Κύκλοι και Ελλείψεις – 8

Προηγούμενο

Η Ναυσικά ήταν λες και ζούσε σε άλλη διάσταση. Δεν την ενδιέφερε τίποτα, χανόταν με τις ώρες στις ονειροπολήσεις της. Ζούσε ξανά και ξανά την ίδια σκηνή, άκουγε ξανά και ξανά τα ίδια λόγια. Κατέβαινε συχνά στα βραχάκια μόνη της και έπλαθε σενάρια με το μυαλό της. Προσπαθούσε να φανταστεί με τι τρόπο ο Μάρκος θα την διεκδικούσε. Γιατί ήταν σίγουρη ότι τελικά θα την διεκδικούσε και εκείνη απ’ τη μεριά της ήταν έτοιμη για όλα. Ακόμα και να κλεφτούν, αν της το πρότεινε.

Όμως οι μέρες περνούσαν και δεν έβλεπε καμία κίνηση απ’ τον Μάρκο. Οι ετοιμασίες του γάμου είχαν ξεκινήσει, ο Μάρκος ήταν αβρός με την Αντιγόνη, εκείνη απ’ τη μεριά της έπλεε σε πελάγη ευτυχίας φρεσκάροντας τα προικιά της, τα τραπεζώματα ανάμεσα στις δυο οικογένειες έδιναν και έπαιρναν, ενώ η Ναυσικά καθόταν πλέον σε αναμμένα καρφιά. Δεν συμμετείχε στις ετοιμασίες και όλο έβρισκε προφάσεις για να απομονώνεται. Γρήγορα κατάλαβε ότι ο Μάρκος δεν επρόκειτο να κάνει τίποτα για κείνη και αισθάνθηκε προδομένη. Απογοητευμένη, οργισμένη και προδομένη και όταν τύχαινε να βρεθούν μαζί στον ίδιο χώρο, της ξέφευγε και γινόταν ειρωνική, επιθετική πολλές φορές.

Εκείνο το απομεσήμερο, η Ναυσικά ήταν έτοιμη να βγει για την συνηθισμένη της βόλτα στα βραχάκια, όταν βγαίνοντας απ’ την αυλόπορτα είδε τον Μάρκο να πλησιάζει.
«Πώς από ‘δω;» του είπε ειρωνικά αντί για χαιρετισμό και έκανε μερικά βήματα συνεχίζοντας τον δρόμο της.
«Περίμενε!» της φώναξε ο Μάρκος, ακολουθώντας την.
«Να περιμένω; Να περιμένω, είπες; Θα αστειεύεσαι ασφαλώς!» του απάντησε ειρωνικά κεραυνοβολώντας τον με το πιο ψυχρό της βλέμμα. «Νομίζω ότι περίμενα αρκετά!» κατέληξε.
«Θέλω να σου μιλήσω… έψαχνα καιρό την ευκαιρία… να σου εξηγήσω…»
«Μην κουράζεσαι Μάρκο, δεν χρειάζομαι εξηγήσεις, έλαβα το μήνυμα, δεν είμαι ηλίθια!»
«Μην μιλάς έτσι… δεν ξέρεις… πρέπει να μιλήσουμε…»
«Ό,τι είχαμε να πούμε, το είπαμε, Μάρκο».
«Εσύ; Εσύ δηλαδή ως πού θα έφτανες, για μας;»

Τον κοίταξε με απορία.
«Ως πού είσαι διατεθειμένη να φτάσεις, Ναυσικά; Θα μπορούσες να γυρίσεις την πλάτη σου στον πατέρα σου, στην μάνα σου, στην αδελφή σου… σε όλο το νησί;»

Η Ναυσικά γέλασε.
«Για δοκίμασε, Μάρκο! Για δοκίμασε και θα δεις πού μπορώ να φτάσω. Γιατί μπορεί να μη φοράω εγώ τα παντελόνια αλλά…» του είπε με νόημα και γυρίζοντάς του την πλάτη συνέχισε τον δρόμο της.

Ο Μάρκος έμεινε να την παρακολουθεί να απομακρύνεται στητή, αλύγιστη, με το κεφάλι ψηλά, μ’ ένα βάδισμα νευρικό και αποφασιστικό, ανδρικό σχεδόν.

Η Ναυσικά έκλαιγε σπάνια και τις περισσότερες φορές από οργή και όχι από οδύνη, αλλά να που εκεί στα βραχάκια την πρόδωσαν δυο-τρία δάκρυα. Τα σκούπισε άτσαλα με την ανάστροφη του χεριού της και προσπάθησε να εκλογικεύσει την κατάσταση, γιατί αυτό πάντα την έκανε να αισθάνεται καλύτερα. Ε, λοιπόν τι έγινε; Δεν της έδωσε δα και καμία υπόσχεση, αντίθετα στην Αντιγόνη είχε δώσει. Και τι είναι ένα φιλί; Ένα τίποτα. Τίποτα δεν είναι. Αυτός απλώς έπαιξε μαζί της. Μήπως τη θεωρούσε κι αυτός γεροντοκόρη και επομένως εύκολη λεία; Όχι… όχι δεν της έφταιγε αυτός, αυτός τη δουλειά του έκανε, η ίδια έφταιγε. Καλά τα ‘λεγε η μάνα της, τόσες τύχες είχε. αυτόν πήγε να ερωτευθεί; Καλά να πάθει, τι περίμενε δηλαδή; Να ακυρώσει το γάμο της Αντιγόνης; Και τι να κάνουν, να κλεφτούν; Τι σκάνδαλο! Θα έπρεπε μετά να πάνε να ζήσουν αλλού. Ακόμα κι αν η οικογένεια τελικά το κατάπινε, το νησί το ίδιο θα τους ξέρναγε. Αλλά αυτός; Αυτός; Τι σόι άντρας είναι; Θα ‘πρεπε να κάνει τα πάντα! Τα πάντα, αν… αν την αγαπούσε… αν… αν εννοούσε έστω και μια λέξη από αυτά που της είπε. Λόγια… λόγια… φτερά στον άνεμο. Σιγά τον άντρα δηλαδή, δεν είναι έτσι οι άντρες που φοράνε παντελόνια. Να τα βράσω τα παντελόνια και τα λόγια. Και τώρα; Τώρα τι θα έκανε; Πώς θα τον αντιμετώπιζε όλη μέρα μες στα πόδια της; Πώς θα έβλεπε τις ετοιμασίες της Αντιγόνης; Υποτίθεται ότι θα βοηθάει κιόλας. Ναι καλά! Ωχ Θεέ μου! Αυτό που προέχει, είναι να μην πάρει κανείς χαμπάρι, ούτε η Αντιγόνη, ούτε οι γονείς της. Πρέπει να είναι πολύ προσεκτική, να μην δώσει κανένα δικαίωμα ιδιαίτερα σ’ αυτόν. Να μη νομίζει ότι μαραζώνει κιόλας για τα ωραία του τα μάτια, άσχετα αν σκίζεται στα δύο κάθε φορά που θα τον βλέπει. Θα το αντέξει. Θα το αντέξει;

Επόμενο ήταν η συμπεριφορά της Ναυσικάς τις επόμενες μέρες να είναι αλλοπρόσαλλη. Τη μια μελαγχολικές παύσεις, την άλλη ακατάπαυστη λογοδιάρροια, συχνά ξεσπάσματα θυμού και μεγάλος εκνευρισμός και όταν γελούσε, σπάνια, έφτανε στα όρια της υστερίας. Οι γονείς της και τ’ αδέλφια της δεν ήξεραν πια πώς να της φερθούν, πώς να της μιλήσουν, δεν ήξεραν πώς θα αντιδράσει κάθε φορά.

Σίγουρος πλέον ο Περικλής ότι η Ναυσικά ζήλευε, συγκάλεσε οικογενειακό συμβούλιο χωρίς να το ξέρει η ίδια. Κατέληξαν στο ότι η Ναυσικά στα 23 της πια θεωρούνταν ήδη γεροντοκόρη και ο περίγυρός τους είχε αρχίσει να τους κουτσομπολεύει. Ο Αχιλλέας πρότεινε πάλι να την στείλουν πακέτο στη Σμύρνη, στον θείο Αγησίλαο και να του γράψουν να κοιτάξει να την παντρέψει όπως-όπως. Ο θείος, λόγω της θέσης του ως γενικού υπευθύνου της ναυτιλιακής Βελλίνη στη Σμύρνη, είχε σημαντικό οικονομικό και κοινωνικό υπόβαθρο στην κοινωνία εκεί. Μπορεί τελικά η Σμύρνη να είναι το τυχερό της. Επιπλέον, με αυτό τον τρόπο, δεν βρίσκονταν στα πόδια των αρραβωνιασμένων.

Δεν ήταν εύκολη απόφαση, αλλά ήταν μια λύση. Και εκείνη τη στιγμή τους φάνηκε η καλύτερη λύση και για την Ναυσικά και για τους αρραβωνιασμένους. Ο Περικλής πρότεινε να φύγει η Ναυσικά αμέσως μετά τον γάμο, που θα γινόταν σε ένα μήνα. Είχαν αποφασίσει να γίνει ο γάμος σε στενό οικογενειακό κύκλο και μετά από μερικές μέρες να δώσουν μια δεξίωση για να ανακοινωθούν και επίσημα στο κοινωνικό τους περιβάλλον. Ο Αχιλλέας ανέλαβε να ενημερώσει την Ναυσικά για τα σχέδια της οικογένειας, έτσι που να μην πάει το μυαλό της ότι ήθελαν να την «ξεφορτωθούν».

Ο Αχιλλέας κατάφερε να ξεμοναχιάσει την Ναυσικά και προσπάθησε να της μιλήσει.
«Ναυσικά, τι έχεις;»
«Τι έχω; Τίποτα δεν έχω. Γιατί ρωτάς;»
«Ε, να, δεν φαίνεσαι καλά τελευταία. Σαν να μην είσαι ο εαυτός σου»
«Μια χαρά είμαι. Γιατί να μην είμαι;»
«Δεν ξέρω… φαίνεσαι κάπως… πώς να το πω… δυσαρεστημένη… απογοητευμένη… δεν ξέρω… πάντως δεν είσαι η Ναυσικά που ήξερα. Τι σου συμβαίνει;»
«Σου είπα τίποτα. Τίποτα απολύτως»
«Καλά, μην αρπάζεσαι. Ανησυχώ για σένα γι’ αυτό ρωτάω»
«Δεν κανένας λόγος να ανησυχείς, όλα είναι μια χαρά»
«Δεν ξέρω τι λες εσύ, αλλά δεν δείχνεις να είσαι μια χαρά»
«Ουφ παράτα με! Στο είπα εκατό φορές, είμαι μια χαρά!»
«Αφού το λες εσύ… κι εγώ έλεγα… να… επειδή δεν δείχνεις ευτυχισμένη, ίσως… ίσως να σου έκανε καλό μια αλλαγή»

Η Ναυσικά γύρισε τώρα στον Αχιλλέα με πραγματική περιέργεια.
«Αλλαγή; Τι είδους αλλαγή;»
«Μμμ… ένα ταξίδι ίσως;»

Το πρόσωπο της Ναυσικάς φωτίστηκε με λαχτάρα.
«Ταξίδι; Αχ ναι, πως θα ‘θελα να κάνω ένα ταξίδι!»
«Αλήθεια; Τι θα ‘λεγες να πας στη Σμύρνη, στον θείο Αγησίλαο;»
«Στη Σμύρνη;»
«Ναι, γιατί όχι. Θα έχεις και τις ξαδέλφες μας παρέα. Και η Σμύρνη είναι πολύ κοσμοπολίτικη ξέρεις, επειδή η ελίτ της πόλης είναι Ευρωπαίοι, όλο σουαρέ είναι και όχι μόνο, θέατρα… όπερες, θα δεις!»
«Γιατί όχι; Δεν είναι κακή ιδέα!» είπε σκεφτικά και βιάστηκε να συμπληρώσει «όχι για τα σουαρέ και τις όπερες… δεν είμαι εγώ τέτοιος τύπος»
«Ποτέ μη λες ποτέ!» γέλασε ο Αχιλλέας ανακουφισμένος, «δώσε μια ευκαιρία στον εαυτό σου, μπορεί να σου αρέσουν τελικά».
«Λες; Μπα!» γέλασε και η Ναυσικά και συνέχισε “πάντως η ιδέα του ταξιδιού… μ’ αρέσει! Ίσως… ίσως και να ‘χεις δίκιο. Θα ‘θελα μια αλλαγή»
«Και τι αλλαγή!”, γέλασε ο Αχιλλέας, “με σουαρέ και όπερες!»
«Ε ναι», γέλασε και η Ναυσικά, «ριζική αλλαγή»

Τελικά η «λύση» ήταν τέλεια και για την Ναυσικά τη δεδομένη στιγμή, μια διαφυγή ήταν το καλύτερο που θα μπορούσε να της συμβεί. Μακριά από όσους ξέρει και όσους την ξέρουν, μακριά από όλα, μακριά απ’ το νησί, μακριά απ’ αυτόν. Το βασικό της μέλημα τώρα ήταν η προετοιμασία του ταξιδιού, έτσι στο σπίτι των Βελλίνηδων απ’ τη μια είχαν τις ετοιμασίες του γάμου κι απ’ την άλλη τις ετοιμασίες του ταξιδιού της Ναυσικάς.

Το πλοίο για τη Σμύρνη -ένα απ’ τα δικά τους πλοία, «Ελευθερία» το έλεγαν – θα σάλπαρε την τελευταία Τετάρτη του μήνα, τέλος του Αυγούστου, τέλος του καλοκαιριού, τέλος ενός κεφαλαίου της ζωής της Ναυσικάς. Οι γάμοι θα είχαν γίνει την προηγούμενη Κυριακή και έτσι η Ναυσικά θα παρευρισκόταν κανονικά στην εκκλησία, αλλά δεν θα προλάβαινε την δεξίωση. Ο πατέρας της της πρότεινε να φύγει με κάποιο επόμενο δρομολόγιο, αλλά η Ναυσικά αρνήθηκε, δεν έβλεπε την ώρα να φύγει, ανυπομονούσε κιόλας. Η Αντιγόνη χαμένη στην ευτυχία της, την παρακαλούσε να φύγει αργότερα, την ήθελε κοντά της, θα της έλειπε τόσο πολύ.
«Μα θα είμαι στους γάμους σας… στη δεξίωση δεν θα είμαι. Και δεν θα σου λείψω καθόλου, από ‘δω και μπρος θα έχεις τον Μάρκο, τον άντρα σου» της είπε κάποια στιγμή η Ναυσικά. Οι τελευταίες λέξεις, της φάνηκαν πικρές στο στόμα και πήρε γρήγορα ένα σοκολατάκι απ’ τη φοντανιέρα να της φτιάξει τη γεύση. Αμέσως μετά ανασκουμπώθηκε και καταπιάστηκε με τα μπαούλα της.

Όταν μετά το πλοίο διέσχιζε το Αιγαίο, η Ναυσικά με την καρδιά της συντρίμμια, ατένιζε τη θάλασσα και ήξερε πολύ καλά ότι δεν υπήρχε πισωγύρισμα. Γύρισε την σελίδα και ορκίστηκε στους θεούς του ουρανού και της θάλασσας ότι ποτέ πια, ποτέ πια δεν θα όριζε η καρδιά τη ζωή της, ότι κανένας άντρας δεν θα την μάτωνε πάλι. Μόνο στη λογική της θα είχε εμπιστοσύνη πλέον, πουθενά αλλού. Ήταν έτοιμη να ξεκινήσει μια καινούργια ζωή και αισθάνθηκε μάλλον τυχερή που είχε δεύτερη ευκαιρία. Ήταν έτοιμη όμως;

Κλειώ Μαυρουδή

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

One response to “Κύκλοι και Ελλείψεις – 8”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading