Λάθος σπίτι

«Λένε πως η λίγη γνώση είναι επικίνδυνη, αλλά δεν είναι ούτε κατά το ήμισυ τόσο κακή όσο η πολλή άγνοια»,
Terry Pratchett, Βρετανός συγγραφέας

Η νύχτα ήταν αρκετά κρύα και ακατάλληλη για περιπάτους, ιδιαίτερα για κάποιον που δεν είχε μια ζεστή αγκαλιά για να μην νιώθει το δριμύ ψύχος. Η θερμοκρασία είχε πέσει στους -2 βαθμούς και η υγρασία ξεπερνούσε το εβδομήντα τα εκατό και ήταν έτοιμο να αρχίσει πάλι να βρέχει. Τις τελευταίες μέρες η βροχή έπεφτε απανωτή, δυσκολεύοντας πολύ τις μετακινήσεις και τις λεγόμενες εξωτερικές δουλειές. Οι δρόμοι της όμορφης πόλης είχαν μεταμορφωθεί σε επικίνδυνες λεωφόρους του θανάτου για τους απρόσεχτους οδηγούς και πεζούς.

Η Εύα συνέχισε να παρατηρεί το αρχοντικό του νέου της αφεντικού. Η βίλα των τετρακοσίων τετραγωνικών ήταν πλασμένη από πρώτης ποιότητας υλικά, με κυλινδρικές κολόνες που ήταν χοντρές σαν ελέφαντες, έπιπλα από πανάκριβο ξύλο και κρεβάτια με μεταξωτά κλινοσκεπάσματα, με παράθυρα αλεξίσφαιρα και μεγάλες πόρτες. Αποτελούνταν από δυο υπνοδωμάτια, την κρεβατοκάμαρα του ιδιοκτήτη και ένα δωμάτιο ξένων, το σαλόνι, την κουζίνα και τρία μπάνια, ένα στο ισόγειο και δύο στο πρώτο όροφο και μια βιβλιοθήκη. Οι χώροι θύμιζαν σε μέγεθος λεωφόρους μεγαλούπολης. Σ’ όλους τους τοίχους υπήρχαν πίνακες ζωγραφικής από διάσημους ζωγράφους. Είχε έναν τεράστιο κήπο με καταπράσινο γκαζόν. Περιβαλλόταν από ένα φράχτη με σίδερα που η κορυφή τους βρισκόταν σε ύψος κοντά στο ένα και πενήντα και ήταν μυτερή σαν λεπίδα στρατιωτικού μαχαιριού. Στον κήπο, επίσης, υπήρχαν δύο μεγάλα σκυλόσπιτα, στα οποία ζούσαν δυο σκυλιά του Αγ. Βερνάρδου, ενώ σ’ ολόκληρο τον περίβολο της οικίας αυτής κυκλοφορούσαν οι κουστουμαρισμένοι άντρες της ασφάλειας του ιδιοκτήτη. Στα δεξιά της κεντρικής εισόδου -που ήταν και η μοναδική- ήταν το γκαράζ, μέσα στο οποίο ξεκουραζόταν η BMW του ιδιοκτήτη της πολυτελούς βίλας.

Αυτά ήξερε η Εύα για το σπίτι του Θεόδωρου. Η κοπέλα είχε έρθει πριν δυο μέρες για να δουλέψει στην υπηρεσία του βαθύπλουτου εργένη Θεσσαλονικιού, πρώην διάσημου μπάτσου της Ομάδας Ζήτα. Την είχαν προσλάβει αμέσως, διότι σε τρία εικοσιτετράωρα θα διοργανωνόταν στη βίλα μια γιορταστική συνάθροιση φιλανθρωπικού χαρακτήρα και είχαν ανάγκη από έξτρα προσωπικό. Την ενημέρωσαν για ό,τι χρειαζόταν να ξέρει. Πέραν από όλα τα άλλα, της είπαν, της τόνισαν, πως κανείς εκτός από τον κύριο Νίκο, τον επικεφαλής του προσωπικού, δεν επιτρεπόταν να εισέλθει στα ιδιαίτερα του αφεντικού. Όποιος δεν συμμορφωνόταν, θα απολυόταν χωρίς δεύτερη κουβέντα.

Η Εύα απεδέχθη ό,τι όρους της έθεσαν. Δεν είχε έρθει με απαιτήσεις. Κι ο μισθός της οικιακής βοηθού ήταν πολύ καλός και θα έτρωγε τσάμπα, τι άλλο μπορεί να ήθελε κάποιος; Όμως, η Εύα είχε επιλέξει τον συγκεκριμένο πλούσιο για άλλο λόγο. Είχε βάλει στο μάτι κάποια από τα χρυσαφικά που είχε στο δωμάτιό του, στον τρίτο όροφο -όπου δεν έπρεπε να πηγαίνει. Αυτά θα την έβγαζαν από το αδιέξοδο και θα τη γλίτωναν από το θάνατο. Από τον Μπάμπη, έναν από τους πιο επικίνδυνους ανθρώπους της νύχτας. Του χρωστούσε σαράντα χιλιάρικα πέντε μέρες τώρα και δεν έπαιρνε άλλο. Οπότε κάτι έπρεπε να κάνει. Η δουλειά του Λάκη, του άντρα με τον οποίο ήταν μαζί δύο χρόνια, δεν αρκούσε και η ίδια ήταν άνεργη. Ο Μπάμπης της το ’χε ξεκαθαρίσει: ή έφερνε τα λεφτά ή θα της έστελνε τα αγόρια του να την κάνουν καλά.
Ακόμα θυμόταν εκείνο το βράδυ στο σπίτι του Μπάμπη…

*

Βρίσκονταν στο φωτισμένο σαλόνι και έπαιζαν πόκα. Τέσσερα άτομα, γύρω από ένα στρογγυλό τραπέζι με απλωμένη την τσόχα, να κοιτάνε μία τα φύλλα στα χέρια τους και μία τους αντιπάλους τους με βλέμμα καχυποψίας. Στην είσοδο, τέσσερις μαντράχαλοι -δύο μέσα και δύο έξω- παραφύλαγαν. Ο Μπάμπης είχε την απόλυτη κυριαρχία της παρτίδας. Οι άλλοι τρεις δεν είχαν κερδίσει ούτε μια φορά. Τα φύλλα του Μπάμπη ήταν πάντα καλύτερα από όλων. Η κωλοφαρδία του δεν είχε σταματημό.

Η Εύα στοιχημάτιζε ασύστολα. Τα ποσά που παίζονταν ήταν τεράστια και μακρινά όνειρα για την ίδια. Ούτε τα μισά δεν είχε από αυτά. Αλλά συνέχιζε ακάθεκτη. Ήθελε άμεσα λεφτά και ο μόνος τρόπος -εκτός από τα δάνεια ή την έσχατη λύση της πορνείας- για να βγάλει, ήταν τα χαρτιά, στα οποία παλιότερα ήταν πολύ καλή. Ήλπιζε πως δεν θα είχε χάσει την τύχη της. Είχε κάνει λάθος, πολύ μεγάλο λάθος.

Στο τέλος της βραδιάς, καθώς οι άλλοι δύο παίχτες έφευγαν, έκανε να φύγει και η Εύα. Είχε φτάσει στην πόρτα, όταν ο Μπάμπης τη φώναξε.
«Ευάκι, για περίμενε μισό λεπτό», είπε.

Αμέσως ένας από τους μπράβους του την τσάκωσε από το μπράτσο και την τράβηξε προς τα μέσα. Ο άλλος την έπιασε με τη σειρά του και την έφερε απέναντι από το καθιστό αφεντικό του. Η Εύα είχε αρχίσει να ιδρώνει. Φοβόταν μην της έκαναν τίποτα. Ο Μπάμπης ήταν σκληρός και άκαρδος και δεν θα δίσταζε να την σκοτώσει επιτόπου. Είχε ξεκάνει στο πρόσφατο παρελθόν πολλούς, δημοσίως μάλιστα κάποιους, ποιος θα τον εμπόδιζε να κάνει τα ίδια και τώρα, εδώ, στο ίδιο του το σπίτι; Κι είχε και επαφές μέσα στην Αστυνομία.

Ο Μπάμπης είχε ανάψει ένα μεγάλο πούρο. Το σκληρόκαρδο πρόσωπο που την κοιτούσε με σμιγμένα φρύδια και φυσώντας το καπνό από το στόμα του, έκανε την καρδιά της να φτερουγίζει και τα κόκαλά της να τρίζουν. Ήταν σχετικά άνετος και κατά μία έννοια λυπημένος για ό,τι σκεφτόταν να πει και να κάνει με την όμορφη μελαχρινή με το κοντό φόρεμα και τα δωδεκάποντα τακούνια.
«Τι… τι συμβαίνει;» ρώτησε η Εύα τρέμοντας. Οι δυο “φουσκωτοί’’ που έστεκαν πίσω της ενίσχυαν τις ανησυχίες της. Ήταν αποκλεισμένη, δεν υπήρχε διέξοδος από αυτό το σπίτι. Όλες οι είσοδοι-έξοδοι δεν ήταν εύκολο να προσεγγιστούν, δίχως μάχη. Και η Εύα δεν είχε τις κατάλληλες ικανότητες για να αντιμετωπίσει τους γορίλες και τον ίδιο το Μπάμπη.
Ο Μπάμπης ρούφηξε μια γερή τζούρα και μίλησε. «Λοιπόν, κούκλα, άκουσέ με, γιατί δε μου αρέσει να επαναλαμβάνω τα λόγια μου. Γκέγκε;»
Η Εύα ένευσε. Μήπως μπορούσε να κάνει κι αλλιώς;
«Ωραία», συνέχισε ο Μπάμπης, «άκου. Είσαι μια νέα και όμορφη γυναίκα, που όμως έχει μια θανάσιμη αδυναμία. Είσαι πεισματάρα. Δεν σου αρέσει να χάνεις ή να παρατάς κάτι που ξέρεις πως είναι για σένα χαμένο από χέρι. Όπως στο σημερινό παιχνίδι. Ήξερες ότι δεν είχες ελπίδες κι όμως ήσουν τόσο ηλίθια που συνέχισες. Και το χειρότερο, δεν είχες φράγκα. Κορόιδευες και τους τρεις αντιπάλους σου. Μόνο που, δυστυχώς, ο ένας δεν ήταν τόσο μαλάκας για να μη σε πάρει είδηση έγκαιρα. Δε μπορείς να μου τη φέρεις εμένα. Ό,τι και αν κάνεις».
«Κύριε Μπάμπη, ακούστε με λίγο…»
«Όχι», είπε απότομα σηκώνοντας το αριστερό του χέρι. «Εγώ μιλάω τώρα. Επειδή φέρθηκες τόσο απερίσκεπτα και έχασες, θα πρέπει να πληρώσεις. Και θα το κάνεις. Γιατί θα έχεις άσχημα μπλεξίματα, κοπελιά. Τους βλέπεις τους κυρίους πίσω σου; Αν δεν μου φέρεις σαράντα χιλιάρικα, θα σε επισκεφθούν και θα σε κάνουν ένα με το έδαφος. Τι λες;».

Η Εύα τον κοίταξε για λίγο ακόμα πριν μιλήσει. Το βλέμμα της, εκτός από φοβισμένο, ήταν σαστισμένο. Το ποσό που της ζητούσε ο Μπάμπης ήταν τεράστιο για τα δικά της δεδομένα. Δεν μπορούσε να του δώσει ούτε τα μισά από όσα ήθελε. Άντε, με το ζόρι, να έβρισκε ένα δυο, αλλά σαράντα… ούτε κατά διάνοια. Δεν της είχε αφήσει όμως επιλογή. Ή, μάλλον, της είχε αφήσει, αλλά δεν θα έπαιρνε.
«Δεν μπορώ να τα βρω», είπε έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Προσπάθησε να κάνει ακόμα μια προσπάθεια μήπως γλιτώσει και από το να βρει τα λεφτά και να σώσει τη ζωή της. «Είναι πάρα πολλά».

Ο Μπάμπης γέλασε ειρωνικά. «Μάλλον δεν έγινα αντιληπτός. Δεν σου τα ζητάω, τα απαιτώ! Και δεν κάνω πλάκα, οι μάγκες από ’δω, τ’ αγόρια μου, θα σε κάνουν καλά αν δε συμμορφωθείς. Σου το ’πα, έκανες μεγάλο λάθος που έπαιξες».
«Σας παρακαλώ, δεν τα ’χω. Δε… δεν μπορώ να τα βρω. Ο Λάκης, ο σύντροφός μου, δεν βγάζει αρκετά κι εγώ είμαι άνεργη. Δεν θα τα βρω».
«Μάλιστα», είπε ο Μπάμπης και κοίταξε το πούρο του ανάμεσα στο δείχτη και τον μέσο του δεξιού του χεριού που ακουμπούσε στο στρογγυλό τραπέζι με τη πράσινη τσόχα. «Ώστε έχεις και γκόμενο. Αλίμονο! Αν δεν είχες εσύ, ποιος θα είχε, ε; Εκείνος εργάζεται, χωρίς να βγάζει πολλά κι εσύ είσαι άνεργη. Μάλιστα! Αυτά δε με αφορούν, όμως. Τα λεφτά μου θέλω, Ευάκι. Αλλά, επειδή συγκινήθηκα και λίγο, θα δείξω μερική κατανόηση. Θα φανώ για μια και μόνο φορά μεγαλόψυχος. Θα σου δώσω διορία… πέντε μέρες».
«Τι;» ρώτησε η Εύα σα να μην άκουσε καλά. «Δεν αρκούν. Με τίποτα!».

Ο Μπάμπης την κοίταξε βλοσυρά. Τα μάτια του πέταγαν φλόγες. «Πέντε μέρες. Πέντε. Ούτε ένα δευτερόλεπτο παραπάνω», επανέλαβε. «Αλλιώς…» έκανε μια ημικυκλική κίνηση με το δεξί του χέρι (υψωμένος μόνο ο αντίχειρας) στο λαιμό του.

Η Εύα τότε θυμήθηκε κάτι. «Χρυσαφικά δέχεστε;»
«Αν καλύπτουν το ποσό, ναι», της απάντησε.
«Ωραία», του είπε με λίγο αναπτερωμένο ηθικό. «Σας ευχαριστώ πολύ».
«Κάν’ την τώρα. Και θυμήσου: πέντε μέρες», της είπε και έκανε νόημα στους μπράβους του να την αφήσουν ελεύθερη.
Η Εύα αποχώρησε.

*

Δεν είχε σκεφτεί από την πρώτη στιγμή να κλέψει τον Θεόδωρο. Τα χρυσαφικά που είχε στο μυαλό της ήταν της γιαγιάς της. Σκουλαρίκια και βραχιόλια που περνούσαν από γενιά σε γενιά. Αλλά δεν ήταν πράγματα μεγάλης αξίας. Παρόλα αυτά, θα κάλυπταν ένα μέρος του ποσού. Επίσης, ήλπιζε ότι ο Μπάμπης δεν θα ήξερε και πολλά από τέτοια, αν και δεν ήταν και πολύ σίγουρη, και έτσι να αρκούνταν σ’ αυτά. Την πονούσε, βέβαια, που θα τα έδινε, αλλά ήθελε να γλιτώσει από τα νύχια του ανθρώπου εκείνου και να μην καταλάβει τίποτα ο Λάκης. Αν το μάθαινε, μπορεί να την χώριζε –όχι πως θα είχε άδικο, αλλά και μόνο στη σκέψη η Εύα πονούσε.

Έτσι, λοιπόν, έκανε ό,τι είχε στο μυαλό της. Πήρε τα χρυσαφικά από το κουτί που τα είχε και πήγε στο μαγαζί του Μπάμπη. Ο τελευταίος, δυστυχώς για την Εύα, της είπε πως δεν του αρκούσαν. Ήταν μεν καλά κομμάτια, αλλά ήθελε τουλάχιστον άλλο ένα σετ από δαύτα, παρόμοιο. Έπρεπε να βρει κι άλλο. Η Εύα έκανε προσπάθειες για να τον μεταπείσει, αλλά, όταν αυτός φώναξε τους δυο μαντράχαλους να πλησιάσουν, η κοπέλα έσπευσε να του πει πως θα το έβρισκε και το άλλο. Ο Μπάμπης την ενημέρωσε πως αν δεν τον υπάκουε, δεν θα σκότωνε μόνο αυτήν, αλλά και τον Λάκη. Δεν χρειαζόταν κάτι άλλο. Η Εύα έφυγε με βαριά βήματα και μάτια δακρυσμένα, βρίζοντας τον εαυτό της για το λάθος που έκανε.

Μια δυνατή βροντή ακούστηκε στο βάθος. Ο αέρας άρχισε να φυσά κάνοντάς τη να ανατριχιάσει. Αποφάσισε να μπει στο αυτοκίνητο και να επιστρέψει στο διαμέρισμα του Λάκη όπου έμεναν. Το πώς θα κατάφερνε να πάρει κάποιο από τα κοσμήματα που είχε δει στο σπίτι του μπάτσου, ήταν δύσκολη υπόθεση. Τα ’χε δει πού ήταν. Είχε μπει κρυφά στο δωμάτιο του Θεόδωρου και είχε δει ένα κουτί με βραχιόλια που λαμποκοπούσαν σαν πολυέλαιοι. Τότε δεν μπόρεσε να τα πάρει, γιατί ήρθε ο κύριος Νίκος και η Εύα έτρεξε να βγει. Αλλά στο πάρτι θα τα κατάφερνε. Επιβαλλόταν.

Στο διαμέρισμα, βρήκε τον Λάκη να παρακολουθεί τηλεόραση. Είχε ξαπλώσει στο καναπέ του σαλονιού και με μια μπίρα στο χέρι έβλεπε έναν αγώνα μπάσκετ μεταξύ του ΠΑΟΚ και του Παναθηναϊκού.
«Γεια σου, μωρό μου», του είπε. Ήρθε, έσκυψε από πάνω του και τον φίλησε.
«Γεια», της είπε. «Τώρα τέλειωσες;»
«Ναι», του απάντησε. «Πάω να κάνω ένα μπάνιο».
«Οκέι. Θες κάνα τοστ;»
«Ναι, βάλε ένα».

Η Εύα πήγε στο μπάνιο.
Όταν βγήκε, ο Λάκης ακόμα έβλεπε τηλεόραση. Της είχε, όμως, φτιάξει το τοστ και το ’χε σ’ ένα πιάτο στο τραπέζι που έτρωγαν. Η Εύα το πήρε και πήγε και κάθισε δίπλα στο Λάκη που ήταν καθιστός αντί για ξαπλωμένος.
«Καλή όρεξη», της είπε.
«Ευχαριστώ. Πώς πάει ο αγώνας;», όχι πως την ενδιέφερε και πολύ…
«Προς το παρόν, είμαστε μπροστά με τρεις πόντους», της απάντησε. «Αλλά δε βλέπω να τα καταφέρνουμε. Έχουν πολύ καλύτερη ομάδα από ’μας».
Η Εύα δεν σχολίασε. Δεν την ενδιέφερε ο αθλητισμός. Άλλωστε, εκείνη τη στιγμή άλλα πράγματα την ένοιαζαν. Ήθελε να μάθει για τον Θεόδωρο. Για το παρελθόν του. Για τα περίφημα κατορθώματά του ως αστυνομικός της συμπρωτεύουσας. Έπρεπε να ξέρει ποιον θα τολμούσε να κλέψει. Δεν είχε κάνει έρευνα πριν πάει να ζητήσει τη δουλειά και έβριζε τον εαυτό της για την παράλειψή της. Αλλά τώρα έπρεπε να μάθει. Και ποιος θα μπορούσε να της πει αν όχι ο αγαπημένος της δημοσιογράφος, ο Λάκης της;

«Λάκη;»
«Τι είναι, μωρό μου;» την ρώτησε και την κοίταξε χαμογελώντας. Τα γυαλιά του με το χοντρό μαύρο σκελετό τον έκαναν να μοιάζει με σπασίκλα φοιτητή. Αλλά του προσέδιδαν μια περίεργη γοητεία. Τουλάχιστον, έτσι φαινόταν στην Εύα.
«Θέλω να σε ρωτήσω κάτι», του είπε. Προσπάθησε να μη φανεί πολύ προβληματισμένη.
«Πες το».
«Γι’ αυτόν τον Θεόδωρο, τον πλούσιο, τον πρώην αστυνομικό…», ξεκίνησε, «τι ξέρεις;»
Ο Λάκης την κοίταξε με ύφος όλο περιέργεια. «Τι εννοείς;»
«Ως αστυνομικός», του είπε. «Γιατί είναι τόσο γνωστός; Και πώς απέκτησε όλη αυτή τη περιουσία; Τέτοια πράγματα».

Ο Λάκης το σκέφτηκε λίγο. Ύστερα, την κοίταξε απορημένος. «Δεν ξέρεις; Είχε βουίξει όλη η Θεσσαλονίκη τότε».
«Ναι, ρε παιδί μου, αλλά εγώ δεν ασχολιόμουν μ’ αυτά», του είπε, προσπαθώντας να είναι πειστική.

Ο Λάκης έκλεισε την τηλεόραση. Γύρισε προς το μέρος της όλο του το κορμί. «Ξέρω πως είχε συλλάβει πολλούς εγκληματίες. Είχε αποτρέψει ληστείες σε τράπεζες και σπίτια, είχε σώσει ανθρώπους από τρομοκράτες… Είχε πετύχει πολλά στην καριέρα του».
«Μάλιστα», έκανε η Εύα και άφησε το πιάτο στο τραπεζάκι μπροστά της. «Θυμάσαι κάτι… ιδιαίτερο; Κάποια επιτυχία του που “άφησε ιστορία’’ ή κάτι τέτοιο;»

Ο Λάκης το σκέφτηκε. «Ναι, βέβαια. Θυμάμαι τότε που συνέλαβε δυο τύπους με μια μηχανή. Είχαν διαρρήξει ένα σπίτι κοντά στον Άγιο Δημήτριο και είχαν φύγει χωρίς να τους πάρει χαμπάρι κανείς. Ο Θεόδωρος εμφανίστηκε, σύμφωνα με τους κακοποιούς, από το πουθενά με τη μηχανή της υπηρεσίας και τους καταδίωξε. Ο ένας έβγαλε όπλο και έκανε να τον πυροβολήσει, αλλά ο εκείνος πρόφτασε και του έριξε πρώτος μια απίστευτη βολή πετυχαίνοντας την κάννη του πιστολιού του άντρα. Ο τελευταίος έσκουξε και κουνήθηκε απότομα και η μηχανή τραντάχτηκε και έπεσαν. Ε, μετά δεν ήταν τίποτα. Ήρθαν και άλλοι αστυνομικοί και τους συνέλαβαν».
«Άλλο;»
«Γιατί ρωτάς;»

Η Εύα για μερικές στιγμές τα ’χασε. Έκανε πολλές ερωτήσεις και το ήξερε ότι οι πολλές ερωτήσεις έφερναν κι άλλες και δημιουργούσαν ερωτηματικά. Αλλά διατήρησε τη ψυχραιμία της. Είπε χαμογελώντας: «Απλώς θέλω να ξέρω για ποιον εργάζομαι».
«Α, μάλιστα», έκανε ο Λάκης. Προσπάθησε να θυμηθεί. Είπε: «Μια άλλη τρανταχτή επιτυχία του ήταν όταν δυο ληστές μπήκαν σε τράπεζα. Όλοι οι πελάτες έπεσαν κάτω. Ο ένας ληστής πήγε στο ταμείο και ο άλλος είχε τη προσοχή του -και το όπλο του- στραμμένα στα πεσμένα άτομα. Και πάλι, εντελώς ξαφνικά, χωρίς να έχει ειδοποιηθεί η αστυνομία, ο Θεόδωρος βρέθηκε έξω από την τράπεζα. Έριξε μια γρήγορη ματιά, ενημέρωσε τους ανωτέρους του και επενέβη πριν φτάσουν οι συνάδελφοί του. Μπήκε από την πίσω πόρτα του υποκαταστήματος και με γρήγορες και σίγουρες βολές μπόρεσε να τραυματίσει τους ληστές στα πόδια. Το πανηγύρι έληξε εκεί».
«Θυμάσαι άλλη περίπτωση;»
«Ναι», απάντησε ο Λάκης. «Αυτή που του απέφερε και την τεράστια περιουσία του. Είχε αναλάβει να φυλάει έναν Άραβα που ’χε έρθει στην Ελλάδα. Οι μπάτσοι το κάνουν κι αυτό, για περισσότερα λεφτά. Τέλος πάντων, ο Άραβας αυτός, όπως φαντάζεσαι, είχε κάτι εκατομμύρια και δυο επιχειρήσεις στην Θεσσαλονίκη μάλιστα. Ένα βράδυ, λοιπόν, που ο κύριος αυτός έκανε τη βόλτα του στα σοκάκια της πόλης δέχτηκε πυρά από κάποιον άγνωστο. Ο Θεόδωρος, ως εκ θαύματος, μπήκε στη μέση έγκαιρα και έφαγε αυτός τις σφαίρες. Πρόλαβε, όμως, και έριξε μερικές στον άντρα και τον πέτυχε στο κεφάλι και στην κοιλιά. Ο Άραβας σώθηκε και αφού ο αστυνομικός έζησε κι αυτός αλλά είχε τραυματιστεί πολύ άσχημα, ο Άραβας του έδωσε και τις δυο επιχειρήσεις που είχε εδώ. Ε, ο Θεόδωρος μετά παραιτήθηκε από το Σώμα. Δεν είχε ανάγκη να εργάζεται μέσα στον κίνδυνο. Τα λεφτά από τις επιχειρήσεις ήταν υπεραρκετά».
«Μάλιστα», είπε η Εύα. Είχε προβληματιστεί. Ο πλούσιος πρώην μπάτσος ήταν σκληρό καρύδι και ικανός στις δύσκολες περιστάσεις. Ένας σούπερ μπάτσος! Υπέροχα! Ίσως θα έπρεπε να παρατήσει το σκοπό της. Ίσως ήταν υπερβολικά παράτολμο να δοκιμάσει να κλέψει έναν πλούσιο και ικανότατο πρώην αστυνομικό σαν τον Θεόδωρο. Μπορεί να έμπλεκε. Να την μπουζουριάζανε. Και τότε ο άπληστος εκβιαστής της μπορεί να δοκίμαζε να σκοτώσει τον Λάκη. Αλλά, αν δεν του επέστρεφε και τα υπόλοιπα χρήματα, θα σκότωνε και την ίδια και εκείνον. Δύο σε ένα. Όχι, έπρεπε να κλέψει το αφεντικό της. Δεν υπήρχε μέση λύση. Αναγκαστικά θα έπαιζε πάλι χαρτιά, αλλά σε πολύ μεγαλύτερο επίπεδο. Πάλι θα αναγκαζόταν να ρισκάρει πολλά και να ελπίζει να έχει καλύτερη τύχη από τότε που έπαιξε στο σπίτι του Μπάμπη.

«Εύα;» άκουσε τον σύντροφό της και ένιωσε ένα άγγιγμα στο μπράτσο της.
«Ε;» έκανε εκείνη.
«Τι έπαθες;» τη ρώτησε.
«Τίποτα», του είπε και χαμογέλασε, για να τον καθησυχάσει. «Χάζεψα με αυτά που άκουσα. Δεν περίμενα πως ένας άνθρωπος θα είχε γίνει πλούσιος με τόσο… τόσο κωλόφαρδο τρόπο».
«Πράγματι», συμφώνησε ο Λάκης, «ήταν πολύ τυχερός μέσα στην ατυχία του. Και έζησε και απέκτησε τόσα πλούτη από εκεί που δεν το περίμενε».
«Πώς κατάφερνε να είναι πάντα στο σωστό μέρος τη σωστή στιγμή;» ρώτησε η Εύα.
Ο Λάκης ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν έχω ιδέα. Ο ίδιος έλεγε πως απλά τύχαινε». Ύστερα, θυμήθηκε κάτι και πρόσθεσε: «Θυμάμαι που είχε ανακριθεί από τις Εσωτερικές Υποθέσεις, μήπως και ήταν με κάποιον τρόπο και ο ίδιος μπλεγμένος. Ξέρεις, μήπως έστηνε τα εγκλήματα για να διακριθεί και τα λοιπά. Αλλά δεν του βρήκαν τίποτα. Ήταν “καθαρός”!»
«Μάλιστα», είπε η Εύα. Έδωσε ένα φιλί στον Λάκη. «Πάω να ξαπλώσω. Νιώθω πολύ κουρασμένη. Αν θες, μπορείς να έρθεις κι εσύ», συνέχισε χαμογελώντας παιχνιδιάρικα και κλείνοντάς του το ένα μάτι.
«Αμ, θα έρθω», της είπε και την ακολούθησε. Ας πήγαινε στον αγύριστο ο αγώνας!

Όταν τέλειωσαν και έπειτα από μισή ώρα, είχαν αποκοιμηθεί και οι δύο. Ήταν γυμνοί και αγκαλιασμένοι κάτω από τα παπλώματα. Τα κοιμισμένα πρόσωπά τους ήταν χαμογελαστά και το κορμί τους ευχαριστημένο.
Ονειρεύτηκαν και οι δύο. Ο Λάκης είδε ένα ευχάριστο, ουτοπικό όνειρο για τους δυο τους, για το μέλλον τους μαζί. Η Εύα, από την άλλη, είδε έναν -όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων- προφητικό εφιάλτη. Εικόνες που την φόβισαν πάρα πολύ, αλλά που, για κακή της τύχη, δεν θυμόταν το πρωί.

*

Ήταν σ’ ένα δωμάτιο. Δεν έμοιαζε μ’ αυτό του διαμερίσματός τους, ήταν εντελώς διαφορετικό. Στην ουσία, δεν ήταν δωμάτιο, αλλά ένας τεράστιος διάδρομος. Εκτεινόταν μέχρι εκεί που έφτανε το ανθρώπινο μάτι. Στους τοίχους αριστερά και δεξιά, υπήρχαν μεγάλα πορτρέτα. Τα άτομα που είχαν ζωγραφιστεί ήταν ντυμένα με παλιομοδίτικα ρούχα, τουλάχιστον ενός αιώνα πριν. Κάποιοι από τους άντρες είχαν μουστάκια που ξεκινούσαν από τη μια φαβορίτα κι έφταναν ως την άλλη, κάποιοι άλλοι είχαν το συμβατικό, πολύ τριχωτό μουστάκι κάτω από τα ρουθούνια τους. Οι γυναίκες είχαν τα μαλλιά τους, κατά κύριο λόγο, πιασμένα κότσο και ήταν ενδεδυμένες με πουριτανικά φορέματα που ξεκινούσαν από το λαιμό και έφταναν μερικούς πόντους απόσταση από το πάτωμα. Στο ταβάνι, υπήρχαν μεγάλοι πολυέλαιοι που φώτιζαν το χώρο σαν προβολείς. Στο κέντρο του χώρου, υπήρχε μια μεγάλη ξύλινη τραπεζαρία με ένα όμορφο λευκό κάλυμμα και ένα βάζο με κόκκινα τριαντάφυλλα, όπου οι υπηρέτες άφηναν το δίσκο με το φαγητό του αφεντικού τους. Δεξιά, αριστερά και στο βάθος απέναντί της, επίσης, η Εύα είδε πέντε κλειστές πόρτες.

Ο χώρος τής ήταν οικείος. Δεν θυμόταν πότε είχε ξαναβρεθεί σ’ αυτόν, μα έπαιρνε όρκο ότι τον ήξερε. Ότι γνώριζε ποιοι ήταν οι άνθρωποι στα πορτρέτα και πού έβγαζαν οι θύρες που είχε απέναντι από τα δυο της χέρια και ευθεία μπροστά της. Το θέμα ήταν πώς και γιατί είχε έρθει τώρα εδώ. Αόριστα η μνήμη της τής έλεγε ότι κοιμόταν στο κρεβατάκι της, στο λιτό διαμέρισμα του συντρόφου της, πλάι στον αγαπημένο της. Και οι δυο ήταν γυμνοί, αφού είχαν κάνει σεξ νωρίτερα. Τώρα ήταν ντυμένη σαν υπηρέτρια από ταινία εποχής. Οπότε με ποιον τρόπο από εκεί ξαφνικά βρέθηκε εδώ; Εδώ, στο… σπίτι του Θεόδωρου; Ναι, ήταν στη βίλα του αφεντικού της. Και μάλιστα στον “απαγορευμένο’’ τρίτο όροφο. Γιατί, όμως;

“Ξέρεις…”, άκουσε μια φωνή. Κοίταξε γύρω της να δει ποιος μίλησε. Δεν είδε κανέναν. Ήταν μόνη της μέσα σ’ αυτό το τεράστιο σπίτι. Άρχισε να φοβάται. Δεν της άρεσε καθόλου το όλο σκηνικό του μέρους. Ο αχανής χώρος, όλα αυτά τα πρόσωπα στους πίνακες να την κοιτούν χαμογελώντας σαρδόνια, η έλλειψη ζωντανών ανθρώπων… έκαναν την οικεία αυτή να μοιάζει στοιχειωμένη. Και εκείνη η φωνή που άκουσε από πού ερχόταν; Ήταν απολύτως σίγουρη πως δεν υπήρχε άλλος στο σπίτι. Παράλογο συμπέρασμα, βέβαια, αλλά ένιωθε πως ήταν άκρως αληθινό.

Αποφάσισε να κάνει μια προσπάθεια να έρθει σε επικοινωνία με κάποιον. «Είναι κανείς εδώ;» ρώτησε φωναχτά. Η μόνη απάντηση που πήρε ήταν η ηχώ της. «Μ’ ακούει κανείς; Κύριε Νίκο;» Τίποτα.

Μια ιδέα της πέρασε από το μυαλό. Πήγε σε μια από τις πόρτες στ’ αριστερά της. Θυμόταν πως αυτή έβγαζε σε μια τουαλέτα. Χτύπησε, μίλησε, αλλά δεν πήρε απάντηση. Γύρισε το χερούλι. Η πόρτα άνοιξε. Δεν υπήρχε άνθρωπος μέσα. Μόνο ο καμπινές, ο νιπτήρας, σαπούνι και ένας καθρέπτης. Στη λεία, γυαλιστερή επιφάνειά του είδε τον εαυτό της, τρομαγμένο όσο δεν παίρνει.

Την έκλεισε. Πήγε στην πιο κάτω -πάλι αριστερά. Τώρα άκουγε την αναπνοή της και τα τακούνια της στα πλακάκια. Προσπαθούσε να μη βλέπει τα ζωγραφισμένα πρόσωπα. Την έκαναν να φοβάται περισσότερο, της θύμιζαν θεατές σε σινεμά που βλέπουν ταινία φρίκης με πρωταγωνίστρια την ίδια. Έφτασε έξω από το χώρο όπου οδηγούσε η πόρτα. Προσπάθησε να θυμηθεί τι υπήρχε εκεί. Στο νοητό της πεδίο εμφανίστηκε ένα γραφείο. Ναι, ήταν το γραφείο του ιδιοκτήτη. Ξαναφώναξε χτυπώντας τη πόρτα. Απάντηση δεν πήρε και πάλι. Την άνοιξε. Όπως περίμενε, δεν υπήρχε άνθρωπος. Μόνο το μεγάλο, τετράγωνο γραφείο με τη γραφική ύλη, τον υπολογιστή και κάποια άλλα αντικείμενα πάνω του, η βιβλιοθήκη του και ένα μικρό έπιπλο με ποτά και πάγο. Έκανε να την κλείσει, αλλά το μάτι της έπεσε σε κάτι που υπήρχε στα δεξιά του χώρου. Ήταν άλλο ένα πορτρέτο. Η Εύα ανατρίχιασε και παραλίγο θα της ξέφευγε ένα βογγητό. Ο πίνακας αυτός ήταν ό,τι χειρότερο είχε δει στη ζωή της. Ο άντρας που την παρατηρούσε είχε τονισμένα, αγριευτικά χαρακτηριστικά: το χαμογελαστό, χλομό πρόσωπό του είχε αραιά, λευκά μαλλιά, αυτιά σαν της νυχτερίδας, μάτια μαύρα σαν σχολικό πίνακα, μύτη γαμψή, χείλη κατακόκκινα σαν το αίμα που έχασκαν εμφανίζοντας τα δόντια του που ήταν όμοια με σκύλου. Χαμογελούσε με έναν διαβολικό τρόπο και φορούσε ένα μαύρο πουκάμισο.

Έκλεισε την πόρτα με δύναμη. Πήρε γρήγορες ανάσες και προσπάθησε να ηρεμήσει. Τότε συνειδητοποίησε πως είχε ιδρώσει. Σκούπισε τις σταγόνες που είχαν τρέξει στο μέτωπο και τα μάγουλά της. Σφάλισε για μερικά δευτερόλεπτα τα μάτια της και μάζεψε όσο κουράγιο μπορούσε για να συνεχίσει. Προχώρησε σ’ αυτή που υπήρχε απέναντί της. Η άλλη που τώρα βρισκόταν στα αριστερά της (ενώ πριν ξεκινήσει να ανοίγει τις πόρτες ήταν ευθεία μπροστά της) ήξερε πως έβγαζε στο μπαλκόνι, έβλεπε τον σκοτεινιασμένο ουρανό και τα κάγκελα. Η πόρτα που πλησίασε οδηγούσε σ’ ένα χώρο σαν καθιστικό. Εκεί ο Θεόδωρος περνούσε τον περισσότερο καιρό του, βλέποντας τηλεόραση. Χτύπησε και ξαναφώναξε τον κύριό της. Και πάλι, άνθρακας ο θησαυρός! Άνοιξε την πόρτα. Κανείς. Μόνο ένας καναπές, ένα μικρό τραπεζάκι κοντά του και η τηλεόραση με το DVD player. Η Εύα πρόσεξε μια ασυνήθιστη λεπτομέρεια: η συσκευή ήταν ανοιχτή, καθώς επίσης και το μηχάνημα προβολής ταινιών. Έπαιζε χωρίς κάποιος να παρακολουθεί. Η Εύα σκέφτηκε πως ίσως ο Θεόδωρος είχε έρθει να δει κάτι, το ’χε μετανιώσει, είχε φύγει αλλά ξεχνώντας να τη σβήσει. Πλησίασε στο τραπεζάκι όπου ήταν το τηλεκοντρόλ. Το πήρε στα χέρια της, το έστρεψε προς τη τηλεόραση και έκανε να πατήσει το κόκκινο κουμπί. Όμως, δεν το έκανε. Η οθόνη συνέχισε να λειτουργεί και να φωτίζει το χώρο. Για άλλη μια φορά, οι παλμοί της καρδιάς της επιταχύνθηκαν και άφθονη αδρεναλίνη ξεχύθηκε στο σώμα της. Οι εικόνες που εμφανίστηκαν μπροστά της ήταν σοκαριστικές και αηδιαστικές: έβλεπε τρεις ανθρώπους, γυμνούς, αλυσοδεμένους από τα πόδια να είναι κρεμασμένοι από το ταβάνι του χώρου με το κεφάλι προς τα κάτω και τα χέρια τους επίσης δεμένα με αλυσίδες στους καρπούς να είναι τεντωμένα στο έδαφος. Οι άνθρωποι ούρλιαζαν και παρακαλούσαν να τους ελευθερώσουν. Ξαφνικά, στο πλάνο εμφανίστηκαν τρεις άλλοι άνθρωποι να έρχονται και να στέκουν απέναντι από τους ομήρους τους. Η Εύα δεν μπόρεσε να τους διακρίνει καλά, όμως σίγουρα ήταν κι αυτοί ολόγυμνοι. Για μερικά δευτερόλεπτα, δεν άλλαξε κάτι. Εντελώς απροειδοποίητα, οι τρεις άνθρωποι -δυο άντρες και μια γυναίκα- όρμησαν στους αιχμαλώτους, βγάζοντας ήχους πείνας. Ακούστηκαν ακόμα δυνατότερα ουρλιαχτά και αηδιαστικοί ήχοι ξεσκίσματος της σάρκας…

Η Εύα έκλεισε την τηλεόραση. Δε μπορούσε να βλέπει άλλο. Της ήρθε να κάνει εμετό. Έτρεξε να βγει από τον σκοτεινό χώρο. Πίσω της βρόντηξε την πόρτα. Στηρίχτηκε για λίγο πάνω της. Ύστερα, λύγισε τα γόνατα και έμεινε καθιστή. Έκλαψε. Της ήταν αδύνατο να συγκρατηθεί. Μέσα σε μερικά λεπτά, είχε αντικρίσει θεάματα αποκρουστικά και σαδιστικά. Μέσα σ’ αυτή την οικεία της τρέλας και της απομόνωσης. Ήταν μόνη και φοβισμένη. Έψαχνε απεγνωσμένα έναν άνθρωπο να μιλήσει, αλλά ουδείς δεν εισάκουε τις φωνές της. Ερωτήσεις γύρναγαν τώρα στο μυαλό της… Ποιος ήταν αυτός ο Θεόδωρος; Γιατί έμενε αποξενωμένος από τον υπόλοιπο κόσμο; Γιατί η βίλα του ήταν τόσο τρομαχτική; Γιατί υπήρχαν τόσα πορτρέτα και δη γιατί υπήρχε εκείνο το πορτρέτο στο γραφείο του; Τι ήταν αυτό το σαδιστικό θέαμα που έπαιζε στο DVD player;
Έπρεπε να μάθει. Γιατί θα τρελαινόταν. Θα ανακάλυπτε το μυστικό του περιβόητου πάλαι ποτέ αστυνομικού. Σηκώθηκε από το πάτωμα. Σκούπισε τα δάκρυά της και προχώρησε προς την τελευταία πόρτα. Ήξερε πως αυτή έκρυβε πίσω της το δωμάτιο του Θεόδωρου. Σκέφτηκε πως μπορεί αυτός να ’ταν μέσα και να κοιμόταν. Αλλά δεν την ένοιαζε πια. Είχε πάρει την απόφασή της. Αυτή τη φορά δε χτύπησε ούτε φώναξε. Άνοιξε απότομα την θύρα. Ο χώρος ήταν φωτεινός, όχι πολύ βέβαια. Η Εύα μπήκε. Ήταν μόνη της. Οι μόνοι που την πλαισίωναν ήταν το κρεβάτι, ένα κομοδίνο με ένα λαμπατέρ που έριχνε και το φως στο χώρο, μια σβηστή λάμπα στο ταβάνι και μια ντουλάπα. Προχώρησε. Όπως πρόσεξε, το δωμάτιο δεν είχε κανένα παράθυρο. Άλλο ένα αξιοσημείωτο του σπιτιού αυτού. Μια ιδέα της ήρθε: ο Θεόδωρος δεν ήταν άνθρωπος, αλλά βρικόλακας. Ήξερε από αυτά που είχε ακούσει από φίλους της πως αυτά τα φανταστικά όντα φοβούνται το φως της μέρας, πίνουν αίμα… Ήταν παράλογος συλλογισμός, βέβαια, αλλά…

Ξάφνου, άκουσε ένα δυνατό χτύπο πίσω της. Γύρισε. Η πόρτα ήταν κλειστή. Και κάποιος την εμπόδιζε να τη φτάσει. Ήταν αυτός, το πρόσωπο του πορτρέτου. Έστεκε εκεί, ντυμένο στα μαύρα, με τα τρομαχτικά του χαρακτηριστικά και την έβλεπε μέσα από τις θεοσκότεινες κόγχες του.
Η Εύα είπε: «Σε παρακαλώ, μη με σκοτώσεις!».
Το ον έκρωξε: «Είναι αργά πια, κοριτσάκι. Έκανες λάθος που ήρθες εδώ!».
Χωρίς να το καταλάβει η κοπέλα, το πλάσμα βρέθηκε κοντά της και την έπιασε από το λαιμό. Άρχισε να τη σφίγγει με τα κρύα χέρια του. Ο αέρας χανόταν από μέσα της. Η ζωή της έφευγε. Δε μπορούσε να φωνάξει. Μόνο κάτι υγρούς ήχους έβγαζε.
Έκλεισε τα μάτια. Τ’ άνοιξε. Τίποτα δεν είχε αλλάξει. Το τέρας συνέχιζε να τη σφίγγει. Έκανε μάταιες προσπάθειες να πείσει τον εαυτό της πως ό,τι γινόταν ήταν της φαντασίας της. Πως το λαιμό της κανείς δεν τον έσφιγγε και κανείς δεν προσπαθούσε να την πνίξει.
Τα ξανάκλεισε. Τα ξανάνοιξε. Τα χέρια της άφησαν αυτά του πλάσματος. Ξανάκλεισε τα μάτια της.
Και ο βρικόλακας έσφιγγε, όσο πήγαινε όλο και πιο δυνατά, ώσπου…

*

Ξύπνησε. Άνοιξε τα μάτια της. Στην αρχή, δεν κατάλαβε πού βρισκόταν. Πρώτα απ’ όλα, ο χώρος γύρω της ήταν θεοσκότεινος, καμία λάμπα δεν έριχνε φως, δεν έβλεπε ποιο ήταν το μέρος. Έπειτα, δεν ένιωθε πια την ανατριχιαστική λαβή του βρικόλακα εκείνου στον απαλό λαιμό της. Υπήρχε κάποιος κοντά της, ένα σώμα την άγγιζε. Ένα χέρι ήταν περασμένο στη μέση της. Άπλωσε διστακτικά τα χέρια της. Γρήγορα, συνειδητοποίησε πως το σώμα ήταν γυμνό, αντρικό και γνωστό της μάλιστα. Όταν ο άντρας έβγαλε ένα ροχαλητό, κατάλαβε με ανακούφιση πως ήταν ο Λάκης. Άγγιξε και το δικό της και βεβαιώθηκε ότι ήταν στο κρεβάτι με τον αγαπημένο της, γυμνοί και οι δύο.
«Δόξα τω Θεώ», ψιθύρισε, «εφιάλτης ήταν».

Ο Λάκης έβγαλε ένα πιο δυνατό, ασυναίσθητο της ροχαλητό, δείγμα ότι ενοχλήθηκε από τα λόγια της Εύας. Η κοπέλας χαμογέλασε αχνά, σκούπισε το ιδρωμένο μέτωπό της και ξανακοιμήθηκε. Δεν είδε τίποτα άλλο, και ως το πρωί είχε ξεχάσει το τρομερό όνειρό της.

*

Η μέρα εκείνη πέρασε χωρίς να το καταλάβει. Οι δουλειές, για να είναι έτοιμο το σπίτι για την εκδήλωση, δεν άφηναν κανέναν από το προσωπικό να ανασάνει. Όλοι ήταν στο πόδι. Έτρεχαν για να προλάβουν να στολίσουν και να διαμορφώσουν τους χώρους καταπώς πρέπει. Ο κύριος Νίκος επέβλεπε με το αυστηρό και άγρυπνο του βλέμμα τους υπηρέτες ώστε να αποφευχθούν τυχόν λάθη. Έπαιρνε τηλέφωνα για να κανονίσει τους μπουφέδες και όλα τα συναφή. Επικοινωνούσε με τους καλεσμένους για να τους ρωτήσει αν η συμμετοχή τους ήταν σίγουρη. Δεν ήθελε επ’ ουδενί να απογοητεύσει τον Θεόδωρο. Μόνο αυτός ήξερε τι περίμενε όποιον δεν εργαζόταν στην υπηρεσία του σωστά.

Η Εύα κι αυτή δούλευε με ζήλο. Ήθελε πάση θυσία να δείξει καλή διαγωγή, ώστε να της έχουν εμπιστοσύνη. Μόνο έτσι είχε ελπίδες να πάει αυτή το δίσκο στο αφεντικό και να κλέψει τα κοσμήματα. Ο κύριος Νίκος την είχε συνεχώς από κοντά κι αυτό την ανησυχούσε μήπως δεν την εμπιστευόταν και -έτσι της φαινόταν- να την υποψιάζεται, γι’ αυτό και δεν την έστελνε να καθαρίσει τον περιβόητο τρίτο όροφο. Έπρεπε να του δώσει να καταλάβει ότι οποιεσδήποτε αμφιβολίες ήταν αβάσιμες και ανόητες. Και ο μόνος τρόπος για να του το αποδείξει ήταν να υπακούει και να φέρνει εις πέρας τις εντολές που της έδινε.

Ο Θεόδωρος δεν εμφανίστηκε καθόλου. Η Εύα είχε ακούσει κάτι περίεργα ανάμεσα στα λόγια των υπηρετών στην κουζίνα (χωρίς να είναι παρών ο κύριος Νίκος), αλλά δεν είχε δώσει σημασία. Κάποιοι έλεγαν πως ο ιδιοκτήτης έπασχε από κάποια ασθένεια και θα πέθαινε σύντομα. Άλλοι πως ήταν μοναχικός τύπος, γι’ αυτό και δεν είχε παντρευτεί ποτέ. Άλλοι πάλι έλεγαν πως ήταν έμπορος σκληρών ναρκωτικών και φοβόταν τόσο πολύ μήπως τον ανακαλύψουν και τον καταδώσουν. Ήταν αλήθεια τίποτα από αυτά; Η Εύα δεν είχε ιδέα. Δεν την ενδιέφεραν αυτές οι φήμες. Αυτό που την ένοιαζε ήταν αύριο που θα ήταν τίγκα στον κόσμο η βίλα να πάει αυτή το δίσκο στο τρίτο πάτωμα. Όσο για τον πρώην μπάτσο, θα το σκεφτόταν τότε.

Στο τέλος της εργάσιμης μέρας στο σπίτι, ο κύριος Νίκος κάλεσε όλο το προσωπικό να παραστεί στο σαλόνι. Θα έλεγε μερικά τυπικά πράγματα για την αυριανή μέρα και όλοι έπρεπε να ακούσουν. Τους είπε πως έπρεπε να είναι ντυμένοι όπως είχαν κανονίσει, στην ώρα τους και στις θέσεις τους. Τρεις από αυτούς θα αναλάμβαναν το σερβίρισμα των ποτών και άλλοι τέσσερις το σερβίρισμα των γλυκών. Οι υπόλοιποι τρεις -συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του κύριου Νίκου- θα καλωσόριζαν τους καλεσμένους στην κεντρική είσοδο. Οι άντρες της ασφάλειας θα φρόντιζαν για να μη συμβεί τίποτα απρόοπτο. Οι περισσότεροι θα ήταν έξω, μόνο πέντε θα ήταν μέσα στο σπίτι. Επιπροσθέτως, τα σκυλιά έπρεπε να είναι δεμένα για να μην έχουν πρόβλημα οι καλεσμένοι. Στο τέλος, ο κύριος Νίκος ρώτησε αν όλα έγιναν αντιληπτά και να υπήρχαν απορίες. Πριν κλείσει το θέμα, τόνισε πως δεν έπρεπε να αφήσουν κανένα να ανέβει τις σκάλες για να πάει στο τρίτο όροφο. Η μόνη που θα ανέβαινε θα ήταν η Εύα για να του πάει το δίσκο με το φαγητό κι αυτή ακόμα δεν θα καθόταν παρά θ’ άφηνε το δίσκο στο τραπέζι του διαδρόμου και θα έφευγε. Και, φυσικά, θα έπρεπε να επικοινωνούν με τα γουόκι-τόκι που είχαν.

Η Εύα έφυγε και πήγε στο διαμέρισμα πολύ χαρούμενη. Αυτό που ήθελε το ’χε πετύχει. Θα της δινόταν η ευκαιρία ν’ αρπάξει τα κοσμήματα του Θεόδωρου. Και θα ξεχρέωνε τον άθλιο τον Μπάμπη.

Την επομένη το βράδυ, η περίφημη βίλα -συγκεκριμένα ο πρώτος όροφος όπου ήταν ο χώρος συνεστιάσεων- ήταν κυριολεκτικά κατάμεστη. Όλος ο πλούσιος κόσμος της πόλης είχε μαζευτεί από νωρίς στο πολύκροτο πάρτι του Θεόδωρου, δήθεν για να συνδράμει σε ιδρύματα. Άντρες και γυναίκες ντυμένοι με κουστούμια και άλλα επίσημα ρούχα που κόστιζαν χιλιάδες ευρώ. Όλοι χαμογελούσαν και ήταν χαρούμενοι. Οι υπηρέτες ήταν στις θέσεις τους και έκαναν τη δουλειά τους. Η ασφάλεια ήταν απλωμένη σ’ όλο τον περίβολο. Υπήρχαν και φήμες πως θα έρθουν να διαδηλώσουν έξω από το σπίτι συνδικάτα και άλλες οργανώσεις -ο λόγος ήταν επειδή στο πάρτι θα βρίσκονταν και σημαίνοντες πολιτικοί-, αλλά δεν συνέβη τίποτα από αυτά.
Όλα κυλούσαν ομαλά. Οι καλεσμένοι έπιναν, έτρωγαν και μίλαγαν μεταξύ τους για θέματα κυρίως οικονομικής φύσης. Η απουσία του Θεόδωρου συζητήθηκε, επίσης, έντονα. Όλοι έλεγαν πως ήταν μεγάλη αγένεια να μην εμφανίζεται ο ιδιοκτήτης και διοργανωτής αυτού του πάρτι. Το προσωπικό βρισκόταν συνεχώς σε εγρήγορση για να μη λείψει τίποτα και σε κανέναν. Ο κύριος Νίκος παρακολουθούσε με το αγέρωχο βλέμμα του από το δεύτερο πάτωμα και συνεννοούνταν με τους υπόλοιπους μέσω των γουόκι-τόκι. Ελάχιστες φορές, βέβαια, χρειάστηκε να επέμβει. Στη σκάλα που πήγαινε στον τρίτο όροφο, υπήρχε ένας άντρας από τους πέντε της ασφάλειας που ήταν μέσα έτσι ώστε να μην ανεβεί κανείς. Μόνο η Εύα θα ανέβαινε κι αυτή στις έντεκα για να πάει το φαγητό στον Θεόδωρο.

Η Εύα ήταν στη κουζίνα και επέβλεπε την εκεί κατάσταση. Ανά τακτά διαστήματα, έλεγε στον κύριο Νίκο πώς εξελίσσονταν τα πράγματα και αν κάτι πήγαινε στραβά. Περίμενε υπομονετικά. Σαν να μην επρόκειτο να συμβεί κάτι, επέδειχνε μεγάλη ψυχραιμία και άνεση. Χαμογελούσε ψεύτικα και ήταν αρκετά χαλαρή. Δεν θεωρούσε πως ήταν ανάγκη να ανησυχεί. Τα ’χε όλα κανονίσει. Κοιτούσε συνεχώς το ρολόι στο τοίχο. Η ώρα πλησίαζε. Σύντομα θα πήγαινε το φαγητό στον Θεόδωρο. Σύντομα.
Μισή ώρα έμενε.

Στην κουζίνα, μπήκε ένας από τους υπηρέτες που σέρβιραν τα ποτά. Ήταν νέος, με όμορφα μαύρα μαλλιά που τα ’χε κάνει καρφάκια και φρεσκοξυρισμένο πρόσωπο. Φορούσε όπως και όλοι οι σερβιτόροι άσπρο πουκάμισο, κόκκινο γιλέκο, μαύρο παντελόνι και σκαρπίνια, επίσης μαύρα. Από την τσέπη του γιλέκου, έβγαινε το καλώδιο της συσκευής επικοινωνίας που έφτανε στο αριστερό του αυτί. «Το τι λένε για τον κύριο Θεόδωρο, δεν μπορείτε να φανταστείτε», είπε.

Ο μάγειρας, ένας ευχάριστος πενηντάρης με γκριζαρισμένα γένια, που φορούσε λευκή στολή και σκούφο, ρώτησε: «Τι λένε δηλαδή;»
«Τον αποκαλούν αγενέστατο και ανάξιο για λόγο», απάντησε. «Ότι κάνει πάρτι στο ίδιο του το σπίτι και μένει κλεισμένος στο δωμάτιό του σαν ποντικός που φοβάται τη γάτα του σπιτιού».
«Ε, δεν έχουν και άδικο», είπε ο μάγειρας. «Ποιος θα καλούσε κόσμο στο σπίτι του και δεν θα εμφανιζόταν; Κανείς λογικός άνθρωπος».
«Μα κι αυτός γιατί δεν εμφανίζεται;».
«Μόνο ένας ξέρει -εκτός από τον ίδιο- και το ξέρουμε όλοι καλά».
«Τι λες εσύ, Εύα;» ρώτησε ο σερβιτόρος.

Η Εύα το σκέφτηκε λίγο. Ύστερα, απλά είπε: «Τι να σας πω; Δεν ξέρω».
«Καλά, ρε παιδί, μου», είπε ο μάγειρας, «ποια είναι η γνώμη σου για τη συμπεριφορά του; Πώς τη βλέπεις εσύ που είσαι και καινούργια;».
«Είναι λίγο παράξενη», είπε τελικά. Ξανακοίταξε το ρολόι: έντεκα παρά είκοσι.
«Μόνο λίγο;» ρώτησε έκπληκτος ο σερβιτόρος καθώς έβαζε κι άλλα ποτά στο δίσκο. «Αυτός έχει ξεπεράσει κάθε όριο αγένειας και αντικοινωνικότητας».
«Καλά λες», συμφώνησε ο μάγειρας. «Αναίσθητος άνθρωπος, εντελώς».

Ο σερβιτόρος έβαλε άλλα δυο ποτά, πήρε το δίσκο ανά χείρας και έφυγε. Ο μάγειρας έστρεψε τη προσοχή του στο φαγητό. Ο κύριος Νίκος ρώτησε την Εύα τι γινόταν στην κουζίνα και αν ήταν έτοιμη να πάει το φαγητό στον κύριο Θεόδωρο.
«Το φαγητό αυτή τη στιγμή το βάζει ο μάγειρας στα πιάτα. Όσο για εμένα… είμαι έτοιμη, κύριε Νίκο», απάντησε χαμογελώντας. «Είμαι απολύτως έτοιμη».
«Ωραία, Εύα», της είπε, «σε πέντε λεπτά, έντεκα παρά πέντε δηλαδή, ξεκινάς».

Ο μάγειρας έβαλε και τις τελευταίες του “πινελιές’’ στη σαλάτα και είπε στην Εύα πως είναι έτοιμο. Η κοπέλα πήγε να πιάσει το δίσκο, αλλά δεν τον σήκωσε. Ο μάγειρας της είχε γραπώσει τον αριστερό της καρπό και την κοιτούσε σοβαρά. «Πρόσεχε», της είπε. Για την ακρίβεια, της ψιθύρισε.
Η Εύα τον κοίταξε με έκπληκτο ύφος. «Τι να προσέξω;»
«Άφησε το δίσκο στο τραπέζι του κεντρικού διαδρόμου και φύγε αμέσως».
«Αυτό είχα σκοπό να κάνω», τον διαβεβαίωσε.
«Εύα, πρόσεχε», της είπε. Στα καστανά μάτια του η Εύα νόμισε πως διέκρινε φόβο. «Πρόσεχε», επανέλαβε.
«Εύα, πού είσαι;» ρώτησε ο κύριος Νίκος.

Ο μάγειρας της άφησε το χέρι και στράφηκε στη κουζίνα του. Η Εύα πάτησε το κουμπί και είπε: «Τώρα, κύριε Νίκο, ξεκινάω».
«Άντε, λοιπόν».

Πήρε το δίσκο και έφυγε από τη κουζίνα. Προχώρησε προσεχτικά για να μην της πέσει τίποτα από τα εδέσματα. Βλέποντας κανείς τα πιάτα, θα υπέθετε πως ο Θεόδωρος ή ήταν φαγάς ή είχε χρόνια να φάει. Αλλά αυτά ήταν ανούσια. Για την Εύα άλλα είχαν σημασία εκείνη την ώρα. Και σ’ αυτά έπρεπε να έχει στραμμένη τη προσοχή της.

Ανέβηκε τις σκάλες για τον δεύτερο όροφο, πέρασε δίπλα από τον κύριο Νίκο που της έγνεψε να βιαστεί αλλά να προσέχει και συνέχισε για τα επόμενα σκαλιά. Δίπλα από τη σκάλα ήταν ο φρουρός, ο οποίος έριξε μια γρήγορη ματιά για να σιγουρευτεί ποια ήταν και γιατί ήθελε να ανέβει και την άφησε να περάσει.

Η Εύα έφτασε στον τρίτο όροφο ακριβώς στις έντεκα. Προχώρησε στο κεντρικό διάδρομο και άφησε το δίσκο στο μεγάλο τραπέζι στη μέση του. Ο χώρος ήταν ελάχιστα φωτεινός, μόνο μερικές λάμπες από τον ένα πολυέλαιο έφεγγαν. Η ατμόσφαιρα ήταν τρομαχτική σε αντίθεση με τον πρώτο όροφο. Η μουσική ακουγόταν ελάχιστα. Οι πόρτες δεξιά, αριστερά και μπροστά της ήταν κλειστές. Όλο αυτό κάτι της θύμιζε, αλλά δεν μπορούσε να το ξεκαθαρίσει. Κι άλλωστε, δεν είχε σημασία -έτσι πίστευε.

Συνειδητοποίησε κάτι εκείνη τη στιγμή: ο Θεόδωρος ήταν σ’ αυτό τον όροφο Δεν είχε ξεχάσει ακριβώς ότι αυτός θα βρισκόταν σ’ αυτό το πάτωμα, απλά είχε υποθέσει ότι δεν θα έβγαινε καθόλου από το δωμάτιο στο οποίο… κρυβόταν ή κοιμόταν; Κι όχι μόνο, αλλά όλοι σχολίαζαν την απουσία του από την εκδήλωση και η ίδια δεν αναλογίστηκε ότι μάλλον έπρεπε να αναβάλλει τα σχέδιά της. Μέγα λάθος, αλλά τώρα δεν μπορούσε να κάνει πίσω. Έπρεπε να προχωρήσει. Η σκέψη του Μπάμπη και των μπράβων του και των όσων θα έκαναν στην ίδια και τον Λάκη την έκανε να συνεχίσει.

Από το δίσκο, πήρε το μαχαίρι και το έκρυψε στη φούστα της. Μπορεί να χρειαζόταν να ασκήσει βία έναντι του Θεόδωρου. Για άλλη μια φορά, σκέφτηκε ότι δεν ήταν εκπαιδευμένη για τέτοιες περιστάσεις, μα έπρεπε να το κάνει. Είχε προχωρήσει πολύ, για να κάνει πίσω. Η καρδιά της άρχισε να χτυπά δυνατά και γρήγορα στο στήθος της. Αν δεν πάθαινε καμιά καρδιακή προσβολή εκείνες τις στιγμές, δεν θα πάθαινε ποτέ. Είχε φοβερή υπερένταση.

Πήγε στη δεύτερη πόρτα από δεξιά. Όταν βρέθηκε σε απόσταση πέντε μέτρων συνειδητοποίησε πως είχε κάνει λάθος, δεν ήταν όλες οι πόρτες εντελώς κλειστές. Αυτή είχε μια μικρή, πολύ μικρή χαραμάδα. Αλλά από μακριά έμοιαζε ερμητικά κλειστή. Από το εσωτερικού του δωματίου άκουσε ήχους. Έστριψε το κεφάλι της έτσι ώστε το δεξί της αυτί να “βλέπει” προς τη πόρτα. Ναι, σίγουρα, κάτι ακουγόταν. Όχι δυνατά, ίσα-ίσα για να ακούει όποιος καθόταν μέσα.

Ίσως είναι ο Θεόδωρος, σκέφτηκε. Μπορεί να μιλάει με κάποιον ή να ακούει μουσική ή να παρακολουθεί τηλεόραση. Μπορεί, αν και μου φαίνεται εντελώς απίθανο, να κάνει τρελίτσες με καμιά γκόμενα. Έτσι κι αλλιώς, τους καλεσμένους τούς έχει γραμμένους. Παραλίγο να βάλει τα γέλια, αλλά τελευταία στιγμή έφραξε το στόμα της με τα χέρια της. Για λίγα δευτερόλεπτα, έτρεμε σύγκορμη προσπαθώντας να καταπνίξει το χείμαρρο γέλιου της. Σε κάποια στιγμή, της ξέφυγε ένα βογκητό και η καρδιά της κόντεψε να ανατιναχτεί στο στήθος της. Φοβήθηκε πως είχε ακουστεί. Φαντάστηκε τον Θεόδωρο να κλείνει τη μουσική ή τη τηλεόραση ή να σταματάει τη κουβέντα με το συνομιλητή του, να ανοίγει διάπλατα τη πόρτα, να αντικρίζει με βλέμμα όλο θυμό την Εύα, να της τα ψέλνει και να τη διώχνει κακήν κακώς.
Τίποτα τέτοιο, όμως, δε συνέβη. Η Εύα, παρόλα αυτά, συνέχισε να τρέμει και να είναι σφόδρα φοβισμένη και ταραγμένη. Προσπάθησε να επιβληθεί στον εαυτό της λέγοντας από μέσα της πως δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας. Πως, εφόσον οι ήχοι δεν είχαν διακοπεί, κανείς δεν την είχε ακούσει. Αυτό που τη συνέφερε για τα καλά ήταν ο λόγος που είχε έρθει να δουλέψει στο σπίτι αυτό: τα ασημικά. Έπρεπε να τα πάρει γρήγορα, γιατί καθυστερούσε και ο κύριος Νίκος θα ανησυχούσε και θα ανέβαινε στον τρίτο και… Αυτό το “και” ούτε να το σκέφτεται δεν ήθελε. Έπρεπε να βιαστεί.

Επανέφερε την αυτοκυριαρχία της και απομακρύνθηκε από τη πόρτα. Προχώρησε με αργά και αθόρυβα βήματα προς τη κλειστή πόρτα του δωματίου. Έπιασε το χερούλι. «Μπορείς, μπορείς», ψιθύρισε στον εαυτό της και γύρισε το πόμολο. Η πόρτα με ένα ελαφρύ τρίξιμο άνοιξε αποκαλύπτοντας το χώρο. Ήταν μεγάλος, παλιομοδίτικος, αλλά και ακριβά διακοσμημένος. Είχε ένα τεράστιο διπλό κρεβάτι με κάγκελα και στηρίγματα από ξύλο. Τα μαξιλάρια και τα κλινοσκεπάσματα ήταν από καθαρό μετάξι. Υπήρχε μια ντουλάπα στα αριστερά, επίσης από σκουρόχρωμο, επεξεργασμένο ξύλο. Δεξιά όπως μπήκε, είδε αυτά που ήθελε: ένα γυάλινο κουτί με σκουλαρίκια και βραχιόλια. Άπλωσε τα χέρια της και τα έπιασε. Ήταν βαριά. Σίγουρα θα άξιζαν πολλά. Τα έβαλε σ’ ένα σακουλάκι που είχε στη τσέπη της φούστας της και τα έκρυψε εκεί.

Έκανε να φύγει, αλλά σταμάτησε. Στον τοίχο απέναντι από το κρεβάτι, η Εύα είδε ένα μπαούλο σαν αυτά που χρησιμοποιούσαν παλιά για να κρύψουν τους θησαυρούς τους οι πειρατές. Προχώρησε προς το μέρος του. Έσκυψε. Είδε πως δεν είχε κλειδαριά. Αν και μια φωνή τής έλεγε απεγνωσμένα να φύγει αμέσως, η Εύα άνοιξε το μπαούλο. Μέσα υπήρχαν παλιές, ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Έδειχναν ανθρώπους, ντυμένους με ρούχα που δεν φοριούνταν πια. Αλλά δεν ήταν αυτό που της κίνησε το ενδιαφέρον. Οι τρεις άνθρωποι -δυο άντρες και μια γυναίκα- είχαν έντονα χαρακτηριστικά. Τα μάτια τους πρώτα απ’ όλα ήταν ολοκληρωτικά μαύρα ή κάποιο πολύ έντονο χρώμα. Ασπράδι δεν υπήρχε καθόλου, ούτε κόρη. Οι μύτες τους ήταν γαμψές. Τα δόντια τους… τεράστια! Θύμιζαν δόντια ζώου.
«Μα ποιοι είναι αυτοί;» ρώτησε ψιθυριστά.

Η μία φωτογραφία έφυγε από το χέρι της και χώθηκε κάτω από το κρεβάτι πίσω της. Η Εύα γύρισε και προχώρησε μπουσουλώντας για να τη βρει. Η παλιά φωτογραφία ήταν σε κάτι ακουμπισμένη. Η Εύα άγγιξε το μακρόστενο πράγμα. Ήταν ξύλινο. Το ύψος του έφτανε στο στρώμα του κρεβατιού, που απείχε από το πάτωμα κοντά στο ένα μέτρο. Από το λίγο φως που έπεφτε στο χώρο, πρόσεξε πως το αντικείμενο ήταν μαύρο και το σχήμα του ήταν ορθογώνιο, με τις δυο πλάγιες πλευρές του να έχουν κλίση προς τα έξω. Προσπάθησε να καταλάβει τι ήταν. Το μόνο που της ερχόταν στο μυαλό ήταν φέρετρο. Αλλά…

Άκουσε βήματα. Κάποιος ερχόταν. Πήγε στο μπαούλο. Έβαλε γρήγορα τις φωτογραφίες σ’ αυτό και το έκλεισε. Έκλεισε και το κουτί από όπου είχε πάρει τα χρυσαφικά και στράφηκε προς την πόρτα. Δε μπορούσε όμως να φύγει, ήταν φραγμένη. Ένας άντρας στεκόταν εκεί. Ήταν γέρος, ή τουλάχιστον έτσι έδειχνε, με τα μαλλιά του που ήταν αραιά και είχε σακουλιασμένο δέρμα. Τα μάτια του ήταν κλαμένα και από κάτω τους υπήρχαν μαύροι κύκλοι. Φορούσε μια κόκκινη ρόμπα με δεμένη τη ζώνη και μαύρες παντόφλες. Στεκόταν με το δεξί του χέρι πάνω σε ένα μπαστούνι.
«Ποια είσαι εσύ;» τη ρώτησε με τη βραχνή του φωνή.

Δυο ερωτήσεις γεννήθηκαν αμέσως στο μυαλό της Εύας: “Αυτός είναι ο σούπερ μπάτσος;” και “Μα πώς πρόλαβε να φτάσει τόσο γρήγορα εδώ;”. «Η Εύα, η καμαριέρα, κύριε», απάντησε. Η φωνή της ήταν τρεμάμενη, φοβισμένη. Το δεξί της χέρι κινήθηκε αργά και μπήκε στη τσέπη της φούστας της. Έπιασε τη λαβή του μαχαιριού και την έσφιξε.
«Τι θες εδώ; Έχω πει να μην έρχεστε εδώ πάνω».
«Σας έφερα το δείπνο σας», του είπε. Τον είδε να ιδρώνει. Στάλες κατέβαιναν από τους πόρους του κεφαλιού του. Τι στον κόρακα, εγώ φοβάμαι αυτός ιδρώνει; «Το άφησα στην τραπεζαρία στο διάδρομο».
«Και γιατί μπήκες στο δωμάτιό μου;» Τώρα έτρεμε και η δική του φωνή.

Η Εύα δεν απάντησε αμέσως. Δεν ήξερε πώς να δικαιολογηθεί.
«Δεν άκουσες;» την ρώτησε αγριεμένα, αλλά τρεμάμενα.
«Άκουσα, άκουσα», τον διαβεβαίωσε. «Μπήκα… μπήκα για να δω αν είστε εντάξει. Μου φάνηκε πως άκουσα κάποιους περίεργους θορύβους και…»
«Μη μου λες εμένα ψέματα», της είπε και με το μπαστούνι έδειξε το γυάλινο κουτί. «Φέρ’ τα. Τώρα».

Η Εύα έβγαλε το μαχαίρι και το πρόταξε απειλητικά προς τον άντρα. Είχε ανοίξει πια όλα της τα χαρτιά. «Αυτό δεν γίνεται. Τα χρειάζομαι. Άφησέ με να περάσω γιατί θα σε σκοτώσω».

Ο άντρας χαμογέλασε. «Εσύ; Σε λάθος σπίτι ήρθες να κλέψεις, κοπέλα μου. Δώσε μου τα χρυσαφικά και θα σε αφήσω να φύγεις». Η φωνή του ξάφνου είχε πάψει να τρέμει.
«Άκου, γέρο», του είπε αποφασιστικά. Τα πράγματα είχαν ξεφύγει από τον έλεγχό της και έπρεπε να τελειώνει γρήγορα από δω και να φύγει από το τεράστιο σπίτι. Μπορεί να γλίτωνε από τη σύλληψη από τους αστυνομικούς και το θάνατο (από τον Θεόδωρο), όμως θα παρατούσε τον Λάκη. Δεν μπορούσε να την πληρώσει κι ο ίδιος μαζί της. Και δεν μπορούσε να του ζητήσει να αφήσει τη δουλειά του και τη ζωή του για κείνη. Την πλήγωνε, αλλά έπρεπε. «Έχω άμεση ανάγκη τα χρυσαφικά αυτά. Δεν θα καταλάβεις και να σου εξηγήσω. Κάνε στην άκρη. Μη με αναγκάσεις να σε χτυπήσω. Δεν θα το ξαναπώ, γέρο».
«Πολύ καλά», είπε ο γέρος και πέταξε μακριά το μπαστούνι. «Εσύ αποφασίζεις».

Ο άντρας άρχισε να αλλάζει. Ψήλωσε, ώσπου έφτασε να ξεπερνά δυο κεφάλια την Εύα. Το σώμα του διογκώθηκε. Το δέρμα του έγινε κάτασπρο. Τη θέση των ματιών του πήραν δυο μαύρες σφαίρες. Τ’ αυτιά του μεγάλωσαν και τώρα έμοιαζαν τέλεια σαν της νυχτερίδας. Στα χέρια του εμφανίστηκαν τεράστια νύχια αρπακτικού πουλιού. Χαμογέλασε. Τα δόντια του είχαν γίνει μυτερά σαν λύκου.

Το μαχαίρι έπεσε από το τρεμάμενο, λες και ήταν ηλικιωμένη και είχε πάρκινσον, χέρι της Εύας. «Τι… τι είσαι;» ρώτησε.

Το πλάσμα κινήθηκε εναντίον της. Χίμηξε στην Εύα με απλωμένα τα χέρια και ανοιχτό το στόμα. Την πέταξε βίαια στο πάτωμα. Τα κρύα σαν παγωτά χέρια του έσφιξαν τα δικά της και τα κράτησαν ανοιχτά σε διάσταση. Τα γόνατά της ήταν λυγισμένα, ενώ η φούστα της είχε σκιστεί, αφού το τέρας είχε πέσει άτσαλα πάνω της. Αν τους έβλεπε κάποιος θα νόμιζε πως έκαναν σεξ. Το βλέμμα της Εύας είχε καρφωθεί στο δικό του. Κοιτούσε τα απαίσια κατάμαυρα μάτια του.

Ο βρικόλακας έγλειψε τα χείλη του σαν να έτρωγε ένα ωραίο γλυκό και είπε: «Είχα να το κάνω αυτό από τότε που σκότωσα τους δικούς μου. Όχι αυτούς που είναι στους πίνακες, όχι, αυτοί είναι οι παππούδες μου. Οι γονείς μου ήταν πιο όμορφοι. Κι εγώ τους σκότωσα!», γέλασε, βγάζοντας έναν κακαριστό ήχο, σαν γυναίκας με ψιλή φωνή. «Ποτέ, για πάνω από εξήντα χρόνια, δεν σκότωσα άνθρωπο για να πιω αίμα. Έκανα μια σχεδόν φυσιολογική ζωή. Τώρα όμως που το σκέφτομαι, έκανα μεγάλη μαλακία. Αφού ήξερα πόσο γλυκιά είναι η γεύση του και πως είναι απείρως καλύτερο από την κοινή τροφή, ένας συνδυασμός γλυκού και αρμυρού φαγητού. Σαν μια ζεστή σοκολάτα που σε χορταίνει όπως ένα μεγάλο κομμάτι μπριζόλα». Γέλασε ξανά.

Έσκυψε το κεφάλι του. Έβγαλε κάτι αηδιαστικούς υγρούς ήχους ρουφήγματος. Η Εύα ένιωσε σαν να της κάνανε μια διπλή ένεση στο λαιμό. Αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που αισθάνθηκε, ενώ οι τελευταίες της σκέψεις ήταν δύο: πως η ίδια νόμιζε ότι θα τα κατάφερνε και πως έχασε και αυτή την παρτίδα. Ύστερα, τα πάντα σκοτείνιασαν και χάθηκαν οι σκέψεις και οι αισθήσεις.

Τάκης Κομνηνός

——————————————————————————————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/TheBluez.gr.
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/category/anastkom/.
Και στον ακόλουθο συνδέσμου όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/serials/.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading