Ποτέ

Με αβέβαια, κουρασμένα βήματα διέσχισε την τσιμεντένια αυλή και έφτασε μπροστά στη σιδερένια, σκουριασμένη πόρτα με το θολό, κυψελωτό τζάμι. Άπλωσε το χέρι της κατά το πόμολο, αλλά έμεινε μετέωρο. Κοίταξε την πόρτα αναποφάσιστη. Με τα μάτια της ψυχής της πέρασε αυτήν την πόρτα, διέσχισε το στενό χολ με το μωσαϊκό και προσπερνώντας την πόρτα της κακοφτιαγμένης κουζίνας, στάθηκε στην πόρτα ενός μικρού σκοτεινού δωματίου με παλιακά ετερόκλητα έπιπλα. Και τότε τον είδε… Τον είδε εκεί, μισοξαπλωμένο πάνω στον άβολο καναπέ, που μέσα του φύλαγε η μάνα τα προικιά τους. Είχε ακουμπήσει τα πόδια του πάνω στο τραπεζάκι με το πράσινο μάρμαρο, φορούσε ένα φαρδύ μποξεράκι και μια λευκή φανέλα και κάθε τόσο έτρωγε από ένα ταψάκι ψιλοκομμένα κομματάκια φρούτων. Απέναντί του έπαιζε η τηλεόραση μια αμερικάνικη σειρά όπου κάθε τρεις και λίγο ακούγονται άνθρωποι να χαχανίζουν. Πάντα αναρωτιόνταν για ποιο λόγο πληρώνανε ανθρώπους να χασκογελάνε. Πού και πού χασκογελούσε κι εκείνος, με τα μαύρα σπαστά μαλλιά του, το καλοξυρισμένο του πρόσωπο και το λαμπερό χαμόγελό του. Πιο δίπλα καθόταν ένα μικρό κορίτσι έβλεπε τη σειρά και χτένιζε τα μαλλιά της barbie της, ενώ δύο μικρότερα κορίτσια κάθονταν στο πάτωμα και προσποιούνταν ότι έπιναν τσάι που σερβιρόταν από μια πλαστική μικρή ροζ τσαγιέρα. Όλα έμοιαζαν τόσο ειρηνικά, συνηθισμένα… Το θηρίο κοιμόταν.

Η Λένη κατέβασε το πόμολο αποφασιστικά και άνοιξε την πόρτα. Ο ίδιος διάδρομος, οι ίδιες πόρτες… Στάθηκε μπροστά στην πόρτα της κουζίνας με τα ετοιμόρροπα ντουλάπια. Εκείνος καθόταν σε μια από τις ξερχαβαλωμένες καρέκλες, μόνο που τα μαλλιά του ήταν ψαρά και είχε λευκά γένια μερικών ημερών, μα εκείνο που την έκανε να ταραχθεί ήταν το βλέμμα του, το βλέμμα που έτρεμαν σαν ήταν παιδιά. Τα γκρι πια φρύδια του μισοκάλυπταν τα αγριεμένα μάτια του, μα εκείνη μπορούσε να δει εκείνη τη φλόγα που έκαιγε όταν έμπαινε ο διάολος μέσα του, καθώς συνήθιζε να λέει η μάνα της.
«Μπα ήρθες; Άντε παρ’ τα πόδια σου και φτιάξε μου έναν καφέ!», την πρόσταξε δείχνοντας το μπρίκι.
«Να τον φτιάξεις μόνος σου!» αντέδρασε εκείνη.
«Τι είπες μωρή τσούχτρα»; αναφώνησε και χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι κάνοντάς τη να τιναχτεί.
«Να τον φτιάξεις μόνος σου, να συνηθίζεις κιόλας… Η δούλα απέθανε!» του είπε αργά κοιτώντας τον προκλητικά στα μάτια. Εκείνος αμφιταλαντεύτηκε για λίγο. Κάτι έκανε να πει, πήρε να ανασηκωθεί, το μετάνιωσε, ξεφύσηξε, οι φλόγες σβήσανε από τα μάτια του και πήρε να γλυκαίνει το βλέμμα του ώσπου ξέσπασε σε κλάματα. Η Λένη αποσβολώθηκε, δεν ήξερε τι να κάνει! Πρώτη φορά έβλεπε τον πατέρα της να κλαίει. Κάποια στιγμή έκανε να τον πλησιάσει, τέντωσε το χέρι της να πιάσει τον ώμο του που τιναζόταν από τα αναφιλητά.
«Πάει η μάνα σου; Χάσαμε τη μάνα σου…» τον άκουσε να ψελλίζει κι ένιωσε την οργή να την κατακλύζει, να τη σφίγγει και να την πνίγει με τα παγωμένα της δάκτυλα καθώς το ξαναμμένο της κορμί στράγγιζε αποβάλλοντας παγωμένο ιδρώτα. Το φάρμακο! άστραψε η σκέψη. Πήρε ένα κουτάλι, του έβαλε ζάχαρη, το έβαλε στο στόμα της και περίμενε μέχρι να νιώσει και τον τελευταίο κρύσταλλο να εξαφανίζεται, όπως της είχε μάθει να κάνει η μάνα της, κάθε φορά που οργιζόταν. Καιρό είχε να χρειαστεί το “φάρμακο”, μα πάντα όταν βρισκόταν κοντά σε αυτόν τον άνθρωπο ένιωθε να χάνει τον έλεγχο. Μόλις ένιωσε να ηρεμεί, πήγε στην κουζίνα, έβαλε νερό στο μπρίκι και ξεκίνησε να φτιάχνει τον καφέ.

«Πέθανε η μάνα σου;» τον άκουσε κάποια στιγμή να τη ρωτά.
«Και πολύ άντεξε με σένα που ‘μπλεξε!» του πέταξε με κακία η Λένη πάνω από τον ώμο της.
«Γιατί μωρέ μου μιλάς έτσι; Το ξέρω, ποτέ δε με συμπάθησες! Πάντα τσούχτρα ήσουνα! Μα τη μάνα σου…»

Ένας κόμπος ήρθε και σφηνώθηκε στον λαιμό της, τα μάτια της έτσουξαν από την προσπάθεια να μην αφήσει τα δάκρυα να κυλήσουν. Να μην του δείξει αδυναμία. Αυτή δεν ήταν σαν τη μάνα της, δεν ήταν θύμα, δε θα επέτρεπε ποτέ της να ξαναγίνει θύμα.
«Τη μάνα μου, τι; Σε πήρε τώρα ο πόνος για τη μάνα μου, ενώ δεν ήρθες ούτε μια μέρα στο νοσοκομείο;»
«Αφού ξέρεις, δε τα μπορώ τα νοσοκομεία…» προσπάθησε να δικαιολογηθεί, μα τον έκοψε το επιτιμητικό της ξεφύσημα.
«Δε φταις εσύ… Η μάνα μου φταίει που προτίμησε να κάτσει μαζί σου και ας την ξυλοφόρτωνες, παρά να ‘ρθει μαζί μου, για το τι θα πει ο κόσμος! Και να τώρα!»
«Εγώ μωρέ ξυλοφόρτωνα τη μάνα σου; Τι λες; Πότε; Εγώ ΠΟΤΕ δε σήκωσα χέρι στη μάνα σου!» αναφώνησε ο πατέρας της με αγανάκτηση.

Η Λένη τον κοίταζε σαν να μη πίστευε στα αυτιά της! Αποκλείεται, σκέφτηκε, δεν μπορεί να το ακούω αυτό! Μπας και δεν ξύπνησα ακόμη; Μήπως είμαι ακόμη στην πολυθρόνα δίπλα στη μάνα μου και κοιμάμαι; Η μάνα δεν πέθανε… Η μάνα που τους έδωσε όλη της την αγάπη και τη φροντίδα και που τις δίδαξε να είναι γενναίες, να παραδέχονται τα λάθη τους και να μαθαίνουν μέσα από αυτά, δεν πέθανε… Είναι εκεί, σε ‘κείνο το ψυχρό δωμάτιο νοσοκομείου ξαπλωμένη και προσπαθεί να πάρει συρικτές ανάσες μέσα από το σωληνάκι… Το τσιτσίρισμα του καφέ που έπεφτε στο μάτι της κουζίνας τη συνέφερε, τράβηξε απότομα το μπρίκι από την φωτιά και μερικές σταγόνες τινάχτηκαν και την έκαψαν.
«Να πάρει!» αναφώνησε και έγλυψε το χέρι της στο κάψιμο. Κοίταξε γύρω της. Εκείνος την κοιτούσε κουνώντας επιτιμητικά το κεφάλι του.
«Ούτε ένα καφέ δεν ξέρεις να φτιάξεις! Άχρηστη! Μόνο να λες τέτοιες βλακείες ότι εγώ σας χτύπαγα! Να σε ακούσει και κανένας! Εγώ μωρέ, που στα καφενεία δεν πάτησα! Δουλειά, σπίτι, σπίτι δουλειά για να μη σας λείψει τίποτα! Ούτε ποτό, ούτε κρασί! Όποιον ρωτήσεις τα καλύτερα λένε για μένα! Εγώ μωρέ, ΠΟΤΕ δε σας χτύπησα! ΠΟΤΕ!»

Το σαγόνι της κρέμασε! Αποκλείεται να τα ακούει αυτά! Αποκλείεται! Ένιωσε το αίμα γοργόφτερο να ανεβαίνει στο κεφάλι της, τα μηνίγγιά της χτυπούσαν μανιασμένα, η αναπνοή της έγινε κοφτή και γοργή. Έφερε τα χέρια της στο κεφάλι της και το ‘σφιξε με δύναμη! Της φαινόταν ότι από στιγμή σε στιγμή θα εκραγεί κι όλα τα φάρμακα του κόσμου δεν μπορούσαν να εμποδίσουν την οργή της να ξεχυθεί! Θλιμμένες καμπάνες ακούστηκαν να ηχούν. Σε λίγο θα μάθαινε όλο το χωριό για τον θάνατο της μάνα της. Τον θάνατο που προκλήθηκε από ένα θρόμβο. Ένα θρόμβο από κάποια από τις άπειρες μελανιές που είχε εξαιτίας του, ένα θρόμβο που έφυγε και ταξίδεψε μέσα στο σώμα της για να σφηνώσει σε μια αρτηρία στον πνεύμονα και να της προκαλέσει πνευμονική εμβολή. Και θα την γλίτωνε η μάνα της, αλλά το ταλαιπωρημένο της κορμί δεν άντεξε…

«Τι θα γίνει μ’ αυτόν τον καφέ!», αναφώνησε ξάφνου ο πατέρας της και είδε τις σπίθες ν’ ανάβουν στα μάτια του. Ένιωσε το κορμί της να συσπάται από την μάταιη προσπάθεια να συγκρατηθεί.
«Να τον φτιάξεις μόνος σου! Ακούς; Να τον φτιάξεις μόνος σου! Η δούλα πέθανε! Πάει! Πέθανε η μάνα μου!» ούρλιαξε έξαλλη και έχυσε τον καφέ στον νεροχύτη. «Η μάνα μου, που τη σάπιζες στο ξύλο! Κι αυτήν κι εμάς! Δε θα με βγάλεις τρελή! Να το χέσω που όσοι δε σε ξέρουν σε θεωρούν καλό άνθρωπο! Γιατί κατά τ’ άλλα, όλο το χωριό ξέρει…» είπε και ξάφνου ξέμεινε από ανάσα και ρούφηξε κάμποσο αέρα.
«Γιατί έκανες βλακείες από μικρή που μου το ‘παιζες και φεμινίστρια και πήγες και κάλεσες την αστυνομία! Και τι κατάφερες! Ρεζίλι μας έκανες! Είδες τι σου ‘πε! Δεν καλούμε την αστυνομία άνευ λόγου!» την έκοψε εκείνος.
«Γιατί τα ίδια σκατά με σένα ήταν κι αυτός! Και μη μου λες δεν έπινες, δουλειά σπίτι και κουραφέξαλα! Το ότι τα έκανες όλα αυτά, χωρίς να έχεις πιείς, είναι ακόμη χειρότερο! Και μπορεί να μην έπινες, αλλά έπαιζες, ώωωωρες στα προπατζίδικα, ο κατ’ άλλα καλός χριστιανός! Και μετά γυρνούσες μες τα νεύρα και μας σάπιζες!»
«Εγώ μωρέ; Εγώ; Πότε σήκωσα χέρι εγώ πάνω σας; Που θα σε κάψει ο Θεός για αυτά που λες!»

Μια μαυροντυμένη μορφή ήρθε και στάθηκε στην πόρτα της κουζίνας και έπειτα και δεύτερη.
«Να πείτε της, κορίτσια! Πείτε της ότι λέει ψέματα! Σας χτύπησα εγώ μωρέ ποτέ; ΠΟΤΕ! Ψεύτρα! Με σύγχισες πάλι! Αι σιχτίρ!» είπε και κλώτσησε πέρα την καρέκλα που καθόταν που έγινε χίλια κομμάτια καθώς χτύπησε στον τοίχο.

Οι γυναίκες τινάχτηκαν τρομαγμένες και παραμέρισαν φοβισμένες για να βγει. Η Λένη απέμεινε να κοιτά τρέμοντας τη σπασμένη καρέκλα. Δύο ζευγάρια χέρια την έπιασαν από τους ώμους και τις πλάτες και την έσφιξαν πάνω στις αγκαλιές τους διαδοχικά.
«Δε μας χτύπησε ποτέ, λέει…» ψέλλιζε σαστισμένη ξανά και ξανά, ενώ δεν μπορούσε να σταματήσει να τρέμει από τη σύγχυση. «Τα φαντάστηκα όλα, λέει… »
«Ναι, όλες μας τα φανταστήκαμε…» είπε στρυφνά η Νινέτα και έπιασε τον πήχη της. Τον πήχη που της είχε σπάσει σαν κλαράκι, γιατί δεν του έφερε αρκετά γρήγορα το τηλεκοντρόλ.
«Τι ήθελες να σου πει; Τι πίστευες; Ότι θα παραδεχόταν ποτέ ότι κακοποιούσε τη γυναίκα του και τα παιδιά του;» τη ρώτησε η Νινέτα. Η Λένη την κοίταξε με απορία.
«Δε θυμάσαι τότε τον παππού;» πρόσθεσε μαλακά η Νινέτα κοιτώντας τη στα μάτια.
«Τον παππού…» ψέλλισε ερωτηματικά η Λένη.
«Δε θυμάσαι που μας έλεγε αυτός ότι τον έδερνε συνέχεια και μια φορά τον είχε δέσει σ’ έναν φράχτη και τον χτυπούσε μ’ ένα καλώδιο;» μπήκε στη μέση η Λήδα.
«Ναι…»
«Και τι είπε ο παππούς; Εγώ, ΠΟΤΕ! Μόνο μια φορά που του ‘σπάσε τα νεύρα, γιατί δεν μπορούσε να γράψει σωστά μια λέξη και φώναζε ότι δεν τον είχε ξαναχτυπήσει ποτέ! Ο ψυχολόγος μου είπε ότι έτσι αντιδρούμε. Οι άνθρωποι διαγράφουμε από τη μνήμη μας ότι δε μας βολεύει για αυτοπροστασία ή ότι θεωρούμε ανούσιο… Διάλεξε και πάρε πια εκδοχή ταιριάζει…» μουρμούρισε η Λήδα.

Η Λένη την κοίταξε και ανατρίχιασε.
«Κι αν…» τραύλισε, «Κι αν… Κι αν το κάνουμε κι εμείς αυτό στα παιδιά μας και δεν το καταλαβαίνουμε; Πότε θα σπάσει ο κύκλος;» φώναξε τρομοκρατημένη.
«Μαμά, μαμά!» ακούστηκαν εφηβικές φωνές να πλησιάζουν. Όρμησαν στην αγκαλιά που τους άνοιξε η Λένη και χώθηκαν μέσα. Άρχισαν να της μιλούν και να προσπαθούν να την παρηγορήσουν καθώς έσβηναν τα δάκρυα από τα μάγουλά της.
«Ο κύκλος έσπασε!» της είπε η Λήδα με σιγουριά παρατηρώντας την αγάπη που έδειχναν τα παιδιά για τη μάνα τους.
«Κι αν ακόμη ξεφύγουμε καμία φορά, γιατί άνθρωποι είμαστε…» συμπλήρωσε η Νινέτα, «Έχουμε τα κότσια να το ομολογήσουμε και να ζητήσουμε συγγνώμη…» της είπε η Λήδα και την αγκάλιασε. Η Λένη τους έγνεψε θετικά. Δεν ήταν εύκολο να βγει από τον κύκλο, μα ποτέ δε θα σταματούσε να παλεύει με νύχια και με δόντια να κρατηθεί μακριά του…

Αναστασία Χ.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading