Χαμένα αδέρφια

Η Μαντώ είναι 25 χρονών, χημικός κι έχει πρόσφατα ξεκινήσει την πρώτη της δουλειά σε ιδιωτικό σχολείο, σε μια πόλη μακριά από το μέρος που μεγάλωσε. Έχοντας μία δυσκολία στην προσαρμογή σε καινούρια περιβάλλοντα, δεν έχει διάθεση για οποιαδήποτε συναναστροφή με τους νέους συναδέλφους, μένοντας διαρκώς αμίλητη και αποστασιοποιημένη, ενώ είναι και με το παραπάνω τυπική στη δουλειά της, θεωρώντας την ως ένα μέσο διαφυγής. Ένα παρόμοιο μοτίβο συμπεριφοράς ακολουθεί και ο Στέφανος, ένας σαραντάχρονος φυσικός που εργάζεται περισσότερο από δέκα χρόνια στο συγκεκριμένο σχολείο. Μα, όντας αρκετά άγαρμπος και αλλοπρόσαλλος στη συμπεριφορά, δεν περνούσε ποτέ απαρατήρητος, πρωταγωνιστώντας αρκετά στα σχόλια μαθητών και καθηγητών, χαρακτηρίζοντάς τον συχνά ως μία ‘’προβληματική διάνοια’’. Περνούσε τα κενά του σε ένα υπόγειο εργαστήριο, επινοώντας νέες ασκήσεις και δοκιμάζοντας καινούρια πειράματα να παρουσιάσει στην τάξη. Την Μαντώ την είχαν γεμίσει περιέργεια όσα είχε ακούσει για τον 40χρονο και πρόσφατα είχε μάθει ότι είχαν ίδιο επώνυμο, υποθέτοντας πως επρόκειτο για κάποια μακρινή συγγένεια. Έτσι σε ένα κοινό τους κενό, αποφάσισε να επισκεφτεί το εργαστήριο κι έτσι ξεκίνησαν όλα…

Κατεβαίνει στο εργαστήριο και περιεργάζεται το χώρο. Σύντομα παρατηρεί έναν ψηλό τύπο με μεγάλα χοντρά γυαλιά, λιγοστά μαλλιά, να είναι σκυμμένος στον νιπτήρα, πλένοντας τα εργαστηριακά σκευάσματα. Ο ίδιος ακούει βήματα και γυρίζει το κεφάλι του προς το μέρος της.

“Καλημέρα”
“Καλημέρα. Είμαι η Μαντώ, καινούργια χημικός εδώ και είπα να κατέβω να δω το χώρο.”
Εκείνος πλησιάζει προς το μέρος της “Στέφανος , χάρηκα! Καλά κάνατε, ό,τι θέλετε μπορώ να σας το δείξω. Κατεβαίνω συχνά εδώ και δοκιμάζω πειράματα να παρουσιάσω στην τάξη. Οι περισσότεροι δε δίνουν σημασία στην πρακτική εξάσκηση, αλλά θεωρώ πως είναι καλό να εξοικειώνονται οι μαθητές και με αυτό το κομμάτι, ιδιωτικό είμαστε άλλωστε, πρέπει να διδάσκουμε, το κάτι παραπάνω…”
“Έχετε δίκιο, ίσως και εγώ το δοκιμάσω ως μέθοδο κάποια στιγμή, όταν εξοικειωθώ λίγο περισσότερο με το περιβάλλον. Είμαι μόλις δύο μήνες εδώ και είναι η πρώτη μου δουλειά σε σχολείο.”
“Κατάλαβα… εγώ είμαι δέκα χρόνια εδώ, είμαι πλέον παλιός. Καλή δύναμη λοιπόν!”
“Να είστε καλά… Παρεμπιπτόντως, έμαθα πως έχουμε το ίδιο επώνυμο και ήθελα να σας ρωτήσω από πού είναι η καταγωγή σας. Αναρωτιόμουν εάν πρόκειται για συνωνυμία ή για κάποια μακρινή συγγένεια.”
“Ειλικρινά δεν είχα ιδέα, δεν έχω καμία επαφή με τους υπόλοιπους εδώ, έτσι μένω λίγο εκτός των εξελίξεων… Κατάγομαι από τον Παλαιόκηπο της Λέσβου, πιθανόν να μην το έχεις ούτε ακουστά, είναι ένα μικρό χωριό με ελάχιστους κατοίκους.”
“Σοβαρά; Κι εγώ από εκεί είμαι! Εκεί μεγάλωσα! Σίγουρα τότε είμαστε συγγενείς, αναρωτιέμαι κιόλας πώς δε σας γνώριζα φυσιογνωμικά…”
“Από 18 χρονών έχω φύγει από εκεί, είναι μια μεγάλη ιστορία…Έριξα μαύρη πέτρα, δεν έχω ξαναπατήσει ούτε μία μέρα…”
“Κατάλαβα… είναι από μόνη της δύσκολη η ζωή σε ένα τόσο μικρό μέρος άλλωστε… Δε σας ρωτάω λεπτομέρειες δε θέλω να γίνω αδιάκριτη…”
“Ναι, η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για μια ιστορία που ελάχιστοι άνθρωποι στη ζωή μου τη γνωρίζουν. Ξέρετε πως είναι ο κόσμος, ειδικά σε τέτοιους χώρους, ζει για να αναπαράγει κουτσομπολιά. Δε μιλάω για εσάς, φαίνεστε καλή κοπέλα, αλλά προτιμώ ‘’να κρατάω μικρό καλάθι’’ …”
“Ναι, καταλαβαίνω έχετε δίκιο…”
“Αλήθεια, τους γονείς σας πώς τους λένε; Σας ρωτάω γιατί λογικά θα τους ξέρω, μήπως βρούμε ακριβώς και τη συγγένεια.”
” Θωμά και Τασία. Μιλτιάδη λένε στο επώνυμο τη μητέρα μου.”

Μένει σαστισμένος, έχοντας γίνει κατακόκκινος
“Όλα καλά; Τελικά τους γνωρίζετε;
“Μήπως, μήπως έχετε κάποια φωτογραφία τους να μου δείξετε;
“Ναι φυσικά, έχω αρκετές, μισό λεπτό να κοιτάξω στο κινητό.”

Ανοίγει μια φωτογραφία που ήταν και οι τρεις παρέα στην αποφοίτησή της και του τη δείχνει.
“Να αυτοί είναι.”
“Δεν το πιστεύω! Αλήθεια, δεν το πιστεύω αυτό που συμβαίνει αυτή τη στιγμή! Δεν το πιστεύω! Οι γονείς σου, ήταν και δικοί μου γονείς και λέω ήταν, γιατί… τους έχω ξεγράψει και με έχουν ξεγράψει εδώ και 15 χρόνια. Η ιστορία που σου έλεγα…”
“Μα πώς; Τι εννοείς; Εγώ δεν έχω αδέρφια!”
“Προφανώς δε σου έχουν μιλήσει ποτέ για την ύπαρξή μου… Απορώ πώς μπόρεσαν να μη σου πουν την αλήθεια, έστω αυτά τα χρόνια, που μεγάλωσες…”
“Πες μου, τα έχω χάσει τελείως! Δεν έχω ιδέα για ποιο πράγμα μιλάς! Ποια είναι η αλήθεια;”
“Λοιπόν, τώρα θα σου πω την ιστορία που σου είπα πως αποφεύγω να διηγούμαι. Είναι και δικό σου δικαίωμα να ξέρεις, άλλωστε… Από τη στιγμή που μπήκα στην εφηβεία, ήμουνα ένα δύσκολο παιδί… Μελαγχολικό και ολοκληρωτικά απομονωμένο από τους υπόλοιπους, μόνιμα σκυμμένο πάνω από κάτι ασκήσεις μαθηματικών και φυσικής, τους άφηνα όλους άφωνους με την ευφυΐα μου, αλλά συνήθως κέρδιζα τον χλευασμό τους λόγω της αδεξιότητάς μου και της ολοκληρωτικής απομόνωσης. Ταυτόχρονα ήμουνα και αρκετά κυκλοθυμικός, συχνά μιλούσα ασυνάρτητα και γρήγορα. Βέβαια οι γονείς μας δεν έδιναν σημασία, συνεχώς έλεγαν ‘’κρίση εφηβείας είναι, θα τελειώσει… Η ουσία είναι πως είναι έξυπνο παιδί’’.
Μα τα χειρότερα, δεν είχαν έρθει ακόμη. Στα 15 μου είχα αρχίσει να κατακλύζομαι από βαθύ σκοτάδι και να έχω αυτοκτονικούς ιδεασμούς. Στα χειρότερά μου είχα αρχίσει να ακούω οργισμένες φωνές, άλλοτε να μου δίνουν εντολές και άλλοτε απλά να με καταλογίζουν. Στην αρχή δεν το είπα στους γονείς, μα σύντομα από μόνοι τους κατάλαβαν ότι κάτι δεν πάει καλά. Αναζήτησαν ψυχίατρο στο κέντρο του νησιού και έσπευσαν να με πάνε, να δουν τι συμβαίνει. Η διάγνωση δεν άργησε να έρθει… Διπολική διαταραχή. Στην αρχή δεν το δέχθηκαν, ταξιδέψαμε στην πρωτεύουσα, επισκεφτήκαμε κι άλλον ψυχίατρο και σχετική κλινική. Όλοι συμφώνησαν με την αρχική διάγνωση. Οι γονείς όμως ήταν αμόρφωτοι άνθρωποι, πιστοί σε προκαταλήψεις και δεισιδαιμονίες. Με θεώρησαν δαιμονισμένο, που δεν έχω ελπίδα στη ζωή, ό,τι και αν τους έλεγαν οι γιατροί. Πίστεψαν πως θα καταστρέψω αυτούς και το παιδί που θα έφερναν στον κόσμο. Η μάνα ήταν έγκυος σε σένα εκείνη την εποχή. Με παράτησαν στη γιαγιά, η οποία είχε πρόσφατα χηρέψει και έμενε μόνη της. Έκανε τα πάντα για να με βοηθήσει και πίστευε πως μπορώ να ζήσω σαν φυσιολογικός άνθρωπος. Με πήγε αμέσως στον ψυχίατρο και άρχισα να κάνω ψυχοθεραπείες και να παίρνω την αγωγή, έτσι μετά από αρκετό καιρό ένιωθα καλύτερα. Οι φωνές σώπασαν, έπαψα να νιώθω τα πάντα τόσο έντονα και αντιφατικά. Έδωσα πανελλήνιες και πέρασα στο φυσικό, στην πρωτεύουσα. Μέσα σε εκείνο το καλοκαίρι η γιαγιά πέθανε, ήταν μεγάλη αρκετά… Μετακόμισα και δουλεύοντας και συνεχίζοντας ψυχοθεραπεία, παράλληλα με τις σπουδές, μπόρεσα να σταθώ στα πόδια μου. Όσο για τους γονείς, δεν επικοινώνησαν ποτέ μαζί μου ξανά. Τελευταία φορά τους είδα στην κηδεία της γιαγιάς κι εκεί δεν μου μίλησαν, μονάχα με κοίταξαν γεμάτοι οίκτο…”

“Είναι απίστευτο, ειλικρινά! Δεν περίμενα ποτέ πως θα φερόντουσαν έτσι οι γονείς μας, πως θα σε απέρριπταν ολοκληρωτικά γι’ αυτό το λόγο!

“Για χρόνια ένιωθα ακραία οργή, μπορώ να πω ακόμα και πως τους μισούσα. Με τα χρόνια όμως, όσο έπηζε το μυαλό μου, κατάλαβα πως τόσα ήξεραν τόσα έπρατταν. Ήταν αμόρφωτοι άνθρωποι του χωριού και ψυχροί χαρακτήρες.”
“Ξέρεις, το σπίτι μας είχε δυο παιδικά δωμάτια. Το δικό μου και ένα αγορίστικο με αρκετά παιχνίδια. Μου είχαν πει πως είχαν χάσει ένα παιδί πριν από μένα στη γέννα, αγόρι. Το περίμεναν με ανυπομονησία και είχαν ετοιμάσει το δωμάτιό του, από την ώρα που έμαθαν το φύλο. Έτσι θεώρησαν πως θα ήταν καλή ιδέα να το κρατήσουν, ώστε να τους το θυμίζει… Πάντοτε με γέμιζε αρνητικά συναισθήματα αυτό το ‘’ακατοίκητο δωμάτιο’’, απέφευγα να μπαίνω μέσα. Δεν καταλαβαίνω πώς μπόρεσαν να με κοροϊδέψουν έτσι…
“Περασμένα ξεχασμένα… Όταν θέλω να σκεφτώ κάτι καλό γι’ αυτούς, σκέφτομαι πως με πείσμωσαν ώστε να προοδεύσω και να μην αφήσω το πρόβλημά μου να με κρατήσει πίσω στη ζωή μου. Εδώ και 4 χρόνια είμαι παντρεμένος, έχω κι ένα κοριτσάκι 2 χρονών. Για την ακρίβεια μόνο η γυναίκα μου ξέρει την ιστορία αυτή, με αποδέχθηκε από την αρχή γι’ αυτό που είμαι και όλο αυτό της έδωσε μια πολύ ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου. Θα χαρώ να σου τη γνωρίσω κάποια στιγμή, πιστεύω ήταν καρμικό που βρεθήκαμε ξανά εδώ…”

“Πραγματικά, ίσως κάποιο παιχνίδι της μοίρας, ώστε να αποκαλυφθεί η αλήθεια…”
“Οι γονείς μένουν ακόμα στο χωριό; Τους βλέπεις συχνά;”
“Ναι, εκεί μένουν. Πλέον λόγω δουλειάς, μόνο τα καλοκαίρια…”
“Σε παρακαλώ όμως, μην τους πεις για μένα… Δεν μπορώ να τους συγχωρήσω ό,τι και να γίνει. Δε θα ήθελα να τους ξαναδώ.”
“Μην ανησυχείς, δε θα τους ξαναδείς. Όταν τους ξανασυναντήσω όμως, θα τους πω πως ξέρω την αλήθεια, πως σε γνώρισα και πως είσαι καλά, πετυχημένος σε κάθε τομέα. Πως η αδικία τους σε πείσμωσε, αλλά δε θα ήθελες ποτέ να τους ξαναδείς. Ίσως αυτό ξυπνήσει την νεκρή τους συνείδηση. Δες το μονάχα σαν μια εκδίκηση από εμένα, γι’ αυτό το μεγάλο ψέμα που συνόδεψε όλη τη ζωή μου.”

Ιωάννα Χαντζαρά

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading