Αγαπούσε το καρναβάλι της πόλης. Ναι, το λάτρευε. Μπορούσε ν’ αναμιχθεί ανενόχλητος και κανείς να μην τον πάρει είδηση. Όλοι μεταμφιεσμένοι, με μάσκες, με στολές, ανέμελοι, χαρούμενοι, εκτεθειμένοι. Αιώνες τώρα λαχταρούσε τέτοιου είδους πανηγύρια, έτσι τα αποκαλούσε και πάντα έφευγε ικανοποιημένος, χορτασμένος. Έτσι κι αυτή τη βραδιά παραμόνευε στα φανερά πλέον τα επόμενα θύματά του. Το συγκεκριμένο το επισκεπτόταν χρόνια. Γνώριζε την κάθε γωνιά, το κάθε παιχνίδι, όλους τους μικροπωλητές.
Τα μακριά, μαύρα μαλλιά, το λευκό δέρμα, η ψηλή κορμοστασιά μαγνήτιζαν τα βλέμματα. Συνήθως σαν Δαίμονας του Σκότους κρυβόταν σε σκοτεινές γωνίες, κάτω από υγρά υπόστεγα, βρωμερές γέφυρες μέχρι να σταμπάρει το θύμα του. Στη συνέχεια του ρουφούσε την ψυχή με λύσσα, ώσπου δεν έμενε παρά μόνο ένα κουφάρι σταφιδιασμένο. Τώρα δεν είχε σκοπό βέβαια να χορτάσει μπροστά σε όλους, πάλι θα παρέσερνε τα υποψήφια θύματά του σ’ ένα απόμερο μέρος, απλώς δεν είχε την ανάγκη να κρυφτεί. Διάλεγε στα φανερά. Είχε πάντα να κάνει με την όσφρηση, τη μυρωδιά του θνητού. Μόλις περνούσε από δίπλα του, οι οσφρητικές του αδένες πάλλονταν τόσο δυνατά, που πλέον ήταν αδύνατο να παρακούσει. Στη συνέχεια, σαν αερικό πλησίαζε το θύμα, του ψιθύριζε αρχαίες λέξεις του Κόσμου των Δαιμόνων κι εκείνο τον ακολουθούσε τυφλά.
Στο καρναβάλι επικρατούσε χάος. Μεγάλοι, παιδιά, νέοι, γέροι πηγαινοέρχονταν γελώντας και φωνάζοντας, άλλοι τρομάζοντας τους φίλους τους με τις καινούριες τους στολές, άλλοι ανεβασμένοι στα καρουζέλ τραγουδούσαν. Κλόουν, ξυλοπόδαροι, ταχυδακτυλουργοί, παρουσίαζαν τα καινούρια τους νούμερα και ουρές κόσμου περίμεναν ν’ ανέβουν στον Τροχό της Πόλης ή να φάνε παγωτό και χοτ ντογκ στις καντίνες. Ο Σίμλοκ ανέμελος παρατηρούσε τριγύρω ρουθουνίζοντας στον αέρα. Η ποικιλία των αρωμάτων, μια χορταστική πανδαισία για τον ίδιο. Μόνο που… κάτι ξεχώρισε. Μια μυρωδιά από κεράσι και απαγορευμένους καρπούς, τον ταξίδεψαν ξαφνικά σε κόσμους μακρινούς, επικίνδυνους, πέρα από τα όρια. Σε κόσμους που γνώριζε καλά, γεμάτους ηδονή, ιδρωμένες ενώσεις σωμάτων, ήχους απόκρυφους. Τα ‘χασε. Σήκωσε το κεφάλι ψηλά ψάχνοντας την πηγή αυτής της μεθυστικής αποκάλυψης. Μπλέχτηκε στο πλήθος ψάχνοντας, αναζητώντας. Δεν έβγαζε άκρη, τον τραβούσε όμως, όπως το αφεντικό τον σκύλο, τον πίεζε να τη βρει.
Κάποια στιγμή ζαλίστηκε, δεν καταλάβαινε πού βρισκόταν, θαρρείς και πρώτη φορά στη ζωή του συναντούσε καρναβάλι. Τον ενοχλούσε η φασαρία, οι φωνές. Ήθελε να ουρλιάξει για να σκάσουν όλοι, να μείνουν ακίνητοι για να μπορέσει να την βρει. Αισθάνθηκε εγκλωβισμένος, χαμένος, ανήμπορος. Αυτός, ο Σίμλοκ, ο Δαίμονας του Σκότους… Έκλεισε τα μάτια του για λίγα λεπτά να πάρει μια βαθιά ανάσα. Τότε την άκουσε:
«Σίμλοκ», σαν αεράκι του βουνού γαργάλησε το αυτί του.
Το αίμα, θαρρείς κι ένα φράγμα έσπασε και ξεχύθηκε ορμητικό στο κορμί του, ξυπνώντας κάθε του αίσθηση και κάνοντας την καρδιά του να χτυπά. Μια καρδιά που αιώνες τώρα παρέμενε κλειδωμένη στα έγκατα του κορμιού του ως απλό όργανο, σιωπηλό και άψυχο.
«Σίμλοκ» ακούστηκε ξανά, ο Δαίμονας όμως δε διέκρινε κανέναν. Οι φωνές του κόσμου πονούσαν τ’ αυτιά του, τον αποσυντόνιζαν, δε μπορούσε να ξεγλιστρήσει, να ψάξει να τη βρει. Ναι, ήταν αυτή, ήταν γυναίκα, ήταν μόνο για ‘κείνον. Τότε σα να άγγιξε κάποιος το μπράτσο του κι όλα γύρω πάγωσαν όπως η εικόνα μιας φωτογραφίας. Μόνο εκείνη στεκόταν απέναντί του, με το λευκό της φόρεμα ν’ ανεμίζει και τα κόκκινα μαλλιά της μια πύρινη όαση στη σκοτεινή νύχτα. Το πάθος κατέκλυσε το κορμί του και με μια γρήγορη αέρινη κίνηση βρέθηκε δίπλα της ν’ ατενίζει τις πράσινες λίμνες των ματιών της. Το άρωμα του πόθου στροβιλίστηκε γύρω τους και το παθιασμένο τους φιλί φυσικό επακόλουθο της απροσδόκητης αυτής έλξης, που όμοιά της δεν είχε νοιώσει ο Σίμλοκ αιώνες τώρα.
«Θυμήσου…», του είπε κι απομακρύνθηκε, ενώ όλα στο καρναβάλι επέστρεψαν στην κανονικότητά τους.
«Περίμενε!», φώναξε εκείνος, μάταια, καθώς η γυναικεία φιγούρα είχε ήδη χαθεί και μαζί το άρωμά της.
«Βοήθησέ με, Σίμλοκ, αγάπη μου. Είμαι η Κασσάνδρα» ψιθύρισε η φωνή. « Πρέπει να με βρεις, σε χρειάζομαι».
Η Κασσάνδρα; Εγκλωβισμένος στη δίνη του καρναβαλιού, μην έχοντας διαφυγή, απελπισμένος, έβαλε τα χέρια του στ’ αυτιά για μπορέσει να συγκεντρωθεί.
«Η Κασσάνδρα; Η Κασσάνδρα;» οι αναμνήσεις σαν πινέζες τσιμπούσαν το μυαλό του. Ξαφνικά είδε τον εαυτό του νεαρό ακόμα δαίμονα, καθισμένο πάνω στο χορτάρι με ακουμπισμένη την πλάτη του σ’ ένα πηγάδι. «Το Πηγάδι των Ευχών», σκέφτηκε.
Δίπλα του μια κοπέλα, κοκκινομάλλα, με δέρμα λευκό σαν του χιονιού και μεγάλα διαπεραστικά μάτια. Μιλούσαν χαμηλόφωνα, γελούσαν, άγγιζαν ο ένας το χέρι του άλλου. Ο έρωτας ξεχείλιζε από κάθε ίντσα του κορμιού τους, τους αγκάλιαζε, έλαμπε η φύση γύρω τους. Περιεργάστηκε το μέρος. Ένα καταπράσινο λιβάδι, με λίμνες, ποτάμια και το Πηγάδι των Ευχών στη μέση. Ο νεαρός εαυτός του σηκώθηκε και κρατώντας ένα μαχαίρι άπλωσε το χέρι του πάνω από το πηγάδι. Χάραξε την παλάμη του και καθώς το αίμα έσταζε μέσα στη σκοτεινή τρύπα του πηγαδιού είπε:
«Κασσάνδρα θα σε αγαπώ για πάντα».
Το ίδιο ακριβώς έκανε και η κοπέλα.
«Σίμλοκ θα σε αγαπώ για πάντα».
Τα πάντα στριφογύρισαν στο μυαλό του δαίμονα. Το μυαλό του πήγε να εκραγεί, καθώς οι αναμνήσεις επέστρεφαν και έμπαιναν στη θέση τους. Τρέχοντας κρύφτηκε σε μια γωνιά αναμαλλιασμένος τρέμοντας. Ναι, όλα επέστρεφαν αργά αλλά σταθερά. Η Κασσάνδρα, η μάγισσα που ερωτεύτηκε νέος Δαίμονας ακόμα και ο βίαιος χωρισμός τους, εφόσον η ένωση των ειδών τους απαγορευόταν. Τώρα η αγαπημένη του κινδύνευε, η εμφάνισή της ήταν σημάδι κι έπρεπε να τη βρει.
«Θα σε βρω αγαπημένη, ακόμα κι αν χρειαστεί να ρουφήξω κάθε ψυχή όλων των Κόσμων!» φώναξε, καθώς άρπαξε μια άτυχη νεαρή για να ξεδιψάσει.
********
Η Κασσάνδρα φυλακισμένη πίσω από τον Μαύρο Καθρέφτη της Αρχαίας Λευκής Μάγισσας, χαμογέλασε συγκινημένη. Μετά από τόσους αιώνες και κόπο είχε βρει τον αγαπημένο της και οι δρόμοι τους σύντομα θα έσμιγαν πάλι.
Elpida Petrova
