Ο Νίκος είναι ο άνθρωπος που δε ρώτησε ποτέ γιατί. Ποτέ δεν είπε «γιατί σε μένα;», επειδή αυτό σήμαινε «γιατί όχι σε κάποιον άλλον;». Ό,τι ερχόταν στην ζωή του, ερχόταν για κάποιο λόγο και το έλυνε γρήγορα και αποτελεσματικά. Δεν ήταν μόνο θέμα ταπεινότητας, απλά σιχαινόταν το δράμα, την γκρίνια και τις περίπλοκες σκέψεις.
Έτσι πορευόταν και έτσι μάθαινε και τον γιο του. Η μάνα του τους παράτησε όταν ο Στέφανος ήταν δύο ετών. Ο Νίκος έμεινε μόνος με το παιδί σε μια τρυφερή ηλικία που χρειαζόταν εντατική φροντίδα και ενασχόληση. Μέχρι να πάει σχολείο τον είχε μαζί του, να τριγυρνάει στα χωράφια και σε όλες τις δουλειές πήγαιναν παντού μαζί. Ούτε γυναίκα άγγιξε μέχρι τότε. Κάποιοι χωριανοί περιπαικτικά του έλεγαν: «Η άλλη ολομέθυστη βγάζει τα μάτια της μες το δρόμο κι εσύ δεν μπορείς να το κάνεις, που το παιδί κοιμάται σε άλλο δωμάτιο; Να μονάσεις στο χωριό θες;». Ο Νίκος έκλεινε τα αυτιά του σε όλα, δεν ήθελε να ακούει για αυτήν, την είχε ξεγράψει. Έκανε την επιλογή του και ήταν ανένδοτος. Γυρνούσε περήφανος στο χωριό με το κεφάλι ψηλά σαν να μην σερνόταν ο σταυρός του ξωπίσω του. Η αλήθεια είναι ότι ήταν ευτυχισμένος. Ένιωθε ευγνωμοσύνη ν’ ανοίγει κάθε μέρα τα μάτια του και να βλέπει τον γιο του να μεγαλώνει, αυτό του έφτανε.
Τα χρόνια πέρασαν και ο Στέφανος φοιτούσε πλέον στην πρώτη τάξη του Λυκείου. Είχε γίνει ένας υπέροχος και ευγενικός νεαρός που πάντα βοηθούσε όποιον είχε ανάγκη, στα χνάρια του πατέρα του. Ένα απόγευμα που σχόλασε από το φροντιστήριο, πήρε το δρόμο για τη στάση του λεωφορείου και όπως πάντα έκοψε δρόμο από τα στενά. Τότε είδε κάτι που δεν είχε ξαναδεί ποτέ στην ζωή του και τον έκανε να κοκαλώσει. Ένας νέος προσπαθούσε να τραβήξει μια διάφανη τσάντα από έναν κάδο σκουπιδιών. Την έσκισε και πήρε από μέσα ένα μισοφαγωμένο σάντουιτς. Ο Στέφανος σάστισε, γιατί η πόλη δεν είχε άστεγους και δεν είχε ξαναδεί κανέναν μπροστά του. Κόλλησε και δεν ήξερε πώς να τον προσεγγίσει, τι να του πει. Το να φύγει δεν ήταν επιλογή.
«Ε, φίλε, χρειάζεσαι κάτι;» πλησίασε και έβγαλε την τσάντα από τους ώμους, την στήριξε στο γόνατο και έβγαλε ένα μπουκάλι νερό και το πορτοφόλι του. Το μπουκάλι ήταν κλειστό και γεμάτο, το πορτοφόλι είχε μέσα ένα δεκάλεπτο.
«Φτου! Τζίφος!», είπε ο Στέφανος.
«Δεν πειράζει…», ντράπηκε ο νέος και έκρυψε το σάντουιτς στην τσέπη του. Πήρε διστακτικά το μπουκάλι με το νερό κοιτώντας γύρω του.
«Με λένε Στέφανο. Εσένα;»
«Μάνο, ευχαριστώ για το νερό», είπε και έκανε να φύγει βιαστικά.
«Ώπα, στάσου, γιατί τόση βιασύνη; Πού πας, πού μένεις;»
«Εδώ και εκεί», σήκωσε τους ώμους και κοίταξε ξανά γύρω του. Δεν ήθελε να τον δουν.
«Κάτσε, εννοείς στον δρόμο; Τι λες; Δεν γίνεται αυτό!», έβγαλε το κινητό του, αλλά είδε ότι είχε κλείσει από μπαταρία. «Έλα πάμε», επέμεινε να φύγουν μαζί.
«Όχι, ξέχνα το, άσε που θα βρεις και κανένα μπελά από τους δικούς σου»
«Ο μπαμπάς μου είναι πολύ εντάξει τύπος. Πάμε μην χάσουμε το τελευταίο λεωφορείο»
Μερικά λεπτά μετά, ο Στέφανος παρακαλούσε τον οδηγό να τους πάρει και να βρουν μια λύση για το εισιτήριο.
«Δεν είναι το εισιτήριο, αλλά τα ρούχα του είναι σκισμένα και βρωμάνε».
Τα παιδιά πήραν το δρόμο για το χωριό με τα πόδια. Σε όλη τη διαδρομή δεν σταμάτησαν να συζητούν και να γελάνε. Πήγαιναν αργά και είχε πλέον νυχτώσει και τους έμενε άλλο ένα χιλιόμετρο για το σπίτι.
«Στέφανε, εσύ είσαι; Τι κάνεις καλέ εκεί; Με τα πόδια γιαγιέρνεις;» σταμάτησε ένα αγροτικό δίπλα τους.
«Χάσαμε το λεωφορείο, κύριε Γιάννη».
«Άντε, ανεβείτε στην καρότσα. Ο ξανθός ποιος είναι;»
«Φίλος μου, ευχαριστούμε».
«Αχ, αυτά τα νιάτα. Κι εγώ στην ηλικία σας μαλωμένος ήμουνα με το νερό».
Ο Νίκος είχε αρχίσει ήδη να παίρνει τηλέφωνα και πετάχτηκε από την καρέκλα όταν άκουσε το αγροτικό να σταματάει έξω από το σπίτι.
«Μπαμπά, μη θυμώσεις!», έτρεξε κοντά του ο Στέφανος.
«Γιάντα να θυμώσω, μικρέ; Ανησύχησα που γύρισα από το χωράφι και δεν σε βρήκα. Δεν είσαι συνηθισμένος να αργείς. Και ποιος είσαι εσύ του λόγου σου;» έβαλε τα χέρια στη μέση και περίμενε την απάντηση κοιτώντας τον εξονυχιστικά από την κορυφή ως νύχια.
«Είμαι ο Μάνος, κύριε».
«Ετών;»
«Μπαίνω στα 18, κύριε».
«Ε, τότε να φέρω δυο μπύρες! Πρώτα όμως πήγαινε πάνω να κάνεις ένα μπάνιο, ο στάβλος μου μυρίζει πιο ωραία. Μικρέ, βρες δύο ρούχα να του δώσεις κι εγώ θα στήσω το τσικάλι», μοίρασε δίκαια τις δουλειές.
«Για πες τώρα που συμμαζεύτηκες, τι σου συνέβη;».
Ο Μάνος είχε μόλις τελειώσει όλη τη γαβάθα με τη ζεστή σούπα και άρχισε να τους εξηγεί ότι ζούσε στο εξωτερικό με τους Έλληνες γονείς του, οι οποίοι τον υιοθέτησαν όταν ήταν τριών. Φοίτησε σε ελληνικό σχολείο και μιλούσε άπταιστα ελληνικά. Οι γονείς του ήταν πολύ αυστηροί και σκληροί άνθρωποι, όμως εκτιμούσε ότι του πρόσφεραν όλες τις ανέσεις που δεν θα είχε αλλιώς στην ζωή του. Είχανε έρθει για διακοπές στο νησί και ενώ έκαναν βόλτα με το αυτοκίνητο, μια μεθυσμένη οδηγός τους τράκαρε. Η οδηγός ήταν στο νοσοκομείο σε κώμα, η μάνα του πέθανε επί τόπου και ο πατέρας του ήταν και αυτός ένα μήνα στο νοσοκομείο, αλλά τελικά πέθανε. Εκείνος γλίτωσε με ένα σπασμένο πόδι που ακόμα δεν το πατούσε καλά. Ήταν μεγάλο σοκ που από τη μια στιγμή στην άλλη τα έχασε όλα και όταν βγήκε από το νοσοκομείο δεν ήξερε τι να κάνει, πού να πάει. Προσπάθησε να βρει μια βοήθεια με τις υπηρεσίες και τον δήμο, μα αφού δεν υπήρχαν άστεγοι, δεν υπήρχαν ούτε αντίστοιχες δομές. Μπορούσαν μόνο να κανονίσουν την μετάβαση στην χώρα του. Να γυρίσει πίσω όμως δεν ήθελε, τι να έκανε μόνος εκεί; Άκουγε από μικρός για την Ελλάδα και ειδικά για το νησί και το αγαπούσε πολύ. Θα έψαχνε για δουλειά μόλις το πόδι του γινόταν καλύτερα και θα έκανε μια νέα αρχή. Εν τω μεταξύ κάπου θα έβρισκε ένα καταφύγιο.
«Ήμουν τυχερός που τους είχα στην ζωή μου, αν και ήταν αυστηροί άνθρωποι», σκούπισε με την πετσέτα τα μάτια του. «Πίστευαν ότι αυτό ήταν αγάπη. Δεν τους κατηγόρησα ποτέ. Στην τελική αυτά που είχα μέχρι τώρα, δεν τα είχα και χτες. Απλά πρέπει να το πάρω απόφαση γρήγορα και να σταθώ στα πόδια μου, να κάνω μια νέα αρχή».
«Εσύ θα κάνεις καλή παρέα με τον μπαμπά μου. Είστε της ίδιας τακτικής», παρατήρησε ο Στέφανος.
«Λοιπόν, το είχα ακούσει αυτό το δυστύχημα. Συλλυπητήρια παιδί μου, να ζήσεις να τους θυμάσαι. Αυτά για απόψε, πάμε τώρα να θέσουμε γιατί αύριο έχουμε πρωινό ξύπνημα και έχει ο Θεός».
Την επόμενη μέρα, ο Νίκος πήγε τον Μάνο στους στάβλους, τον Στέφανο στο σχολείο και εκείνος κατέβηκε στο κέντρο. Πήγε στο καφενείο που ήταν δίπλα από το φροντιστήριο του γιου του, μπήκε μέσα και άρχισε τις ερωτήσεις.
«Πώς δεν έγινε σούσουρο ότι έχουμε άστεγο στην πόλη; Γιατί έψαχνε στα σκουπίδια να φάει; Ποιος είδε το κοπέλι και δεν το βοήθησε; Ποιος ήταν ο οδηγός που δεν τους πήρε;»
«Τρελάθηκες, Νικολή, σιγά μην πας να βαράς και τις πόρτες της γειτονιάς! Θα είχαμε άνθρωπο δίπλα μας να τρώει τα σκουπίδια και δεν θα τον περιμαζεύαμε; Πες μου γιάντα δεν έχει άστεγους αυτή η πόλη; Γιατί ποτέ δεν αφήσαμε κανέναν στη μοίρα του! Αυτός ο τόπος έχει τσίπα, δεν είμαστε πρωτεύουσα, να μην ξέρουμε τον διπλανό μας. Άκου που σου λέω, μου είπε το Γιαννιώ που βρήκε χθες τα παιδιά στο δρόμο ότι τα άκουσε να συζητούν πως το παιδί κρυβόταν στο εγκαταλειμμένο ξενοδοχείο γιατί ντρεπόταν! Και έβγαινε το απόγευμα μόνο ή το βράδυ στα στενά για να βρει να φάει. Αυτή είναι η αλήθεια, αφού ξηγηθήκαμε τώρα κάτσε να δούμε πώς θα το αποκαταστήσουμε».
«Αρχικά ποιος θα τον πάρει στη δούλεψή του για να δούμε και πού θα μένει», ρώτησε ένας από τους άντρες.
«Τον έχω ήδη πάει στους στάβλους και όταν γιαίνει το πόδι του θα τον πάρω στα χωράφια. Θα ετοιμάσω την αποθήκη. Μπορεί να γίνει δωμάτιο».
«Υπόλογα με, θα το φτιάξουμε μαζί το σπιτάκι».
«Και εμένα».
«Άντε, όλοι θα έρθουμε να τον καταστήσουμε», γέλασαν.
«Νύφη του βρήκατε ή θα του δώσουμε την Νικολέτα, αν της αρέσει. Είναι πολύ άσπρος όπως λένε;»
«Ε, με τα χωράφια, θέλει δεν θέλει θα μαυρίσει μια ολιά, θα ‘ρθει στα χρώματά μας», έδωσαν τα χέρια. «Θα μιλήσουμε πρώτα ξεχωριστά με τα παιδιά και αν θέλουν να γνωριστούν θα το κανονίσουμε το κονέ».
«Πάντα ήθελα να κάνω συμπέθερο το Νικολιό, αφού ο ένας γιος μας έπεσε μικρός, τώρα έχουμε και τον μεγάλο».
Η ζωή του Μάνου ευλογήθηκε πραγματικά από την φροντίδα αυτών των αντρών που έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να τον αποκαταστήσουν. Ακόμα και όταν τελικά γνωρίστηκε και ερωτεύτηκε με την Νικολέτα και της έκανε πρόταση γάμου, η αντροπαρέα μαζεύτηκε πάλι για να τακτοποιήσει τις υποχρεώσεις. Ολόκληρο το χωριό και η μισή πόλη πάντρεψε τον Μάνο. Ύστερα, επέκτειναν την αποθήκη για να χωρέσει άνετα τα κουτσούβελα. Σωστό παλάτι το έκαναν! Βέβαια, για κάποιους ο Μάνος θα ήταν για πάντα ο ξενομπάτης. Για εκείνον όμως αυτός ο τόπος ήταν ένας δεύτερος Παράδεισος. Η σχέση του με την οικογένεια δεν χάλασε ποτέ. Ακόμα και όταν έμαθαν ότι πέθανε από τα τραύματα η μεθυσμένη που τους χτύπησε, η μάνα του Στέφανου.
C.C.
