Η κυρά- Δέσποινα “η τρελή”, “η περίεργη”, “η φαντασμένη”, “το φάντασμα του παράθυρου”, “το σκιάχτρο της γειτονιάς”… Αυτοί ήταν μερικοί χαρακτηρισμοί με τους οποίους αποκαλούσαν οι γείτονες την κυρά -Δέσποινα, μια ηλικιωμένη γυναίκα που περνούσε 24ωρα ολόκληρα κοιτώντας το παράθυρο, σαν να περίμενε κάποιον να έρθει. Ήταν αρκετά χλωμή και το δέρμα της τόσο σκαμμένο από το χρόνο, που θωρούσε όντως αρκετά τρομακτική, για όποιον την έβλεπε πρώτη φορά. Πολλοί της είχαν εκφράσει την απορία γιατί κοιτά συνέχεια το παράθυρο, μα με τρόπο αγενή και ειρωνικό, χρησιμοποιώντας φράσεις όπως «Γιατί στέκεσαι διαρκώς ακούνητη εκεί; Για να τρομάζεις τα πουλιά;», «Όποιος και να περιμένεις δεν έρχεται, σε είδε και τρόμαξε», με αποτέλεσμα να μην πάρουν ποτέ καμία απάντηση και κανείς να μην έχει ακούσει ποτέ, τη φωνή της κυρά Δέσποινας…
Μα μια μέρα, κάτι άλλαξε. Ένας καινούριος ένοικος ήρθε στην πολυκατοικία. Ένας άντρας κοντά στα 50. Βλέποντάς τον από το παράθυρο, ήταν η πρώτη φορά που η κυρά-Δέσποινα έπαψε να είναι μελαγχολική και ένα πλατύ χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό της. «Ήρθες!» ξεφώνισε ενθουσιασμένη. Κατέβηκε τρέχοντας τις σκάλες και υποδέχθηκε στην είσοδο της πολυκατοικίας τον άντρα με δάκρυα συγκίνησης στα μάτια.
«Τόσα χρόνια σε περίμενα Σταύρο! Ήμουν σίγουρη… σίγουρη πως είσαι ζωντανός και θα έρθεις! Ήμουν σίγουρη! Εσύ δεν άλλαξες καθόλου, εγώ μαράζωσα περιμένοντάς σε να γυρίσεις…»
Ο άντρας την κοίταζε αποσβολωμένος.
«Συγγνώμη, αλλά μάλλον με μπερδεύετε με κάποιον άλλον. Πρώτη φορά σας βλέπω. Με λένε Νίκο, όχι Σταύρο»
«Αποκλείεται! Είμαι σίγουρη πως είσαι εσύ Σταύρο μου» αποκρίθηκε η Δέσποινα αγκαλιάζοντας τον άντρα.
«Δεν είμαι, αλήθεια σας λέω. Μάλλον έχω κάποιον σωσία και μπερδευτήκατε… Πείτε μου, ποιος είναι ο Σταύρος; Ίσως μπορώ να σας βοηθήσω…»
Του είπε τότε την ιστορία της… Ήταν παντρεμένη 20 χρόνια με τον Σταύρο, δεν είχαν κάνει παιδιά, μα δεν τους ένοιαζε. Τον λάτρευε και ήταν σίγουρη ότι τα γεράματα θα τους έβρισκαν μαζί. Όμως μια μέρα ενός καλοκαιριού, δυο δεκαετίες πριν, μία πυρκαγιά ξέσπασε στο νησί που βρισκόταν το εξοχικό τους. Ο Σταύρος ήταν μόνος του εκεί, αυτή είχε επιστρέψει στην πόλη να περιθάλψει την μητέρα της που ήταν άρρωστη με άνοια, για λίγες μέρες. Ενημερώθηκε από τις ειδήσεις για την κατάσταση που επικρατούσε στο νησί τους και έμαθε έπειτα πως το σπίτι τους κάηκε. Το μόνο που την ένοιαζε όμως, ήταν να είναι καλά ο Σταύρος της. Οι διασώστες είπαν πως όλοι οι κάτοικοι του συγκεκριμένου μικρού χωριού είχαν καεί και γινόταν ταυτοποίηση των απανθρακωμένων σορών. Εκείνη όμως δεν δέχτηκε ποτέ να αναγνωρίσει τη σωρό του Σταύρου. Πίστεψε πως είναι ζωντανός και έφυγε μακριά για να γλιτώσει τη φωτιά και πως αργά ή γρήγορα θα γυρίσει και θα είναι όλα όπως πριν. Κάπως έτσι, με αυτή την προσμονή, πέρασαν δύο δεκαετίες… Δεν μίλησε σε κανέναν γι’ αυτό, δεν είχε άλλα κοντινά άτομα. Στη ζωή πορεύονταν μοναχοί τους με τον Σταύρο από τότε που γνωρίστηκαν…
Μα τώρα που έβγαζε από μέσα της για πρώτη φορά αυτή την ιστορία, διαπίστωσε πως ίσως ήταν απλά μια ελπίδα που είχε κατασκευάσει για να κρατηθεί στη ζωή. Ο Σταύρος της ήταν σίγουρα νεκρός. Δε θα γυρίσει… Άδικα τόσα χρόνια στέκεται μπροστά στο παράθυρο και τον καρτερεί, ή μάλλον έχει δημιουργήσει ένα άλλοθι απέναντι στην άρνηση που έχει για τη ζωή. Κάπως έτσι τα εξήγησε η ίδια στον άντρα και άφησε για πρώτη φορά τα δάκρυά της να κυλούν…
Ο Νίκος έμεινε άφωνος με την ιστορία της ηλικιωμένης γυναίκας και παράλληλα τη συμπόνεσε. Της υποσχέθηκε πως θα της σταθεί σαν γιος και δε θα είναι ξανά μόνη. Έτσι κι έκανε, δίνοντας ζωή στο για χρόνια ερημωμένο σπιτικό της κυρά- Δέσποινας.
Iωάννα Χαντζαρά
