Ποτέ δεν είναι αργά!

Έσφιξε την ρόμπα πάνω της καθώς τον παρατηρούσε που ντυνόταν. Κάθισε στο μπουντουάρ και άναψε τσιγάρο. Από τον καθρέπτη έβλεπε τον Παντελή να κουμπώνει το παντελόνι του. Δίπλα το σιδερένιο ντιβάνι ανάκατο να μαρτυρά την αποστολή του, φτερά και καπέλα ολόγυρα και ένα βοηθητικό παραβάν που χρησιμοποιούσε να συμμαζεύεται περιμένοντας τον επόμενο πελάτη.

Ο Παντελής πήρε το σακάκι στο ώμο και την φίλησε στοργικά στο κεφάλι. Τον κοίταξε σαν αδέσποτο κουτάβι για μια στιγμή, ανασηκώνοντας το βλέμμα και φυσώντας τον καπνό του τσιγάρου στο πλάι.
«Σκέψου αυτά που σου είπα Καλλιόπη. Θα έρθω πάλι μεθαύριο να μου πεις την οριστική σου απάντηση»
«Παντελή;» τον φώναξε πριν φύγει από το δωμάτιο η Καλλιόπη. Ο Παντελής γύρισε με την πλάτη στην πόρτα κοιτώντας την με απορία.
«Πώς γίνεται να μην σε ενοχλεί η δουλειά που κάνω;»
«Με ενοχλεί… απλά δεν την υπολογίζω σαν εμπόδιο να σε πάρω γυναίκα μου. Αν όμως το έβαλες στο νου να με πάρεις, άλλος δεν θέλω πια να μπει σε αυτή την κάμαρα, μέχρι να έρθεις σπίτι μου»

Την κοίταξε ευθεία στα μάτια, έβαλε το καπέλο του και ανοίγοντας την πόρτα χαιρέτησε την μαντάμ και τον Νικολάκη. Η Καλλιόπη βγήκε από το δωμάτιο κλαμένη, πέφτοντας στην αγκαλιά της Κατίνας.
«Τι είναι; Σε χτύπησε;»
«Όχι, όχι! Ο Παντελής ποτέ!»
«Τότε τι είναι μαρή και κλαις; Σε βλέπει και το παιδί. Νικολάκη μου, άντε μωρό μου στη αυλή να παίξεις και θα σε φωνάξω όταν το φαγητό είναι έτοιμο. Άντε μωρό μου εσύ» τον κανακέψε η Κατίνα και ο μικρός αγέλαστος, με μάτια φλογερά, κοίταξε την Καλλιόπη και βγήκε στην αυλή.

«Σκουπίσου! Έρχεται και πελάτης. Όρεξη έχει να βλέπει τα μούτρα σου πρησμένα από το κλάμα, λες και δεν έχει δυστυχίες ο κόσμος! Θα βλέπει και εσένα! Λέγε… τι έγινε;» την ρώτησε η μαντάμ Κατίνα σκασμένη
«Μου ζήτησε να τον παντρευτώ Κατίνα… Εγώ, η ξεπεσμένη να παντρευτώ τον νοικοκύρη, τον τίμιο. Πώς θα μπορούσα;»
«Ναι… τίμιος, αλλά στο σπίτι μας δεν ντρέπεται να μπει, όπως και όλοι τους! Ξεστραβώσου μωρή, τι είναι αυτά που λες; Μια χαρά γυναικάρα είσαι, δυο μέτρα, όμορφη, ξέρεις και από τ’ άλλα, αυτά που τρελαίνουν τους άνδρες, γιατί να μην σε θέλει; Μετά είναι και ο Νικολής, δεν το λυπάσαι το παιδί, να βλέπει να μπαινοβγαίνουν άνδρες στην κάμαρά σου; Πληγώνεται και αυτό. Προχθές με ρώταγε γιατί έρχονται τόσοι άνδρες στο σπίτι μας»
«Τι του είπες; Του μίλησες;»
«Τι να πω στο μωρό; Για χαζή με έχεις; Του είπα ότι είναι φίλοι σου, πώς έχει η κυρά Σουλτάνα απέναντι φίλες, έτσι και η μάνα σου έχει φίλους. Αυτό του είπα! Είναι όμορφη γυναίκα, την θαυμάζουν, έρχονται να την δουν οι άνδρες από κοντά και πληρώνουν για την ομορφιά της, όπως πληρώνουν την κυρά Σουλτάνα να λέει τον καφέ»

«Και σε πίστεψε Κατίνα ο Νικολάκης;»
«Με πίστεψε, αλλά για λίγο. Μεγαλώνει το παιδί, σε λίγο θα γίνει άντρας. Γι’ αυτό σου λέω Καλλιόπη, ξεστραβώσου και πάρε τον Παντελή, μια χαρά άνθρωπος είναι, το κομπόδεμά του το έχει, κιμπάρης είναι, πάντα αφήνει παραπάνω, σοκολάτες για το παιδί λέει, τίποτα δεν του λείπει. Εκτός και αν….»
«Τι; Εκτός και αν, τι;» την κοιτάζει απορημένη η Καλλιόπη.
«Ε να τώρα, εμείς είμαστε και εργάτριες του έρωτα, μαστόρισσες σαν να λέμε. Μήπως ο λεγάμενος δεν σου κάνει κέφι; Μήπως δεν έχει τα προσόντα τέλος πάντων… με εννοείς;»

«Κατίνα, τι είναι αυτά που λες; Ντράπου λίγο, μια χαρά είναι ο άνθρωπος!»
«Ε μα, να με τρελάνεις θες; Τι το σκέφτεσαι τότε μάνα μου; Αφού σε θέλει, πάρε τον να τελειώνεις με όλα. Θα τον φροντίζεις, θα τον συμμαζεύεις, θα του φτιάχνεις και ένα φαγάκι και όλα καλά. Και αν ζητήσει και μωρό να του κάνεις. Να φύγετε από εδώ, να πάτε αλλού να μείνετε να μην έχεις καμιά σκοτούρα, καμιά κουτσομπόλα στο κεφάλι σου. Πήγαινε τώρα συμμαζέψου και τα σκέφτεσαι μετά. Άντε γιατί θα έρθει ο πάτερ»
«Να μας αγιάσει θα έρθει; Δεν μου το είπες να κατεβάσω το φόρεμα από την ναφθαλίνη»
«Άσε το φόρεμα και πλύσου, στην κάμαρά σου θα έρθει»

Η Καλλιόπη την κοίταξε με απορία. Άνδρες! Εκείνη πουλάει αυτό που θέλουν, δεν πρέπει να διαμαρτύρεται. Τουλάχιστον πληρώνεται και έχει ένα μέρος να μείνει και αυτή και το παιδί της, άλλες πεθαίνουν στο πεζοδρόμιο, έχει καλούς πελάτες, τον γιατρό, τον δήμαρχο, τον δικηγόρο του χωριού και τώρα και ο παπάς. Ο παπάς που αρνήθηκε να βαπτίσει το παιδί της, θα έρθει σήμερα στην κάμαρά της! Πού να ήξερε και αυτός, δεν αρνήθηκε μόνο σε εκείνη, αλλά και στον πατέρα του παιδιού, τον δήμαρχο. Ένα σινάφι όλοι τους, ξεδιάντροποι και άνανδροι, κρύβονται από τις γυναίκες τους, έρχονται στις σκιές μην και τους δει κάνα μάτι να περνούν το κατώφλι της. Και όταν γδύνονται, είναι ανθρωπάκια. Πάνω της βγάζουν τα ερωτικά απωθημένα τους, της ζητούν αυτά που δεν μπορούν να κάνουν με τις καθωσπρέπει γυναίκες τους. Και μετά, όταν ξεδιψάσουν την υπεροψία τους, την πληρώνουν με τουπέ, σαν να είναι το σκουπίδι τους. Εκείνη! Εκείνη που λίγα λεπτά πριν αποθέωναν, εκείνη που αν μετρηθεί με τις γυναίκες τους, είναι αγνή και αθώα στην ψυχή, δεν μιλά για κανέναν με άσχημο τρόπο, δεν κουτσομπολεύει, δεν κρίνει.
«Κατίνα… Θα τον πάρω τον Παντελή. Πες στον Νικολάκη να ετοιμαστεί, θα πάμε να γνωρίσει τον πατέρα του!»
«Στον παπά τι να πω;»
«Πες του να ετοιμαστεί για γάμο. Κουμπάρος θα είναι ο δήμαρχος!»

Η Καλλιόπη και ο Παντελής παντρεύτηκαν με δόξα και τιμή, τα έξοδα του γάμου ανέλαβε ο κουμπάρος. Ο γιατρός, ο δικηγόρος και ο παπάς ανέλαβαν να αγοράσουν σπίτι στην Αθήνα για το νιόπαντρο ζευγάρι και με τις γνωριμίες τους να βρουν και μια καλή δουλειά στον Παντελή. Ο Νικολάκης πήγε σχολείο στην Αθήνα και κατάφερε να περάσει στο Πανεπιστήμιο δικηγόρος, τα έξοδα ανέλαβε ο δήμαρχος πατέρας του, με την προϋπόθεση να μην μάθουν στο χωριό πως το παιδί είναι δικό του. Όσο για την Κατίνα, έμεινε στο σπιτάκι να καπνίζει και να γελά με την Σουλτάνα την γειτόνισσα «Βρε τι καλά που τα κατάφερε η Καλλιόπη μας! Πες ρε Σουλτάνα τα νέα του χωριού, θα χωρίσει τελικά ο δήμαρχος; Τα ‘μαθε τα χαΐρια του η γυναίκα του ή όχι ακόμα;».

Ελένη Ρέγγα

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading