Το Βυζαντινό Σύστημα

780 μ.Χ. Κωνσταντινούπολη

Στην ταβέρνα υπήρχε λίγος κόσμος. Δεν ενδιέφερε τον Ζήνωνα βέβαια, ποιοι ήταν γύρω του σ’ αυτό το σικεροποτείο, αλλά δεν είχε κάτι καλύτερο να κάνει. Μερικοί φτωχοί καπηλοδύτες, πελάτες δηλαδή, που φορούσαν φτηνά λινά και μάλλινα ρούχα, χιτώνες λερωμένους, έπιναν κρασί και έτρωγαν χοιρομέρι με άσπρη σάλτσα και πάπια ψητή ή ψάρι με σάλτσα γάρο ή φρούτα -αμφιβόλου ποιότητας όλα. Τους περιστοίχιζαν γυναίκες, οι περιβόητες καπηλίδες, με τους μακριούς τους χιτώνες να ανεμίζουν με χάρη, που τους σερβίριζαν και τους χαμογελούσαν και τους άφηναν να θαυμάζουν τα κάλλη τους. Δυο ιδιαιτέρως κακόφωνοι μουσικοί που τραγουδούσαν στην άλλη άκρη. Ο ταβερνιάρης και η γυναίκα του που ετοίμαζαν τους μεζέδες και τα κρασιά. Το μέρος βρομούσε σάπιο κρέας και φτηνό οίνο. Εδώ δεν σύχναζαν αυτοκράτορες και αυλικοί. Μόνο αποβράσματα, μικρο-εγκληματίες και μη έχοντες.

Ο Ζήνων δεν ανήκε σε καμιά από αυτές τις κατηγορίες. Δεν ήταν βασιλιάς, αλλά ούτε και φτωχός. Ασχολιόταν με διάφορα πράγματα, που του απέφεραν σημαντικά κέρδη. Απλά πράγματα: δολοπλοκίες, ίντριγκες, κατασκοπεία. Αλλά ποτέ φόνους. Όχι ο ίδιος, δηλαδή. Ήταν πρώην δρουγγάριος της βίγλας που ήταν υπεύθυνη για τη φύλαξη των ανακτόρων. Ήξερε από μάχες. Όπως, όμως, γνώριζε και από συνωμοσίες. Είχε κληθεί να προστατέψει τον αυτοκράτορα Λέοντα τον Τέταρτο ουκ ολίγες φορές. Ήταν στην υπηρεσία των αυτοκρατόρων για δέκα χρόνια, από την εποχή του Λέοντα του Τρίτου. Είχε προστατέψει τον προηγούμενο αυτοκράτορα, τον Κωνσταντίνο τον Πέμπτο, από στασιαστές κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του ενάντια στους άπιστους Άραβες. Δυστυχώς, όμως, δεν μπόρεσε να τον σώσει και από τους Βούλγαρους, πέντε χρόνια πριν.
Αλλά έμαθε πολλά εκείνα τα χρόνια. Ο Ζήνων έλεγχε μια ολόκληρη μονάδα πιστών στον αυτοκράτορα στρατιωτών. Τους είχε σε κάθε καίρια θέση εντός των ανακτόρων, ούτως ώστε να εξουδετερώσει κάθε πιθανή απειλή. Ακόμα και τους ευνούχους είχε προσεγγίσει –πολλοί αυλικοί και αξιωματικοί θα έμεναν εμβρόντητοι αν είχαν υπόψιν τους πόσα μάθαιναν οι ευνούχοι. Ήταν καλός στη δουλειά του ο Ζήνων. Αλλά έμαθε πως θα μπορούσε να αξιοποιήσει τα προσόντα του διαφορετικά και να βγάλει και πιο πολλά χρήματα.

Η ιδέα του ήρθε μια μέρα που συζητούσε με τον επικεφαλή μιας μονάδας Βουκελάριων, μισθοφόρων δηλαδή. Είχαν έρθει για να πάρουν εντολές από τον αυτοκράτορα Λέοντα τον Τέταρτο. Αλλά ο διοικητής τους, ο Ευστράτιος, είπε στον Ζήνωνα ότι σκόπευε να πάρει τους καλύτερους άντρες του και να φύγουν από τη δούλεψη του Λέοντα και να κάνει δικές του δουλειές σαν μισθοφόρος –και είχε μάλιστα δύο που του είχαν ανατεθεί. Ο Ευστράτιος είπε στον Ζήνωνα πως θα του χρειαζόταν κάποιος με τις δικές του ικανότητες. Ο Ζήνων το σκέφτηκε. Είχε ακούσει τις φήμες για τους μισθοφόρους που αναμειγνύονταν σε σκευωρίες, οι οποίες απέφεραν πολλά, πολλά έσοδα. Όχι ότι σαν δρουγγάριος δεν απολάμβανε το μισθό του, όμως οι απειλές ήταν υπερβολικά πολλές. Η προοπτική να ζήσει πιο ανεξάρτητος και με λιγότερες έγνοιες τού άρεσε. Έτσι, έδωσε το χέρι του στον Ευστράτιο κι έκτοτε τον ακολούθησε.

Κι εδώ ήταν που ο Ζήνων ευχαρίστησε τον Θεό που δεν είχε γυναίκα και παιδιά να θρέψει. Προτιμούσε να βρίσκεται κρυφά με τις πόρνες των καπηλειών, παρά να παντρευτεί και να γίνει οικογενειάρχης. Γιατί, αν είχε κάνει αυτό το λάθος, δεν θα γυρνούσε τον κόσμο, βλέποντας όμορφα μέρη, πίνοντας θαυμάσια κρασιά και γνωρίζοντας γυναίκες με ασίγαστο πάθος για έρωτα.
Αυτά συνέβησαν μόλις τέσσερα χρόνια πριν.

Ο Ζήνων είχε εξελιχθεί μέσα στην νέα του μονάδα, είχε ανέλθει και ήταν πλέον δεύτερος στην ιεραρχία. Ο Ευστράτιος τού είχε παραχωρήσει πολλές ελευθερίες και τον όρισε υποδιοικητή, με ευθύνη τις όποιες αποστολές είχαν στην Κωνσταντινούπολη, γιατί ο Ζήνων ήξερε πώς να ελιχθεί στους σκοτεινούς της δρόμους.
Εδώ, λοιπόν, στο σικεροποτείο απολάμβανε μερικές χαλαρές στιγμές. Ίσως αργότερα και να προσέγγιζε κάποια από τις καπηλίδες.
Ώσπου είδε την πόρτα να ανοίγει και έναν άντρα με μεταξωτό μανδύα να μπαίνει. Ήταν λεπτός, με μαύρα μαλλιά και δυσανάλογα μακριά άκρα. Ήταν από τα ανάκτορα, αναμφίβολα. Όλοι γύρισαν να τον δουν, να θαυμάσουν τα πλουσιοπάροχα ενδύματα ενός ευνούχου του αυτοκράτορα. Ο οποίος έδειχνε τη δυσαρέσκειά του για το απαίσιο μέρος όπου κάποιος ψηλά στην ιεραρχία τον είχε στείλει.

Ο Ζήνων τον ήξερε. Τον λέγανε Ευμάθιο. Υπάκουος δούλος, κυρίως στην σύζυγο του αυτοκράτορα, την γνωστή Ειρήνη Σαρανταπήχαινα ή Αθηναία.
Αλλά το θέμα ήταν πως ήξερε κι αυτός τον Ζήνωνα. Αυτό δεν ήταν καλό. Θα μπορούσε να μαρτυρήσει την παρουσία του στους στρατιώτες. Ο Ζήνων δεν περίμενε ποτέ να δει κάποιον από τα ανάκτορα σε ένα τέτοιο μέρος. Ο ίδιος τα επισκεπτόταν στα κρυφά όταν ήταν δρουγγάριος, αλλά ήταν ο μόνος που το έκανε. Δεν περίμενε τέτοια δυσάρεστη έκπληξη. Και ιδιαίτερα από έναν ευνούχο, ο οποίος έπρεπε να είναι συνέχεια παρών στα ανάκτορα.

Ακούστηκαν κάποια γέλια, ενώ δυο τρεις θαμώνες έριξαν τα ποτήρια τους προς τον Ευμάθιο, κοροϊδεύοντάς τον. «Τι δουλειά έχεις εσύ εδώ;» και «Φεύγα!» και «Κάτι σου λείπει εσένα. Δεν σε θέλουν οι γυναίκες μας».

Ο Ζήνων έστρεψε το βλέμμα του στο κύπελλο με το κρασί του. Περίμενε. Ήξερε καλά πως ένας ευνούχος δεν μπαίνει σ’ ένα τέτοιο μέρος για γυναικεία παρηγοριά ή για να πιει. Αν και δεν του άρεσε η σκέψη, κάτι του έλεγε πως ο πιστός υπηρέτης της Ειρήνης είχε έρθει εδώ γι’ αυτόν.

Και τότε ο Ευμάθιος εντόπισε τον Ζήνωνα και πράγματι τον πλησίασε. «Ζήνων;» είπε με την δυνατή φωνή που είχε σαν ευνούχος.

Ο Ζήνων τον κοίταξε. «Ευμάθιε», είπε. «Τι σε φέρνει σε αυτό το υπέροχο μέρος;». Έδειξε την καρέκλα απέναντί του, σκεπτόμενος παράλληλα πως θα έπρεπε να γίνει καλύτερος στη δουλειά του απ’ ό,τι ήταν.

Ο Ευμάθιος κάθισε, μη δίνοντας σημασία στις προσβολές που ακούγονταν από όλο το σικεροποτείο. «Έχω μήνυμα για σένα, Ζήνων».
Αν και υποψιαζόταν την απάντηση, ο Ζήνων ρώτησε: «Από ποιον;»

Ο Ευμάθιος έσκυψε μπροστά στο τραπέζι. «Από την σύζυγο του αυτοκράτορα. Έχω μήνυμα από την κυρία μου, την Ειρήνη των Σαραντάπηχων. Επιθυμεί να σας συναντήσει».

Ο Ζήνων δεν μίλησε. Η Ειρήνη Σαρανταπήχαινα ήταν μια πρώτης τάξεως κυρία που, αντίθετα από τον σύζυγό της, αγαπούσε τις εικόνες και είχε πολλές φιλοδοξίες. Αν ήθελε να βρεθεί με τον Ζήνωνα, αυτό σήμαινε πως είχε κάτι στο μυαλό της. Κάτι μη χριστιανικό. Την είχε ακούσει και την είχε δει. Ήταν δυναμική και απρόβλεπτη. Δαίμονας κανονικός. Και δεν τα πήγαινε καλά με τον αυτοκράτορα.

Ο Ευμάθιος είπε: «Επιθυμεί να σας συναντήσει, Ζήνωνα. Τώρα».

Ο Ζήνων δεν ήξερε αν είναι καλή ιδέα να βρεθεί με την Ειρήνη. Λάθος, ήξερε πως δεν είναι καλή ιδέα να τη συναντήσει. Ίσως αν είχε και τους άντρες του μαζί του… Γιατί αυτή μπορεί να ήθελε να τον συλλάβει ή να τον σκοτώσει. Στο κάτω-κάτω, ο Ζήνων είχε εγκαταλείψει το πόστο του. Ήταν προδότης για τον αυτοκράτορα.
Αλλά η Ειρήνη δεν τα πάει καλά με τον Λέοντα, υπενθύμισε στον εαυτό του. Όσοι πρόδιδαν τον αυτοκράτορα ήταν πιθανοί σύμμαχοι για την Ειρήνη.
Όμως, η σκέψη και μόνο να γίνει σύμμαχος της Αθηναίας αηδίαζε τον Ζήνωνα.
«Ζήνων; Πρέπει να φύγουμε. Δεν αρέσει στην κυρία μου να περιμένει».

Ο Ζήνων είπε: «Πού βρίσκεται;»
«Αυτό δεν μπορώ να σας το πω, Ζήνωνα. Όχι εδώ».
«Πού βρίσκεται, Ευμάθιε; Αν δεν μου πεις, δεν θα πάω πουθενά μαζί σου».
Ο Ευμάθιος δυσανασχέτησε.

«Ευμάθιε; Δεν θες να την απογοητεύσεις την κυρία σου. Αν δεν με δει, θα δυσαρεστηθεί. Με εσένα. Δεν το θες αυτό, έτσι δεν είναι;»

Ο ευνούχος ένευσε αρνητικά. Φυσικά και δεν το ήθελε. Ούτε ο Ζήνων θα το ήθελε αν ήταν στη θέση του. Τον λυπόταν λίγο. Η Ειρήνη δεν ήταν ευχάριστος άνθρωπος.
«Οπότε πού μας περιμένει;»
«Εδώ κοντά είναι. Λίγο πριν τον ναό της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολύτριας».

Όντως ήταν κοντά για τον Ζήνωνα. Αλλά ήταν επίσης μακριά για να φέρει και τους στρατιώτες του. Θα έχανε πολύ χρόνο για να τους βρει. Επιπλέον, μάλλον θα είχαν μεθύσει και δεν θα ήταν σε θέση να τον βοηθήσουν αν τα πράγματα έπαιρναν άσχημη τροπή.

Κοίταξε τον Ευμάθιο. «Θα πάμε», του είπε. «Αλλά αν είναι παγίδα, πριν πεθάνω, θα σκοτώσω εσένα, Ευμάθιε. Οπότε αν η κυρία σου θέλει να μου κάνει κάποιο κακό, πες το μου τώρα».

Ο ευνούχος γούρλωσε τα μάτια και κούνησε γρήγορα το κεφάλι του. «Μα όχι, όχι, δεν θέλει να σας βλάψει. Για άλλο λόγο σας θέλει. Δεν μου είπε, όμως δεν είναι παγίδα για εσάς».
Ο Ζήνων τον πίστεψε. Ο Ευμάθιος ήταν υπάκουος, και της Ειρήνης και του φόβου που αυτή ενέπνεε.

Έφυγαν από το σικεροποτείο.

Έπειτα από λίγο, ο Ζήνων είδε μια φιγούρα να στέκει μες στο σκοτάδι. Φορούσε μακρύ μανδύα με εσάρπα και μαντήλι, για να καλύπτει το κεφάλι, ενώ κρατούσε κι ένα μικρό καλάθι. Είχε την πλάτη γυρισμένη προς εκείνους.

Ο Ευμάθιος δεν το είπε, αλλά δεν χρειάστηκε κιόλας. Ο Ζήνων είχε ήδη εντοπίσει και τους τέσσερις κρυμμένους άντρες. Δεν υπήρχε περίπτωση να βγει μια τόσο σημαντική προσωπικότητα εκτός των ανακτόρων χωρίς προστασία.
«Κυρία μου;» είπε ευλαβικά ο Ευμάθιος.

Η γυναίκα γύρισε. Η Ειρήνη Σαρανταπήχαινα, σύζυγος του αυτοκράτορα Λέοντος του Τέταρτου. Χαμογελούσε στον Ζήνωνα. Ήταν ακόμα όμορφη. Αλλά και επικίνδυνη. «Δεν θα υποκλιθείς, Ζήνωνα;» ρώτησε ειρωνικά. Ήξερε πως ο Ζήνων δεν θα υποκλιθεί. Ή απλά δεν ενδιαφερόταν.
«Δεν είμαι πια στη δούλεψη του αυτοκράτορα».
«Όχι, δεν είσαι. Τον πρόδωσες. Γι’ αυτό έστειλα τον Ευμάθιο να σε βρει».
«Πώς μάθατε ότι είμαι εδώ;»
«Με ενημέρωσε ο κύριός σου. Ο Ευστράτιος. Του είχα στείλει μήνυμα προ μερικών μηνών ότι χρειαζόμουν τις υπηρεσίες του και μου είπε πως βρίσκεσαι στην Κωνσταντινούπολη. Μου έδωσε τις λεπτομέρειες που χρειαζόμουν για να σε βρω και ο Ευμάθιος φάνηκε εξαιρετικός στο να τις εφαρμόσει». Κοίταξε φευγαλέα τον ευνούχο που υποκλίθηκε με χάρη. Έπειτα, σοβάρεψε. «Έχω μια αποστολή για σένα, Ζήνων. Θα πληρωθείς πολύ καλά».

Αν είχε ήδη εμπλακεί ο Ευστράτιος, ο Ζήνων δεν μπορούσε να κάνει και πολλά. Έσφιξε τις γροθιές του. Ήταν μια παρηγοριά, βέβαια, που δεν είχε κάνει ο ίδιος κάποιο λάθος όσον αφορά τον εντοπισμό του από την Ειρήνη, όμως κράτησε μια σημείωση στο μυαλό του να ρωτήσει το αφεντικό του για ποιον αναθεματισμένο λόγο δεν τον ενημέρωσε πως είχε έρθει σε επαφή με κάποια τόσο πονηρή και κακοπροαίρετη σαν τη σύζυγο του αυτοκράτορα. «Τι αποστολή;» αρκέστηκε να ρωτήσει.
Η Ειρήνη τον κοίταξε κατάματα. «Θέλω να σκοτώσεις τον Λέοντα».

Ο Ζήνων γέλασε. «Θέλετε να…». Είδε όμως πως η Ειρήνη δεν γελούσε. «Ξέρετε τι μου ζητάτε; Αντιλαμβάνεστε πόσο σοβαρό είναι αυτό που είπατε;»
«Ναι, Ζήνωνα. Θέλω να σκοτώσεις τον σύζυγό μου. Είσαι προδότης. Είσαι η πιο ασφαλής επιλογή για μένα. Δεν πρέπει να συνδεθεί το όνομά μου με αυτό το φόνο».

Φυσικά και δεν θέλεις. «Δεν σκοτώνω, κυρά. Δεν κάνω τέτοιες δουλειές».
«Αλλά έχεις ανθρώπους που κάνουν τέτοιες δουλειές. Έχω ακούσει για τη μονάδα που έχει σχηματίσει ο Ευστράτιος. Κάνετε όλων των ειδών τις δουλειές, και πολύ καλά μάλιστα».
Ο Ζήνων δεν μίλησε. Το παιχνίδι στο οποίο ήθελε να τον εμπλέξει η Ειρήνη, με τις ευλογίες του Ευστράτιου, ήταν στην καλύτερη περίπτωση ριψοκίνδυνο.

Η Ειρήνη πήρε ένα δισάκι από το καλάθι που κρατούσε και το έδωσε στον Ζήνωνα. «Μια μικρή απόδειξη του τι μπορώ να σου προσφέρω».

Ο Ζήνων δίστασε, μα το πήρε. Ήταν βαρύ. Έλυσε το λουρί του και κοίταξε. Χρυσά νομίσματα, πολλά χρυσά νομίσματα. Στο μυαλό του Ζήνωνα πέρασε η περίπτωση του Ιούδα του Ισκαριώτη. Ένα τέτοιο πουγκί θα του έδωσαν οι Ιουδαίοι για να προδώσει τον Ιησού. Εντάξει, δεν ήταν το ίδιο πράγμα ακριβώς, δεν μπορούσε καν να συσχετιστεί ο Ιησούς με τον Λέοντα, αλλά το σκεπτικό των δύο υποθέσεων ήταν παρόμοιο. Κάτι που προκαλούσε στον Ζήνωνα επιπλέον δυσφορία, γιατί είχε υπηρετήσει τον Λέοντα κάποτε και τον είχε προδώσει ήδη μία φορά.
«Αφορολόγητα, φυσικά», συνέχισε η Ειρήνη, αν και δεν χρειαζόταν. Προφανώς και θα ήταν αφορολόγητα. Δεν ήθελε να γίνει γνωστό πού ξοδεύτηκαν.
«Θέλετε», είπε ο Ζήνων, «να σκοτώσω τον σύζυγό σας. Τον καλύτερα προστατευόμενο άνθρωπο σ’ όλη την αυτοκρατορία».
«Αυτό είναι που σου ζητώ. Και μετά θα σε πληρώσω αδρά». Έδειξε το δισάκι. «Δε νομίζω να υπάρχει πρόβλημα, Ζήνων».

Ο Ζήνων δεν είχε πολλές επιλογές. Δεν ήθελε να μπλέξει με μια δολοπλόκα σαν την Ειρήνη Σαρανταπήχαινα, αλλά αν μάθαινε ο Ευστράτιος ότι απέρριψε μια τόσο προσοδοφόρα αποστολή, θα εκνευριζόταν πολύ. Όσο είχε τσαντιστεί ο ίδιος ο Ζήνων μαζί του που δεν τον ενημέρωσε έγκαιρα γι’ αυτή την υπόθεση.
«Λοιπόν;» τον ρώτησε.

Ο Ζήνων την κοίταξε. Ένιωσε το βάρος των νομισμάτων στη χούφτα του. Αυτή η γυναίκα θα έκανε τα πάντα για να πάρει την εξουσία. Αν δεν ήταν ο Ζήνων, θα ήταν κάποιος άλλος. Κάποιος εικονόφιλος, ίσως. Ο Λέων δεν θα τη γλίτωνε. Υπήρχαν πολλοί μισθοφόροι που θα δέχονταν να κάνουν τη δουλειά. Οι περισσότεροι πιθανότατα θα αποτύγχαναν, ακόμα και ο Ζήνων μπορούσε να αποτύχει και να πεθάνει ο ίδιος και οι στρατιώτες του –αφού βασανίζονταν πρωτύτερα. Αλλά τα λεφτά ήταν εξαιρετικά. Και ένας μισθοφόρος πληρώνεται κάνοντας ό,τι του ζητήσει ο εργοδότης του. Αν έλεγαν όχι σε κάθε αποστολή που ήταν πολύ επικίνδυνη, η μονάδα θα διαλυόταν. Χρειάζονταν τέτοιες δουλειές και τόσα πολλά χρήματα. Ακόμα και αν προέρχονταν από την Ειρήνη την Αθηναία. Ακόμα και αν σου δημιουργούσαν τις ίδιες τύψεις που είχε ο Ισκαριώτης μετά την προδοσία του.
Ένευσε. «Εντάξει. Θα φροντίσω να γίνει η δουλειά».
«Ωραία», χαμογέλασε η Ειρήνη. «Ωραία. Ήξερα ότι μπορώ να βασιστώ πάνω σου. Φρόντισε να γίνει σωστά και θα ανταμειφθούν οι κόποι σου και με το παραπάνω».

Κι εκεί χώρισαν οι δρόμοι τους. Προσωρινά.

Καθώς την έβλεπε να απομακρύνεται με τη συνοδεία της, ο Ζήνων αναρωτήθηκε τι πήγαινε να κάνει. Πού έμπλεκε. Με ποιον έμπλεκε. Είχε συναντήσει ξανά ανθρώπους σαν την Ειρήνη, αλλά ποτέ δεν ήταν ιδιαίτερα κοντά με το αντικείμενο της εκάστοτε δουλειάς –εν προκειμένω, με τον Λέοντα. Δεν είχε νιώσει άσχημα μέσα του από τότε που έφυγε από το στρατό και συμμετείχε σε σκοτεινές υποθέσεις. Αυτοί οι συλλογισμοί ήταν κάτι καινούργιο για τον Ζήνωνα.
Αλλά μετά κοίταξε το δισάκι και θυμήθηκε. Ήταν μισθοφόρος πλέον, τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Οι πολλές σκέψεις δεν βοηθούσαν.

Ο Ζήνων μίλησε στους άντρες του την επόμενη μέρα. Κατέστρωσαν το σχέδιο, έπειτα από πολλές διαφωνίες και αψιμαχίες. Δεν συμφωνούσαν μαζί του. Ήταν επικίνδυνο, είπαν. Παράτολμο. Ο Ευστράτιος δεν θα έκανε ποτέ κάτι τέτοιο.
Όμως, η απόφαση ουσιαστικά είχε παρθεί. Ο Ζήνων, άλλωστε, ήταν ο ανώτερός τους. Ο Ευστράτιος τον εμπιστευόταν και οι άντρες του έπρεπε να τον εμπιστευτούν κι αυτοί. Στο κάτω-κάτω, δεν τους είχε απογοητεύσει ποτέ. Η Ειρήνη είχε δίκιο όταν έλεγε πως η μονάδα κάνει καλά τις δουλειές της.

Τρεις μέρες μετά, το σχέδιο μπήκε σε εφαρμογή. Ο Ζήνων έντυσε έναν από τους άντρες του σαν ευνούχο. Το καλό με τους μισθοφόρους ήταν πως, κινούμενοι μεταξύ ανακτόρων και σικεροποτείων, ανάμεσα σε μεθυσμένους βασιλείς και ψεύτες γυρολόγους, μπορούσαν να βρουν ό,τι χρειάζονταν -από όπλα, μέχρι μεταξωτούς μανδύες.
Ο άντρας χρειάστηκε μόλις μία μέρα. Όταν επέστρεψε σώος και αβλαβής, είπε στον Ζήνωνα και τους άλλους πως είχε καταφέρει να εισέλθει στα δωμάτια του αυτοκράτορα, να βρει το κύπελλο με το κρασί του και να ρίξει το δηλητήριο. «Το μόνο δύσκολο ήταν να με περάσουν και οι άλλοι ευνούχοι για δικό τους», αστειεύτηκε. Αλλά είπε ότι βρήκε τον τρόπο.

Ο Ζήνων συναντήθηκε ξανά με τον Ευμάθιο το ίδιο βράδυ που ανακοινώθηκαν τα νέα του θανάτου του αυτοκράτορα –περιττό να ειπωθεί πως όλη η Κωνσταντινούπολη είχε αναστατωθεί. Ο ευνούχος ήταν μαζί με άλλους δύο άντρες και κουβαλούσαν βαριά σακιά, αντί για δισάκια ή πουγκιά. Η Ειρήνη είχε μείνει πολύ ικανοποιημένη, κατά τα φαινόμενα. Ο Ζήνων σιγουρεύτηκε πως μέσα υπήρχαν χρυσά νομίσματα και αποχαιρέτησε τον Ευμάθιο.

Την επομένη ο Ζήνων και μερικοί από τους άντρες του έφυγαν από την Πόλη –ήθελε να ανακοινώσει ο ίδιος την επιτυχία του στον Ευστράτιο και να του δείξει τα πλουσιοπάροχα λάφυρα. Αλλά θα γυρνούσαν σύντομα. Όλο και κάποια άλλη δουλειά θα προέκυπτε –γι’ αυτό άλλωστε άφησε πίσω τους υπόλοιπους.

Μετά από δύο μέρες έφτασαν στ’ αυτιά του τα νέα: ο αυτοκράτορας Λέων ο Τέταρτος ήταν ζωντανός και είχε επικηρύξει την σύζυγό του, Ειρήνη των Σαραντάπηχων, για συνωμοσία εναντίον του. Όλος ο κόσμος στην Πόλη την κυνηγούσε.

Ο Ζήνων πολύ το χάρηκε. Δεν τη συμπαθούσε καθόλου. Γι’ αυτό και της έπαιξε ένα πολύ άσχημο παιχνίδι. Το δηλητήριο που έριξε ο δικός του στο κύπελλο του Λέοντα δεν ήταν θανατηφόρο, αλλά απλά ένα αναισθητικό. Τον έριξε σε βαθύ ύπνο. Όμως, νωρίτερα, ο στρατιώτης του Ζήνωνα είχε μιλήσει με τον αυτοκράτορα και του μαρτύρησε τα πάντα. Ο Λέων τον αντάμειψε πλουσιοπάροχα, δίνοντάς του δύο σακιά με χρυσά νομίσματα –αφορολόγητα, φυσικά.

Έτσι ο Ζήνων πέτυχε ταυτόχρονα τέσσερις στόχους: από τη μια, πληρώθηκε και από τις δύο πλευρές (και από την Ειρήνη και από τον Λέοντα). Από την άλλη, έβαλε την Ειρήνη σε μια εξαιρετικά δυσμενή θέση, από την οποία δύσκολα θα γλίτωνε –αν γλίτωνε, δηλαδή. Ακόμα, είχε ξανά την εύνοια του αυτοκράτορα, μιας και ουσιαστικά απέτρεψε τη δολοφονία του. Και τέλος, μπορούσε πλέον να ξεχάσει τον Ιούδα –κάτι που έκανε.

Ο Ευστράτιος, έχοντας μεθύσει κιόλας, δεν σταμάτησε να γελάει όταν έμαθε τα νέα από τον αγγελιαφόρο, ενώ έταξε στον Ζήνωνα μεγαλύτερες εξουσίες στο μέλλον. Του το όφειλε, τόσα λεφτά του έφερε.
«Και θύμισέ μου να μην σε κάνω εχθρό μου», τόνισε.

Ο Ζήνων σήκωσε το ποτήρι του. «Αυτό είναι το Βυζαντινό σύστημα, Ευστράτιε. Ποτέ δεν ξέρεις ποιος θέλει να σε ξεφορτωθεί. Αν και συνήθως αυτός ο κάποιος μοιράζεται το ίδιο κρεβάτι με σένα». Ήπιε λίγο από το κρασί του. «Αλλά μην ανησυχείς. Δεν κοιμόμαστε στο ίδιο κρεβάτι».
«Αυτό έλειπε».

Ο Ζήνων θυμήθηκε την ερώτηση που τον είχε προβληματίσει εξ αρχής στην παρούσα υπόθεση. «Ευστράτιε, γιατί δεν μου είπες πως ήρθες σε επαφή με την Ειρήνη των Σαραντάπηχων;»

Ο Ευστράτιος έκανε ένα αόριστο νεύμα. «Η υπόθεση κύλησε καλά, Ζήνων. Ας μην ασχολούμαστε με λεπτομέρειες».
«Είναι σημαντική λεπτομέρεια, Ευστράτιε. Βρέθηκα απέναντι στη χειρότερη γυναίκα του Βυζαντίου. Θα μπορούσε να με σκοτώσει. Ή χειρότερα, να με φυλακίσει».
«Αλλά δεν το έκανε, έτσι;»
«Το θέμα είναι πως δεν με ενημέρωσες, Ευστράτιε. Όφειλες να μου το πεις».

Ο Ευστράτιος κοίταξε τον Ζήνωνα. Σήκωσε τα χέρια, σε ένδειξη παραίτησης. «Εντάξει, έχεις δίκιο. Δεν στο είπα. Αλλά, προς υπεράσπισή μου, ήμουν σίγουρος πως θα τα καταφέρεις. Και είχα δίκιο. Τα πήγες περίφημα, πολύ καλύτερα απ’ ό,τι θα τα κατάφερνα εγώ ή οποιοσδήποτε άλλος. Τους ξέρεις καλά εκεί στην Κωνσταντινούπολη».

Ο Ζήνων πήγε να πει κάτι, αλλά ο Ευστράτιος τον πρόλαβε: «Έλα, πρέπει να το γιορτάσουμε, φίλε μου. Τόσο χρυσό πήραμε». Γέμισε τα ποτήρια και των δυο τους μέχρι πάνω. Σήκωσε το δικό του προς τον Ζήνωνα. «Θα πιούμε στην υγειά σου, Ζήνων. Στην υγειά του καλύτερου μισθοφόρου!»
Ο Ζήνων χαμογέλασε και τσούγκρισε το ποτήρι του με του Ευστράτιου.

Καθώς έπιναν, τον κοιτούσε με την άκρη του ματιού του.
Και σκεφτόταν πως στο μέλλον ίσως θα έπρεπε να γίνει αυτός ο αρχηγός της μονάδας. Ο Ευστράτιος είχε μετατραπεί σ’ έναν από εκείνους τους μαλθακούς στρατιωτικούς που θέλουν κρασί και γυναίκες, τη στιγμή που οι κατώτεροι κάνουν τη βρόμικη δουλειά. Αυτός δεν είναι σωστός τρόπος διαχείρισης μιας ομάδας που μπλέκει σε σκάνδαλα υψηλών προδιαγραφών. Που έρχεται αντιμέτωπη με ανθρώπους που έχουν εξουσίες επί εξουσιών.

Ο Ευστράτιος είχε αλλάξει προς το χειρότερο και ο Ζήνων έπρεπε να σκεφτεί το καλό το δικό του και των υπόλοιπων αντρών. Αν ο τωρινός αρχηγός τους δεν γινόταν ξανά ο παλιός, καλός εαυτός του, αν παρέμενε εχθρός του Ζήνωνα και των λοιπών στρατιωτών -γιατί είχε γίνει εχθρός τους, άσχετα αν δεν το είχε καταλάβει-, θα απομακρυνόταν. Δηλαδή, θα πέθαινε και το πτώμα του θα εξαφανιζόταν από προσώπου γης. Γρήγορα και χωρίς περαιτέρω σκέψεις περί προδοσιών και άλλων συναφών. Δεν τίθεντο τέτοιο ζήτημα εδώ.
Ο Ευστράτιος θα έβρισκε τον μπελά του, αν δεν άλλαζε.
Από τον Ζήνωνα και τους άλλους της μονάδας του.
Από τους δικούς του άντρες.
Άλλωστε, ποτέ δεν ξέρεις ποιος θέλει να σε ξεφορτωθεί.
Γιατί αυτό είναι το Βυζαντινό σύστημα.

Τάκης Κομνηνός

——————————————————————————————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Στο κείμενο αξιοποιούνται ιστορικά στοιχεία και πραγματικές τοποθεσίες, αλλά αυτό γίνεται κατά τρόπο μυθιστορηματικό.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/TheBluez.gr.
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/category/anastkom/.
Και στον ακόλουθο συνδέσμου όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/serials/.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading