρειάζεται να υιοθετήσεις ένα παιδί! Και αυτοί οι άνθρωποι μέσα στην απλότητά τους, είχαν τεράστιο! Ακόμα και η γυναίκα που τότε αποκαλούσαν «πουτάνα» εκείνη που απάτησε τον άνδρα της, έχει μια τελείως διαφορετική ιστορία. Ήθελε να χωρίσει, την κακοποιούσε ο άνδρας της, εκείνος δεν άκουγε λέξη. Γνώρισε έναν άλλον, αυτόν που ακόμα και σήμερα είναι σύντροφός της και εκείνο το απόγευμα είχε έρθει στο σπίτι της, να μιλήσει στον άνδρα της, να τον πείσει να προχωρήσουν σε διαζύγιο. Εκείνος ανένδοτος, άρχισε να φωνάζει βρισιές και ψευτιές. Κατάφερε όμως και χώρισε με κάθε κόστος, ακόμα και όταν κάποιες οικογένειες της έκλειναν την πόρτα γιατί στα δικά τους μυαλά ήταν πάντα η άπιστη και το παιδί της, το παιδί των χωρισμένων γονιών. Για την ιστορία, σπουδαίος αρχιτέκτονας πλέον!

Δεν ξέρω για ποιο λόγο, αλλά όταν θυμάμαι την παιδική μου γειτονιά, την θυμάμαι πάντα καλοκαίρι. Όταν σταματάω στην λέξη ανεμελιά, θυμάμαι τα μεσημέρια με το καρπούζι και τα βράδια του καλοκαιριού που κοιμόμασταν στην αυλή χωρίς φόβο. Οφείλω πολλά στην γειτονιά μου, μεγάλωσα μέσα από τα παιδιά της, μεγάλωσα με τις ιστορίες της, μεγάλωσα με τα καλοκαίρια της. Μπορεί να μην υπήρχε θάλασσα, που τόσο αγαπώ, αλλά με τα μάτια της φαντασίας μου, δεν της έλειπε τίποτα! Κάποιες φορές γίνομαι μικρή, πολύ μικρή και μεταφέρομαι εκεί με το ποδήλατό μου, αφήνω τα χέρια και κάνω πετάλι, χωρίς φρένα, ο αέρας μου χαρίζει ελευθερία μεγάλου βαθμού, νιώθω ότι πετάω, κατεβαίνοντας εκείνη την μεγάλη κατηφόρα με τα χίλια, μέχρι να βρω σε τοίχο και να ματώσουν ακόμα μια φορά τα γόνατά μου. Τότε ζωντανεύουν ξανά ο Γιάννης, ο Τάκης, ο Κούλης, ο Θέμης, ο Χρήστος η Κική και η Ελένη και τα αδέλφια μου. Σαν αγκάθια καρδιάς με πληγώνουν όμορφα, με μια χαρμολύπη ιδιαίτερης σημασίας, χαίρομαι που ζήσαμε άγρια, όπου και αν βρισκόμαστε τώρα!
«Φτου ξελεφτερία για όλους και τα φυλάει ξανά ο ίδιος!».

Ελένη Ρέγγα

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading