Κύκλοι και Ελλείψεις – 7

Προηγούμενο

Ο Κωνσταντής ήταν σε μαύρα χάλια όταν χτύπησε την πόρτα του Αγησίλαου, σκονισμένος, τσαλακωμένος, αξύριστος και άπλυτος. Ο Αγησίλαος τα ‘χασε που τον είδε έτσι.
«Τι έγινε; Τι συνέβη;»
«Θα σου πω… κάτσε να πάρω μια ανάσα… ήρθα κατευθείαν εδώ»
«Άντε στη βρύση να πλυθείς λίγο και τα λέμε»

Λίγο αργότερα, καθισμένοι στη βεράντα, πίνοντας κρύο νερό και τρώγοντας φρέσκα φρούτα που πρόλαβε να τους σερβίρει η ανεκτίμητη Φεριντέ, οι δυο άντρες ξεκίνησαν να τα λένε.
«Ο Θωμάς;» ρώτησε πρώτα ο Κωνσταντής.
«Τον πήρε η Μαντούλα να πάνε στην αγορά, δεν είναι πολλή ώρα που έφυγαν»
«Όλα καλά;»
«Άσε τώρα τον Θωμά, αυτός είναι καλύτερα από ποτέ. Δεν έχει καμιά σχέση με το παιδί που μου ‘χες φέρει χρόνια πριν. Εσύ πες μου. Τι σου συνέβη;»
«Θα σου πω την ιστορία με λίγα λόγια. Με λήστεψαν Αγησίλαε, με χτύπησαν και με φυλάκισαν»
«Ποιος… πού… πότε;»

«Αγησίλαε, ήταν να έχω επιστρέψει εδώ και μια εβδομάδα. Στο τελευταίο μου σταθμό μου είπε ο προμηθευτής μου, ένας δικός μας, ότι σ’ ένα χωριό 20 χιλιόμετρα πιο ανατολικά, υπήρχε ένας Τούρκος που είχε πολύ καλό εμπόρευμα και ότι άξιζε τον κόπο να τον δω. Πράγματι βρήκα έναν αμαξά που τον έπεισα με χίλια ζόρια, είναι η αλήθεια, να με πάει, δεν ήθελε, λέει, γιατί οι δρόμοι είναι επικίνδυνοι και οι Τούρκοι έχουν αγριέψει πολύ. Ο δρόμος που πήραμε ήταν έρημος και επικρατούσε αφύσικη ησυχία. Ξαφνικά μας σταμάτησε μια ομάδα βλοσυρών Τούρκων με όπλα. Δεν έχω ξαναδεί τέτοιους τρομερούς ανθρώπους. Μελαμψοί, με ανάκατα μαλλιά και γένια και μάτια κατακόκκινα, ίδιοι διάβολοι. Είδα κι έπαθα να μας αφήσουν να περάσουμε. Μας κράτησαν, εμένα και τον αμαξά, όλο το βράδυ όμηρους. Τελικά, μάλλον τους έπεισα ότι είμαι ένας απλός έμπορος και τίποτ’άλλο, – είχαν δει και το εμπόρευμα που είχα φορτώσει στο αμάξι -, τους χρυσοπλήρωσα, τους έδωσα κι ένα σακί καρύδια και με τα πολλά μας άφησαν να φύγουμε. Ο αμαξάς μου γκρίνιαζε να γυρίσουμε πίσω, αλλά εγώ μόλις πέρασε ο κίνδυνος εξοργίστηκα. Ε όχι και να μας κάνουν ό,τι θέλουν ένα τσούρμο αλήτες και επέμεινα να συνεχίσουμε»

«Μα έχεις τρελαθεί τελείως; Έπρεπε να γυρίσεις αμέσως πίσω. Δεν έχουν μπέσα αυτοί, δεν το ξέρεις;»
«Έχεις δίκιο, έπρεπε. Τέλος πάντων, συνεχίσαμε και κάποια στιγμή φτάσαμε στο χωριό. Ο Θεός να το κάνει χωριό, δέκα χαμόσπιτα όλα κι όλα. Μόλις μπήκαμε μας σταμάτησε ένας κουρελής χωρικός και μας είπε ότι μας περιμένει ο μουχτάρης. Με κάποιο μαγικό τρόπο είχε ενημερωθεί για μας και απ’ ότι φάνηκε ήταν ενημερωμένος για πολλά. Το σπίτι του που είχε και χρήση γραφείου, δικαστηρίου αλλά και φυλακής, δεν είχε καμία σχέση με τα άλλα χαμόσπιτα. Εντάξει δεν θα το ‘λεγες και ανάκτορο, αλλά ήταν ένα δίπατο κανονικό κτίριο, με υπόγεια που τελικά τα γνώρισα καλά…»
«Για όνομα του Θεού! Τι συνέβη;»
«Ε, στην αρχή ο μουχτάρης ήταν όλο ευγένειες και γαλιφιές, ξέρεις τώρα, του εξήγησα για ποιο λόγο είχα πάει και ξαφνικά άλλαξε τελείως στάση. «Και ποιός μου λέει ότι δεν είσαι κατάσκοπος;» μου είπε γαυγίζοντας σχεδόν, «όλα τα περιμένω απο σας τους χριστιανούς, πολύ αέρα έχετε πάρει!». Να μη στα πολυλογώ, μας έσυρε και εμένα και τον αμαξά, κάτω στα υπόγεια-φυλακές, με την κατηγορία κατασκοπείας και υποτίθεται ότι θα γινόταν και κανονική δίκη και θα καταδικαζόμασταν. Κατάλαβες λοιπόν τι σήμαινε αυτό;»

«Και πώς ξέφυγες;»
«Ούτε που κατάλαβα καλά-καλά. Δυο μερόνυχτα μετά, μας άνοιξε την πόρτα αυτός ο κουρελής χωρικός και έφυγε χωρίς να πει τίποτα. Βγήκαμε δειλά-δειλά αλλά είδαμε ότι όλο το χωριό ήταν έρημο – δεν ξέρω αν ήταν οι χωρικοί απλά κλεισμένοι στα σπίτια τους ή το είχαν εγκαταλείψει – βρήκαμε και την άμαξα ευτυχώς και το άλογο και όπου φύγει-φύγει. Μου είχαν κλέψει ό,τι εμπόρευμα είχα στην άμαξα, τους ταξιδιωτικούς σάκκους, το ρολόι και ό,τι χρήματα είχα πάνω μου. Έχω να φάω κανονικό φαί τέσσερις μέρες, ό,τι βρίσκαμε στο δρόμο, καρπούς και φρούτα. Στην επιστροφή μαθαίναμε από άλλους που συναντούσαμε την προέλαση του στρατού μας και μάλλον γι’ αυτό μας άφησαν, φοβήθηκαν αντίποινα. Αγησίλαε, αν ξανάβλεπα μπροστά μου αυτόν τον μουχτάρη θα τον σκότωνα με τα ίδια μου τα χέρια. Καταλαβαίνεις; Και κάτι άλλο από δω και μπρος θα οπλοφορώ και ‘γω»
«Βρε Κωνσταντή ηρέμησε, μόλις γλύτωσες απ’ του Χάρου τα δόντια, μη σκέφτεσαι τρελά!»

«Με έκλεψαν… με χτύπησαν… με φυλάκισαν… με πρόσβαλαν… με αδίκησαν… και εγώ το μόνο που ήθελα ήταν να αγοράσω και να τους πληρώσω. Λεφτά θα τους έδινα… να φάνε ένα πιάτο φαί… να βάλουν ένα ρούχο!»
«Πού ζεις βρε Κωνσταντή; Πού ζεις; Αυτοί θα ήταν άνθρωποι του Μουσταφά Κεμάλ, αυτοί σκοτώνουν για ψύλλου πήδημα και συ μου λες τώρα ότι σε πρόσβαλαν και σε αδίκησαν;»
«Και ποιοί νομίζουν ότι ειναι; Λίγα είναι τα ψωμιά τους ακόμα… Έτσι όπως προχωράει ο στρατός μας…»
«Κράτα μικρά καλάθια, Κωνσταντή!»
«Γιατί το λες αυτό; Ο στρατός μας έμαθα…»
«Ναι, τα πάει καλά, αλλά ως πότε; Το ξέρεις ότι ούτε ένας Βρετανός στρατιώτης δεν έχει κατέβει ακόμη απ’ τα πλοία τους; Να, εδώ απέναντι είναι, δες και μόνος σου, μόνο να πίνουν τσάι και να παίζουν μουσικές ξέρουν. Α ναι, βλέπουμε και τον ναύαρχο πού και πού αν τον έχουν καλέσει σε καμιά χοροεσπερίδα.»

«Βρε Αγησίλαε, εσύ είσαι στα μέσα και στα έξω, τι ακούς;»
«Ό,τι ξέρεις, ξέρω. Ο Βρετανός όλο λέει… λέει και τίποτα δεν λέει. Σκέτες αερολογίες. Εγώ πάντως δεν υποτιμώ καθόλου τον Μουσταφά Κεμάλ. Καθόλου!»
«Ό,τι είναι να γίνει, θα γίνει. Πιο μέσα… εδώ, δεν θα πατήσει…»
«Έτσι λέω και ‘γω… εδώ είμαστε η πλειοψηφία.»
Ξαφνικά ο Κωνσταντής σηκώθηκε.
«Φεύγω… Πάω σπίτι να πλυθώ λίγο, να αλλάξω ρούχα και μετά ξανάρχομαι. Μη με δει και ο Θωμάς έτσι σ’ αυτά τα χάλια»
«Άντε παιδί μου και μετά έλα να φάμε όλοι μαζί… και… το νου σου… όχι παλικαριές… μην ξεχνάς τι έγινε με τον πατέρα σου»

Ο Κωνσταντής στάθηκε στη πόρτα για λίγο ακίνητος με τα λόγια του Αγησίλαου να του τρυπάνε τ’ αυτιά. Και βέβαια δεν είχε ξεχάσει. Τίποτα δεν είχε ξεχάσει.

Αφού πλύθηκε και άλλαξε ρούχα, βγήκε πάλι στο δρόμο για να ξαναπάει στο σπίτι του Αγησίλαου. Στο δρόμο πέρασε απ’ την αποθήκη του, είδε ότι όλα ήταν εντάξει και έφυγε. Περπατώντας σκεφτόταν να προσλάβει κάποιον φύλακα για όταν ταξίδευε και αποφάσισε να το φροντίσει το συντομότερο. Πιο κάτω έστριψε σε κάποια στενά και μετά από λίγο βγήκε σε μια γειτονιά της Σμύρνης που ακόμα και μέρα μεσημέρι το σκεφτόσουν να βρίσκεσαι εκεί. Αγόρασε δύο στιλέτα και ένα σουγιά και έφυγε με γρήγορο αποφασιστικό βήμα και από εκεί. Πέρασε και από το μέρος που περίμεναν οι άμαξες και είδε τον αμαξά που συνήθως τον εξυπηρετούσε και τον ρώτησε αν ήξερε κάποιον έμπιστο για φύλακα της αποθήκης του. Ο αμαξάς του είπε ότι είχε κάποιον υπόψη του και θα του τον έστελνε την επόμενη μέρα στην αποθήκη. Αφού τακτοποίησε κι αυτό, χαλάρωσε λίγο και αποφάσισε να κάνει μια βόλτα στην παραλία πριν πάει στον Αγησίλαο.

Προσπαθούσε να εστιάσει στα βρετανικά πλοία, αλλά το δυνατό φως του ήλιου τον τύφλωνε. Δεν έβλεπε ούτε άκουγε κάτι. Ήταν μεσημέρι, μάλλον θα έτρωγαν στις τραπεζαρίες του πλοίου. Μακάρι να μπορούσε να βρισκόταν κι εκείνος επάνω στο πλοίο, να του μιλούσαν, να δει τι σκέφτονταν, να τους μιλούσε κι εκείνος, να τους πει τι του συνέβη, τι συμβαίνει πιο βαθειά στη χώρα, να τους κάνει να καταλάβουν. Κάθισε λίγο εκεί ατενίζοντας τα νερά του Αιγαίου προσδοκώντας η αγαπημένη θέα να του καθαρίσει το μυαλό και να του τονώσει το σώμα. Όταν όμως μετά από λίγο σηκώθηκε, αισθάνθηκε το κορμί του βαρύ και με κουρασμένο βήμα ανηφόρισε για το σπίτι του Αγησίλαου. Μήπως να αγόραζε δικιά του άμαξα, σκέφτηκε, λεφτά δόξα τω Θεώ είχε, οι δουλειές πήγαιναν πολύ καλά, ίσως και να έβρισκε καινούριο χώρο για την αποθήκη, διόροφο, κάτω οι αποθήκες και πάνω το δικό του μαγαζί. Η εταιρία του. Αυτά δεν ήταν στόχοι πλέον, ήταν πράγματα που μπορούσε να τα κάνει αύριο κιόλας. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι είχε προαχθεί σε μεγαλέμπορο, καιρός ήταν. Με τη σκέψη αυτή χαμογέλασε.

Κλειώ Μαυρουδή

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

One response to “Κύκλοι και Ελλείψεις – 7”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading