Η Ρεβέκκα είχε κουλουριαστεί σα φοβισμένο κουτάβι στην μεριά που την πέταξε η Κόμισσα, σαν να ήταν λύκος που έφτυνε τα κομμάτια του θύματος που δεν του άρεσαν. Είχε λυγίσει τα πόδια της και είχε μαζέψει τα χέρια, για να τυλίξει το κορμί της, που τώρα έμοιαζε πιο αδύναμο ακόμα και απ’ όταν ήταν θνητή. Τα σκισμένα ρούχα της άφηναν ακάλυπτο το σώμα της για να φθαρεί περαιτέρω από οποιοδήποτε αιχμηρό οστό ήταν πεταμένο εκεί, ενώ το κρύο έδαφος ενίσχυε την ανατριχίλα που ήδη την κατέπνιγε. Δεν είχε τολμήσει να σπρώξει μακριά της τα κόκαλα, ούτε να απομακρυνθεί. Παλιότερα, η θέα τους την ικανοποιούσε, γιατί θυμόταν σε ποιο θύμα ανήκε το καθένα εξ αυτών και το πόσο απολάμβανε να πίνει το αίμα του κάθε δύστυχου διαβάτη, που καθώς πήγαινε στο Μπραν ή στο Μπρασώφ έπεφτε στην ενέδρα των βρικολάκων. Η Ρεβέκκα, αντίθετα από τον Νικολάι, το Βασίλι και την Έλενα, δεν μεταχειριζόταν με τον ίδιο τρόπο όλα τα θηράματα. Μόνο τους άντρες (οποιασδήποτε ηλικίας) τους σκότωνε αμέσως και έπειτα έπινε το αίμα τους. Στις γυναίκες, όμως, επεδείκνυε μια ιδιαίτερη αγάπη, πριν τις αφαιμάξει. Τους μιλούσε με τρυφερά λόγια, για να τις καθησυχάσει, ενώ ταυτόχρονα εξερευνούσε το κορμί της καθεμιάς, ερεθίζοντας τα σημεία που ήξερε ότι προκαλούν ηδονή. Οι περισσότερες, είτε ήταν νυμφευμένες είτε όχι, απογοήτευαν τη Ρεβέκκα, γιατί όχι απλά δεν σταματούσαν να οδύρονται, αλλά προσπαθούσαν να την απωθήσουν, χτυπώντας την αδύναμα και αποκαλώντας την δαιμόνισσα ή πόρνη του Σατανά. Το μόνο που κατάφερναν ήταν να γεύονται τα φιλιά της, πριν τους κόψει το λαιμό και αποσυρθεί στο φέρετρό της.
Όμως, τώρα η Ρεβέκκα δεν αναγνώριζε αυτό τον χώρο και ό,τι περιελάμβανε, μήτε λάμβανε την οποιαδήποτε ευχάριστη θύμηση και ικανοποίηση. Τώρα ήταν τρομοκρατημένη. Όπως τότε που παραλίγο να τη βιάσουν εκείνοι οι άντρες στο Σιμπίου, κάτω από το άγρυπνο βλέμμα των σπιτιών με τα αλλόκοτα μάτια.
Η Κόμισσά μου, σκεφτόταν, με ταπεινώνει. Με κακομεταχειρίζεται. Μου φέρεται σαν να είμαι καμιά πόρνη που πουλιέται σε άνδρες. Η Ρεβέκκα δεν άντεχε αυτές τις σκέψεις, αυτή τη συνειδητοποίηση. Ότι πλέον η Κόμισσα είχε χάσει την εμπιστοσύνη της προς το πρόσωπο της αγαπημένης της κόρης. Δεν με αγαπάει πια; αναρωτήθηκε η Ρεβέκκα, αλλά δεν τόλμησε να ρωτήσει. Δεν θα μιλούσε, παρά μόνο αν της έδινε την άδεια η ίδια η Κόμισσα.
Είχε τα μάτια της κλειστά, γιατί έτσι κι αλλιώς δεν μπορούσε να δει μέσα στο σκοτάδι που επικρατούσε στο κελάρι, καθότι δεν είχε τις δυνάμεις της. Της τις είχε πάρει η Κόμισσα, για να κάνει ακόμα πιο οδυνηρό τον εφιάλτη της Ρεβέκκα. Αλλά δε χρειαζόταν να βλέπει. Ένιωθε την αύρα που απέπνεε η αφέντρα της. Άκουγε το θρόισμα της υπέροχης φορεσιάς της Κόμισσας. Ήξερε ότι εκείνη είναι κοντά της. Και κάποτε αυτό θα της έφερνε χαρά και προσμονή, όμως τώρα εξαντλούσε την ψυχή της.
«Τόσοι νεκροί» ακούστηκε η φωνή της Κόμισσας, που θύμιζε τον ψίθυρο αμφιβολίας που τριβελίζει το μυαλό σε κρίσιμες στιγμές. «Τόσα νεκρά παιδιά μου. Τόσες ευκαιρίες χάθηκαν. Σας κατατρόπωσαν. Αυτοί. Οι άντρες με τις στολές. Οι άντρες, Ρεβέκκα. Οι άντρες! Αυτοί που νόμιζες ότι δεν είναι ουσιώδης απειλή για εσάς. Αυτοί που υποτίμησες. Τι είχες πει την προηγούμενη φορά για αυτούς; Τότε που σε προειδοποίησα ότι θα έρθουν κι άλλοι στρατιωτικοί, περισσότεροι και καλύτερα προετοιμασμένοι; Θυμάσαι, Ρεβέκκα;»
Η Ρεβέκκα δεν αποκρίθηκε, αλλά θυμόταν. Δεν θα περιμένουν να αντιμετωπίσουν εμάς. Θα νομίζουν ό,τι και οι άλλοι, ότι έχουν να τα βάλουν με απλούς ανθρώπους κι όχι με ανώτερα όντα. Άλλωστε, άντρες αποφασίζουν. Κι είναι πάντα ηλίθιοι οι άντρες. Αυτά είχε πει.
«Είδες πόσο εύκολο ήταν, Ρεβέκκα;» συνέχισε η Κόμισσα. «Είδες πόσο ηλίθιοι μπορούν να είναι οι άντρες; Είναι τόσο ηλίθιοι και κατώτεροι, που παραλίγο να σας σκοτώσουν ΟΛΟΥΣ». Το ουρλιαχτό της Κόμισσας συντάραξε το κελάρι. Οι τοίχοι και το πάτωμα δονήθηκαν σαν να έκανε σεισμό. Τα κόκαλα έτριξαν, σαν να καταράστηκε κάποιος τους νεκρούς.
Προτού σκεφτεί τι επρόκειτο να συμβεί, η Ρεβέκκα βρέθηκε ξανά στον αέρα, με την τυλιγμένη γροθιά της Κόμισσας να σφίγγει τον λαιμό της. Η Ρεβέκκα δεν αποτόλμησε να ανοίξει τα μάτια της.
Η Κόμισσα φώναξε «ΣΟΥ ΕΙΠΑ ΝΑ ΠΡΟΣΕΧΕΤΕ ΚΑΙ ΝΑ ΕΙΣΤΕ ΑΜΕΙΛΙΚΤΟΙ. ΣΟΥ ΕΙΠΑ ΟΤΙ ΚΑΠΟΙΟΙ ΑΝΤΡΕΣ ΞΕΧΩΡΙΖΟΥΝ. ΣΟΥ ΕΙΠΑ ΝΑ ΤΟΥΣ ΔΕΙΞΕΤΕ ΤΙ ΕΣΤΙ ΤΡΟΜΟΣ. ΑΛΛΑ! ΑΝΤΙ ΑΥΤΟΥ, ΣΑΣ ΚΑΤΕΣΦΑΞΑΝ. ΑΥΤΟΙ! ΑΝΘΡΩΠΟΙ! ΘΝΗΤΟΙ! ΕΝΩ ΕΣΕΙΣ ΕΙΣΤΕ ΑΝΩΤΕΡΑ ΟΝΤΑ! ΑΝΩΤΕΡΑ ΟΝΤΑ, ΡΕΒΕΚΚΑ!»
Η Ρεβέκκα δεν απάντησε, παρά συνέχισε να υφίσταται τον εξευτελισμό της Κόμισσας.
«ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΩΡΑ ΟΛΗ ΕΚΕΙΝΗ Η ΕΠΑΡΣΗ ΠΟΥ ΕΙΧΕΣ, ΡΕΒΕΚΚΑ; ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΣΠΟΥΔΑΙΑ ΛΟΓΙΑ ΠΟΥ ΞΕΣΤΟΜΙΖΕΣ ΤΟΤΕ;». Όταν μίλησε ξανά η Κόμισσα, ήταν σαν η Ρεβέκκα να άκουγε την ίδια της τη φωνή: «“Μόλις θα έχουμε έναν μεγάλο αριθμό στη διάθεσή μας, θα τους διαλύσουμε και θα τους στείλουμε στις εκκλησίες τους, να παρακαλάνε για συγχώρεση και λύτρωση. Κι αυτό που θα βρουν θα είναι τρόμος και θάνατος.”». Η Κόμισσα φώναξε «ΑΥΤΑ ΔΕΝ ΜΟΥ ΕΙΧΕΣ ΠΕΙ; ΑΥΤΑ ΔΕΝ ΕΙΧΕΣ ΥΠΟΣΧΕΘΕΙ; ΠΟΙΟΣ ΠΑΡΑΚΑΛΑΕΙ ΓΙΑ ΣΥΓΧΩΡΕΣΗ ΚΑΙ ΛΥΤΡΩΣΗ ΤΩΡΑ; ΠΟΙΟΣ ΒΙΩΝΕΙ ΤΟΝ ΤΡΟΜΟ; ΠΟΙΟΣ ΒΙΩΣΕ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ;»
Η Ρεβέκκα και πάλι δεν αποκρίθηκε.
Τότε ένιωσε τα γαμψά νύχια της Κόμισσας να σχίζουν τα ήδη κατεστραμμένα ρούχα της, αλλά και να χαράζουν το δέρμα της.
«ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΕΣΥ ΚΙΝΔΥΝΕΨΕΣ ΝΑ ΧΑΘΕΙΣ, ΡΕΒΕΚΚΑ! ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΕΣΥ, ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ ΤΟ ΠΙΟ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΜΟΥ ΤΕΚΝΟ!»
Η Ρεβέκκα έκλαψε.
«Τι συμβαίνει;» ρώτησε η Ραλούκα. Είχε κάνει την ίδια ερώτηση και πρωτύτερα, όταν μπήκε στο δωμάτιο που είχαν μεταφέρει την αναίσθητη Ρεβέκκα και είδε το σώμα της πεταμένο σε μια γωνιά, ενώ το είχαν αφήσει στο κρεβάτι. Τώρα το είδε να ίπταται και τα ρούχα της να γίνονται κομμάτια, ενώ δάκρυα συνέχισαν να λιμνάζουν στο βρόμικο πάτωμα. «Πώς;…»
Ο Νικολάι, που πλέον κατάλαβε τι γίνεται, είπε «Η Κόμισσα. Τιμωρεί τη Ρεβέκκα για ό,τι έγινε στο Μπραν». Υπήρχε μια δόση πικρίας στα λόγια του, μιας και αυτή ήταν άλλη μια απόδειξη ότι η Κόμισσα ξεχώριζε τη Ρεβέκκα έναντι των άλλων βρικολάκων.
«Αλλά γιατί;» συνέχισε η Ραλούκα, στον ίδιο πληγωμένο τόνο, αλλά δίχως να πάρει τα μάτια της από την ερωμένη της. «Δεν ήταν η μόνη που… απέτυχε. Ήμασταν και εμείς εκεί. Και εμείς αποτύχαμε. Είναι άδικο να τιμωρείται μόνο η Ρεβέκκα».
«Δεν έχει σημασία, Ραλούκα». Ο Νικολάι πήγε και κάθισε στο κρεβάτι, με το κεφάλι σκυμμένο. «Για την Κόμισσα, η Ρεβέκκα είναι η εκλεκτή. Η Ρεβέκκα ηγείται. Η Ρεβέκκα απολαμβάνει την εύνοια της Κόμισσας. Και η Ρεβέκκα φέρει την ευθύνη για οποιαδήποτε ήττα. Η Ρεβέκκα, η Ρεβέκκα, η Ρεβέκκα. Όλα η Ρεβέκκα».
Η Ραλούκα κοίταξε τον Νικολάι. «Ζηλεύεις» είπε σχεδόν ψιθυριστά. «Ζηλεύεις που η Ρεβέκκα είναι πιο ξεχωριστή από εσένα».
Ο Νικολάι δεν απάντησε. Γυρόφερνε μια σκέψη, που θα μπορούσε να είναι αφορμή για να τον αποκηρύξει η Κόμισσα, με το να κομματιάσει το σώμα του. Αλλά δεν είχε τελείως άδικο να το σκέφτεται. Με βάση τα όσα είχε ζήσει πριν λίγες ώρες, αναλογιζόμενος ότι είχε καταφέρει να βγει (και ο ίδιος) ζωντανός από την μάχη με τους θνητούς, τότε θεωρούσε πως ήταν δίκαιο να σκέφτεται πώς θα επιβιώσει, ακόμα και αν έπρεπε να φύγει, να δραπετεύσει από το κάστρο, ανεξάρτητα από το τι θα έκαναν η Ρεβέκκα και όσοι βρικόλακες είχαν απομείνει. Θα ήταν δειλός; Μπορεί. Αλλά θεωρούσε ότι είναι η καλύτερη λύση, έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα, δηλαδή τελείως αντίθετα απ’ ό,τι στόχευαν. Τι είχε πει στην Ρεβέκκα; Εμείς χάσαμε, Ρεβέκκα, όχι οι θνητοί. Θα ήταν τρέλα αν συνεχίζαμε. Έπρεπε να τους σφάξουμε. Ίσως να χάναμε πέντε ή έξι δικούς μας. Μέχρι εκεί, όμως. Αλλά καταλήξαμε και να χάσουμε δεκάδες και να τραπούμε σε φυγή, ενώ είχαν μείνει μόνο δύο ζωντανοί θνητοί. Εκείνη δεν τον άκουγε, δεν ήθελε να τον πιστέψει. Δεν ήθελε να πιστέψει ότι είχαν γλιτώσει παρά τρίχα και πως το μέλλον τους δεν ήταν πια ευνοϊκό. Παρά μιλούσε για σχέδια, που θα ανέτρεπαν την εις βάρος τους κατάσταση, σαν να μην λάμβανε υπόψη της ότι το προηγούμενο σχέδιο δεν έφερε τα επιθυμητά αποτελέσματα.
Και η Κόμισσα πού είναι; συλλογίστηκε. Έπρεπε να είναι δίπλα μας, να μας καθοδηγεί. Όχι μέσω του ονείρου της Ρεβέκκα, αλλά να είναι εδώ, μπροστά μας. Να τη βλέπουμε, να την ακούμε.
Αλλά η Κόμισσα δεν ήταν εκεί.
Και οι θνητοί είχαν πετύχει μια σημαντική νίκη.
Και απ’ ό,τι έδειχναν τα πράγματα, οι πιστοί της Κόμισσας θα έρχονταν αντιμέτωποι με την μοίρα τους, πολύ πιο σύντομα απ’ όσο θα ήθελαν.
Οπότε γιατί αυτός να έμενε; Γιατί να μην έφευγε, για να σωθεί; Μόνος, απομονωμένος, κυνηγώντας στις σκιές τα δικά του θηράματα…
«Είσαι αξιολύπητος, Νικολάι» είπε η Ραλούκα, σαν να διάβαζε τις μίζερες σκέψεις που έκανε. «Η λατρευτή Ρεβέκκα τυραννιέται και εσύ, αντί να αγωνιάς για την μοίρα της, φέρεσαι σαν παιδάκι…»
Ο Νικολάι τη διέκοψε «Γιατί δεν έρχεσαι να καθίσεις;» Έδειξε το κρεβάτι. «Απ’ ό,τι φαίνεται, η νύχτα θα είναι ατελείωτη».
«Όχι. Δεν θα καθίσω δίπλα σου». Έκανε να ακουμπήσει τη Ρεβέκκα, αλλά μάζεψε τα χέρια της, φοβούμενη τι μπορεί να έκανε η Κόμισσα, είτε στη Ρεβέκκα είτε στην ίδια. «Όχι, θα μείνω κοντά στην αγαπημένη μου» κατέληξε.
Την επόμενη στιγμή, έκανε πίσω, καθώς το σώμα της Ρεβέκκα έπεσε στο πάτωμα.
Όπως και νωρίτερα, έτσι και τώρα, η Ρεβέκκα έμεινε να κάθεται στο σημείο που την άφησε η Κόμισσα. Έπειτα, άκουσε τη φούστα της Κόμισσας να θροΐζει ξανά, ενώ η παγερή ανάσα που περιέβαλε την αφέντρα της σαν να μειώθηκε. Έτσι, η Ρεβέκκα κατάλαβε ότι η Κόμισσα απομακρύνθηκε λίγο από κοντά της. «Πώς θα πετύχει το σχέδιό μου, Ρεβέκκα;» είπε εκείνη, περισσότερο στον εαυτό της.
Η Ρεβέκκα δεν μίλησε.
«Σε ρωτάω».
Η Ρεβέκκα δεν μίλησε.
«Απάντησέ μου, Ρεβέκκα. Πώς περιμένεις να πετύχει το σχέδιό μου, εφόσον χάσαμε τόσους δικούς μας;»
Για μια στιγμή, δεν ακουγόταν τίποτα.
«Όποιοι κι αν έρθουν, όσο καλά εξοπλισμένοι και αν είναι, όσοι και αν είναι, θα τους περιμένει μια έκπληξη που ούτε καν διανοούνται» τόλμησε να πει η Ρεβέκκα. «Σας το είχα υποσχεθεί. Και πέτυχε. Δεν το περίμεναν».
«Και τι μ’ αυτό, Ρεβέκκα; Δεν καταφέρατε να τους σκοτώσετε».
«Όχι, αλλά τους πλήξαμε. Λίγο, γιατί είχαμε μικρή βοήθεια». Η Ρεβέκκα σήκωσε το βλέμμα προς την Κόμισσα. Είδε τα σκοτεινά μάτια της και δε φαίνονταν πολύ απειλητικά πια. «Αλλά τώρα, Κόμισσά μου, έχουμε πολύ μεγαλύτερο πλεονέκτημα».
Και αποκάλυψε το σχέδιό της.
Αλλά, πριν ολοκληρώσει τη σκέψη της, η Κόμισσα την σταμάτησε. «Σιωπή!» διέταξε. «Πρέπει να…»
Η Ρεβέκκα κατάλαβε ότι κάτι σημαντικό συνέβαινε στον πραγματικό κόσμο. Στο μέρος όπου είχε πάει η Κόμισσα, με εκείνον τον συγγραφέα. Κάτι…
«Πώς τολμάς, αχρείε!» σύριξε η Κόμισσα και η ονειρική συνάντηση έσβησε.
Ο Μπάρλοου στεκόταν στην άλλη πλευρά του κρεβατιού και είχε σκύψει προς την Ροντίκα. Είχε πιάσει με τα δύο του χέρια το μαχαίρι και ήταν έτοιμος να το μπήξει στην καρδιά της Ροντίκα, η οποία κοιμόταν -ή έτσι νόμιζε αυτός-, αλλά τότε ήταν που εκείνη άνοιξε τα μάτια της και φώναξε «Πώς τολμάς, αχρείε!»
Εκείνος τρόμαξε ακόμα περισσότερο, από ό,τι πριν, όταν συνέδεσε στο μυαλό του όλες τις σκέψεις και τις αναμνήσεις του από περιστατικά και μαρτυρίες που είτε αγνόησε είτε κορόιδεψε, που γενικά δεν έλαβε υπόψη του όπως θα έπρεπε, όταν έπρεπε, όταν είχε τον απαραίτητο χρόνο για να δράσει σωστά –ήτοι να σκοτώσει την Ροντίκα.
Αλλά τώρα ήταν αργά.
Ωστόσο, έβγαλε μια κραυγή και κατέβασε το μαχαίρι, όμως η Ροντίκα έπιασε με το αριστερό χέρι της την λεπίδα πριν αυτή καρφωθεί στο στήθος της και τη σταμάτησε ακαριαία. Αίμα έσταξε από την πληγή στα δάχτυλα και την παλάμη της και λέκιαζε το νυχτικό της με κόκκινες κηλίδες, μα εκείνη, η Ροντίκα, δεν άφηνε το παλαιάς κοπής όπλο να συνεχίσει την πορεία του και να την τραυματίσει θανάσιμα. Το χέρι της είχε πετρωθεί, δεν υποχωρούσε ούτε σπιθαμή.
Όσο κι αν πίεζε ο Μπάρλοου, δεν κατάφερνε τίποτα. Ένιωθε το νυχτικό του να μουλιάζει από τον ιδρώτα που έβγαινε εδώ και ώρα από το κορμί του. Γιατί ο συγγραφέας, με το που δέχτηκε ότι η γυναίκα που αγαπούσε είναι στην πραγματικότητα ένα ανθρωπόμορφο, νεκροζώντανο τέρας, σηκώθηκε από το κρεβάτι και περπάτησε ξυπόλητος ως την κουζίνα του Πρεσβυτέριου Μπόρλεϊ. Δίχως να σκέφτεται κάτι άλλο, πέραν από όσα είχε ακούσει και διαβάσει για τους βρικόλακες. Για τα βαμπίρ. Εγώ ξέρω ότι έχω τα αυτιά μου ανοιχτά και τα μάτια μου τέσσερα. Δεν έχω πάει ποτέ στο Μπραν, ούτε το θέλω, ούτε με νοιάζει, όμως γνωρίζω πως εκεί κάτω τα κάνουν πάνω τους έτσι και τους πεις τη μαγική λέξη, αυτά του είχε πει ο Ματέι Ίλιτσα, ο κάτοικος του Πουάνα Μπρασώφ που είχε μιλήσει στον Μπάρλοου για την κατάρα του Μπραν. Άκου με, τον τρελόγερο, αφεντικό. Εγώ ψέματα δεν λέω. Υπάρχει μαγική λέξη για το Μπραν. Για τους χωριάτες, τέλος πάντων. Τους καταρρακώνει έτσι και την πεις. Βαμπίρ, αφεντικό. Βρικόλακας. Και οι δύο το ίδιο κάμουν για εκείνους τους χριστιανούς. Ούτε εμάς εδώ μας αρέσει να τη λέμε. Ποτέ δεν ξέρεις τι κρύβεται στα σκοτεινά.
Και ο Μπάρλοου πώς είχε αντιδράσει; Είχε κοροϊδέψει λίγο τον Ίλιτσα, αλλά ουσιαστικά είχε ενδιαφερθεί, ναι, όμως με λάθος τρόπο. Για τους λάθος λόγους, απ’ ό,τι αποδείχτηκε. Για να ικανοποιήσει τη δίψα του για τοπικούς μύθους, για να εμπνευστεί και εν τέλει να γράψει ιστορίες στο περιοδικό του και να βγάλει λεφτά. Έπεσε με τα μούτρα στην περίπτωση, προσβλέποντας στα πιθανά απτά οφέλη που θα κέρδιζε, χωρίς όμως να έχει τα μάτια του ανοιχτά και το ένστικτό του σε εγρήγορση για οποιαδήποτε ύποπτη ένδειξη. Όπως το ότι βρήκε σε εκείνο το παλιό, βρόμικο κάστρο μια όμορφη γυναίκα, να ζει μοναχή της. Και η οποία «τον αγάπησε» αμέσως και δέχτηκε να τον ακολουθήσει πίσω στην Αγγλία. Ή το ότι όσο έμεινε εκεί, ένιωθε ότι τον παρακολουθούν αθέατα μάτια. Ή το ότι η «αγαπημένη του» δεν έβγαινε στο φως του ήλιου, δήθεν λόγω κάποιας κληρονομικής πάθησης. Ή το ότι, από τότε που επέστρεψαν στην Αγγλία, άρχισαν να αγνοούνται παιδιά από το Μπόρλεϊ. Ή… Ή…
Ήταν πολλά που είχε αγνοήσει, πολλά που δεν είχε δεχτεί να τα σκεφτεί. Αντί να συνδυάσει τις μαρτυρίες και τα γεγονότα με τη φαντασία του, ώστε να σκεφτεί τι μπορεί να ίσχυε στην πραγματική ζωή, όπως όφειλε σαν καλλιτέχνης, αυτός επέλεξε τον «εύκολο» δρόμο. Επέλεξε να αφοσιωθεί στο περιοδικό του και στην εκμετάλλευση του κοινού του, που διψούσε για μυθοπλαστικό τρόμο, ενώ δίπλα του υπήρχε ένα απόλυτα υπαρκτό θανάσιμο τέρας, με την μορφή μιας σειρήνας, μιας πανέμορφης πλανεύτρας που είχε ανθρώπινη όψη.
Ο Μπάρλοου είχε φανεί πιο ανόητος απ’ όσο όχι απλά θα ήθελε, μα απ’ όσο θα έπρεπε για το κοινό καλό, για τους συνανθρώπους του, για τους συγχωριανούς του, για τους αναγνώστες του.
Αλλά κάτι θα έκανε. Ή θα το προσπαθούσε. Κάτι που ήξερε και που μπορούσε να κάνει.
Ο Μπάρλοου είχε βρει ένα κοφτερό μαχαίρι -όχι σαν αυτό που είχε διαλέξει ο υπηρέτης του, αλλά ένα λιγότερο επίσημο και πιο μυτερό- και επέστρεψε στην κλίνη, περνώντας μηχανικά από τους σκοτεινούς διαδρόμους. Δίχως να παρατηρεί, παρά μόνο εστιάζοντας στο αντικείμενο που κρατούσε και στο σκοπό που είχε. Πρέπει να τη σκοτώσω. Πρέπει να διορθώσω τα λάθη μου, επαναλάμβανε στον εαυτό του. Πρέπει να το κάνω. Για το καλό όλων. Για το δικό μου καλό, για την ψυχή μου.
Και ίσως να τα είχε καταφέρει, αν (εκτός των άλλων) δεν του ξέφευγε μια απλή, πλην όμως σημαντική λεπτομέρεια. Κάτι στο οποίο θα έπρεπε να είχε δώσει σημασία έστω και τώρα. Το κρύο που επικρατούσε στον χώρο του Πρεσβυτέριου. Ο Μπάρλοου δε φορούσε κάποιο βαρύ ρούχο πάνω από το νυχτικό του, μήτε τα πασούμια του ή κάποιο άλλο υπόδημα. Γεγονός που οδηγούσε το ήδη αδύναμο σώμα του να παλεύει να κρατηθεί ζεστό και έτσι να κουράζεται περισσότερο, να γίνεται πιο αργοκίνητο.
Δεν το συνειδητοποίησε ο Μπάρλοου, παρά το ότι είχε αναφέρει αυτό το στοιχείο σε δικές του ιστορίες, σαν καταλύτη στο να χαθεί στη λήθη ο εκάστοτε πρωταγωνιστής του που πολέμησε κάποιο υπερφυσικό τέρας σε χειμωνιάτικες συνθήκες, όπως οι τωρινές.
Έπρεπε να φτάσει πάνω από την Ροντίκα, να κατεβάσει στα πόδια της το σκέπασμα, να σημαδέψει και έπειτα να προσπαθήσει να την καρφώσει με το μαχαίρι, με εκείνη να τον σταματάει με περισσή ευκολία. Μόνο τότε σκέφτηκε και αυτόν τον παράγοντα.
Αλλά ήταν αργά. Πολύ αργά για εκείνον.
«Άθλιε» επανέλαβε η Ροντίκα και του αποκάλυψε τα σκοτεινά μάτια της Κόμισσας. «Άθλιε θνητέ. Εσύ; Να σκοτώσεις εμένα;». Ανασηκώθηκε και έπιασε με το άλλο χέρι της τον λαιμό του συγγραφέα. Χαμογέλασε, δείχνοντάς του τα αιχμηρά σκυλίσια δόντια της. Κρατώντας σφιχτά τον Μπάρλοου σαν να ήταν κρατούμενός της και συνοδός της σε χορό, τον έσπρωξε και ταυτόχρονα σηκώθηκε και εκείνη από το κρεβάτι. «Ξέρεις, με τέτοιον τρόπο ξεφορτώθηκα και τον υπηρέτη. Κι αυτός δοκίμασε να με μαχαιρώσει, αλλά τον άρπαξα πριν το καταφέρει. Τον μυρίστηκα, Μπάρλοου. Μύρισα το αίμα και τον ιδρώτα του. Όπως μύρισα το δικό σου αίμα και ιδρώτα».
Ο Μπάρλοου έσφιξε τα δόντια του και δοκίμασε να απελευθερωθεί, αλλά ήταν αδύνατο. «Άσε με, σκύλα!» φώναξε. «Άφησε με, τέρας! Είσαι ένα καταραμένο φρικιό».
Η Κόμισσα τίναξε το αριστερό χέρι της και το μαχαίρι έπεσε στο πάτωμα. Την ίδια στιγμή, έβγαλε ένα τσιριχτό γέλιο, κουνώντας απογοητευμένη το κεφάλι. «Μα τι λόγια είναι αυτά; Ολόκληρος συγγραφέας, να μιλάς έτσι, σαν άξεστος χωριάτης; Πού είναι ο όμορφος λόγος σου; Πού είναι οι στίχοι σου;»
Ο συγγραφέας συνέχιζε την μάταιη προσπάθειά του, αλλά υποχωρούσε συνεχώς, σπρωγμένος από εκείνη. Δοκίμασε να τη χτυπήσει με τις γροθιές του, αλλά μόλις η Κόμισσα έσφιξε τον λαιμό του, παράτησε την προσπάθεια και έπιασε τα χέρια της, για να μην την αφήσει να τον πνίξει. «Εύχομαι να καείς στην Κόλαση, καταραμένη!» της είπε.
«Στην Κόλαση;» επανέλαβε η Κόμισσα. «Δεν έχεις ιδέα τι θα πει Κόλαση, άχρηστε θνητέ. Πήγα στην Κόλαση σαν ένα κακόμοιρο κορίτσι και βγήκα ως μια πανίσχυρη θεά».
Ο Μπάρλοου, το πρόσωπο του οποίου είχε ήδη αρχίσει να κοκκινίζει, δεν απάντησε, γιατί δεν ένιωθε τον αέρα να φτάνει στα πνευμόνια του.
«Ετοιμάσου να πας και εσύ στην Κόλαση, συγγραφέα της πεντάρας. Μια για πάντα, όμως» του είπε η Κόμισσα. Όπως το περίμενε, ο Μπάρλοου εκνευρίστηκε και την έφτυσε κατάμουτρα.
Όταν έφτασαν στο υπόγειο, η Κόμισσα άνοιξε την καταπακτή που υπήρχε εκεί. Ύστερα, κοίταξε τον Μπάρλοου. Είπε «Σκεφτόμουν να σε αφήσω λίγο ακόμα, μήπως και φανείς χρήσιμος. Αλλά ήθελες να παραστήσεις τον γενναίο». Τότε ακούμπησε την ανοιχτή γροθιάς της στο πρόσωπό του, αλείβοντας το με το αίμα της. Εκείνος μόρφασε και πήγε να στραφεί αλλού, όμως η Κόμισσα δεν τον άφησε, παρά τον φίλησε στο στόμα για μια τελευταία φορά. «Σκέψου το σαν δώρο από εμένα» τον κορόιδεψε.
Και πριν ο Μπάρλοου αντιδράσει, τον πέταξε στην τρύπα. Το σώμα του συγγραφέα κατρακύλησε στις σκάλες, προκαλώντας του αφόρητο πόνο. Έσπασε ένα χέρι και χτύπησε το κεφάλι στο τελευταίο σκαλοπάτι.
Άκουσε τα υπόκωφα γρυλίσματα. Αντιλήφθηκε ότι κάτι κινούνταν γύρω του. Μύρισε την αποφορά που υπήρχε στον κλειστό χώρο.
Ώστε έτσι θα πεθάνω; σκέφτηκε με πικρία, ενθυμούμενος την ερώτηση που έκαναν πολλοί πρωταγωνιστές του, πριν το τέλος. Μέσα στο ίδιο μου το σπίτι; Προδομένος… από… από τον ίδιο μου τον εαυτό;
Ο Μπάρλοου δεν περίμενε να πάρει απάντηση. Την ήξερε ήδη.
Το τελευταίο που είδε πριν χάσει τις αισθήσεις του ήταν η σκιώδης μορφή της Κόμισσας που παρακολουθούσε από ψηλά. Μέχρι που την άκουσε και που είπε «Ελάτε, παιδιά μου. Η μαμά σάς έφερε φρέσκο κρέας».
Ο κόσμος χάθηκε για τον Τζον Μπάρλοου, λίγο πριν τα εξαφανισμένα παιδιά του Μπόρλεϊ πέσουν στο αναίσθητο κορμί του και ρουφήξουν όλο το αίμα του.
«Τι εννοείς;» ρώτησε η Ραλούκα, που κρατούσε στην αγκαλιά της τη Ρεβέκκα, η οποία είχε ξυπνήσει. «Γιατί χρειάστηκε η Κόμισσα να διακόψει την συνάντησή σας;»
Η Ρεβέκκα είπε «Κάτι έγινε με τον συγγραφέα. Στην Αγγλία. Κάτι που δεν άρεσε καθόλου στην Κόμισσα». Ήταν ήρεμη τώρα.
«Κι άλλα καλά νέα, δηλαδή» είπε ο Νικολάι.
«Εσύ πάψε!» του φώναξε η Ραλούκα. «Δεν κάνεις τίποτα, παρά κάθεσαι εκεί…». Ό,τι είπε στη συνέχεια, δεν το κατάλαβε ούτε ο Νικολάι ούτε η Ρεβέκκα. Αλλά, κρίνοντας από την θυμωμένη έκφρασή της, τον μάλωνε σαν να ήταν το παιδί της που ενοχλούσε τον μπαμπά του, ο οποίος ήθελε να κοιμηθεί μετά από πολύωρη δουλειά.
Ο Νικολάι αγνόησε τη Ραλούκα και ρώτησε τη Ρεβέκκα «Τι είπε για το μέλλον; Τι θέλει να κάνουμε;»
Η Ρεβέκκα ησύχασε τη Ραλούκα «Έλα, καλή μου, ηρέμησε». Και έπειτα: «Δεν πρόλαβε να μου πει, Νικολάι. Αλλά της είπα εγώ για το σχέδιο που έχω. Για την παγίδα που περιμένει τους θνητούς, αν έρθουν στο κάστρο. Που θα έρθουν. Είμαι σίγουρη γι’ αυτό». Χαμογέλασε και χάιδεψε τα μαλλιά της Ραλούκα, αλλά κοίταξε και τους δύο. «Εδώ δεν μας σκοτώνει κανείς. Το κάστρο είναι δικό μας. Αλλά εκείνοι, σαν γνήσιοι ηλίθιοι άντρες, διψασμένοι για εκδίκηση και επειδή δεν έχουν καμιά γυναίκα εύκαιρη, θα κάνουν το λάθος και θα επισκεφτούν το σπίτι μας. Όμως, δε φαντάζονται τι θα συναντήσουν».
«Ακόμα ελπίζεις ότι θα τους αφανίσουμε;»
«Φυσικά το ελπίζει, ανόητε!» πετάχτηκε η Ραλούκα.
«Δεν το ελπίζω. Το ξέρω» είπε η Ρεβέκκα.
Ο Νικολάι έριξε ξανά το κεφάλι, γελώντας με ειρωνεία.
Τότε ακούστηκαν έξω από το δωμάτιο βήματα και ένα γυναικείο μουγκρητό, που έμοιαζε ατελείωτο, σαν να έβγαζε λόγο. Αλλά έναν ακατανόητο, άναρθρο λόγο.
«Ποια είναι; Η Έλενα;» ρώτησε η Ρεβέκκα.
«Ναι» απάντησε η Ραλούκα.
«Θέλει κι αυτή εκδίκηση» είπε ο Νικολάι. «Για τον αδερφό της, το Βασίλι, που τον σκότωσε εκείνος ο Αμερικάνος. Όπως έσφαξε πολλούς δικούς μας. Και μιας και τον ανέφερα…»
Η Έλενα εμφανίστηκε στην πόρτα. Αναμαλλιασμένη, με αίματα στη μαύρη φορεσιά της και με μια μόνιμη θυμωμένη γκριμάτσα.
Ο Νικολάι συνέχισε «Πρέπει να πεις στην Κόμισσα για αυτόν».
Η Ρεβέκκα δεν του απάντησε, παρά έπεσε αναίσθητη.
Όταν ξύπνησε ξανά, είχε καλά νέα. Η Κόμισσα είχε συμφωνήσει να περιμένουν στο κάστρο. Εκεί θα ξεκλήριζαν τον στρατό που θα ερχόταν. Ας ερχόταν και αυτός, ο Αμερικάνος. Δεν θα τον έσωζε καμιά αέρινη μορφή. Γιατί όταν θα έρχονταν οι θνητοί, οι θανατηφόρες εκπλήξεις που θα έβρισκαν θα ήταν δύο και όχι μία.
*
Βουδαπέστη
Η ώρα ήταν σχεδόν δώδεκα τα μεσάνυχτα, όταν η άμαξα του Τζούρτζου έφτασε στην παλιά αποθήκη της 8ης Συνοικίας, ο Ορμπάν άφησε τους μπράβους να κατέβουν πρώτοι και μετά τους ακολούθησε. Είχε μάθει από εκείνους πού θα πήγαιναν και γιατί ο Τζούρτζου ήταν εκεί και είχε τρομάξει. Γιατί ήταν άλλος ένας λόγος που θα μπορούσε να μπλέξει άσχημα και ο ίδιος.
Αλλά βλέποντας ιδίοις όμμασι την περιοχή και το μέρος όπου ο Τζούρτζου παρεκτρεπόταν εις βάρος ντόπιων φτωχών παιδιών, ένιωσε απέχθεια για τον Βλάχο. Όμως, πήρε και απάντηση σε μια ερώτηση που είχε κάνει μια φορά στον εαυτό του (Γιατί δεν έχει οικογένεια; Γυναίκα, παιδιά;). Εκ των υστέρων, θα προτιμούσε να μην είχε χρειαστεί να το μάθει.
«Έλα» του είπε ένας από τους μπράβους και κατευθύνθηκε προς την κλειστή και σχεδόν βγαλμένη από τους μεντεσέδες της πόρτα.
Όταν ήρθαν στον σταθμό του Evidenzbureau, ο Ορμπάν και ο λοχαγός ήταν οι μόνοι που είχαν μείνει στο κτίριο. Ο Ορμπάν απλά καθόταν και έβραζε στο ζουμί του, ενώ ο λοχαγός είχε αναλάβει, ως συνήθως, και καθήκοντα φύλακα της πόρτας. Έχοντας δουλέψει μαζί με τον Ορμπάν σε μυστικές συναντήσεις που είχαν με ανθρώπους από άλλες χώρες, με το που είδε τους δύο μπράβους τούς αναγνώρισε και ήξερε τι θέλουν. Ενημέρωσε τον ανώτερό του, ο οποίος έσπευσε να μιλήσει με εκείνους. Του είπαν ότι το δικό τους αφεντικό ήθελε να μάθει τι νεώτερα υπήρχαν και εκείνος τους είπε ότι πρέπει να μιλήσει με τον Τζούρτζου. Άμεσα, τόνισε. Έτσι, εκείνοι συμφώνησαν να τον πάνε στον Τζούρτζου και ο Ορμπάν είπε στον λοχαγό να είναι επί ποδός, μέχρι να επιστρέψει.
Απόρησε εξ αρχής όταν, αντί να πάνε από την Κίραϊ στην Κάροϊ κερούτ και από εκεί στην οδό Γέρλοτσι, ο οδηγός της άμαξας πήρε την Κλάουζαϊ τερ, με κατεύθυνση προς την 8η Συνοικία. Του είπαν πως εκεί τον περίμενε ο Τζούρτζου. «Αλλά ίσως χρειαστεί να περιμένεις λίγο. Δεν νομίζω να έχει τελειώσει με τον μικρό» του τόνισε ο συνοδηγός, δίνοντάς του μια αρκετά καλή περιγραφή του τι έκανε ο Τζούρτζου με τα αγοράκια που γύρευαν να φάνε και που οι γονείς τους ήταν πολύ κουρασμένοι για να τα προσέχουν όπως θα έπρεπε. Ο τύπος δεν είπε πολλά, γιατί, καθώς φαινόταν, ήταν κουρασμένος και τσαντισμένος. Όπως και ο οδηγός. Αμφότεροι είχαν κακή διάθεση και δεν ήθελαν να μιλήσουν, αν δε χρειαζόταν. Ο Ορμπάν υπέθεσε ότι, πέραν των αγγαρειών που τους είχε επιβάλλει ο Τζούρτζου, πρέπει να έφταιγε και το καρούμπαλο που είχαν στα κεφάλια τους. Το οποίο φαινόταν πρόσφατο…
Επέλεξε, όμως, να μην τους ρωτήσει. Είχε άλλες έγνοιες, πολύ πιο σημαντικές. Και εκτός αυτών, όσο λιγότερα ήξερε για τα μπλεξίματα των Βλάχων επί Αυστροουγγρικού εδάφους, τόσο πιο ασφαλής ήταν.
Αλλά, με το που μπήκε στην αποθήκη και άκουσε τα κλάματα του παιδιού και έπειτα ένα χαστούκι που σίγασε τα κλάματα και τη φωνή του Τζούρτζου να λέει «Σκάσε! Πάρε τα λεφτά και φύγε. Και μην τολμήσεις να πεις κουβέντα, γιατί θα περιλάβω την μάνα σου και τον πατέρα σου», ο Ορμπάν κατάλαβε ότι θα ήταν πάρα πολύ τυχερός αν απλά τον έδιωχναν από τον Στρατό.
Το αγοράκι, ένα ξανθομάλλικο όμορφο παιδί με σκισμένα ρούχα και καταβρόμικο πανωφόρι, πέρασε δίπλα του, κρατώντας το φανάρι του και τρέχοντας, και βγήκε από την αποθήκη.
Ο Ορμπάν σκέφτηκε ξανά την υπόθεση που είχε κάνει ο Άσπελ, βασιζόμενος και στην μαρτυρία ενός κοριτσιού τσιγγάνων, ότι ίσως οι Βλάχοι να ήταν πίσω από την κατάσταση στο Μπραν. Η απάντηση είναι στην πρεσβεία της Βλαχίας. Κάποιος εκεί θα πρέπει να ξέρει τι συμβαίνει στο Μπραν. Το κορίτσι αναγνώρισε την γλώσσα που μιλούσαν αυτοί που επιτέθηκαν στους δικούς της και είναι σίγουρη ότι πρόκειται για Βλάχους. Ίδιος τρόπος δράσης με το Μπραν, έτσι είχε γράψει στο κρυπτογραφημένο τηλεγράφημα που έφτασε στον σταθμό του Evidenzbureau το προηγούμενο απόγευμα. Να είχε δίκιο; Μπορεί αυτοί οι παλιάνθρωποι να είχαν σχέση με το Μπραν; Να ήταν δικοί τους οι υπαίτιοι των φόνων και των εξαφανίσεων που συνέβαιναν εκεί;
Δεν ήξερε. Αλλά, βλέποντας τι έκανε ο Τζούρτζου στα κρυφά, δεν το απέκλειε.
«Έλα, πλησίασε. Θέλω και εγώ να μιλήσουμε» του είπε ο Βλάχος. Στο φως των κεριών που αποκάλυπτε το χώρο, ο Ορμπάν είδε τον άλλο να σηκώνει το παντελόνι του. Αναθεμάτισε, αλλά πήγε κοντά του.
Ο Τζούρτζου έσαξε τα μαλλιά του. Γύρισε προς το μέρος του Ορμπάν και του χαμογέλασε. «Θα σου έλεγα να καθίσεις» έδειξε το λερωμένο στρώμα, «αλλά δεν θα στο πρότεινα πραγματικά».
Ο Ορμπάν δεν το σχολίασε. «Χάραλαμπ, έχουμε πρόβλημα. Πέθαναν κι άλλοι στο Μπραν. Ο Άσπελ αγνοείται».
«Αυτά μού ακούγονται σαν καλά νέα. Αυτό δεν θέλαμε; Να τον ξεφορτωθούμε;» Ο Τζούρτζου ανασήκωσε τους ώμους, γελώντας. «Εγώ σίγουρα το ήθελα. Δεν τον άντεχα τον παλιομαλάκα».
Ο Ορμπάν είπε εκνευρισμένος «Δεν είναι νεκρός, Χάραλαμπ. Αγνοείται. Μπορεί να ζει. Οι άλλοι στρατιωτικοί πέθαναν. Ακόμα και ο λοχαγός Σούκε. Τον θυμάσαι; Θυμάσαι που είχαμε έρθει στο διαμέρισμά σου, πριν φύγει το απόσπασμα από τη Βουδαπέστη; Θυμάσαι που κανονίσαμε μαζί του να βγάλει από την μέση τον Άσπελ;…»
«Ναι, και απ’ ό,τι φαίνεται το έκανε».
«… Αλλά εκείνος δεν το υποσχέθηκε, παρά μόνο σε περίπτωση που ο Άσπελ όντως θα έκανε κάτι μεμπτό;»
«Ναι. Και;»
«Γιατί δεν τον σκότωσε; Και πώς πέθανε ο ίδιος ο Σούκε και όλοι οι άλλοι στρατιωτικοί, Χάραλαμπ;»
«Πού θες να ξέρω, Ορμπάν;» είπε ο Τζούρτζου, χωρίς όμως να έχει θιχτεί στ’ αλήθεια. Γιατί κάτι ήξερε. Κάτι είχε μάθει. Πριν σταλεί το απόσπασμα στο Μπραν. Πριν την συνάντηση με τον Σούκε. Είχε μάθει κάτι από εκείνους τους πρώην ουσάρους που ήρθαν στη Βουδαπέστη από το Μπραν. Πριν τους σκοτώσουν οι μπράβοι του, είχε μάθει ότι σε εκείνο το χωριό υπήρχαν βρικόλακες.
Ο Ορμπάν έκανε κάτι που ούτε είχε τολμήσει στο παρελθόν, ούτε πίστευε ότι θα έχει αποτέλεσμα. Κυρίως, γιατί φοβόταν τον Βλάχο. Τον οποίο πλησίασε, κοιτώντας τον με φανερό εκνευρισμό, ενώ η παχιά μύτη του είχε κοκκινίσει. «Θα σου κάνω μια ερώτηση, Χάραλαμπ. Και θέλω μια ξεκάθαρη απάντηση. Θέλω να πεις την αλήθεια. Κατάλαβες;».
Ο Τζούρτζου ανασήκωσε τα φρύδια του. Το διασκέδαζε. Νόμισε ότι η βραδιά του δεν θα μπορούσε να γίνει καλύτερη μετά το αγόρι, αλλά έκανε λάθος. Είχε μάθει ότι η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία είχε κι άλλες απώλειες, ενώ ο Άσπελ είχε εξαφανιστεί. Και τώρα ο Ορμπάν προσπαθούσε να του παραστήσει τον επικίνδυνο στρατιωτικό; Όντας ένας ανασφαλής χαρτογιακάς και μακριά από κάθε πιθανή βοήθεια που θα έπρεπε να είχε φροντίσει να διαθέτει σε περίπτωση ανάγκης; Τι θα μπορούσε να του κάνει, δηλαδή;
«Ναι» απάντησε. «Ναι, ό,τι θες, Ορμπάν».
«Την αλήθεια θέλω».
«Και την αλήθεια θα έχεις». Ο Τζούρτζου τον χτύπησε απαλά στο αριστερό μπράτσο. «Αφού το ξέρεις, εμείς δεν κρατάμε μυστικά αναμεταξύ μας. Συνεργαζόμαστε».
«Έτσι νόμιζα και εγώ» είπε ο Ορμπάν… και άρπαξε το χέρι του Τζούρτζου. «Αλλά έλα που ο φιλαράκος σου ο Άσπελ υπέδειξε το προξενείο σας, για έρευνα. Ότι σε εσάς θα βρούμε τις απαντήσεις που ψάχνουμε».
Ο Τζούρτζου παρέμεινε χαμογελαστός. Κοιτούσε κατάματα τον Ορμπάν. Δεν ένιωθε καθόλου σαν να απειλούνταν. Απλά, άφησε για λίγο ακόμα τον συνταγματάρχη να νομίζει ότι έχει τον έλεγχο. «Ο Άσπελ δεν ήξερε τι του γινόταν» είπε. «Εμείς δεν έχουμε καμιά σχέση με την όλη υπόθεση. Του το είπα και όταν ήρθε να με βρει. Δεν θα ασχολούμασταν ποτέ με αυτό το κωλο-χώρι».
«Ο Άσπελ βρήκε μάρτυρα» συνέχισε στον ίδιο τόνο ο Ορμπάν. «Ένα μάρτυρα που βρέθηκε στο διάβα των εχθρών και έτυχε να επιζήσει. Αναγνώρισε τη διάλεκτο που μιλούσαν, Χάραλαμπ. Ήταν η δική σας διάλεκτος».
Ο Τζούρτζου έβγαλε έναν ήχο σαν κρώξιμο κορακιού. «Αδύνατο. Στο ξαναλέω, δεν εμπλέκονται δικοί μου. Ο μάρτυρας έκανε λάθος».
«Αλήθεια, Χάραλαμπ;»
«Ναι, αλήθεια. Τι λόγο θα είχα να πω ψέματα σε εσένα, που με βοηθάς;»
«Δεν ξέρω. Αλλά σκέφτομαι διάφορα».
«Σκέφτεσαι παράλογα, Ορμπάν».
«Δεν είμαι σίγουρος για εσένα πλέον. Οπότε… μήπως, ας πούμε, πρέπει να ενημερώσω τους ανωτέρους μου; Μμμ; Μήπως πρέπει με την πολιτοφυλακή να;…»
Τότε ο Τζούρτζου τράβηξε απότομα και με δύναμη το χέρι του, ενώ με το άλλο έριξε μια γροθιά στο στομάχι του Ορμπάν, που τον άφησε και οπισθοχώρησε μουγκρίζοντας. «Αρκετά!» διέταξε ο Τζούρτζου. «Αρκετά άκουσα, Ορμπάν. Τι νομίζεις ότι κάνεις; Με απειλείς;»
«Πρέπει… να…» έκανε να πει ο Ορμπάν, που πονούσε και ίδρωνε.
«Όχι. Άκουσέ με. Πρώτα απ’ όλα, πριν πούμε οτιδήποτε άλλο, ζήτα συγνώμη».
Ο Ορμπάν δεν μίλησε.
«Ζήτα συγνώμη. Αλλιώς δεν μπορούμε να συνεχίσουμε την συνεργασία μας. Και εγώ θα ήθελα να παραμείνουμε φίλοι». Παραλίγο να γελάσει. Φίλοι! Αλλά ήξερε ότι θα έπιανε το κόλπο του. Ο Ορμπάν τον χρειαζόταν. Είχε μπλέξει πολύ και ήθελε τη βοήθειά του.
Ο Ορμπάν ένευσε. «Εντάξει, συγνώμη, Χάραλαμπ. Συγνώμη».
Ούτε να ήταν κακομαθημένο που έκανε ζημιά και φοβάται για τις συνέπειες, σκέφτηκε. Αλλά είπε «Ωραία. Δεκτή η συγνώμη σου. Τώρα. Στο λέω για τελευταία φορά: αυτοί που δρουν στο Μπραν δεν είναι Βλάχοι ή Μολδαβοί. Δεν ξέρω ποιοι είναι. Αυτό που με νοιάζει και που θα έπρεπε να νοιάζει και εσένα είναι ότι ο στόχος μας επετεύχθη. Ο Άσπελ είναι εκτός μάχης. Πιθανώς, είναι νεκρός. Τώρα μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε».
«Δεν το νομίζω, Τζούρτζου». Ο Ορμπάν έβηξε και σήκωσε το βλέμμα του προς τον άλλο. «Το πρωί θα έρθουν στρατιωτικοί της Αντικατασκοπείας και της Αυτοκρατορικής-Βασιλικής Χωροφυλακής, από τη Βιέννη. Θα έρθουν με εντολές να ερευνήσουν και να συλλάβουν. Και να επιβλέπουν την όλη υπόθεση, φυσικά. Όλοι στον σταθμό του Evidenzbureau θα ανακριθούμε».
Α, για αυτό έχεις κατουρήσει το παντελόνι σου, σκέφτηκε ο Τζούρτζου. Γιατί έρχονται οι ανώτεροι. «Και λοιπόν;» είπε «Παραπλάνησέ τους. Αρνήσου οποιαδήποτε κατηγορία. Βάλε στο στόχαστρό τους τον Άσπελ και τα δύο τσιράκια του». Ενθυμούμενος τον Ράινχελ και τον Βολφ, το πώς ξεγέλασαν και χτύπησαν τους δικούς του μπράβους, ο Τζούρτζου έβρισε μέσα του. Αλλά εξακολουθούσε να μην τους θεωρεί σημαντική απειλή. Θα έβρισκε τις Άσπελ. Όπου κι αν τις είχαν κρύψει.
«Δεν είναι τόσο εύκολο και το ξέρεις. Είναι όλοι πολύ τσαντισμένοι και θέλουν να πέσουν κεφάλια. Επίσης, εγώ είμαι ο διοικητής του τοπικού σταθμού. Θα έπρεπε να κατευθύνω τον Άσπελ, να είμαι από πάνω του και να φροντίσω να κάνει σωστά τη δουλειά του. Ή, αν έκρινα ότι δεν μπορούμε μόνοι μας, θα έπρεπε να ζητήσω συνδρομή από τα κεντρικά. Και εγώ δεν έκανα τίποτα από αυτά και η κατάσταση ξέφυγε. Τα σκατώσαμε για τα καλά, Τζούρτζου».
Εσείς τα σκατώσατε, μαλάκα Ορμπάν, σκέφτηκε ο Τζούρτζου, αλλά δεν το είπε. Ήθελε ακόμα να έχει καλή σχέση με τον συνταγματάρχη. Χρειαζόταν ένα έμπιστο άτομο μέσα στον στρατό της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας.
«Και σκέφτομαι και κάτι άλλο, Χάραλαμπ. Μπορεί να πλησιάσουν και εσένα ή γενικά το προξενείο σας, εφόσον ο Άσπελ σάς υποδεικνύει στο γράμμα του».
Ο Τζούρτζου έσμιξε τα φρύδια του και έσφιξε το χαμόγελό του. «Αυτό φοβάσαι;» ρώτησε. «Ότι θα έρθουν σε εμένα; Ας έρθουν! Τι θα μου κάνουν; Δεν έχουν τίποτα εναντίον μου. Θα αρνηθώ ό,τι και να πουν. Το ίδιο θα κάνει και ο πρόξενος και κάθε άλλος υπάλληλος του προξενείου». Σήκωσε το χέρι του, με τον δείκτη να ξεχωρίζει από την υπόλοιπη σφιγμένη γροθιά του. «Επίσης, αμφιβάλλω αν έρθουν γενικά ή, και να έρθουν, δεν νομίζω να επιμείνουν στις ερωτήσεις τους. Μπορεί να παρεξηγηθούμε αν μας κατηγορήσουν για εχθρικές ενέργειες, δίχως στοιχεία».
«Έχουμε τον μάρτυρα, Τζούρτζου».
«Ποιος είναι, τέλος πάντων, αυτός ο μάρτυρας, που τόσο πολύ σε ανησυχεί που μας υπέδειξε;»
«Ένα παιδί. Ένα κορίτσι. Τσιγγάνα. Οι δικοί της σκοτώθηκαν και…»
Ο Ορμπάν δεν πρόλαβε να πει περισσότερα, γιατί τον διέκοψε ο Τζούρτζου που γέλασε δυνατά. «Μια τσιγγάνα;» ρώτησε ο Βλάχος. «Μια τσιγγάνα! Αυτή έδωσε την ατράνταχτη μαρτυρία; Αυτή σε ανησυχεί;»
«Ναι» απάντησε ο Ορμπάν, που εξακολουθούσε να μη βλέπει πού είναι το αστείο.
Ο Τζούρτζου τον κοίταξε καλά-καλά. «Όντως, ανησυχείς για όσα είπε» κατέληξε.
«Φυσικά. Η μαρτυρία της μπορεί να είναι αρκετή για να ξεκινήσει μια έρευνα στο προξενείο σας. Έστω και τυπική».
«Όχι, Ορμπάν. Δεν αρκεί. Αλλά» τον διαβεβαίωσε ο Τζούρτζου «και να έρθουν, δεν θα βρουν τίποτα. Γιατί δεν υπάρχει κάτι να βρουν. Σε διαβεβαιώνω. Και…»
«Μα εσύ…»
«Μη με διακόπτεις!»
Ο Ορμπάν σταμάτησε.
Ο Τζούρτζου συνέχισε σε ένα πιο συγκαταβατικό ύφος. «Λοιπόν, όπως έλεγα, δεν υπάρχει κάτι μεμπτό, για να βρουν. Κανείς στο προξενείο δεν ξέρει το παραμικρό, πέραν των όσων μαθαίνονται επίσημα. Ακόμα και εγώ, που ξέρω ανεπίσημα κάποια πράγματα για την υπόθεση του Μπραν, δεν θα τους πω κάτι. Ούτε οι άντρες που έχω στη δούλεψή μου θα πουν τι ξέρουν. Θα παραστήσουμε ότι δεν έχουμε ιδέα, εντάξει; Όσο και να μας πιέσουν. Που δεν θα μας πιέσουν. Γιατί δεν θα θέλουν να προκαλέσουν διπλωματικό επεισόδιο, ειδικά από την στιγμή που το μόνο τους στοιχείο είναι η μαρτυρία μιας μικρής τσιγγάνας, η οποία, εδώ που τα λέμε, μπορεί να μην κατάλαβε τι άκουσε ή τι είδε. Εγώ, βέβαια, συνεχίζω να πιστεύω ότι οι στρατιωτικοί που θα έρθουν δεν θα λάβουν σοβαρά υπόψη τους τα λόγια της μικρής, γιατί είναι τσιγγάνα».
Ο Ορμπάν το σκέφτηκε. Έτσι όπως άκουγε τον Τζούρτζου να τα λέει, έτεινε να πειστεί. «Αλλά ο Άσπελ την πίστεψε» είπε.
«Ο Άσπελ μπορεί να πήρε πιο σοβαρά υπόψη του την μαρτυρία της, γιατί ίσως συγκινήθηκε από την… εχμ, την τραγωδία της, Ορμπάν. Τα κάνουν αυτά οι γονείς. Επιπλέον, όπως μάθαμε, ο Άσπελ αγνοείται. Οπότε οι στρατιωτικοί δεν μπορούν να του ζητήσουν περαιτέρω εξηγήσεις. Και, τώρα που το σκέφτομαι, μην ξεχνάμε ότι θα θέλουν να βρεθεί ο Άσπελ. Αυτή θα είναι η προτεραιότητά τους. Αυτή και το να σκοτώσουν τους εχθρούς που δρουν στο Μπραν. Τις βασικές ανακρίσεις θα τις αφήσουν για αργότερα».
Ο συνταγματάρχης ένευσε και ξεφύσησε. Χάιδεψε το σβέρκο του, σκουπίζοντας τον ιδρώτα του. Ένιωθε λίγο καλύτερα. Αλλά πολύ λίγο.
Ο Τζούρτζου δεν τον λυπόταν, μα σίγουρα αναρωτιόταν πώς διάολο αυτός ο ηλίθιος έγινε αξιωματικός, και μάλιστα διοικητής μιας μονάδας αντικατασκοπείας. «Όμως» είπε «πρέπει να σου επιστήσω την προσοχή, Ορμπάν. Εσύ και ο λοχαγός σου θα πρέπει να προσέξετε. Να μην σας καταλάβουν. Άρα, όλο αυτό» έδειξε τον Ορμπάν με κυκλικές κινήσεις «πρέπει να το πετάξεις από πάνω σου».
«Τι εννοείς; Τι να πετάξω;»
«Το φόβο σου. Τον ιδρώτα, το ύφος ελαφιού που την μάνα του τη σκότωσε κυνηγός. Το πώς μιλάς, που μου θυμίζει πόρνη που μαλώνει με τον πελάτη της γιατί δεν την πλήρωσε». Ο Τζούρτζου τον πλησίασε και ακούμπησε τον ώμο του άλλου. Χάρηκε που ο Ορμπάν φορούσε πανωφόρι, γιατί δεν ήθελε να αγγίξει το μουλιασμένο πουκάμισό του. «Έχε θάρρος, φίλε μου» τον παρακίνησε. «Ό,τι και να πουν, ό,τι και να υπαινιχτούν, εσύ μην πέσεις στην παγίδα τους. Να θυμάσαι, δεν ξέρουν τι συμβαίνει. Έρχονται για να ρωτήσουν και να δουν. Ό,τι τους πεις και ό,τι τους δείξεις… αυτά θα δουν. Στην πραγματικότητα, εσύ έχεις τον έλεγχο, όχι εκείνοι. Το κατάλαβες;»
«Ναι, Χάραλαμπ, το κατάλαβα» απάντησε ο Ορμπάν. Σκούπισε με το δεξί χέρι του το κεφάλι του. «Εγώ έχω τον έλεγχο».
«Μπράβο! Βρες δικαιολογίες που μπορούν να πιστέψουν. Πες τους ότι έπρεπε να έχεις τον νου σου και σε άλλες υποθέσεις και ότι εμπιστευόσουν τον Άσπελ και τους δικούς του, πως θα κάνουν καλή δουλειά».
«Ναι, ναι, μπορώ να το πω αυτό». Μετά, όμως, θυμήθηκε κάτι άλλο. «Αλλά από ένα σημείο και μετά, ασχολούμασταν όλοι με το Μπραν, οπότε…» Ανασήκωσε τους ώμους του.
Από εμένα τα περιμένεις όλα, ρε ηλίθιε; είπε μέσα του ο Τζούρτζου. Αλλά χαμογέλασε, γιατί είχε απάντηση. «Τότε επέμεινε ότι ο Άσπελ ήθελε διακαώς την υπόθεση και σε διαβεβαίωσε πως θα τη φέρει εις πέρας, με επιτυχία. Και εσύ δεν είχες λόγο να τον διαψεύσεις, καθώς είναι -ήταν- ένας ικανός αξιωματικός, που είχε για συνεργάτες του δύο επίσης καλούς αξιωματικούς».
«Έναν αξιωματικό και έναν υπαξιωματικό».
Αυτό σε μάρανε! «Έστω» είπε ο Βλάχος. «Και άσε τους ανωτέρους να βγάλουν άκρη με τα τσιράκια του Άσπελ». Ο Τζούρτζου σκέφτηκε πως, τώρα που θα έρχονταν οι άλλοι από τη Βιέννη, οι δύο μαλάκες του Άσπελ θα ήταν απασχολημένοι και το πεδίο ελεύθερο, για να βάλει εκείνος τους δικούς του άντρες να βρουν την γυναίκα και την κόρη του Αυστριακού.
«Αυτοί δεν είναι εδώ» είπε ο Ορμπάν.
Ο Τζούρτζου τον κοίταξε. «Τι; Πού δεν είναι, στη Βουδαπέστη;»
«Ναι. Έφυγαν».
Ο Τζούρτζου παραλίγο να χαμογελάσει. «Πού πήγαν;»
«Έφυγαν για το Άμστερνταμ».
«Για το Άμστερνταμ της Ολλανδίας; Γιατί; Τι είναι στο Άμστερνταμ;»
«Ένας μάρτυρας, απ’ ό,τι μου είπαν. Κάποιος που θα μπορούσε να βοηθήσει στην υπόθεση του Μπραν».
«Πώς; Ποιος είναι;»
Ο Ορμπάν κούνησε το κεφάλι του. «Κάποιος μάρτυρας που βρήκε ο Άσπελ. Αλλά δεν ξέρω περισσότερα. Δεν μου εξήγησαν».
Ο Τζούρτζου ήθελε να χτυπήσει ξανά τον συνταγματάρχη. «Γιατί δεν σου εξήγησαν; Δεν τους ρώτησες;»
«Όχι. Φοβήθηκα, Χάραλαμπ. Έτσι όπως με κοίταζαν… Δεν ήσουν εκεί, αλλά έδειχναν να ξέρουν κάτι. Κάτι για εμένα. Κάτι που μπορούν να χρησιμοποιήσουν εναντίον μου, καταλαβαίνεις;»
Πόσο άχρηστος είσαι πια! σκέφτηκε ο Τζούρτζου. Αλλά μετά συλλογίστηκε πως ακριβώς το πόσο άχρηστος είναι έκανε τον Ορμπάν καλό κατάσκοπο, που έδινε σε ξένους στοιχεία για την Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία. Επίσης, αποφάσισε ότι δεν είχε σημασία ποιον πήγαιναν να βρουν οι δύο στρατιωτικοί του Άσπελ. Σημασία είχε ότι δεν θα τους είχε εκείνος να τον περιτριγυρίζουν και οι κυράτσες του Άσπελ θα έμεναν απροστάτευτες. Με το που ξημέρωνε, ο Τζούρτζου θα έβαζε τους δικούς του να ψάξουν την γυναίκα και την κόρη του Αυστριακού. Αλλά δεν θα ενέπλεκε τον Ορμπάν σε αυτό. Έτσι όπως είχε καταντήσει, φοβισμένος σαν μελλοθάνατος, αν του προσέθετε κι άλλη έγνοια, θα παραδιδόταν στους τύπους που θα έρχονταν από τη Βιέννη πριν καν μπουν στον σταθμό του Evidenzbureau. Και ποιος ξέρει τι μπορεί να πει αυτός ο άχρηστος;
Όχι, έπρεπε να τον κρατήσει σε απόσταση. Οι δικοί του θα έβρισκαν τις Άσπελ. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, θα τις έβρισκαν. Και όσον αφορά τους Ράινχελ και Βολφ, θα τους περιλάβαινε και αυτούς. Όταν τελείωνε η υπόθεση του Μπραν, και αν δεν τους μπαγλάρωναν ή αν δεν τους εκτελούσαν οι ίδιοι οι ανώτεροί τους, οι άντρες του Τζούρτζου θα τους αναλάμβαναν δεόντως.
Η συνάντηση των δύο τελείωσε λίγο πριν τη μία, με τον Τζούρτζου να μιλάει ενθαρρυντικά στον Ορμπάν και τον δεύτερο να υπόσχεται με όση τόλμη του απέμενε ότι θα τα καταφέρει.
Όταν έφυγε ο Ορμπάν με μια άμαξα που του κάλεσαν, ο Τζούρτζου, καθώς ήταν στη δική του, σκεφτόταν ότι τελικά θα έπρεπε να βρει άλλον στρατιωτικό μέσα στην Αυστροουγγαρία, για να του παρέχει ό,τι χρειαζόταν. Υπέθετε ότι ο Ορμπάν όδευε προς το τέλος της καριέρας του, μιας και θα έδιωχναν από τον στρατό, και ίσως να τον φυλάκιζαν κιόλας ή και να τον πήγαιναν για εκτέλεση. Ήταν μια απώλεια που θα άντεχε ο Τζούρτζου –αυτό έλειπε! Αλλά σίγουρα προτιμούσε να έχει τον Ορμπάν του χεριού του, παρά να γυρέψει άλλον για κατάσκοπο του.
Έκατσε αναπαυτικά. Θα την έβρισκε την λύση, δεν ανησυχούσε. Αρκεί να μην έμπλεκαν οι Αυστριακοί στα πόδια του. Ή οποιοσδήποτε άλλος. Όχι περισσότερο από μερικές ερωτήσεις ή από λίγη παρακολούθηση. Αυτά μάλλον δεν θα τα απέφευγε, ειδικά αν εκείνοι δεν έβρισκαν τους ενόχους.
Τους ενόχους. Τους βρικόλακες. Τα βαμπίρ. Νεκρούς ζωντανούς που βγαίνουν από τους τάφους τους και διψάνε για αίμα.
Χαμογέλασε. Αν και όλα έδειχναν ότι οι τύποι που δρούσαν στο Μπραν είναι ισχυροί και ξεφεύγουν αρκετά εύκολα από τους στρατιωτικούς, κάτι που θα μπορούσαν να κάνουν άνθρωποι και όχι υπερφυσικά τέρατα, ο Τζούρτζου πίστευε ότι οι βρικόλακες μπορεί και να υπήρχαν τελικά. Αλλά ακόμα του φαινόταν τρελό.
*
7 Μαρτίου 1897 μ.Χ.
Πρεσβυτέριο Μπόρλεϊ, Αγγλία
Η Κόμισσα βγήκε στον νυχτερινό περίβολο και στο χωριό και έκλεισε πίσω της την πόρτα. Έκλεισε τα μάτια και γεύτηκε τον αέρα. Όπως το περίμενε, σχεδόν κανείς δεν κυκλοφορούσε στη μία τα ξημερώματα, ειδικά από την στιγμή που άρχισαν οι εξαφανίσεις των παιδιών. Οι ντόπιοι είχαν φοβηθεί ότι στο Μπόρλεϊ δρούσε κάποιος σαν αυτόν τον Αντεροβγάλτη που σκότωνε πόρνες στο Λονδίνο. Μάλιστα, μπορεί να φοβούνταν ότι είναι ο ίδιος φονιάς, απλά στη δική τους περιοχή και έχοντας αλλάξει στόχο (αντί για πόρνες σκότωνε παιδιά). Βέβαια, υπήρχαν διαφορές στον τρόπο που ο εδώ ένοχος έκανε τη δουλειά του σε σχέση με τον Αντεροβγάλτη, όμως ποιος ήξερε τι σκέφτεται ένα τέτοιο τέρας; Ή πώς μπορεί να συσχετίσουν μερικοί χωριάτες δύο πολύ διαφορετικές περιπτώσεις;
Φυσικά, αυτά δεν ενδιέφεραν ιδιαίτερα την Κόμισσα. Εκείνη θα έκανε ό,τι έπρεπε να πράξει, για να επιτευχθεί ο σκοπός της. Άλλωστε, οι αστυνομικοί και οι χωριάτες δεν είχαν υποπτευθεί το παραμικρό για εκείνη. Ούτε καν φαντάζονταν τι (ποια) ζούσε στο χωριό τους, σε μικρή απόσταση από το σπίτι του καθενός. Και απ’ ό,τι φαινόταν, ούτε οι υπηρέτες του Μπάρλοου είχαν αποκαλύψει την παρουσία της. Όχι ότι αυτοί ήξεραν στ’ αλήθεια πόσο ισχυρή είμαι, σκέφτηκε. Το χειρότερο που μπορεί να είπαν σε κάποιον είναι ότι ο Μπάρλοου είχε χάσει το μυαλό του εξαιτίας μίας ξένης γυναίκας, που είχε παράξενες συνήθειες (όπως το ότι είχε πρόβλημα να βγαίνει έξω τις ηλιόλουστες ημέρες). Ένας έμαθε την πραγματική της φύση και αυτός έγινε βορά των παιδιών που κάποτε ανήκαν στο Μπόρλεϊ, αλλά που πλέον ήταν δικά της παιδιά.
Ο Μπάρλοου, συλλογίστηκε και άρχισε να διασχίζει το γρασίδι, περνώντας δίπλα από δέντρα, από το παγκάκι, από τον ναό, τους τάφους και το μικρό τείχος που κάλυπτε περιμετρικά το Πρεσβυτέριο, και διέσχισε το Μπόρλεϊ. Τι ανόητος άνθρωπος που υπήρξε! Τι ανόητος άντρας! Η Ρεβέκκα της είχε σίγουρα δίκιο για μερικούς άντρες.
Είχε δίκιο. Αλλά όχι για όλους, θυμήθηκε η Κόμισσα, ενώ άρχισε να περπατά στον χωματένιο δρόμο. Το βουκολικό τοπίο που την περιέβαλε ήταν γεμάτο σπίτια και στάβλους, όλα σκιώδη μες στην νυχτιά, ήσυχα σαν να είχαν εγκαταλειφτεί. Ήταν ένα γνωστό μέρος για εκείνη, όχι μόνο επειδή ζούσε εδώ για χρόνια, αλλά γιατί είχε ξαναδεί (και περπατήσει) παρόμοια μέρη όταν ζούσε στην Τρανσυλβανία. Σχεδόν ίδια αρχιτεκτονική, ίδιες μυρωδιές, ίδια ζώα, χωριάτικες αντιλήψεις και δεισιδαιμονίες. Από την αυγή και μέχρι το σούρουπο όλοι ήταν έξω (εκτός από μερικές γυναίκες και μικρά παιδιά), το βράδυ έμεναν μέσα. Σε σχεδόν όλα τα σπίτια υπήρχε τουλάχιστον ένα όπλο, κυρίως για κυνήγι. Όλοι πλήρωναν φόρους. Όλοι πέθαιναν και γίνονταν θρησκευτικές τελετές πριν θαφτεί το πτώμα του καθενός. Όπως το έβλεπε, λίγες ήταν οι διαφορές μεταξύ του Μπόρλεϊ και οποιουδήποτε χωριού της πατρίδας της, κι αυτές ανούσιες.
Η πατρίδα της… Της είχε λείψει. Όχι τόσο η Τρανσυλβανία, μιας και αυτή είχε χαθεί εδώ και αιώνες από τους κατακτητές, και δεν είχε πια την ίδια αίγλη όπως παλιά. Της έλειπαν συγκεκριμένα το κάστρο της και τα τέκνα της. Τη Ρεβέκκα την έβλεπε και ένιωθε ό,τι και οι άλλοι βρικόλακές της, όμως ήθελε να τους ξαναδεί, να ζήσει μαζί τους. Να κυνηγήσουν και να τραφούν μαζί. Να κοιμηθούν μαζί.
Η Κόμισσα θα εγκατέλειπε την Αγγλία. Προσωρινά, όμως. Θα γύριζε. Όταν ξεμπέρδευε με το Μπραν, θα γύριζε. Γιατί εδώ θα άφηνε τα άλλα παιδιά της και επιπλέον ήθελε να κατακτήσει και την Αγγλία. Πίσω της, στην πατρίδα, θα άφηνε τη Ρεβέκκα και τους άλλους, όταν θα ήταν σίγουρη ότι μπορούν να σκοτώσουν ή να σπείρουν την ανώτερη φύση τους και σε άλλους ανθρώπους, πρόθυμους να γίνουν κυρίαρχοι του κόσμου.
Τότε, από έναν κάθετο δρόμο εμφανίστηκαν δύο φιγούρες. Αυτές που είχε ήδη εντοπίσει. Κυκλοφορούσαν κρατώντας φανάρια, για να βλέπουν, ενώ τα όπλα τους κρέμονταν στους ώμους τους.
Δύο αστυνομικοί από το Έσσεξ, που περιπολούσαν. Εδώ, μακριά από το τμήμα τους. Μακριά από τους συναδέλφους τους.
Δύο θύματα, σκέφτηκε. Δύο ακόμα παιδιά μου.
Η Κόμισσα κατευθύνθηκε προς αυτούς.
Τους άλλαξε, πριν καν μπορέσουν να της αντισταθούν. Τους έδωσε την ικανότητα να σκέφτονται όπως ο Νικολάι ή ο Βασίλι, και να μην είναι άβουλα, μονίμως πεινασμένα όντα. Τους έστειλε πίσω στο Πρεσβυτέριο, όπου θα κρύβονταν και απ’ όπου θα έβγαιναν τις νύχτες, για να βρουν θηράματα.
Ο Βασίλι. Δεν υπάρχει πλέον. Όπως και πολλοί άλλοι. Σκοτώθηκαν από θηράματα που αποδείχτηκαν πιο ισχυρά απ’ όσο περίμεναν τα παιδιά μου. Και αν αργήσω πολύ ακόμα…
Η Κόμισσα σιγουρεύτηκε ότι οι δύο νέοι βρικόλακες μπήκαν στο Πρεσβυτέριο, και έγινε άσπρος λύκος και έτρεξε μέσα από το δάσος. Έπρεπε να φτάσει στο Λονδίνο, απ’ όπου θα έπαιρνε το καράβι για την Γαλλία και από εκεί θα ταξίδευε με τρένο για τη Βουδαπέστη.
Και μετά, θα διέσχιζε την υπόλοιπη απόσταση ως το Μπραν ως νυχτερίδα ή λύκος.
*
Βουδαπέστη
Λίγο πριν τις επτά το πρωί, καθώς ο τοπικός σταθμός γέμιζε με τους στρατιωτικούς κατασκόπους που εργάζονταν εκεί (και που σήμερα ήταν όλοι ντυμένοι σαν να πήγαιναν σε κάποια εκδήλωση), ένα γράμμα έφτασε. Ο λοχαγός που είχε ξενυχτήσει πάνω από τον τηλέγραφο, με ελάχιστα διαλείμματα κατά τα οποία λαγοκοιμήθηκε, και όντας στη φύλαξη της εισόδου, δεν μπήκε στον κόπο να το διαβάσει, παρά το παρέδωσε στον αγουροξυπνημένο Ορμπάν, ο οποίος το διάβασε και αναθεμάτισε. «Ο επιλοχίας είναι άρρωστος» είπε και έχωσε το χαρτί σε ένα συρτάρι. «Σήμερα που έπρεπε να είμαστε όλοι εδώ».
«Αφού αυτός μέχρι χθες ήταν καλά. Πότε αρρώστησε;»
«Πού θες να ξέρω, λοχαγέ; Έτσι γράφει εδώ, αυτό σου λέω».
Ο λοχαγός ένευσε και έτριψε τα μάτια του. «Άρα, θα παραμείνω και στα δύο πόστα, κύριε;» ρώτησε.
«Όχι. Θα έχεις μόνο τον τηλέγραφο. Θα βάλουμε άλλον υπαξιωματικό στην είσοδο. Ας μην τσαντίσουμε τους ανωτέρους περισσότερο».
«Μάλιστα, κύριε. Με θέλετε κάτι άλλο;»
«Ναι, λοχαγέ. Θυμάσαι τι σου είπα όταν επέστρεψα στον σταθμό;»
«Ότι δεν ξέρω το παραμικρό για το Μπραν ή για οτιδήποτε άλλο, πέραν των όσων ξέρει η υπηρεσία».
«Σωστά. Τι άλλο;»
«Ο ταγματάρχης Άσπελ είχε την ευθύνη για την υπόθεση του Μπραν, με τον λοχαγό Βολφ και τον επιλοχία Ράινχελ να είναι επίσης οι άμεσα εμπλεκόμενοι βαθμοφόροι του Evidenzbureau».
«Και αν σου πουν για εμένα;»
«Είμαι κατώτερος βαθμοφόρος. Δεν μπορώ να μιλήσω αντί του διοικητή μου».
«Και αν επιμείνουν;»
«Τότε θεωρώ ότι ο συνταγματάρχης Ορμπάν εμπιστεύτηκε τους τρεις εν λόγω βαθμοφόρους, γνωρίζοντας από παλιά ότι είναι καλοί στη δουλειά τους».
Ο Ορμπάν, που (πριν έρθει στον σταθμό) είχε περάσει από το σπίτι του και είχε κάνει μπάνιο και φόρεσε την επίσημη κολλαριστή στολή του, ένευσε ικανοποιημένος και ήπιε λίγο από τον καφέ του. «Ας ελπίσουμε ότι θα το χάψουν» σχολίασε.
Ο λοχαγός ρώτησε «Κύριε, κι αν ρωτήσουν για τον Βολφ και τον Ράινχελ;»
«Α, ναι, σωστά». Ο Ορμπάν έτριψε τους κροτάφους του. Είχε πονοκέφαλο. «Λείπουν σε αποστολή στην Ολλανδία. Ψάχνουν για κάποιον μάρτυρα που είχε βρει ο Άσπελ και που τον θεωρεί σημαντικό για την υπόθεση του Μπραν».
«Πιστεύετε ότι αυτό θα τους είναι αρκετό;»
«Δεν με ενδιαφέρει, λοχαγέ. Έτσι κι αλλιώς, θα έρθουν εδώ για να μας πάρουν την υπόθεση και να μας ανακρίνουν. Και να συλλάβουν όσους θεωρούν ένοχους. Δεν θα γλιτώσουμε τα χειρότερα, όχι όλοι, δηλαδή. Ίσως, όμως, γλιτώσουμε τα πολύ χειρότερα. Αυτά προσπαθούμε να αποφύγουμε».
Ο λοχαγός δεν μίλησε.
«Πήγαινε τώρα. Πες σε όλους ότι θέλω να τους μιλήσω. Να έρθουν αμέσως στο γραφείο μου».
«Μάλιστα, κύριε».
«Και φτιάξε λίγο την στολή σου. Στρώσε και τα μαλλιά σου. Ρίξε λίγο νερό στο πρόσωπό σου. Τα χάλια σου έχεις».
«Μάλιστα, κύριε». Ο λοχαγός αποχώρησε.
Ύστερα από δύο λεπτά, το γραφείο του Ορμπάν ήταν γεμάτο ψηλούς αξιωματικούς και υπαξιωματικούς, που άκουγαν τις εντολές που τους έδινε ο ανώτερός τους.
Καθώς το τρένο των οκτώ από τη Βιέννη άφηνε τους επτά ένστολους άντρες, με τους τρεις στρατιωτικούς κατασκόπους να πηγαίνουν στην τοπική μονάδα Αντικατασκοπείας, ενώ οι υπόλοιποι τέσσερις της Αυτοκρατορικής-Βασιλικής Χωροφυλακής να κατευθύνονται προς την διοίκηση της πολιτοφυλακής, η Ορέλια ξυπνούσε στο δωμάτιο που είχαν παραχωρήσει οι Βολφ στην ίδια και την μητέρα της. Το διαμέρισμα δεν ήταν μεγάλο: είχε ένα παιδικό δωμάτιο, την κλίνη των γονιών, μια μικρή αποθήκη και την κουζίνα –το μπάνιο ήταν κοινό για όλο τον τρίτο όροφο. Τις Άσπελ τις είχαν αφήσει να κοιμηθούν στο δωμάτιο του παιδιού του Βολφ, σε ένα κρεβάτι που μετά βίας τις χωρούσε, αλλά που σίγουρα κάλυπτε την ανάγκη τους για ξεκούραση.
Σχεδόν από την πρώτη στιγμή που τις είχαν φέρει εδώ, βρήκαν μια ζεστή και ευχάριστη παρέα να τις περιμένει. Η σύζυγος του Βολφ, όπως και ο γιος του, έδειξαν μεγάλη προθυμία να τους παρέχουν στέγη, τροφή και ό,τι άλλο χρειάζονταν, για όσο καιρό θα τα χρειάζονταν. Η Έμιλυ, που είχε συνέλθει στη διαδρομή από τη δική τους πολυκατοικία προς αυτή των Βολφ, κατάλαβε ότι η γυναίκα του Βολφ δεν ήξερε εξ αρχής για την απόφαση του άντρα της (να φέρει τις Άσπελ στο χώρο τους), κυρίως από το γεγονός ότι, πριν τους πει να κατέβουν από την άμαξα, περίμενε τον Ράινχελ και, όταν ήρθε αυτός, τότε ο Βολφ ζήτησε ένα λεπτό περιθώριο και θα επέστρεφε, χωρίς να εξηγήσει τι θα έκανε. Αν και γύρισε χαμογελαστός πριν καν συμπληρωθεί το λεπτό, η Έμιλυ είχε ήδη σκεφτεί ότι όλο αυτό δεν είχε σχεδιαστεί εδώ και καιρό, αλλά πως ήταν μια λύση που κανονίστηκε πριν οι δύο συνάδελφοι του Φάμπιαν έρθουν στο Ερζιβετβάρος και στο διαμέρισμα των Άσπελ. Άρα, ούτε ο Φάμπιαν θα ήξερε ότι οι γυναίκες της ζωής του δεν θα έμεναν προσωρινά στο σπίτι τους.
Δεν το σχολίασε, ωστόσο. Ήταν πολύ κουρασμένη και έτσι κι αλλιώς, όσο κι αν το κρύο της Βουδαπέστης να βοήθησε με τα χάδια του, εκείνη δεν θα το έκανε θέμα. Καταλάβαινε το σκοπό πίσω από την απόφαση. Τους το είχαν πει κιόλας: θα ήταν καλή ιδέα αν πάτε να μείνετε αλλού. Κάπου που θα είστε πιο ασφαλείς, αυτό τους είπε ο Ράινχελ, λίγο αφότου τους τα έψαλε η Έμιλυ και πριν φύγουν. Το ότι δε, είχαν χρησιμοποιήσει δύο άμαξες αντί για μία ενίσχυσε την άποψη της Έμιλυ, ότι εκείνοι ανησυχούσαν για αυτές. Όταν κατέβηκαν από την άμαξα, της πέρασε από το μυαλό να ρωτήσει τι είχε γίνει με τον Ράινχελ (γιατί καθυστέρησε να έρθει στην πολυκατοικία του Βολφ, ενώ μαζί ξεκίνησαν), όμως ο ίδιος απάντησε στην ερώτηση από μόνος του: «Είχα ξεμείνει από τσιγάρα» είπε και άναψε ένα. «Έχω και τις αδυναμίες μου».
Η σύζυγος του Βολφ τις καλωσόρισε και ο γιος ξενάγησε την Ορέλια σε όλο το διαμέρισμα, ενώ οι γονείς τους και οι συνάδελφοι του Φάμπιαν θα μιλούσαν για λίγο. Η Ορέλια δεν είχε πρόβλημα, αν και ήθελε να ξέρει τι έλεγαν οι μεγάλοι. Όμως, ήταν και η ίδια κουρασμένη και προτίμησε να μιλήσει και να παίξει μαζί με τον γιο του Βολφ. Αργότερα, μετά το δείπνο, και αφού είχαν πέσει για ύπνο με την μαμά, έμαθε όσα είχαν ειπωθεί: ο κύριος Βολφ και ο κύριος Ράινχελ θα πήγαιναν να βρουν τον κύριο Μαρτίν και μαζί του θα πήγαιναν στο Μπραν• θα ένιωθαν καλύτερα αν ήξεραν ότι η σύζυγος και η κόρη του φίλου τους βρίσκονται σε φιλικό σπίτι, όσο θα λείπουν• και ένας άλλος καλός συνάδελφός τους, ένας επιλοχίας, θα επισκεπτόταν το διαμέρισμα, σε περίπτωση που τον χρειαστούν.
«Καλώς εχόντων των πραγμάτων» είχε ολοκληρώσει την αφήγηση η Έμιλυ «δεν θα μείνουμε για πολύ εδώ. Με το που τελειώσουν με το Μπραν και γυρίσουν, θα επιστρέψουμε στο σπίτι μας». Όπως και η Ορέλια, μιλούσε σιγανά, για να μην ενοχλήσουν τους Βολφ.
Το δωμάτιο ήταν μισοσκότεινο, με δύο κεριά να φωτίζουν, αλλά αρκετά ζεστό και τα κλινοσκεπάσματα επαρκή, για να παρηγορούνται.
«Μαμά» είχε ρωτήσει η Ορέλια «τι είχες γράψει σε εκείνα τα χαρτιά στο τραπέζι;»
«Τίποτα το σημαντικό, καλή μου» απάντησε η Έμιλυ, χαμογελώντας. Όπως και η κόρη της, είχε γυρίσει πλευρό για να βλέπει η μία την άλλη. Χαιρόταν που έβλεπε την μικρή της να είναι καλά, ενώ ένιωθε πως της είχε λείψει να κοιμούνται μαζί, στο ίδιο δωμάτιο -είχαν περάσει χρόνια από την τελευταία φορά, όταν η Ορέλια ήταν δεν ήταν πέντε χρονών.
«Πες μου, μαμά. Θέλω να ξέρω. Τι έγραφες;»
Η Έμιλυ δεν απάντησε αμέσως, παρά χάιδεψε τα μακριά μαλλιά της κόρης της. «Καλή μου Ορέλια… Μεγαλώνεις και θες να μαθαίνεις, να εξερευνάς. Σε λίγα χρόνια, που θα περάσουν πιο γρήγορα απ’ όσο φαντάζεσαι ή απ’ όσο θα θέλαμε ο μπαμπάς σου και εγώ, θα… θα θες να φύγεις, να… να ανοίξεις το δικό σου σπιτικό και… να κάνεις τη δική σου οικογένεια». Η φωνή της έσπασε και ο ειρμός της σκοτείνιασε, ενθυμούμενη τον Φάμπιαν και πως αγνοείτο. Έκλεισε τα μάτια της. Το στόμα της έτρεμε. Αλλά δεν θα έκλαιγε. Όχι ξανά. Όχι τόσο σύντομα. Γιατί υπήρχε ακόμα ελπίδα. Μπορεί ο Μαξ και ο Μαρτίν, μαζί με τον Βολφ και τον Ράινχελ και όλους τους άλλους στρατιωτικούς, να τον έβρισκαν και να ήταν ζωντανός και να τον έφερναν πίσω ζωντανό. Υπήρχε ελπίδα. Και με αυτήν θα πορευόταν. Τουλάχιστον, μέχρι να μάθουν όλοι που είναι ο Φάμπιαν. Μόνο τότε θα…
«Μαμά, θα είμαι εδώ, δεν θα φύγω» είπε η Ορέλια, διακόπτοντας τις σκέψεις της. «Θα είμαι για πάντα μαζί σας, το υπόσχομαι».
Η Έμιλυ άνοιξε τα μάτια της και αγκάλιασε την κόρη της και της μίλησε για το χειρόγραφό της, που το είχε καταχωνιάσει σε ένα συρτάρι πριν έρθουν οι συνάδελφοι του άντρα της.
Η Ορέλια όχι μόνο δεν την αποπήρε, παρά της ζήτησε να διαβάσει την ιστορία της και ό,τι άλλο είχε γράψει. «Είμαι μεγάλη πια, μαμά» τόνισε και γέλασαν, κλείνοντας τα μάτια, με τον ύπνο να τις καθησυχάζει.
Αυτά είχαν γίνει το προηγούμενο βράδυ.
Τώρα, η Ορέλια ήταν μοναχή της στο κρεβάτι. Τα κεριά ήταν σβηστά, αλλά το δωμάτιο φωτιζόταν λίγο περισσότερο από χθες, ενώ από την μισόκλειστη πόρτα έβλεπε τον διάδρομο και άκουγε σιγανές ομιλίες –την μαμά και την σύζυγο του κυρίου Βολφ. Ο γιος πρέπει να ήταν στο σχολείο.
Η Ορέλια αναστέναξε και ανασηκώθηκε. Έμεινε για λίγο καθιστή. Θυμόταν όσα είχαν συζητήσει με την μαμά. Εκείνη είχε προσπαθήσει να καταλάβει η Ορέλια πως η συγγραφή ιστοριών ήταν περισσότερο κάτι που έκανε για να περάσει η ώρα της παρά οτιδήποτε άλλο, όμως δεν τα κατάφερε. Η Ορέλια είχε αντιληφθεί ότι η μαμά ήθελε πολύ να γράφει. Ήταν ο τρόπος που μιλούσε η μαμά για τα γραπτά της, που έμοιαζε με το πώς μιλούσε η Ορέλια για τα παιχνίδια της ή για τους γονείς της –με αγάπη και με ενθουσιασμό. Βέβαια, δεν το έδειχνε εντελώς, γιατί δεν χαμογελούσε όπως η Ορέλια ούτε φώναζε με χαρά, αλλά ήταν σίγουρο πως η μαμά ήθελε να γράφει. Μιλούσε για φανταστικά πράγματα, τέρατα και φοβερά τοπία και άτυχους ανθρώπους που έπρεπε να γλιτώσουν. Η φωνή της, τα λόγια της, τα μάτια της… Η Ορέλια δεν μπορούσε να πει ακριβώς πώς το καταλάβαινε, δεν ήταν συγγραφέας όπως η μαμά, αλλά ήταν βέβαιη για ό,τι κατάλαβε.
Δεν της είχε πει μόνο για την συγκεκριμένη ιστορία που έγραφε, μα και για άλλες, παλιότερες. Η Ορέλια δεν είχε σκεφτεί ποτέ ότι η μαμά θα ήθελε να ασχολείται με τέτοιες τρομαχτικές ιστορίες, γιατί σε εκείνη διάβαζε ωραίες ιστορίες, όπως τα παραμύθια του κυρίου Άντερσεν. Ωστόσο, δεν ζήτησε να της πει η μαμά γιατί της άρεσαν οι ιστορίες που της ανέφερε. Φαινόταν πως η μαμά ένιωθε άσχημα, σαν να έκανε κάποια αταξία. Η Ορέλια τής είπε ότι την αγαπάει και πως είναι περήφανη για εκείνη, με την μητέρα της να της λέει το ίδιο.
Η Ορέλια σηκώθηκε από το κρεβάτι, με μια σκέψη που είχε ξανακάνει, αλλά πριν μάθει πως η μαμά έγραφε δικές της ιστορίες: τι θα γινόταν αν αυτά τα τέρατα που φανταζόταν η μαμά έρχονταν αντιμέτωπα με δυνατούς πιστολέρο, όπως ο θείος Μαξ; Αυτή δεν θα ήταν μια ωραία ιστορία;
Γύρω στις εννιά το πρωί, ενώ στον τοπικό σταθμό έρχονταν και οι άντρες της αυστριακής Αυτοκρατορικής-Βασιλικής Χωροφυλακής μαζί με ντόπιους Ούγγρους πολιτοφύλακες για να περιοριστούν ο Ορμπάν και όλοι οι άντρες που είχε υπό τις διαταγές του και να ξεκινήσουν οι ανακρίσεις, ο Τζούρτζου έφτασε στο κτίριο της πρεσβείας. Πριν κατέβει, είπε στους άντρες του ότι οι δύο εξ αυτών θα έψαχναν για τις Άσπελ, ξεκινώντας από το δρόμο που τις είχαν χάσει. «Και κοιτάξτε μην αποτύχετε πάλι, γιατί ξέρετε τι σας περιμένει» ξεκαθάρισε και κατέβηκε μαζί με τον τρίτο ακόλουθό του, προτού του απαντήσουν οι άλλοι δύο.
Εκείνοι, περισσότερο φοβισμένοι παρά εκνευρισμένοι που τους τόνισε την αποτυχία τους, έφυγαν για την οδό Ίστβαν, όπου είχαν χωρίσει οι άμαξες. Χθες είχαν ακολουθήσει αυτή που πήγε ευθεία, οπότε σήμερα θα έστριβαν στην Νεφελέιτς και κάπου θα άφηναν την άμαξα, για να περπατήσουν –θα γίνονταν μούσκεμα, βέβαια, αλλά προτιμούσαν ένα γερό κρυολόγημα απ’ ό,τι θα τους έκανε ο Τζούρτζου, αν αποτύγχαναν πάλι. Αν δεν έβρισκαν τις Άσπελ να περιτριγυρίζουν, τότε θα ρωτούσαν στις γειτονιές για δύο νεοφερμένες, μάνα και κόρη, που έφτασαν το προηγούμενο απόγευμα. Όλο και κάποιος θα τις είχε δει –δεν ήταν δα και τόσο αργά όταν έφτασαν. Ήλπιζαν μόνο να μη χρειαζόταν να γυρίσουν όλη την περιοχή, γιατί δεν θα τους έφτανε ο χρόνος ως το μεσημέρι, που τελείωνε η εργασία του Τζούρτζου.
Στη συζήτηση που είχαν κάνει με το αφεντικό τους, λίγο μετά που επέστρεψαν ηττημένοι στο διαμέρισμά του και αφού αυτός σταμάτησε να φωνάζει, του εξήγησαν ότι θα ήταν δύσκολο να βρουν τις Άσπελ, καθότι η άμαξα θα μπορούσε να έχει κάνει κύκλο και να πήγε σε άλλη περιοχή. «Δεν μπορούμε να ξέρουμε πού τις πήγαν, κύριε» είπε ο ένας από αυτούς.
Το μετάνιωσε, όμως, γιατί ουσιαστικά έδωσε στον Τζούρτζου πάτημα για να αρχίσει πάλι να τους φωνάζει. «Δεν με νοιάζει, ηλίθιε! Ήταν δουλειά σας να τις παρακολουθήσετε. Κι εσείς τις χάσατε. Και όχι μόνο αυτό, αλλά φάγατε και ξύλο από τον έναν από τους μαλάκες του Άσπελ. Πρέπει να είστε τελείως άχρηστοι. Μάλλον, έκανα λάθος που σας έφερα μαζί μου από τη Βλαχία. Ίσως…»
«Όχι, κύριε, θα τις βρούμε» έσπευσε να πει ο άλλος μπράβος. «Θα τις βρούμε, αλήθεια. Δεν θα κάνουμε το ίδιο λάθος πάλι. Θα τις βρούμε».
Ήταν μια υπόσχεση που δόθηκε εν θερμώ, για να αποφευχθούν τα χειρότερα, αλλά που σήμερα είχαν σκοπό να την τηρήσουν. Δεν ήταν σίγουροι για το πώς, όμως θα έκαναν ό,τι μπορούσαν.
Παράλληλα, ο επιλοχίας που είχε δηλώσει ασθένεια έφαγε το πρωινό του, ντύθηκε με ένα απλό κουστούμι που δεν είχε φορέσει ποτέ στη δουλειά ή σε κάποια από τις λίγες εξόδους με συναδέλφους του, πήρε το υπηρεσιακό του όπλο και το καπέλο του, χαιρέτισε την έγκυο γυναίκα του και το παιδί ή τα παιδιά που μεγάλωναν στην κοιλιά της, της έδωσε τη διεύθυνση που μπορούσε να τον βρει και έφυγε για το διαμέρισμα των Βολφ. Η αποστολή που του είχαν αναθέσει ήταν δύσκολη, γιατί είχε τον νου του στην επικείμενη γέννα και γιατί έπρεπε να λέει ψέματα στην υπηρεσία (κάτι που δεν είχε ξανακάνει στο παρελθόν), όμως, αναλογιζόμενος την ανησυχία της συζύγου και της κόρης του ταγματάρχη, καθώς επίσης και το ότι στο Μπραν πέθαιναν και εξαφανίζονταν άνθρωποι (μεταξύ αυτών, και ο ταγματάρχης Άσπελ), αποφάσισε να δεχθεί. Δεν ήταν υποχρεωμένος να κάνει οτιδήποτε του είπαν, και αυτό το ξεκαθάρισαν και ο Βολφ με τον Ράινχελ, αλλά εκείνος συμφώνησε. Θα πήγαινε και θα έλεγχε τις Άσπελ και την οικογένεια του Βολφ. Γιατί διέτρεχαν μεγάλο κίνδυνο. Ο Τζούρτζου ήθελε να βλάψει τον ταγματάρχη, με οποιονδήποτε τρόπο, με οποιοδήποτε κόστος. Δεν θα έδειχνε έλεος σε μια γυναίκα και ένα μικρό παιδί, για να πετύχει τον σκοπό του, κι αυτό ο επιλοχίας το ήξερε. Αυτός ήταν ίσως ο πιο σημαντικός λόγος που δέχτηκε την αποστολή. Και για αυτό ζήτησε λεπτομερείς περιγραφές των μπράβων του Τζούρτζου –τους είχε δει παλιότερα, όλους, αλλά μόνο τον Τζούρτζου θυμόταν καλά.
Σύντομα, είχε βγει από την πολυκατοικία του και, παρά τη βροχή, έβρισκε μια άμαξα. Έπρεπε να βιαστεί.
*
Μπραν
«Πού αλλού θα μπορούσαν να έχουν πάει, δηλαδή; Ποιο άλλο θα ήταν το ιδανικότερο μέρος για να στρατοπεδεύσουν; Θέλω να πω, είναι χτισμένο για αυτόν ακριβώς τον λόγο, αυτόν τον σκοπό εξυπηρετεί. Να φιλοξενήσει στρατιώτες και πυρομαχικά. Έχει πύργους, παρατηρητήρια. Βρίσκεται σε ένα σχετικά δύσκολα προσεγγίσιμο σημείο, σε έναν λόφο. Όποιος στρατός δοκιμάσει να φτάσει σε αυτό θα πρέπει να είναι αρκετά μεγάλος, για να αντέξει τις πολλές και αναπόφευκτες απώλειες που θα έχει. Οι άντρες που θα το έχουν οχυρώσει θα βάλλουν από ψηλά, καλυμμένοι. Πώς είπες, λοχία; Ναι, ίσως να έχουν και μια τάφρο γύρω-γύρω. Είναι και κοντά στο Μπραν, για να μπορούν να εφορμούν όποτε θέλουν. Και όχι μόνο στο Μπραν, γιατί, απ’ ό,τι ξέρω, έκαναν επιδρομές και σε διαβάτες. Πότε ήταν, προχθές; Που η φρουρά του Πουάνα Μπρασώφ έσωσε έναν αθώο από τους βαρβάρους; Ή που ο ταγματάρχης και το απόσπασμα βρήκαν τα απομεινάρια των περαστικών τσιγγάνων και εκείνο το κοριτσάκι; Ναι, αρχιλοχία, δεν έχει μεγάλη σημασία το πότε. Ήταν τις προηγούμενες ημέρες. Αυτό που θέλω να πω είναι πως… είναι ξεκάθαρο ότι οι εχθροί μας έχουν καταλύσει εκεί, στο κάστρο. Και εκεί πρέπει να πάμε. Στο άντρο τους. Είμαστε πολλοί, ετοιμοπόλεμοι και έχουμε κανόνια. Μπορούμε να τους αφανίσουμε. Αν χρειαστεί, μπορούμε να ρίξουμε το κάστρο, και κανείς δεν θα μας κατηγορήσει. Ο αντισυνταγματάρχης Κέρσεν έδωσε σαφείς εντολές: “οχυρώστε το Μπραν, φέρτε τους νεκρούς στο Μπρασώφ. Φέρτε πίσω τον ταγματάρχη Άσπελ, νεκρό ή ζωντανό. Και βρείτε μαζί με τους άλλους συναδέλφους σας τους εχθρούς και σκοτώστε τους όλους”. Δεν υπάρχει καμιά απορία για το τι διαταγές έχουμε πάρει, για ποιο σκοπό ήρθαμε. Πλέον, το Μπραν είναι ασφαλές, με επαρκές μόνιμο μάχιμο προσωπικό να το φρουρεί. Μένει να βρούμε τον ταγματάρχη και τους ΚΑΡΙΟΛΗΔΕΣ που τόλμησαν να έρθουν στα εδάφη ΜΑΣ και να βλάψουν ΔΙΚΟΥΣ ΜΑΣ». Ο Ούγγρος μοίραρχος σταμάτησε και έδειξε προς ένα σημείο του σπιτιού, όπου, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του, ήταν το κάστρο, αλλά κοιτούσε τους άλλους αξιωματικούς και υπαξιωματικούς. «Εκεί θα τους βρούμε. Εκεί θα γίνει η μάχη. Εκεί θα τους ξεπαστρέψουμε, έναν προς έναν. Και αν το κρίνουμε απαραίτητο, θα ρίξουμε όλους τους γαμημένους τοίχους του γαμημένου κάστρου πάνω τους. Θα τους θάψουμε εκεί μέσα».
Σταμάτησε ξανά, και ο Άπροντ σταμάτησε να μεταφράζει στον Κάρτερ. Οι άλλοι στρατιωτικοί συμφωνούσαν με τον μοίραρχο. Ακόμα και ο Σέκερες –ή μάλλον, ειδικά ο Σέκερες, που είχε παλέψει δίπλα σε συναδέλφους του, οι οποίοι πέθαναν εδώ, στο Μπραν. Όλοι τους έδειχναν αποφασισμένοι να πάνε στο κάστρο. Ότι σε αυτό θα έβρισκαν τους υπαίτιους για τις σφαγές που λάμβαναν χώρα στο μικρό χωριό της Τρανσυλβανίας.
Ό,τι φοβόταν ο Κάρτερ, δηλαδή. Τώρα, αντίθετα από τους στρατιωτικούς, που έστεκαν γύρω από τον ανώτερό τους και είχαν πέσει με τα μούτρα στην υπόθεση και συσκέπτονταν, αυτός καθόταν σε μια καρέκλα που είχε επιζήσει των συγκρούσεων και κάπνιζε απόμερα, μακριά από την μικρή ομάδα βαθμοφόρων που είχε συγκεντρωθεί στο μεγαλύτερο σπίτι του Μπραν, με τον Άπροντ να είναι κοντά του, για να του εξηγεί τι έλεγαν οι άλλοι. Δε χρειάζονταν ερμηνεία όλα τα λόγια του μοίραρχου, βέβαια. Αυτά που έλεγε με πιο εκνευρισμένο ή ενθουσιασμένο ύφος, ήταν αρκετά κατανοητά.
Δεν μπορούσε να κατηγορήσει κανέναν τους. Ούτε τους βαθμοφόρους, ούτε τους στρατεύσιμους. Ζητούσαν δικαιοσύνη για τους αδικοχαμένους συναδέλφους και συμπολίτες τους. Ήταν οι πλέον αρμόδιοι για να αναλάβουν αυτή την αποστολή. Είχαν ένα καθήκον να φέρουν να εκπληρώσουν, και αυτό θα έκαναν.
Η ώρα, σύμφωνα με τους χτύπους της εκκλησίας, ήταν δώδεκα το μεσημέρι. Οι έρευνες που έγιναν νωρίτερα ήταν το ίδιο άκαρπες με τις χθεσινές. Έψαξαν στο δάσος, προς πάσα κατεύθυνση, χωρίς να βρουν την παραμικρή ένδειξη παρουσίας ή καταπάτησης από τον οποιονδήποτε. Αλλά ήταν περισσότερο τυπική η όλη διαδικασία. Απ’ όσο καταλάβαινε ο Κάρτερ και απ’ όσο του εξηγούσε ο Άπροντ, κανείς δεν περίμενε να ανακαλύψουν κάτι ανάμεσα στα δέντρα. Θα το είχαν πετύχει ήδη από την προηγούμενη μέρα. Όμως, δεν υπήρχε κάτι να ανακαλύψουν.
Όχι στο δάσος.
Όχι στο Μπραν.
«Μόνο στο κάστρο» είπε ο Άπροντ κάποια στιγμή, ενώ ένα μέρος του στρατού είχε βγει για έρευνα. Αυτό έλεγαν όλοι, από την στιγμή που το είδαν, νωρίτερα αυτό το πρωί.
Η χιονόπτωση δεν ήταν αρκετή για να το κρύψει, και έτσι κι αλλιώς δεν κράτησε πολύ. Όλοι το είχαν δει και όλοι σκέφτηκαν το ίδιο πράγμα. Εκεί πρέπει να πάμε. Εκεί είναι οι εχθροί. Και εκεί πρέπει να είναι ο ταγματάρχης.
Οι βαθμοφόροι είπαν κι άλλα, που περιλάμβαναν κυρίως τρόπους προσέγγισης και επίθεσης. Τρόπους πολιορκίας του κάστρου. Ο Άπροντ μετέφραζε, αλλά ο Κάρτερ δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα. Άλλα πράγματα σκεφτόταν. Κατά την γνώμη του, μέχρι να έρθει ο Μαρτίν, δεν έπρεπε να επιτεθούν. Έπρεπε απλώς να περιμένουν και να είναι έτοιμοι για μάχη. Δεν ήταν κατάλληλοι για να πάνε στη φωλιά των βρικολάκων. Θα πέθαιναν πολλοί, ίσως όλοι. Ούτε έπρεπε να ρίξουν το φρούριο, γιατί μπορεί να πέθαινε ο Φάμπιαν. Ήταν τρομερά ριψοκίνδυνο να εισβάλλουν στο κάστρο.
Ο χαμογελαστός Σέκερες, που έστεκε κι αυτός κοντά στους Άπροντ και Κάρτερ, κουνούσε το κεφάλι του, με ικανοποίηση και προσμονή. Άκουγε λόγια που τον εμψύχωναν. Λόγια γεμάτα δυναμισμό και πατριωτισμό. Λόγια γεμάτα ελπίδα. Από την αρχή τούτης της ημέρας, ο δεκανέας είχε σάξει τη στολή του και φορούσε το κράνος του όπως προβλεπόταν, ενώ χαιρετούσε τους ανωτέρους του με κοφτές, σίγουρες κινήσεις, όπως είχε εκπαιδευτεί να κάνει. Η αναμφίβολα μεγάλη στρατιωτική δύναμη που είχε κατακλείσει το Μπραν έδινε περισσότερη ζωή στον Σέκερες από όση του έδινε ο αέρας που ανέπνεε. Ήθελε διακαώς να δικαιώσει τους νεκρούς συναδέλφους του και τούτοι οι νεοφερμένοι στρατιωτικοί είχαν έρθει για να αφανίσουν τα τέρατα που ευθύνονταν για τη δυστυχία που επικρατούσε στην ευρύτερη περιοχή. Κάτι σχολίασε χαμηλόφωνα.
Ο Άπροντ τον κοίταξε και του είπε κάτι, σε αυστηρό τόνο.
«Τι είπε;» ρώτησε ο Κάρτερ, αν και το υπέθετε.
«Δε χρειάζεται να ξέρετε, κύριε καθηγητά».
«Δεν με πειράζει, ανθυπασπιστά. Πείτε μου».
«Όπως θέλετε». Ο Άπροντ γονάτισε, για να ακουστεί καλύτερα, και μετέφρασε «Ο δεκανέας είπε ότι οι στρατιωτικοί τα λένε ωραία. Ότι έχουν δίκιο. Ότι θα… θα τα γαμήσουν όλα τα φρικιά. Ότι όλοι μας θα τα γαμήσουμε. Ότι δεν είναι πολλά, αλλά εμείς είμαστε πολλοί και δεν θα μπορέσουν να μας αντισταθούν».
Ο Κάρτερ ένευσε και έβγαλε τον καπνό από τα πνευμόνια του. «Ωραία τα λένε, όντως». Σηκώθηκε από την καρέκλα. «Αλλά θα κάνουν τεράστιο λάθος, αν πάνε στο κάστρο».
«Πού πας;» πετάχτηκε ο Σέκερες.
Ο Κάρτερ τον κοίταξε και διαπίστωσε ότι ο δεκανέας είχε χάσει την καλή του διάθεση.
«Τι θα τους πεις; Μην τους σταματήσεις!» συνέχισε ο Σέκερες και κινήθηκε προς τον Κάρτερ, με σφιγμένες γροθιές. «Μην τους σταματήσεις! Πρέπει να πάνε στο κάστρο κι εσύ δεν είσαι a hadsereg magas rangú tisztje, για να τους πεις τι να κάνουν».
«Αλλά εγώ είμαι αξιωματικός του στρατού, δεκανέα» είπε ο Άπροντ και μπήκε ανάμεσα στον Σέκερες και τον Κάρτερ. «Και σε διατάζω να κάνεις πίσω. Τώρα».
Ο Σέκερες κοίταξε με φανερή ηττοπάθεια τον ψηλότερό του Άπροντ. Κάτι πήγε να του πει στα ουγγρικά, αλλά ο άλλος τον σταμάτησε και του έδωσε κι άλλη εντολή.
«Δεκανέα» είπε ο Κάρτερ, βγάζοντας το τσιγάρο από το στόμα, «ξέρεις ότι και εγώ θέλω να σκοτώσουμε όλους τους εχθρούς μας. Το ξέρεις. Αλλά δεν είναι ώρα ακόμη, για να πάμε εκεί. Το ξέρεις και αυτό».
«Δεν με νοιάζει τι λες!» Ο Σέκερες έσαξε το Μάνλιντσερ στον ώμο του. «Εγώ…»
«Δεκανέα!» είπε ο Άπροντ, πιο δυνατά.
Τότε ακούστηκε ο μοίραρχος. Κάτι ρώτησε εκνευρισμένος, κοιτώντας τους τρεις άντρες.
Ο Άπροντ τού απάντησε, με ψυχραιμία.
Ο μοίραρχος ρώτησε κάτι ακόμα.
Ο Άπροντ απάντησε ξανά.
Ο μοίραρχος κούνησε το δεξί χέρι του: έδειξε πρώτα τους τρεις τους και έπειτα προς την κατεστραμμένη πόρτα.
Ο Άπροντ αναστέναξε και συμφώνησε. «Πρέπει να βγούμε έξω» εξήγησε στον Κάρτερ. «Δεν μας θέλουν εδώ».
«Θα βγούμε. Αλλά πρώτα θα τους πω κάτι εγώ».
«Όχι! Δεν πρέπει!» είπε ο Σέκερες.
«Πάψε εσύ, δεκανέα!» Ο Άπροντ έπιασε τον Κάρτερ από το μπράτσο. Δεν τον έσφιξε περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν. «Κύριε καθηγητά, δεν είναι τώρα η κατάλληλη στιγμή» ψιθύρισε.
Ο μοίραρχος φώναξε στον Άπροντ.
Ο Κάρτερ ατένισε τον Άπροντ. «Πρέπει να τους μιλήσω, ανθυπασπιστά. Και εσείς θα με βοηθήσετε» είπε με αποφασιστικότητα. Πριν του πει κάτι άλλο ο στρατιωτικός, γύρισε προς τους βαθμοφόρους. Όλοι κοιτούσαν προς το μέρος του. Και όλοι είχαν το ίδιο ενοχλημένο βλέμμα.
Τώρα ή ποτέ, σκέφτηκε και πέταξε το τσιγάρο και το έλιωσε με την μπότα του.
«Κύριοι, αν μου επιτρέπετε, οφείλω να σας πω κάποια πράγματα» είπε, αρχίζοντας την ομιλία του.
Ο Άπροντ μετέφρασε.
Ο μοίραρχος φώναξε ξανά μια διαταγή.
«Ο κύριος ταγματάρχης με εμπιστευόταν!» απάντησε ο Κάρτερ στον ίδιο αποφασιστικό τόνο, πριν ερμηνεύσει ο Άπροντ. Κινήθηκε προς τους βαθμοφόρους, με βλοσυρή ματιά. Αν εκείνοι ήθελαν να μιλήσουν κατ’ αυτόν τον τρόπο, τότε αυτό ήθελε και ο ίδιος. «Ο κύριος ταγματάρχης ζήτησε να έρθω εδώ» συνέχισε. «Ήθελε να είμαι εδώ. Δεν το σκέφτεστε αυτό; Δεν σκέφτεστε τον ταγματάρχη Άσπελ; Πολέμησε για τούτον τον τόπο! Ήρθε εδώ, μαζί με άλλους συναδέλφους σας, για να υπερασπιστούν το Μπραν. Και ο ταγματάρχης Άσπελ ήθελε να είμαι και εγώ στο πλευρό τους». Ανέφερε τον Φάμπιαν, γιατί είχε διαπιστώσει πως όλοι οι βαθμοφόροι έτρεφαν κάποιον σεβασμό για αυτόν. Ίσως ο σεβασμός να προερχόταν από διαταγή ανωτέρου τους, αλλά λίγο ένοιαζε τον Κάρτερ. Σημασία είχε που οι άλλοι, οι αρμόδιοι, λάμβαναν σοβαρά υπόψη τους το όνομά του.
Ο μοίραρχος κατέβασε το χέρι του και, όπως οι κατώτεροί του, άκουσε τον Κάρτερ, ο οποίος έβγαλε το καπέλο και συνέχισε σε πιο ήπιο ύφος.
«Θέλω ό,τι και εσείς. Δικαιοσύνη. Θέλω να δικαιωθούν όσοι χάθηκαν και να πάρουν έστω και λίγη παρηγοριά οι συγγενείς αυτών. Θέλω να ελευθερωθεί το Μπραν και θέλω να γεμίσει ξανά με τους ανθρώπους που έφυγαν εσπευσμένα. Θέλω και εγώ να εξαφανίσω τους εχθρούς. Γιατί δεν είναι μόνο δικοί σας εχθροί. Είναι και δικοί μου εχθροί. Τους είδα. Τους πολέμησα. Μαζί με τον ταγματάρχη, τον δεκανέα Σέκερες και άλλους γενναίους στρατιωτικούς της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Είδα αυτά τα καθάρματα να σφάζουν νεαρούς στρατιώτες και υπεύθυνους βαθμοφόρους. Τους είδα να επιτίθενται με μανία, σαν αγέλη λύκων. Είναι πανούργοι και μοχθηροί. Είναι επικίνδυνοι. Σας το λέω, δεν πρέπει να τους υποτιμήσουμε. Δεν πρέπει να κάνουμε κάποια παράτολμη επίθεση. Το κάστρο, για την ώρα, είναι δικό τους. Το έχουν μάθει καλά, πλέον. Εκεί θα είμαστε εμείς ευάλωτοι και εκείνοι θα έχουν το πάνω χέρι. Μπορεί να έχουν φτιάξει παγίδες εντός και εκτός του. Δεν θα ήταν φρόνιμο να πάμε σε αυτούς. Όχι τώρα».
Ένας αξιωματικός ρώτησε κάτι.
«Τότε πότε προτείνεις να πάμε;» μετέφρασε ο Άπροντ.
«Σύντομα» απάντησε ο Κάρτερ, κουνώντας το κεφάλι του. «Πριν την σύγκρουση, ο ταγματάρχης μού είπε πως περιμένει κάποιον σημαντικό άνθρωπο. Κάποιον που θα μας βοηθήσει. Κάποιον που ίσως ξέρει πράγματα για τους εχθρούς μας, τα οποία θα μας φανούν χρήσιμα. Ο ταγματάρχης είχε ενημερώσει τους συναδέλφους του για αυτόν τον άνθρωπο. Τους είπε να τον γυρέψουν και να τον στείλουν στο Μπραν». Ο Κάρτερ έκανε μια μικρή παύση, για να μεταφράσει ο Άπροντ. Έπειτα, ολοκλήρωσε τον λόγο του. «Θα τον βρουν. Σας το εγγυώμαι. Και θα τον στείλουν ή θα τον συνοδέψουν ως εδώ. Τους ξέρω, ξέρω ότι θα ακολουθήσουν τις εντολές του ταγματάρχη, γιατί κι αυτοί είχαν καλή σχέση μαζί του και θέλουν να τον βρούμε. Όπως θέλουν και να εξοντωθούν οι εχθροί. Απλά… απλά, ας περιμένουμε μια δυο μέρες. Αυτό σας ζητάω». Έκανε να φύγει, αλλά σταμάτησε και κοίταξε πάλι τους στρατιωτικούς. «Οι καριόληδες δεν θα φύγουν» είπε. «Έχουν αποθρασυνθεί. Θεωρούν ότι είναι καλύτεροι από εμάς. Και θέλουν να σκοτώσουν κι άλλους. Σας το λέω, όποτε και να πάμε στο κάστρο θα τους βρούμε εκεί».
Ο Κάρτερ βγήκε από το σπίτι των Τσομπάνου, πριν πάρει οποιαδήποτε απάντηση. Φόρεσε ξανά το καπέλο του. Άκουσε τις συνομιλίες των περιφερόμενων στρατιωτών και την καμπάνα που χτύπησε μία φορά: ήταν δώδεκα και μισή ή μία το μεσημέρι. Δεν το σκέφτηκε παραπάνω. Ούτε θα καθόταν να περιμένει να μάθει ποια ήταν η ετυμηγορία. Άρχισε να περπατάει στο χιονισμένο Μπραν. Ό,τι και να αποφάσιζαν οι άλλοι, θα το μάθαινε. Αν έβλεπε το στράτευμα να κινείται προς το κάστρο και τα κανόνια να κουβαλιούνται από κοντά, θα ήξερε ότι οι αξιωματικοί είχαν πάρει την λάθος απόφαση.
*
Βουδαπέστη
Η ώρα είχε πάει μία και μισή το μεσημέρι και στον τοπικό σταθμό του Evidenzbureau η κατάσταση είχε σταθεροποιηθεί. Είχαν γίνει οι ανακρίσεις όλων των αντρών που υπηρετούσαν εκεί και που ήταν παρόντες. Οι υφιστάμενοι του Ορμπάν ερωτήθηκαν πριν από αυτόν και απάντησαν με ειλικρίνεια για όσα ήξεραν. Πριν από την κάθε περίπτωση, πριν τους φέρουν στο γραφείο του διοικητή, τους είχαν διασκορπισμένους σε δύο γραφεία, με άντρες της πολιτοφυλακής και της Αυτοκρατορικής-Βασιλικής Χωροφυλακής να τους φυλάνε. Απαγορεύονταν οι συζητήσεις πριν το πέρας όλων των ανακρίσεων. Όποιος κρινόταν αθώος, δηλαδή ότι δεν έφερε κάποια ευθύνη, αφηνόταν να πάει σε άλλο γραφείο, όπου εκεί περίμενε ένας ντόπιος πολιτοφύλακας, και έπειτα έφερναν τον επόμενο.
Οι περισσότεροι κρίθηκαν αθώοι -ακόμα και ο λοχαγός που χειριζόταν τον τηλέγραφο.
Ο μόνος που πραγματικά είχε πρόβλημα ήταν ο Ορμπάν, για τον οποίο οι ανακριτές έφερναν δυσάρεστα νέα. Ό,τι και να έβγαινε από τις ανακρίσεις, αυτόν τον περίμενε ατιμωτική απόταξη. Η δίκη που θα περνούσε θα ήταν τυπική. Μετά το Μπραν, ο Ορμπάν θα έφευγε οριστικά από τον στρατό.
Όσον αφορά την ίδια την ανάκρισή του, τα ψέματα και οι μισές αλήθειες που είπε φάνηκαν να πείθουν τους απεσταλμένους της Βιέννης. Βέβαια, δεν τον πίεσαν τόσο όσο περίμενε, αλλά πλέον καταλάβαινε το γιατί. Η απόφαση είχε ήδη παρθεί.
Οι τέσσερις άντρες που έλειπαν, ο Φάμπιαν (εφόσον γυρνούσε ζωντανός από το Μπραν), ο Βολφ, ο Ράινχελ και ο επιλοχίας θα περνούσαν από ανάκριση άλλη στιγμή, τις επόμενες μέρες. Αυτό πρότεινε ο λοχαγός που διοικούσε το απόσπασμα, αλλά ένας ανθυπασπιστής ανέφερε ότι θα μπορούσαν να στείλουν τρεις άντρες στο διαμέρισμα του επιλοχία και να του κάνουν εκεί τις προβλεπόμενες ερωτήσεις, και θα έγραφαν ότι η ανάκριση έγινε όταν ο επιλοχίας επέστρεψε στην υπηρεσία.
Ο λοχαγός συμφώνησε και ο Ορμπάν δεν είχε κανένα πρόβλημα να τους δώσει τη διεύθυνση του επιλοχία. (Ούτε φυσικά θα έλεγε στο δικαστήριο ή σε οποιονδήποτε άλλο ότι οι ανακριτές είχαν κάνει παρατυπία. Ένιωθε ήδη πολύ τυχερός που δεν θα πάθαινε τίποτα περισσότερο).
Στο μεταξύ, οι μπράβοι του Τζούρτζου δεν είχαν κάνει καμιά ουσιαστική πρόοδο στην έρευνά τους. Έτσι το έβλεπαν οι ίδιοι, δηλαδή. Τριγυρνούσαν στις οδούς του Ερζιβετβάρος που συνόρευαν με την Ίστβαν και τη Νεφελέιτς, ψάχνοντας για την μάνα ή και την κόρη Άσπελ. Η βροχή έκανε πιο δύσκολο το έργο τους, ενώ η αντιμετώπιση που είχαν από περαστικούς (οι οποίοι είτε δεν ήξεραν, είτε έφευγαν αμέσως μακριά από τους μπράβους) τούς άγχωνε και τους τσάντιζε ολοένα και πιο πολύ. Τόσες ώρες είχαν περάσει και δεν είχαν ούτε ένα απτό στοιχείο, κάποια ένδειξη. Δεν ήξεραν ούτε αν είχαν προσπεράσει την πολυκατοικία που έμενε ο μαλάκας ο Βολφ, κάτι που πίστευαν ότι μπορεί να είχε συμβεί, κι αυτό έκανε χειρότερη τη διάθεσή τους. Τώρα, δεν ρωτούσαν απλώς όποιον έβρισκαν, αλλά τον άρπαζαν, τον κολλούσαν σε έναν τοίχο και τον απειλούσαν, αν δεν τους απαντούσε. Ήξεραν ότι διακινδύνευαν να μπλέξουν με την πολιτοφυλακή, αλλά δεν ανησυχούσαν τόσο πολύ για αυτό. Πιο πολύ τους φόβιζε ο Τζούρτζου, παρά οι ντόπιοι στρατιωτικοί, που έτσι κι αλλιώς, με το που μάθαιναν ότι είναι εργαζόμενοι της πρεσβείας, θα τους άφηναν στην ησυχία τους, ίσως με κάποιες παρατηρήσεις για τη συμπεριφορά τους. Από την άλλη, ο Τζούρτζου μπορεί να τους έστελνε πίσω στη Βλαχία, όπου θα είχε κάποιον δικό του για να τους περιλάβει.
Για αυτό, συνέχισαν. Και επέμειναν. Και τρομοκράτησαν πολλούς Ούγγρους πολίτες –κάνα δυο τούς χτύπησαν κιόλας, γιατί, με το που τους απείλησαν, οι άλλοι έκαναν να επιτεθούν, όμως οι μπράβοι τούς γονάτισαν.
Κάποια στιγμή, λίγο πριν τις δύο και μισή, σταμάτησαν τις έρευνες, γιατί έπρεπε να γυρίσουν, να παραλάβουν το αφεντικό τους, που θα σχόλαγε σε μισή ώρα. Θα του έλεγαν την αλήθεια, ότι δεν είχαν καταφέρει να βρουν τις Άσπελ. Κοιτώντας τις μονοκατοικίες και τις πολυκατοικίες, τα μικρά μαγαζιά και τους ανθρώπους που τους περιέβαλλαν, έβρισαν θεούς και δαίμονες και άλλαξαν πορεία, για να βρουν την άμαξά τους.
Ο επιλοχίας είδε τους δύο άντρες να περνάνε ξανά έξω από την κεντρική είσοδο της πολυκατοικίας όπου έμεναν οι Βολφ και όπου φιλοξενούνταν οι Άσπελ. Όπως και την πρώτη φορά, έπιασε το υπηρεσιακό του πιστόλι, όπλισε και περίμενε, κρυμμένος πίσω από έναν τοίχο. Όταν και πάλι δεν άνοιξε η πόρτα από τους μπράβους, ο επιλοχίας τόλμησε να βγει και να ελέγξει. Τους είδε να απομακρύνονται προς την κατεύθυνση από την οποία τους είχε δει να έρχονται την πρώτη φορά.
Έκλεισε την πόρτα, άφησε το πιστόλι του στην θήκη και τους ακολούθησε από απόσταση. Ήθελε να βεβαιωθεί ότι οι τύποι δεν θα γυρνούσαν ξανά. Τώρα που είχε γνωρίσει τις οικογένειες των δύο συναδέλφων του, ήταν ακόμα πιο αποφασισμένος να τις κρατήσει ασφαλείς. Είχε κάνει μια ωραία συζήτηση που είχε κάνει με την κυρία Άσπελ και την κυρία Βολφ, αλλά και με την νεαρά Ορέλια. Οι μεγάλοι έπιναν καφέ, τα παιδιά γάλα. Ο γιος της κυρίας Βολφ είχε σχολιάσει ότι ο επιλοχίας ήταν «κοντός σαν τον μπαμπά και χοντρός σαν… σαν…», αλλά σταμάτησε, γιατί η μαμά του τον μάλωσε –όχι ότι ο μικρός είχε άδικο, μιας και ο επιλοχίας όντως είχε περιττό βάρος και ήταν στο όριο όσον αφορά το ύψος του. Μίλησαν για άσχετα πράγματα, για την πολιτική κατάσταση, για κάποιο καινούριο καφενείο που είχε ανοίξει στην περιοχή, για την εκκλησία που προτιμούσαν. Οι γυναίκες έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την εγκυμοσύνη της συζύγου του επιλοχία, για την οποία ευχήθηκαν τα καλύτερα. Κάποια στιγμή, τα παιδιά πήγαν στο δωμάτιο, για να παίξουν, και τότε ο επιλοχίας πρώτα διαβεβαίωσε τις γυναίκες ότι θα περνούσε όσο πιο συχνά μπορούσε από το διαμέρισμα και έπειτα απάντησε στις ερωτήσεις τους, η βασικότερη εκ των οποίων σχετιζόταν με το Μπραν και την μοίρα του Φάμπιαν και των υπόλοιπων αντρών. Ο επιλοχίας είπε όσα ήξερε, αποφεύγοντας να κάνει την οποιαδήποτε υπόθεση. Οι γυναίκες το δέχτηκαν, γιατί καταλάβαιναν ότι και για αυτόν ήταν δύσκολο, καθότι συμπαθούσε πολύ τον Φάμπιαν.
Πριν φύγει, τις ρώτησε αν η πολυκατοικία έχει θυρωρό, γιατί δεν τον είχε δει όταν ήρθε. Η σύζυγος του Βολφ είπε πως έχουν θυρωρό, απλά τις τελευταίες μέρες ήταν άρρωστος. Ο επιλοχίας τις ρώτησε αν τον εμπιστεύονται. Η σύζυγος του Βολφ είπε πως τον εμπιστεύεται, ότι είναι καλός άνθρωπος. Ήξερε ο θυρωρός ότι οι Άσπελ έμεναν εκεί; Όχι, δεν τις είχε δει καθόλου, ούτε κανείς άλλος στην πολυκατοικία. Τότε ο επιλοχίας πρότεινε να πουν στον θυρωρό -αν επέστρεφε στο πόστο του άμεσα- ότι, αν ζητήσει κανείς την κυρία Βολφ ή την κυρία Άσπελ, αυτός θα έπρεπε να αρνηθεί ότι έμεναν εκεί. Εν ανάγκη, ας τον πλήρωναν να πει ψέματα. Εκείνες συμφώνησαν. Όπως συμφώνησαν και με το ότι δεν θα έπρεπε να βγουν από το διαμέρισμα για λίγες ημέρες. Για τη δική τους ασφάλεια και των παιδιών τους.
Τις είχε αποχαιρετήσει γύρω στις δώδεκα και μισή, με την υπόσχεση ότι θα επέστρεφε το απόγευμα, γύρω στις επτά. Για οτιδήποτε ήθελαν ή χρειάζονταν, τους άφησε τη διεύθυνσή του. Κατέβηκε τις σκάλες πριν πάει μία παρά είκοσι και ήταν έτοιμος να πλησιάσει την τζαμαρία και την πόρτα, αλλά είδε τους δύο μπράβους να στέκονται εκεί έξω. Τους αναγνώρισε από τις περιγραφές που του είχαν δώσει ο Βολφ και ο Ράινχελ και για αυτό κρύφτηκε, κρατώντας το πιστόλι Γκάσερ που έφερε. Εκείνοι δεν τον είχαν δει, καθώς στέκονταν ο ένας αντίκρυ στον άλλο και συζητούσαν μεταξύ τους. Ο επιλοχίας περίμενε, κοιτώντας τους ανά λίγα δευτερόλεπτα. Παρακάλεσε τον Θεό να μην μπουν μέσα οι τύποι. Όταν τους είδε να συνεχίζουν το δρόμο τους, χάρηκε. Αλλά αποφάσισε ότι δεν θα έφευγε για λίγο ακόμα, σε περίπτωση που επέστρεφαν. Οπότε άφησε το όπλο του και ακούμπησε στον τοίχο, ρίχνοντας κλεφτές ματιές έξω από την πολυκατοικία. Δεν πήγε πάνω να τους πει ότι οι μπράβοι είχαν φτάσει κοντά στο να τις βρουν. Θα τις ανησυχούσε, και ίσως δεν ήταν απαραίτητο. Όχι ακόμα, δηλαδή.
Τώρα, τους είδε να ανεβαίνουν σε μια άμαξα που ήταν παρκαρισμένη επί της οδού Νεφελέιτς. Αυτός στάθηκε έξω από ένα κρεοπωλείο και παράστησε ότι κοιτάζει τα κρέατα, ενώ οι ύποπτοι πέρασαν πίσω του και έστριψαν στην επόμενη κάθετη οδό. Ο επιλοχίας τους ακολούθησε, ώσπου είδε την άμαξα να απομακρύνεται προς την Ροτενμπίλερ και έπειτα στην Ντοχάνι.
Τότε μόνο έψαξε και ο ίδιος να βρει μια άμαξα, για να γυρίσει στο διαμέρισμά του.
*
Μπρασώφ
«Αναρωτιέμαι» είπε ο Ζαλάν «θα σταματήσουν ποτέ να έρχονται δυσάρεστα μαντάτα από το Μπραν; Ή τούτη η υπόθεση θα μας ταλαιπωρήσει για πολύ ακόμα;».
Καθόταν στην καρέκλα του διοικητή, στην καρέκλα του, και παρατηρούσε τον άλλο στρατιωτικό, τον Κέρσεν. Μπροστά στο γραφείο είχαν από ένα φλιτζάνι καφέ και ένα σταχτοδοχείο, όπου κάπνιζαν το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. Ο χώρος φωτιζόταν από τις λάμπες του γραφείου και από αυτές που ήταν βιδωμένες στον τοίχο. Απέξω, ο ουρανός είχε σκοτεινιάσει και το Τσέντρουλ Τσιβίκ άδειαζε σιγά-σιγά από τον κόσμο, ενώ οι πάνοπλοι πολιτοφύλακες περιπολούσαν. Η τοπική εφημερίδα, φυσικά, είχε ενημερωθεί για κάποιες από τις εξελίξεις και έβγαλε νέο φύλλο, όπου, μεταξύ άλλων, ανακοίνωνε ότι οι έρευνες στο Μπραν συνεχίζονται, αλλά, μέχρι να διαλευκανθεί η υπόθεση, κρίθηκε αναγκαίο να ισχύσει απαγόρευση της κυκλοφορίας για το Μπρασώφ και τις γύρω περιοχές μετά τις έξι το απόγευμα. Ο κόσμος, που ήδη έβλεπε πως η παρουσία ένστολων αντρών είχε αυξηθεί, δεν έφερε κάποια αντίσταση, αν και πίσω από τις κλειστές πόρτες συζητιόταν κατά πόσο έπρεπε να επιβληθεί απαγόρευση κυκλοφορίας. Ωστόσο, κάποιοι είχαν δει και τις άμαξες που έφτασαν με στρατιωτική συνοδεία πριν λίγες ώρες, και ανέφεραν ότι άκουσαν από τους έφιππους φαντάρους πως μέσα σε αυτές βρίσκονται νεκροί στρατιωτικοί. Εκπρόσωπος της εφημερίδας ρώτησε για αυτό το θέμα κάποιους περιφερόμενους πολιτοφύλακες, αλλά αυτοί αρνήθηκαν να σχολιάσουν, ενώ, όταν έθεσε την ίδια ερώτηση στον ταλαιπωρημένο Ζαλάν, εκείνος απάντησε ότι σύντομα θα υπήρχαν ανακοινώσεις.
Το ζήτημα ήταν πως τα νέα από το Μπραν δεν ήταν καλά. Άκαρπες έρευνες, νεκροί άντρες της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, άγνωστοι ακόμα οι εχθροί και ο σκοπός τους. Όταν ο Ζαλάν και ο Κέρσεν είδαν σε τι κατάσταση βρίσκονται τα πτώματα των Ούγγρων συναδέλφων τους, δεν μπόρεσαν να συγκρατήσουν τον αποτροπιασμό τους: έβρισαν, ζήτησαν τον λόγο για όλο αυτό το κακό, έριξαν το κεφάλι και έκλεισαν τα μάτια, για να μαζέψουν το όποιο θάρρος τούς απέμενε. Είχαν ακούσει και είχαν διαβάσει για όσα έγιναν, αλλά το να βλέπουν τόσα νέα παιδιά να κείτονται στοιβαγμένα σαν σακιά με αλεύρι… Και μάλιστα, με τα ξεραμένα αίματα και τις πληγές σχεδόν φρέσκες… Δεν το άντεξαν. Αποχώρησαν από το υπόγειο του κτιρίου της πολιτοφυλακής και πήγαν στο γραφείο του Ζαλάν, όπου είχαν κλειστεί από το πρωί.
Οι σκέψεις των δύο διοικητών ήταν ουσιαστικά οι ίδιες, αλλά συγχέονταν στο μυαλό του καθενός: Όποιοι στέλνονταν στο Μπραν είτε πέθαιναν, είτε εξαφανίζονταν• ποιος θα ενημέρωνε τους συγγενείς όλων αυτών των νεκρών;• υπήρχαν μονάχα αόριστες σκέψεις για το ποιόν και την καταγωγή των εχθρών• γιατί όλες αυτές οι βαρβαρότητες;• γιατί οι εχθροί είχαν μαχαίρια και σπαθιά, ενώ κατείχαν και μπαρούτι;• τι είχε απογίνει ο Φάμπιαν Άσπελ;• τα καθίκια θα έρχονταν και στο Μπρασώφ ή σε άλλες περιοχές, κι αν ναι, γιατί δεν το είχαν πράξει ακόμα;• και πώς και πότε θα τελείωνε αυτό το μαρτύριο;
«Δεν ξέρω» απάντησε ο Κέρσεν. «Δεν ξέρω πότε θα σταματήσει όλο αυτό. Ούτε αν θα επιζήσουμε». Αν και είχε νιώσει πολύ ισχυρός και σίγουρος όταν έστειλε μια τόσο μεγάλη μονάδα στο Μπραν, ωστόσο η απελπιστική εικόνα της αποδεκατισμένης διμοιρίας των ορειβατών τυφεκιοφόρων πάγωσε και θρυμμάτισε κάθε ελπίδα που είχε γεννηθεί μέσα του. Πλέον, δεν ήξερε τι να περιμένει, ενώ είχε αυξηθεί η ανησυχία του και για την τύχη των δικών του αντρών που είχε στείλει στο Μπραν, μα και για όλους τους πολίτες και τους στρατιωτικούς που υπηρετούσαν στα Εδάφη του Στέμματος του Σαιντ Στεφάν.
Ο Ζαλάν κούνησε το κεφάλι του με κατανόηση -δεν περίμενε μια πιο αισιόδοξη απάντηση, άλλωστε- και το βλέμμα του έπεσε στα πρόσφατα γράμματα που είχαν σταλεί από το Μπραν. Δε φορούσε τα γυαλιά του, αλλά δε χρειαζόταν. Είχε διαβάσει το καθένα αρκετές φορές, για να ξέρει τι ήταν σημειωμένο εκεί. Μέσα στον ορυμαγδό σκέψεων που βάραινε το μυαλό του, αναλογίστηκε μια περίπτωση που του φάνηκε παράξενη. «Χίθροου» ψιθύρισε.
«Τι;» ρώτησε ο Κέρσεν.
«Καθηγητής Χίθροου. Τζον Χίθροου. Ο Άγγλος καθηγητής που πήγε στο Μπραν».
«Ναι, τι έγινε με αυτόν;»
«Τίποτα, απλά…» Ο Ζαλάν έδειξε τα χαρτιά, με υψωμένα τα γκριζαρισμένα φρύδια του. «Απλά, δεν μπορώ να καταλάβω πώς σχετίζεται με την υπόθεσή μας. Και πώς μπόρεσε να πολεμήσει. Θέλω να πω, τι μήνυμα μετέφερε;»
«Κάποιο σημαντικό μήνυμα, όπως μας είπε ο Φάμπιαν».
«Γιατί δεν μας είπε λεπτομέρειες, όμως;»
Ο Κέρσεν το σκέφτηκε. «Δεν ξέρω. Αλλά είμαι σίγουρος ότι ο Φάμπιαν θα είχε τους λόγους του».
«Τι λόγοι μπορεί να ήταν αυτοί;» ρώτησε ο Ζαλάν. Και συνέχισε, πριν μιλήσει ο Κέρσεν. «Και γιατί να τους κρατήσει κρυφούς από εμάς; Είμαστε οι διοικητές των κοντινότερων στρατιωτικών Αρχών. Εμείς παρέχουμε προσωπικό, για την υπόθεση. Εμείς θα έπρεπε να ξέρουμε τα πάντα, ό,τι μπορεί να σχετίζεται με το Μπραν. Όπως την ύπαρξη πιθανών μαρτύρων ή ανθρώπων που ξέρουν χρήσιμα στοιχεία για την υπόθεση, αλλά και για το ότι ξέρουν να πολεμάνε».
Ο Κέρσεν τον κοίταξε μισοκλείνοντας τα μάτια του. «Τι θες να πεις με όλα αυτά, Ζαλάν;»
«Ότι δεν μας τα λένε όλα. Όχι μόνο ο Άσπελ, αλλά και όλοι οι άλλοι από τη Βουδαπέστη και τη Βιέννη. Μας κρατάνε απέξω, Κέρσεν. Μας λένε μόνο όσα θέλουν να μας πουν και τα άλλα τα κρατάνε για τον εαυτό τους».
Ο Κέρσεν δεν απάντησε. Συλλογίστηκε όσα του είπε ο άλλος. Στο τέλος, κούνησε το κεφάλι του, έσβησε το τσιγάρο του και άναψε άλλο. «Και λοιπόν;» ρώτησε. «Ό,τι πρέπει να ξέρουμε το μαθαίνουμε. Ήρθε ένας καθηγητής από την Αγγλία. Ειδικός στις πολεμικές επιχειρήσεις και φίλος του Φάμπιαν. Να δύο λόγοι που ήρθε. Επίσης, είχε κάποιο σημαντικό μήνυμα, που έχει να κάνει με το Μπραν. Ακόμα, απ’ ό,τι φαίνεται, ξέρει να πολεμάει και συνέβαλε στην μάχη, όντας με το μέρος μας».
«Ναι, αλλά γιατί;…»
«Τι μας ενδιαφέρει, Ζαλάν;» ρώτησε ο Κέρσεν. Ακουγόταν κουρασμένος, σχεδόν παραιτημένος. «Ειλικρινά, τι μας νοιάζουν οι λεπτομέρειες που ζητάς;»
Ο Ζαλάν ανασήκωσε τους ώμους του και απάντησε «Δεν ξέρω, Κέρσεν. Ίσως θα μπορούσαμε να τις χρησιμοποιήσουμε στη δίκη από την οποία θα μας περάσουν. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι δεν είχαμε όλες τις απαραίτητες γνώσεις, ενώ το Evidenzbureau θα μπορούσε και θα έπρεπε να μας τις παρέχει. Ίσως φοβίσουμε τους μαλάκες της Αντικατασκοπείας, ίσως…»
Ο Κέρσεν σήκωσε λίγο το χέρι του, αλλά όχι με αυστηρότητα. Προσπάθησε να μιλήσει στον συνάδελφό του με ήπιο ύφος, δείχνοντάς του ότι τον καταλαβαίνει, αλλά πως πρέπει να εστιάσουν σε άλλα πράγματα και όχι σε εμφύλιες συγκρούσεις. «Ζαλάν, άκουσέ με. Αυτό που πρέπει να μας νοιάζει είναι να τελειώσει αυτή η υπόθεση. Άμεσα. Και με όσο το δυνατόν λιγότερες απώλειες για την Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία. Ας μην τρωγόμαστε μεταξύ μας. Ποιος είπε, πού είπε, γιατί δεν είπε… Ας σκοτωθούν τα καθάρματα που δρουν εντός των εδαφών μας και μετά ας γίνει ό,τι θέλει. Μην πας να πειράξεις καταστάσεις και ανθρώπους που έχουμε με το μέρος μας».
Ο Ζαλάν δεν μίλησε.
«Ξέρω ότι δεν ξεκινήσαμε καλά την συνεργασία μας» συνέχισε ο Κέρσεν «αλλά μπορούμε να την κλείσουμε καλά. Όσο το δυνατόν καλύτερα. Γιατί σκέψου πώς είμαστε τώρα, όλοι μας, και φαντάσου πώς θα είμαστε όταν τελειώσει όλο αυτό. Η Αυτοκρατορία θα μετράει μεγάλες ζημιές και θα πρέπει να βρει τρόπους να ανακάμψει. Άνθρωποι θα πρέπει να ζήσουν ξέροντας ότι δεν θα δουν ποτέ ξανά τους δικούς τους που πάλεψαν και που πέθαναν άδικα. Οι στρατιωτικοί θα πρέπει να βρούμε τι πήγε στραβά και τι θα πρέπει να κάνουμε από δω και πέρα σε παρόμοιες περιστάσεις. Οι κυβερνήσεις θα κληθούν να απολογηθούν. Και θα έχουμε και τους ξένους που περιμένουν να μας επιτεθούν. Μέσα σε όλα αυτά, είναι ανάγκη να προσθέσουμε και τις δικές μας διχόνοιες; Και για ποιον, για έναν καθηγητή που μας βοήθησε; Ο άνθρωπος θα μπορούσε να μην έρθει. Θα μπορούσε να αρνηθεί να συμμετάσχει σε έναν πόλεμο που δεν τον αφορά. Αλλά ήρθε. Ήρθε, Ζαλάν. Και όχι για εμένα και για εσένα, αλλά γιατί τον κάλεσε ο Φάμπιαν. Ο οποίος, ας μην γελιόμαστε, ό,τι λάθος και να έκανε αρχικά, προσπάθησε να το διορθώσει. Στο τέλος, έκανε το καθήκον του».
Ο Ζαλάν ένευσε. «Στο τέλος;» είπε, κοιτώντας το γραφείο του. «Στο τέλος του;» ρώτησε, κοιτώντας ηττημένα τον Κέρσεν. «Πιστεύεις ότι είναι νεκρός;»
Ο Κέρσεν δεν μίλησε. Αλλά δε χρειαζόταν κιόλας.
Κάποια στιγμή, ήρθε στο γραφείο ένας λοχίας, με ένα τηλεγράφημα από τη Βουδαπέστη, στο οποίο αναφερόταν ότι γίνονταν έρευνες και ανακρίσεις στον τοπικό σταθμό της Αντικατασκοπείας.
«Ξεκίνησαν» είπε ο Ζαλάν. «Ξεκίνησαν για να βρουν τι πήγε στραβά».
*
Άμστερνταμ, Ολλανδία
Το τρένο έφτασε στις πέντε το απόγευμα. Ο Βολφ ξύπνησε τον Ράινχελ, πριν ακινητοποιηθεί η αμαξοστοιχία, αν και δε χρειαζόταν, γιατί ο επιλοχίας δεν είχε αποκοιμηθεί, παρά απλά είχε κλειστά τα μάτια του. Ό,τι είχε κάνει και ο Βολφ από τη Βουδαπέστη ως το Βερολίνο, δηλαδή. Ίσα που ξεκουράζονταν, που ηρεμούσαν τις λίγες ώρες που ήταν κλεισμένοι σε ένα χώρο, όπου δεν είχαν κάτι άλλο να κάνουν και που κανείς δεν τους ενοχλούσε –πέραν των αναμενόμενων φασαριών που έκαναν τα παιδιά, δηλαδή, ή των σιγανών συζητήσεων των άλλων επιβατών. Πέραν από αυτά, όμως, σε αυτό το αναγκαστικό, «ελεύθερο» χρονικό περιθώριο που διέθεσαν στον εαυτό τους, οι δύο κατάσκοποι χρειάζονταν τη σωματική και την πνευματική ηρεμία, καθότι οι τελευταίες ημέρες ήταν δύσκολες και οι ανησυχίες τους έτειναν να αυξάνονται κάθε στιγμή που περνούσε, γεγονός που ακόμα και ο ύπνος τους διαταρασσόταν από εφιάλτες.
Βέβαια, είχαν κατά νου ότι δεν είχαν χρόνο να καταλαγιάσουν την ένταση που βίωναν ή να χαλαρώσουν τους ρυθμούς που εργάζονταν, γιατί οι απειλές ήταν πολλαπλές και πολύ επικίνδυνες, έως θανάσιμες. Αν σταματούσαν να σκέφτονται ή να πράττουν, τότε οι συνέπειες μάλλον θα γίνονταν πολύ χειρότερες, για όλους, όχι μόνο για τους ίδιους. Αν, για παράδειγμα, δεν είχαν βρει τρόπο να «τρέξουν» την επιχείρηση εύρεσης του Ολλανδού, του Χόουνεχ, και αν δεν τον πείσουν να σπεύσει το συντομότερο στο Μπραν, για να βοηθήσει τις Αρχές κατάλληλα, τότε οι εχθροί θα πετύχαιναν κι άλλα πλήγματα στην Αυτοκρατορία. Κι αυτό δεν έπρεπε να γίνει.
Να βοηθήσει κατάλληλα. Αυτό ήταν κάτι που στο μυαλό τους δεν το είχαν ξεκαθαρίσει ακόμα. Ο Μαρτίν Χόουνεχ πώς ακριβώς θα βοηθούσε στην υπόθεση του Μπραν; Ήταν απλά ένας άνθρωπος, με κάποιες γνώσεις σε αλλόκοτα θέματα, απ’ ό,τι ήξεραν. Σε θέματα όπως οι μύθοι της κάθε χώρας, τα υπερφυσικά όντα που «υπήρχαν», τρόποι αντιμετώπισής τους κλπ. Ζητήματα που ούτε ο Βολφ ούτε ο Ράινχελ, ούτε οι περισσότεροι ένστολοι που ήξεραν ασχολούνταν ή πίστευαν. Και, εκτός αυτών, ο Χόουνεχ δεν ήταν ειδικός σε στρατιωτικά θέματα. Τουλάχιστον, αυτό είχαν καταλάβει από τα λεγόμενα της Έμιλυ και από εκείνη την αφιέρωση στο βιβλίο που είχε στείλει ο Ολλανδός στον Φάμπιαν. Ισχυριζόταν ότι «αναζητά τις αλήθειες αυτού του κόσμου». Ο κόσμος είναι γεμάτος θαύματα, μα και κατάρες, είχε γράψει. Γεμάτος αγγέλους, και διαβόλους. Ποτέ δεν ξέρεις ποιος είναι τι. Ο Βολφ και ο Ράινχελ είχαν σκεφτεί κάποια στιγμή ότι ο Χόουνεχ -άθελά του;- είχε παρουσιάσει μια πλευρά της πραγματικότητας που αφορούσε την κατασκοπεία και την αντικατασκοπεία. Ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις ποιος είναι τι. Ή ποτέ δεν ξέρεις ποιος είναι σύμμαχος (άγγελος) ή εχθρός σου (διάβολος). Ή προδότης. Αν και το έβλεπε αλλιώς, ωστόσο ο Χόουνεχ είχε δίκιο για το ίδιο πράγμα που καταπιάνονταν στο Evidenzbureau: το ποιόν των άλλων, όσων ήξερες, όσων νόμιζες ότι ξέρεις και όσων αναγκαστικά έπρεπε να μάθεις.
Η σκέψη αυτή, ότι ο Μαρτίν είχε επίγνωση σημαντικών πλευρών του κόσμου (και ότι ουσιαστικά δεν ονειροβατούσε), ήταν που βοηθούσε τους δυο τους να έχουν ελπίδες, ότι το ταξίδι τους δεν ήταν μάταιο και πως ο Φάμπιαν (και η Έμιλυ) είχε δίκιο που τους ανέθεσε αυτήν την αποστολή. Γιατί και οι τρεις άντρες της μικρής ομάδας του σταθμού Αντικατασκοπείας της Βουδαπέστης γνώριζαν πως, σε αντίθετη περίπτωση, οι υπηρεσιακοί μπελάδες που τους περίμεναν θα ήταν το μικρότερο πρόβλημά τους. Αν όλο αυτό το τρέξιμο κατέληγε σε φιάσκο…
Απέκλειαν αυτή την σκέψη, προτού την ολοκληρώσουν. Δεν ήθελαν ούτε να διανοηθούν πόσο στραβά θα πήγαιναν όλα, άπαξ και δύο στελέχη της Αυστροουγγαρίας, αντί να κινήσουν γη και ουρανό για να επιλυθεί η υπόθεση του Μπραν, ασχολούνταν με έναν τύπο που δεν θα τους χρησίμευε πουθενά, αφήνοντας τους άλλους συναδέλφους τους ακάλυπτους και δίχως σημαντικά στοιχεία.
Όπως έκαναν και στο Βερολίνο, έτσι και εδώ ακολούθησαν το πλήθος σε μια από τις εξόδους του τρένου, αλλά αυτή τη φορά δεν έσπευσαν να βγάλουν εισιτήριο για άλλη πόλη και άλλη χώρα. Αυτό θα το έκαναν αργότερα, αφού έβρισκαν τον Χόουνεχ, και έκλειναν θέσεις για όλους τους.
Αφού ή αν τον βρούμε; είχε ρωτήσει ο Ράινχελ πριν κλείσει τα μάτια του. Γιατί δεν ξέρουμε πού να τον βρούμε. Εδώ ο ίδιος ο Φάμπιαν και δεν μπόρεσε να τον βρει, τόσα χρόνια.
Θα τον βρούμε, είχε απαντήσει ο Βολφ. Με τον άλλο ή τον άλλο τρόπο, θα τον βρούμε. Ο Φάμπιαν δε βιαζόταν. Δεν είχε προκύψει κανένα ουσιώδες πρόβλημα τότε. Εμείς, τώρα, επειγόμαστε. Έχουμε το Μπραν.
Ο Ράινχελ ήλπιζε να είναι αρκετό.
Οι δύο κατάσκοποι προχώρησαν κατά μήκος της αποβάθρας του Στατσιόνσπλέιν 15, του Κεντρικού Σταθμού του Άμστερνταμ. Υπήρχε πολύς κόσμος γύρω τους, ντόπιοι και ξένοι, κάποιοι έτρεχαν να βρουν την αμαξοστοιχία τους, άλλοι παρατηρούσαν το γοτθικού και αναγεννησιακού ρυθμού κτίσμα, αλλά ούτε ο Βολφ ούτε ο Ράινχελ έδιναν σημασία σε οποιονδήποτε δεν τους φαινόταν ύποπτος.
Πέρασαν από τη γέφυρα που περνά πάνω από τον ποταμό Χετ Έι και βγήκαν γρήγορα στην οδό Πρινς Χεντρικάντε, όπου αναζήτησαν μια άμαξα. Δεν είχαν χρόνο για να πιουν καφέ ή να φάνε κάτι, παρότι πεινούσαν και διψούσαν. Ίσως διευθετούσαν αργότερα τις ανάγκες τους, αν στο μεταξύ είχαν φέρει εις πέρας το πρώτο μέρος της αποστολής (να βρουν τον Χόουνεχ και να τον πείσουν να πάει στο Μπραν).
Ευτυχώς, δε χρειάστηκε να περιμένουν πολύ: σύντομα διέσχιζαν την πόλη, με κατεύθυνση το Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ, στη βιβλιοθήκη του οποίου δούλευε κάποτε ο Χόουνεχ. Υπέθεταν ότι αφενός θα έμενε κάπου εκεί κοντά και αφετέρου θα υπήρχαν τα στοιχεία του σε κάποια από τις λίστες των βιβλιοθηκάριων. Αν έβρισκαν τη διεύθυνσή του, θα πήγαιναν εκεί. Αν όχι, θα κοιτούσαν αν είχε καταγράψει τους οικείους του. Από εκεί και πέρα, θα αναζητούσαν είτε τον ίδιο, είτε κάποιον γνωστό του. Ο Φάμπιαν είχε χάσει τα ίχνη του, αλλά κάποιος θα ήξερε πού είναι ο Μαρτίν Χόουνεχ.
«Τι θα κάνουμε αν έχει φύγει από τη χώρα;» ρώτησε ο Ράινχελ, καθώς η άμαξα βάδιζε στους δρόμους του παγωμένου Άμστερνταμ. «Ή αν έχει πεθάνει;»
«Θα γυρίσουμε στη Βουδαπέστη με άδεια χέρια» απάντησε ο Βολφ. «Και μετά… ειλικρινά, δεν ξέρω. Αλλά ας μην το σκεφτόμαστε έτσι». Έσαξε το φουλάρι του. «Κάνει πολύ κρύο» είπε.
«Στο Βερολίνο είχε περισσότερο κρύο. Όπως και στη Βουδαπέστη».
«Ναι, όντως». Ο Βολφ αναστέναξε.
Ο Ράινχελ παρατήρησε το φίλο του. «Τι σου συμβαίνει;» ρώτησε. «Από τότε που φύγαμε, φαίνεσαι προβληματισμένος. Και μη με παρεξηγείς, ούτε εγώ έχω πολύ καλή διάθεση, αλλά εσύ, κύριε λοχαγέ, μοιάζεις να σκέφτεσαι άλλα πράγματα».
Ο Βολφ έβγαλε ένα τσιγάρο και το άναψε. Ένευσε, κοιτώντας τον ψηλότερό του υπαξιωματικό. «Σκέφτομαι την γυναίκα και τον γιο μου» είπε. «Και τις Άσπελ. Και τον επιλοχία που αφήσαμε να τους προστατέψει από τον Τζούρτζου και τους μπράβους του. Ξέρουμε ότι ο Ορμπάν συνεργάζεται με τους Βλάχους. Είναι πολύ πιθανό να πει στον Τζούρτζου ότι θα λείπουμε».
«Το ξέρουμε αυτό. Το ξέρουμε ότι θα τους το πει». Αν δεν τους το έχει ήδη πει, σκέφτηκε ο Ράινχελ, αλλά χωρίς να το ξεστομίσει. Δεν ήθελε να φοβίσει κι άλλο τον Βολφ, όχι ακόμα. «Για αυτό και ζητήσαμε από τον επιλοχία να αναλάβει την ασφάλεια των Άσπελ και της δικής σου οικογένειας. Και για αυτό του εξασφαλίσαμε τη δικαιολογία που χρειάζεται».
Ο Βολφ συμφώνησε, δίχως να μιλήσει. Το είχαν συζητήσει και πριν φύγουν. Όταν επισκέφτηκαν τον επιλοχία και την έγκυο γυναίκα του, για να του πουν τι ήθελαν και να τον διαβεβαιώσουν ότι, τυπικά, θα ήταν καλυμμένος, θα το φρόντιζαν οι ίδιοι. Δεν ήταν εύκολη η αποστολή που θα του παρέδιδαν, και το ήξεραν. Αλλά, εν μέσω της βιασύνης που τους είχε κυριεύσει, έπρεπε να αποφασίσουν μια άμεση λύση. Θα μπορούσαν να είχαν μεταφέρει αλλού τους πιθανούς στόχους του Τζούρτζου; Ναι. Όχι να τους έπαιρναν μαζί τους στο Άμστερνταμ, αλλά να τους είχαν πάει κάπου αλλού στη Βουδαπέστη, σε κάποιο μέρος που δεν θα ήξερε κανείς άλλος, παρά οι ίδιοι. Όμως, το Μπραν τούς πίεζε. Ο Φάμπιαν αγνοείτο. Είχαν πεθάνει κι άλλοι στρατιωτικοί. Σύντομα, θα έρχονταν ανώτεροί τους από τη Βιέννη, για να αναλάβουν την υπόθεση και όλοι όσοι εργάζονταν σε αυτή ως τότε θα είχαν να αντιμετωπίσουν και την οργή αυτών. Το να πάνε τις Άσπελ στο διαμέρισμα των Βολφ τούς είχε φανεί μια καλή επιλογή. Όχι η καλύτερη, αλλά ούτε η χειρότερη. Κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού των δύο κατασκόπων υπήρχε και η ελπίδα ότι οι μπράβοι του Τζούρτζου θα το σκέφτονταν διπλά, μετά την παγίδα στην οποία έπεσαν και τις απειλές του Ράινχελ. Επίσης, υπήρχε και η περίπτωση να μην καταφέρουν να βρουν πού θα έμεναν προσωρινά οι Άσπελ. Μπορεί ο Ορμπάν να μην έδινε τη διεύθυνση. Γιατί ήξερε ότι ο Βολφ και ο Ράινχελ ήξεραν για αυτόν και τις παρανομίες του. Και ήξερε ότι, έτσι και μιλούσε στον Τζούρτζου για το διαμέρισμα του Βολφ, εκείνοι θα αποκάλυπταν στους ανωτέρους ό,τι γνώριζαν. Και αν γινόταν το απευκταίο, αν δηλαδή οι μπράβοι ανακάλυπταν τις Άσπελ, τότε θα έβρισκαν και τον επιλοχία να τους περιμένει, με σαφείς οδηγίες για την «υποδοχή» που θα τους επιφύλασσε.
Ο Ράινχελ, που αντιλαμβανόταν πως ο λοχαγός είχε εύλογες ανησυχίες για την οικογένειά του, είπε «Δεν θα πάθουν κάτι, Βολφ. Είναι ασφαλείς».
«Το ελπίζω. Γιατί έτσι και τους κάνουν κάτι…» Ο Βολφ άφησε μισοτελειωμένη τη φράση του, κοιτώντας εκτός της άμαξας, χωρίς όμως να παρατηρεί συγκεκριμένα κάποιον ή κάτι. Έτσι όπως βυθιζόταν στον ψυχικό τρόμο του, έμοιαζε με δεκαπεντάχρονο παιδί που είχε μεγαλώσει πρόωρα.
«Το ξέρω». Σκέφτηκε: Αλλά έτσι κι αλλιώς, ο Τζούρτζου και οι μαλάκες που σέρνει κοντά του θα πάθουν ό,τι τους αξίζει.
Έφτασαν στη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου, στο κανάλι Σίνγο, είκοσι λεπτά μετά. Κατέβηκαν, πλήρωσαν τον αμαξά, αλλά δεν πλησίασαν αμέσως την πόρτα. Τα φανάρια στις κολόνες ήταν αναμμένα, οπότε έσπαγε λίγο το πηχτό σκοτάδι. Έμειναν για λίγο να κοιτάνε το τοπίο γύρω τους. Για άλλη μια φορά, θυμήθηκαν ότι ένα σημαντικό κτίριο αυτής της πόλης βρισκόταν πλησίον ενός ποταμού, με τις βάρκες να πηγαινοέρχονται, τα νερά γαλήνια ή θαλασσοδαρμένα, ζευγαράκια να κάνουν τον περίπατό τους στη μια ή την άλλη πλευρά. Όπως διαπίστωσαν και με τον ποταμό Χετ Έι, τα νερά δεν ήταν εντελώς παγωμένα. Υπήρχαν κομμάτια χιονιού που επέπλεαν, αλλά τα πλοιάρια μπορούσαν να περιφέρονται. Οι διαβάτες που τριγυρνούσαν ήταν ελάχιστοι. Διάφορα μεγάλα και σκιώδη μάτια παρακολουθούσαν το κανάλι Σίνγο, από όλες τις πλευρές του, αλλά δεν ήταν τίποτα περισσότερο από τα κεριά ή τα φανάρια των γύρω σπιτιών και των πολυκατοικιών.
Οι κατάσκοποι γύρισαν, όταν άκουσαν μια παρέα νεαρών να πλησιάζει και να περνάει πίσω τους. Τους είδαν να χτυπάνε την πόρτα και κάποιος να τους ανοίγει. Αμέσως, έσπευσαν και οι ίδιοι να περάσουν. Ο Βολφ και ο Ράινχελ έδωσαν στον άντρα που ήταν στην είσοδο και κατέγραφε τα ονόματα ο καθένας το ψευδώνυμο με το οποίο κυκλοφορούσε σε μυστικές αποστολές και έπειτα αναμείχθηκαν με τους άλλους φοιτητές και καθηγητές. Όπως και στο σταθμό, δεν ασχολήθηκαν με το χώρο -αν και ένιωθαν ήδη καλύτερα που είχαν μπει σε ένα κλειστό και ζεστό μέρος-, γιατί ένιωθαν ακόμα το βάρος του χρόνου να πιέζει όλο το σώμα τους, οπότε αναζήτησαν έναν βιβλιοθηκάριο και τον βρήκαν: ήταν ένας μεσήλικας που ασχολιόταν με την τοποθέτηση συγγραμμάτων σε ένα ράφι, μακριά από το γραφείο του, όπου κατέγραφε ποιος δανειζόταν ή επέστρεφε το κάθε σύγγραμμα. Με μια γρήγορη έρευνα, διαπίστωσαν ότι κανένας δεν τους έδινε σημασία, ενώ η ησυχία ήταν σχεδόν απόλυτη.
«Βλέπεις πουθενά τον Χόουνεχ;» ρώτησε ο Ράινχελ.
Κοίταξαν λίγο περισσότερο όλο τον χώρο, μήπως έβρισκαν κάποιον πολύ ψηλό και γεροδεμένο τύπο κοντά στην ηλικία των τριάντα χρόνων, αλλά δεν υπήρχε κανείς εκεί με αυτή την περιγραφή. Όλοι ήταν ή πολύ νέοι και αδύνατοι ή μεσήλικες.
«Όχι» απάντησε τελικά ο Βολφ.
«Ούτε εγώ. Ο βιβλιοθηκάριος, πάντως, είναι μεγάλος σε ηλικία. Μπορεί να ξέρει τον Χόουνεχ».
«Μπορεί, αλλά καλύτερα να μην εμπλέξουμε πολλούς, ειδικά αν δε χρειαστεί. Όσο λιγότεροι ξέρουν για εμάς και τον σκοπό μας, τόσο το καλύτερο. Τόσο πιο ασφαλείς θα είμαστε».
«Σωστά. Άρα, πρέπει να κρατήσουμε μακριά τον βιβλιοθηκάριο. Τουλάχιστον, για την ώρα».
«Ναι. Απασχόλησέ τον, Ράινχελ» είπε ο Βολφ. «Εγώ θα αναλάβω το γραφείο».
«Γιατί να τον απασχολήσω εγώ;» ρώτησε με ενόχληση ο επιλοχίας, χαμηλόφωνα.
Ο Βολφ, χαμογελώντας, απάντησε «Γιατί εγώ είμαι πιο κοντός και δεν θα φαίνομαι όσο ανοίγω και κλείνω το κάθε βιβλίο. Εσύ θα φαινόσουν σαν φάρος σε μια θεοσκότεινη ερημιά».
Ο Ράινχελ χαμογέλασε κι αυτός. Πήγε να σχολιάσει την παρομοίωση που είχε χρησιμοποιήσει ο Βολφ, αλλά ο ανώτερός του τον πρόλαβε «Πάμε».
Έτσι, χωρίστηκαν: ο επιλοχίας πλεύρισε και άρχισε να ρωτά τον ασπρομάλλη βιβλιοθηκάριο διάφορα πράγματα που δεν τον ένοιαζαν, φροντίζοντας, όμως, αφενός να δείχνει ενδιαφέρον για όσα του έλεγε ο άλλος και αφετέρου να καλύπτει με το σώμα του το πεδίο προς το γραφείο, όσο ο Βολφ ήταν σχεδόν καθιστός και ανακάτευε τα έγγραφα του προσωπικού. Αντίθετα από τον συνάδελφό του που θεωρούσε ενδόμυχα ότι θα χρειάζονταν πολλή ώρα, ο λοχαγός δεν το σκέφτηκε καθόλου, γιατί τον ένοιαζε να βρουν κάτι, κάποιο στοιχείο για τον Μαρτίν Χόουνεχ. Δεν τον ένοιαζε πόσο πίσω στο χρόνο έπρεπε να πάει, αλλά να βρει κάτι χρήσιμο για την αποστολή.
Και βρήκε πολύ πιο σύντομα απ’ ό,τι περίμενε. Αρχικά, ανακάλυψε ότι η τελευταία καταγραφή της παρουσίας του ανθρώπου που έψαχναν σε αυτό το χώρο ήταν το ’94. Έπειτα, σε άλλο έγγραφο βρήκε τον πλήρη κατάλογο των εργαζομένων που υπήρξαν, που συνέχιζαν να δουλεύουν, αλλά και που είχαν απολυθεί. Και εκεί ο Βολφ διάβασε ότι ο Μαρτίν Χόουνεχ, γεννηθείς στις 21 Ιουνίου 1867, είχε πιάσει δουλειά στη βιβλιοθήκη από το ’80, όντας ακόμα ανήλικος, κάτι που ήταν στα όρια της παρατυπίας, καθότι από το 1874 απαγορευόταν η εργασία για παιδιά κάτω των δώδεκα. Ο Χόουνεχ είχε δηλώσει σαν κατοικία ένα σπίτι επί της Άουντεζέιτς Φουρμπουρχβάουλ, που δεν ήταν μακριά από τη βιβλιοθήκη. Από συγγενείς, αναφέρονταν ο πατέρας (Ίζακ Χόουνεχ), η μητέρα (Μαρλούς) και τρία αδέρφια (τον Λάουγενς -για τον οποίο υπήρχε καταγεγραμμένη η διεύθυνσή του-, τον Γιους και την Τρίνκε). Είχε σπουδάσει σε μια ιδιωτική σχολή Λογοτεχνίας, ενώ είχε εκπληρώσει και τη στρατιωτική του θητεία στο Πολεμικό Ναυτικό.
Κάποια στιγμή, ενώ ο Βολφ έγραφε σε ένα χαρτί όλα τα στοιχεία, άκουσε τον Ράινχελ να μιλάει ολοένα και πιο δυνατά, με τον βιβλιοθηκάριο να του επισημαίνει ότι πρέπει να ρίξει τον τόνο της φωνής του, γιατί αλλιώς θα τον έδιωχνε. Φυσικά, ο Ράινχελ ούτε ήθελε να ενοχλήσει τους σπουδαστές και τους άλλους παρευρισκομένους, ούτε το έκανε από παιχνιδιάρικη διάθεση, αλλά σκόπευε να προειδοποιήσει τον συνάδελφό του ότι έρχονταν προς το μέρος του.
«Κύριε! Σταματήστε! Τώρα!» ακούστηκε η θυμωμένη φωνή του βιβλιοθηκάριου.
Ο Βολφ πήγε να κλείσει τον κατάλογο, όταν είδε ένα χαρτί να πέφτει από την σελίδα που είχε μπροστά του. Το σήκωσε και πρόλαβε να διαπιστώσει μόνο ότι ήταν απόκομμα της εφημερίδας De Telegraaf και είχε μια φωτογραφία ενός θεόρατου άντρα, που ήταν περικυκλωμένος από πέντε ένστολους.
Έβαλε το χαρτί στην τσέπη του και άφησε τον κατάλογο στο συρτάρι που τον είχε βρει, την ώρα που ο Ράινχελ γέλαγε με κάτι.
«Κύριε, περάστε έξω! Τώρα!»
Ήταν ακριβώς από την άλλη πλευρά του γραφείου, προς την πλευρά της εισόδου.
Ο Βολφ κινήθηκε προς την αντίθετη πλευρά, πάντα με τα γόνατα λυγισμένα.
Ο βιβλιοθηκάριος δεν κατάλαβε ποτέ από πού εμφανίστηκε ο άλλος άντρας, που ήταν φίλος αυτού του νέου που τον ταλαιπωρούσε με ένα σωρό ερωτήσεις, και ούτε έδωσε μεγάλη σημασία, παρά ζήτησε και από τους δύο να φύγουν, πριν απευθυνθεί στις Αρχές.
Ο Ράινχελ σήκωσε τα χέρια, καθώς απομακρυνόταν με τον Βολφ. «Δεν υπάρχει λόγος, κύριε. Σας ζητώ συγνώμη» είπε. «Καλό σας βράδυ!»
Ο άντρας στην είσοδο τούς τόνισε και αυτός για το πόσο απαράδεκτη ήταν αυτή η συμπεριφορά, όμως δέχτηκε την απολογία του επιλοχία.
Όταν βγήκαν από το κτίριο, ο Ράινχελ άναψε τσιγάρο και ρώτησε «Βρήκες τίποτα;»
Ο Βολφ κούνησε το κεφάλι του, ενώ άναβε και αυτός τσιγάρο. «Ναι. Βρήκα πολλά χρήσιμα στοιχεία» απάντησε. «Αλλά δεν είναι όλα τα νέα ευχάριστα».
«Τι σημαίνει αυτό;»
Ο λοχαγός έδωσε το απόκομμα στον Ράινχελ, ενώ άρχισαν να περπατάνε. «Μπόρεσα να δω μονάχα τη φωτογραφία, αλλά, απ’ ό,τι κατάλαβα, ο κύριος Χόουνεχ έμπλεξε με την αστυνομία. Και μάλλον, για αυτό τον έδιωξαν από τη βιβλιοθήκη, παρά το ότι δούλευε για σχεδόν δεκατέσσερα χρόνια».
Ο Ράινχελ κοίταξε και αυτός τη φωτογραφία και συμπέρανε το ίδιο πράγμα. Διάβασε και λίγες από τις πρώτες γραμμές και το επιβεβαίωσε: ο Μαρτίν Χόουνεχ είχε συλληφθεί τον Φεβρουάριο του 1894, για τη δολοφονία πέντε αντρών. «Και είναι χειρότερο απ’ ό,τι νομίζεις» σχολίασε, ενώ έβαλε την εφημερίδα στην τσέπη του. Αναστέναξε. «Αλλά ξέρεις κάτι; Δεν γίνεται να συνεχίσω άλλο, έτσι. Θέλω να φάω και να πιω καφέ. Πρέπει να σκεφτούμε καλά πώς θα προχωρήσουμε, Βολφ. Το πράγμα έχει μπερδευτεί πολύ περισσότερο απ’ ό,τι θέλουμε. Πρέπει να αναδιοργανωθούμε».
Ο Βολφ συμφώνησε χωρίς να μιλήσει.
Βρήκαν ένα καφενείο επί της Άουντεζέιτς Φουρμπουρχβάουλ, στην απέναντι πλευρά του Σίνγο. Ήξεραν ότι τα πιο εκλεκτά φαγητά θα τα έβρισκαν σε κάποιο εστιατόριο (και ήδη είχαν περάσει μερικά), αλλά γνώριζαν επίσης πως εκεί σύχναζαν κυρίως οι πλούσιοι, και αυτούς ήθελαν να αποφύγουν. Γιατί, πέραν ότι μπορεί να έβρισκαν κάποιον που τους ήξερε (κάποιον από την πρεσβεία, για παράδειγμα), ήταν γνωστό ότι μαζί με τους πλούσιους πήγαιναν και οι αστυνομικές/στρατιωτικές Αρχές, για να τους προσέχουν. Και μια τέτοια συνάντηση δεν ήταν προς το συμφέρον τους.
Οπότε προτίμησαν ένα καφενείο μικρό, αλλά γεμάτο κόσμο των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, οι περισσότεροι εκ των οποίων είχαν μία εργασία για να απασχολούνται και να μπορούν να δικαιολογήσουν ένα γεύμα εκτός σπιτιού. Άλλωστε, το μόνο που ήθελαν οι δύο κατάσκοποι ήταν να γευματίσουν καθαρά από ανάγκη και όχι να εκπληρώσουν κάποια εγωιστική τους επιθυμία –με εξαίρεση, ίσως, τον καφέ που αποζητούσαν. Επίσης, σε ένα τέτοιο μέρος, δεν θα είχαν να ανησυχούν μην τυχόν τους αναγνωρίσει κανείς, μιας και κανένας δεν τους έδωσε σημασία, πέραν του να κοιτάξει ποιος άνοιξε την πόρτα και έσπασε λίγο την ζέστη.
Το μέρος μύριζε καπνό, κρέας, μπίρα και κρασί, ενώ φωτιζόταν από λάμπες στους στολισμένους με πίνακες ζωγραφικής τοίχους. Ένα μεγάλο στρογγυλό ρολόι με λατινικούς χαρακτήρες ήταν στηριγμένο στον πάγκο που χώριζε την κυρίως αίθουσα από το μαγειρείο. Η μουσική ήταν ένα συνονθύλευμα από φωνές, γέλια, έναν βιολιστή που γρατσούνιζε το μουσικό όργανο που είχε και μια κοπέλα που τραγουδούσε. Πολλοί άντρες τσούγκριζαν τα γεμάτα μπίρα ποτήρια τους, ενώ στο τραπέζι ενός νεαρού ζευγαριού υπήρχε ένα κηροπήγιο με τρία κεριά και ένα βάζο με κόκκινες τουλίπες. Καμιά δεκαριά άντρες ήταν μαζεμένοι γύρω από ένα τραπέζι μπιλιάρδου. Ένας λεπτοκαμωμένος ξανθομάλλης νεαρός καθόταν μόνος του, με ένα ποτήρι μπίρα στο τραπέζι μπροστά του και ένα βιβλίο στα χέρια, να το μελετάει με προσήλωση, παρά τη φασαρία. Σερβιτόροι πηγαινοέρχονταν, ενώ ένας παχουλός άντρας με σηκωμένα τα μανίκια του πουκαμίσου του φώναζε και έδειχνε στον καθένα εξ αυτών τι να κάνει. Κατά τα φαινόμενα, όλοι οι παρευρισκόμενοι ήταν ντυμένοι με λερωμένα και φθηνά ρούχα, για τα οποία δεν νοιάζονταν και τόσο πολύ, και δεν αποχωρίζονταν τα καπέλα τους.
Υπήρχαν δύο άδεια καθίσματα σε ένα γωνιακό τραπέζι, από το οποίο θα μπορούσαν να βλέπουν και το δρόμο έξω, αν ήθελαν. Πήγαν προς τα εκεί και στριμώχτηκαν κοντά σε μια μεγάλη παρέα φωνακλάδων ανδρών και γυναικών που χαζογελούσαν και… «πείραζαν» τους άνδρες.
Ένας σερβιτόρος ήρθε και πήρε παραγγελία από τους κατασκόπους, λίγο αργότερα.
Περίμεναν ένα δυο λεπτά, για να σιγουρευτούν ότι κανένας από τους γύρω τους δεν θα ενδιαφερόταν για αυτούς. Μια δυο γυναίκες τούς χαμογέλασαν για να τους «προσκαλέσουν» ή γενικά για να διαπιστώσουν αν ήθελαν να απομονωθούν, επιβεβαιώνοντας την αρχική σκέψη των δύο αντρών ότι αυτές ήταν πόρνες. Αμφότεροι κούνησαν το κεφάλι για να τις αποθαρρύνουν. Εκείνες έχασαν το ενδιαφέρον τους και έτσι ο Ράινχελ έβγαλε το απόκομμα της εφημερίδας και διάβασε μαζί με τον Βολφ όσα είχε καταγράψει ο αρθρογράφος.
«Να πάρει» σχολίασε ο λοχαγός, όταν ολοκλήρωσε την ανάγνωση. Κοίταξε τριγύρω του. Έβγαλε για λίγο το καπέλο του και έξυσε το κεφάλι του, πριν το φορέσει ξανά –τα είχαν κρατήσει, γιατί ήθελαν να μη διαφέρουν πολύ από τους άλλους παρευρισκόμενους, καθότι ήδη ξεχώριζαν λόγω των διαφορετικών ρούχων. «Πέσαμε στην παγίδα, σε αυτό που δεν θέλαμε, να μπλέξουμε με τις τοπικές Αρχές. Υπέροχα!»
«Ο τύπος σκότωσε πέντε άντρες» είπε ο Ράινχελ, συνεχίζοντας να κοιτάζει τις γραμμές και τη φωτογραφία που είχε δημοσιεύσει η De Telegraaf. «Σε ένα σοκάκι του Άμστερνταμ. Τους ξυλοκόπησε μέχρι θανάτου. Σπασμένα χέρια, πλευρά και πόδια, σπασμένα δόντια, μώλωπες σε όλο το σώμα. Για όνομα του Θεού, του ενός του πάτησε το κεφάλι και σχεδόν του το έλιωσε». Ο Ράινχελ ξεφύσησε. Από την μια, είχε αποδιοργανωθεί η σκέψη του, αλλά, από την άλλη, είχε εντυπωσιαστεί με τη βιαιότητα που επέδειξε ο Μαρτίν Χόουνεχ απέναντι σε αυτούς τους άντρες. Δεν ήξερε πώς να νιώσει για αυτόν: να τον αντιπαθήσει ή να τον θαυμάσει; Γιατί ήταν και ο λόγος που ο πανύψηλος Ολλανδός είχε δώσει στις Αρχές για τις πράξεις του: είχε πει ότι άκουσε τυχαία από μια κοπέλα πως αυτοί οι άνδρες με τους μωβ μανδύες ήταν μέλη κάποιας αίρεσης «που πράττει ανθρωποθυσίες. Και πως μια φίλη της είχε μπλέξει με έναν από αυτούς και πως αγνοείται». Ο Χόουνεχ την είχε ακολουθήσει χωρίς αυτή να το ξέρει και βρήκε τους άνδρες να παραμονεύουν στο σοκάκι που έγινε η μάχη και να επιτίθενται πρώτοι στην κοπέλα, για να τους διακόψει εκείνος. Αλλά, δυστυχώς για τον Χόουνεχ, κανείς δεν είχε επιβεβαιώσει τα λεγόμενά του. Ούτε η κοπέλα βρέθηκε, ούτε κάποια αίρεση, ούτε νεκροί άνθρωποι που προφανώς είχαν πεθάνει με κάποιον τελετουργικό τρόπο. Βρέθηκαν, όμως, από την αστυνομία τα πτώματα των ανδρών με τους μωβ μανδύες και ο ίδιος ο Χόουνεχ (με τα ματωμένα και ελαφρώς σχισμένα ρούχα του και τα χέρια του που είχαν εκδορές) που έψαχνε τα θύματά του, τα οποία δεν είχαν καν κάποιο όπλο πάνω τους. Ο Χόουνεχ δεν προσπάθησε ούτε να φύγει, ούτε να κρυφτεί, αλλά παραδέχτηκε τις πράξεις του και συνελήφθη, δικάστηκε και καταδικάστηκε, όχι σε φυλάκιση, αλλά…
«Σε άσυλο» είπε ο Βολφ, σαν να διάβαζε ακόμα τις ίδιες γραμμές με τον Ράινχελ. «Τον κλείσανε σε άσυλο για τρελούς».
«Ναι». Ο Ράινχελ κοίταξε τον Βολφ. «Με αυτά που έλεγε, πού αλλού θα μπορούσαν να τον πάνε;» Χτύπησε με το δάχτυλό του το σημείο που εξηγούνταν γιατί είχαν πάει τον Μαρτίν Χόουνεχ σε άσυλο. «Μιλούσε για επικλήσεις προς τον Σατανά, για “ανώτερες δυνάμεις”… Προσέβαλε και τον δικαστή. Πάλι καλά που δεν τον εκτέλεσαν επιτόπου, είτε όταν τον έπιασαν επ’ αυτοφώρω, είτε μέσα στο δικαστήριο».
«Όντως».
«Θέλω να πω, κι εμείς θα τον περνούσαμε για τρελό, έτσι δεν είναι; Και μάλιστα, για επικίνδυνο τρελό. Δεν σκοτώνεις απλά πέντε ανθρώπους».
Ο Βολφ δεν μίλησε, παρά έμεινε να παρατηρεί τους άλλους.
«Ναι, πήγαν να πιάσουν την κοπέλα, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Χόουνεχ, αλλά και τι μ’ αυτό; Θα μπορούσε απλώς να τους σταματήσει, άντε να χτυπούσε κάνα δυο, για να τους δείξει ότι δεν τους συνέφερε να τα βάλουν μαζί του. Ή θα μπορούσε να φωνάξει την αστυνομία. Κι εμείς, όταν είδαμε εκείνους τους τύπους να ενοχλούν τη σερβιτόρα, τους επιτεθήκαμε μεν, αλλά δεν τους σκοτώσαμε. Τους αποδείξαμε ότι είναι προς το συμφέρον τους να φύγουν, και αυτό έκαναν. Ούτε τους κυνηγήσαμε, ούτε τίποτα. Και κανείς δεν πέθανε. Έτσι δεν είναι, κύριε λοχαγέ;»
Ο Βολφ στράφηκε προς τον Ράινχελ.
Ο επιλοχίας κατάλαβε από το επίμονο βλέμμα του συναδέλφου του ότι κάτι σκεφτόταν. «Τι είναι;»
«“Άνδρες με μωβ μανδύες”» είπε ο Βολφ, χωρίς να εξηγήσει.
Ο Ράινχελ κούνησε το κεφάλι του. Και αυτός είχε απορήσει. Ποιοι ντύνονταν μόνο με μωβ μανδύες μες στο χειμώνα; Και γιατί μωβ; «Είναι κάπως περίεργο αυτό το σημείο, ναι» συμφώνησε. «Όπως και το ότι αυτοί δεν έφυγαν με το που είδαν να πέφτει ο πρώτος από τους δικούς τους ή ο δεύτερος, αλλά επιτέθηκαν στον Χόουνεχ. Το οποίο θα μπορούσαμε να το δικαιολογήσουμε, βέβαια: ήθελαν εκδίκηση ή δεν επιθυμούσαν να ζήσουν με την γνώση ότι τους φόβισε ένας μόνο άντρας κλπ. Αλλά και πάλι…»
«Έλα τώρα, Ράινχελ» είπε ο Βολφ. «Δεν ήταν τυχαίοι αυτοί οι τύποι. Δεν ήταν σαν αυτούς τους μαλάκες που διώξαμε εμείς από το καφέ-μπαρ Τέλι Πόχαρ. Το ξέρεις και το ξέρω, κι ας μην τους είδαμε ποτέ».
«Ναι… μάλλον…»
«Κάτι μου λέει ότι οι ισχυρισμοί του Χόουνεχ ήταν βάσιμοι. Δεν είπε ψέματα».
«Μπορεί να πίστευε ότι είναι μέλη κάποιας ομάδας, κάποιας αίρεσης που κάνει ανθρωποθυσίες. Μπορεί να παρερμήνευσε όσα άκουσε από την κοπέλα και να μπερδεύτηκε ακόμα περισσότερο όταν είδε εκείνους τους… τους άνδρες… με τους μωβ μανδύες…» Ο Ράινχελ σταμάτησε. Όσο το σκεφτόταν, και ειδικά όταν επαναλάμβανε τη φράση (άνδρες με μωβ μανδύες), τόσο πιο αλλόκοτο και αόριστα επικίνδυνο του φαινόταν.
Ο Βολφ μόρφασε με απόγνωση. «Έλα, Ράινχελ! Δεν είμαστε σαν την Έμιλυ ή τον Κάρτερ ή, ακόμα περισσότερο, σαν αυτόν τον Μαρτίν, δεν πιστεύουμε σε υπερφυσικά πράγματα, αλλά δεν θα αγνοήσουμε τις ενδείξεις, επειδή δεν ταιριάζουν με τις απόψεις μας. Αυτοί οι άνδρες είχαν κάτι. Κάτι παράξενο, κάτι που δεν μου αρέσει, κι ας μην έχω ιδέα τι μπορεί να είναι αυτό. Κι εσύ και εγώ, αν τους βλέπαμε βράδυ σε ένα σοκάκι, να είναι ντυμένοι έτσι και να επιτίθενται σε μια κοπέλα (η οποία, παρεμπιπτόντως, είχε χάσει τη φίλη της από κάποιον σαν αυτούς)… Ξέρουμε καλά ότι θα μας φαίνονταν ύποπτοι. Και ξέρουμε τι θα κάναμε. Ξέρουμε τι θα τους κάναμε. Στην καλύτερη, θα τους ακινητοποιούσαμε, με την απειλή των όπλων μας, μέχρι να έρθουν ενισχύσεις. Το ότι οι ντόπιοι αστυνομικοί δε βρήκαν κάτι ενοχοποιητικό για αυτούς, δεν σημαίνει ότι είναι αθώοι κιόλας. Μπορεί οι αστυνομικοί, είτε της δημοτικής αστυνομίας (που αυτοί έσπευσαν πρώτοι), είτε της Βασιλικής Στρατιωτικής Αστυνομίας (που ενεπλάκησαν αργότερα) να μην έκαναν σωστά τη δουλειά τους».
Ο Ράινχελ δεν απάντησε, καθώς ένας σερβιτόρος ήρθε με την παραγγελία τους, πέρασε με δυσκολία από τους άλλους πελάτες που κάθονταν γύρω από το τραπέζι, και τους άφησε τα πιάτα, τα μαχαιροπίρουνα και τα φλιτζάνια με τον καφέ. Δεν αποχώρησε αμέσως, όμως, γιατί οι δύο Αυστριακοί τον πλήρωσαν, ούτως ώστε να μπορούν να φύγουν όποια στιγμή το αποφασίσουν, δίχως προβλήματα.
Άφησαν για λίγο στην άκρη την περίπτωση του Χόουνεχ και άρχισαν να τρώνε και να πίνουν. Το hachée (βοδινό κρέας με τον πουρέ πατάτας, το βούτυρο μήλου και τα κρεμμύδια) ήταν καλό, αλλά ο καφές ήταν νερουλός -ευτυχώς, είχαν και το απαραίτητο συνοδευτικό γλυκό, για να «σπάσουν» τη δυσάρεστη αίσθηση που τους άφηνε.
Κάποια στιγμή, είδαν κάνα δυο άντρες και γυναίκες από την παρέα που ήταν συγκεντρωμένη γύρω τους να τους δείχνουν και να γελάνε. Ένας πενηντάρης τούς είπε κάτι, αλλά ούτε ο Βολφ ούτε ο Ράινχελ κατάλαβαν, μα και ούτε ασχολήθηκαν. Είχαν πιο επείγοντα θέματα να λύσουν και μερικοί μεθυσμένοι Ολλανδοί δεν θα τους αποσπούσαν από τον σκοπό τους. Εκτός αν δοκίμαζαν να κάνουν κάτι. Τότε και μόνο τότε οι κατάσκοποι θα άλλαζαν τακτική –και πάλι, δίχως να προκαλέσουν φασαρία, γιατί εξακολουθούσαν να επιθυμούν να μείνει κρυφή η παρουσία τους από τις Αρχές.
Ευτυχώς, όπως έγινε και νωρίτερα, από την στιγμή που δεν υπήρχε η ανταπόκριση που ήθελαν, οι άλλοι έχασαν το ενδιαφέρον τους και ο Βολφ με τον Ράινχελ συνέχισαν να γευματίζουν, μέχρι που δεν έμεινε τίποτα στα πιάτα τους, ενώ παραμέρισαν τα φλιτζάνια τους με όσο καφέ είχαν αφήσει.
«Οπότε» είπε ο Ράινχελ, σκουπίζοντας το στόμα του και κοιτώντας το ζευγάρι που καθόταν στο τραπέζι με τις τουλίπες να φεύγει αγκαλιασμένο, «πώς προτείνεις να προχωρήσουμε;»
Ο Βολφ ρεύτηκε αθόρυβα. «Πρώτα, θα βρούμε τον αδερφό του». Έβγαλε το χαρτί που είχε σημειώσει τα στοιχεία, διάβασε το όνομα και το έβαλε ξανά στην τσέπη του. «Θα πάμε στο σπίτι του Λάουγενς. Αυτός θα μας πει σε ποιο άσυλο συγκεκριμένα έχουν πάει τον Μαρτίν. Και μετά, θα πάμε εκεί».
«Εντάξει. Αλλά αν ο Λάουγενς έχει αλλάξει κατοικία; Ή, και να τον βρούμε, γιατί να μας δεχτεί; Ή και να μας πει πού έχουν τον Μαρτίν και να πάμε εκεί, γιατί να μας αφήσουν να τον δούμε τέτοια ώρα; Ή γιατί να αφήσουν εκείνον να φύγει από το άσυλο; Έχει καταδικαστεί».
«Κάτι θα σκεφτούμε».
«Για ποιο απ’ όλα;»
«Για όλα, επιλοχία. Για όλα. Πρέπει να βρούμε τον Μαρτίν Χόουνεχ και να τον στείλουμε στο Μπραν. Αυτή είναι η αποστολή μας και θα τη φέρουμε εις πέρας».
«Θα δυσκολευτούμε, λοχαγέ».
«Το ξέρω».
«Και, εκτός αυτών, είμαστε σίγουροι ότι αυτός είναι ο άνθρωπός μας; Είμαστε σίγουροι ότι αυτόν πρέπει να στείλουμε στο Μπραν; Μπορούμε όντως να τον εμπιστευτούμε; Δεδομένων των όσων μάθαμε για το ποιόν του;»
Ο Βολφ έπιασε από το μανίκι τον Ράινχελ. Είπε με αυστηρότητα «Ο Φάμπιαν μάς ζήτησε να τον βρούμε. Θα είχε τους λόγους του για αυτό. Και έτσι όπως έχουν γίνει τα πράγματα στο Μπραν, χρειαζόμαστε κάθε δυνατή βοήθεια. Αν αυτός ο Χόουνεχ μπορεί να συμβάλλει στον αγώνα μας, τότε θα τον επιστρατεύσουμε, ακόμα και αν χρειαστεί να τον φυγαδεύσουμε από το άσυλο και τη χώρα. Δεν κάνουμε πίσω, παρά μόνο αν μάθουμε ότι είναι νεκρός, κατάλαβες; Δεν κάναμε τόσο ταξίδι, για να γυρίσουμε με άδεια χέρια. Δεν άφησα εγώ εκτεθειμένους την γυναίκα και τον γιο μου, για το τίποτα. Δεν κάνουμε πίσω!»
Ο Ράινχελ κατένευσε. «Εντάξει, εντάξει, κατάλαβα» είπε, βγάζοντας από το μυαλό του τις όποιες ενστάσεις είχε. Άλλωστε, όπως το σκεφτόταν, είχαν προχωρήσει πολύ, για να τα παρατήσουν.
«Ωραία. Πάμε τώρα. Αρκετά χασομερήσαμε».
Έφυγαν χωρίς προβλήματα –αν και τον Ράινχελ τον σταμάτησε για μια στιγμή μια από τις γυναίκες της παρέας και τον ρώτησε σε σπαστά αγγλικά αν ενδιαφερόταν να βρεθούν αργότερα• και πάλι, της αρνήθηκε ευγενικά.
Βγήκαν στο βραδινό Άμστερνταμ και αναζήτησαν μια άμαξα.
Μετά από μισή ώρα, έφτασαν στην οδό που είχε δηλώσει ο Μαρτίν και στην πολυκατοικία κοντά στο Βόντολπαρκ που υποτίθεται ότι ζούσε ο αδερφός του, ο Λάουγενς. Πλήρωσαν τον αμαξά και έσπευσαν να μπουν, δίχως να κοιτάξουν το πανέμορφο πάρκο που εκτεινόταν λίγα μέτρα μακριά τους. Το πάτωμα δεν ήταν πολύ καθαρό -υπήρχαν υπολείμματα φαγητού, ψίχουλα και χυμένος καφές- ενώ το φως στο εσωτερικό ήταν ελάχιστο, αφού υπήρχε μόνο ένα φανάρι στον τοίχο και ένα κερί στο γραφείο του θυρωρού. Ο οποίος θυρωρός κοιμόταν, ενώ η πόρτα δεν ήταν κλειστή εντελώς, οπότε την άνοιξαν, πλησίασαν τον νεαρό με το στραβοφορεμένο καπέλο και το ταλαιπωρημένο κουστούμι, βρήκαν το όνομα του Χ. Λάουγενς, όπως αναγραφόταν, και απομακρύνθηκαν προς τις σκάλες, όσο πιο αθόρυβα μπορούσαν –δεν θα έπαιρναν τον ανελκυστήρα, γιατί αναπόφευκτα θα ξυπνούσαν τον θυρωρό.
Σταμάτησαν πριν φτάσουν στο δεύτερο όροφο, όπου ήταν το διαμέρισμα που τους ενδιέφερε, καθώς άκουσαν συνομιλίες από έναν άντρα, μια γυναίκα, ένα αγοράκι και ένα κοριτσάκι –αν έκριναν σωστά, δηλαδή. Περίμεναν στο σκοτάδι που επικρατούσε, ανάμεσα στους δύο ορόφους. Τότε άκουσαν το κουδούνι του ανελκυστήρα και κατάλαβαν ότι θα συνέχισαν να είναι απαρατήρητοι. Μέσα σε δύο λεπτά, οι ένοικοι είχαν επιβιβαστεί στον ανελκυστήρα και κατέβαιναν στο ισόγειο, συνοδεία του θυρωρού.
Ανέβηκαν τα εναπομείναντα σκαλοπάτια και βρέθηκαν σε ένα καλύτερα φωτισμένο χώρο. Δε χρειάστηκε να ψάξουν πολύ, αφού έξω από μια πόρτα υπήρχε γραμμένο με μαύρα γράμματα η ίδια καταχώρηση που είχαν δει και στο βιβλίο ενοίκων: Χ. Λάουγενς.
Πλησίασαν και αμέσως άκουσαν φωνές. Αλλά όχι χαρούμενες, όπως πριν. Όχι. Μέσα στο διαμέρισμα κάποιος άντρας και μια γυναίκα σχεδόν ουρλιάζανε, ενώ πρέπει να έκλαιγαν και κάποια παιδιά.
«Μάλλον, δεν τους βρίσκουμε σε καλή στιγμή» ψιθύρισε ο Ράινχελ.
«Πού ξέρεις, μπορεί να τους φέρουμε λίγη χαρά. Μπορεί να μην έχουν συχνά επισκέπτες, και μάλιστα από άλλη χώρα. Εκτός αυτού» Ο Βολφ χτύπησε την πόρτα τρεις φορές «ίσως χαρούν που θα τους υπενθυμίσουμε τον Μαρτίν».
Ο Ράινχελ θυμήθηκε που τους είχε πει η Έμιλυ ότι, κατά τον Φάμπιαν, ο Μαρτίν δεν είχε καλές σχέσεις με τους συγγενείς του, ειδικά με τα αδέρφια του. «Ναι, είμαι σίγουρος για αυτό, κύριε λοχαγέ».
Τότε η πόρτα άνοιξε και οι δύο κατάσκοποι χαμογέλασαν στη γυναίκα που πριν λίγο πάλευε να ξεπεράσει γάιδαρο που τον βασανίζουν με καμουτσίκι. Ήταν μια παχουλή γυναίκα με πρησμένο πρόσωπο και μαλλιά γκριζαρισμένα και απεριποίητα. Φορούσε ένα μακρύ και φαρδύ γκρίζο φόρεμα και μια λευκή ποδιά, που είχε τόπους-τόπους λερωθεί. Κοίταξε τους αγνώστους μια τον ένα και μια τον άλλο, με σμιγμένα τα δασιά φρύδια της. «Wie ben jij?» ρώτησε, με φανερή δυσαρέσκεια.
«Μιλάτε αγγλικά, κυρία μου;» είπε ο Βολφ. «Ή γαλλικά;»
Η γυναίκα τούς απάντησε στα γαλλικά «Όχι, μεσιέ. Περίμενε». Έπειτα, γύρισε και μίλησε προς το εσωτερικό του διαμερίσματος και φώναξε κάτι στη δικής γλώσσα.
Και έτσι, εμφανίστηκε τελικά ο Λάουγενς Χόουνεχ. Κοντά στα πενήντα, πιο κοντός από την γυναίκα του, μαυρομάλλης, με καφετιά μάτια. Φορούσε κουστούμι και κάπνιζε πίπα, ενώ είχε το αριστερό χέρι λυγισμένο ώστε η γροθιά να ακουμπάει στο πλευρό του. Κοίταξε με περιέργεια τους νεοφερμένους και κάτι είπε στην γυναίκα του. Εκείνη του απάντησε και αυτός έκανε μια απότομη κίνηση με το χέρι που κρατούσε την πίπα, δείχνοντας προς το εσωτερικό. Η γυναίκα αποχώρησε, περπατώντας αργά, με την μέση ελαφρώς λυγισμένη. Εξαφανίστηκε σε ένα από τα δωμάτια, λέγοντας κάτι ακόμα και κλείνοντας και την πόρτα.
«Ποιοι είστε εσείς;» ρώτησε ο άντρας της τους ξένους.
«Είμαι ο Τζάκσον» είπε ο Βολφ, χαμογελαστός, και έδειξε τον Ράινχελ «και αποδώ ο φίλος μου, ο Μπρέιντεν. Είμαστε φίλοι του Μαρτίν, από την Αγγλία. Είστε ο κύριος Λάουγενς, ο αδερφός του Μαρτίν;»
«Δυστυχώς, είμαι αδερφός του» απάντησε ο άλλος και φύσηξε καπνό, κουνώντας το κεφάλι του δεξιά. «Είστε φίλοι του, είπατε; Έχει ο Μαρτίν φίλους στην Αγγλία;»
Απάντησε ο Ράινχελ. «Ναι, κύριε. Γνωριζόμαστε γύρω στα πέντε χρόνια. Έχουμε τις ίδιες ανησυχίες, τα ίδια ενδιαφέροντα. Καταλαβαίνετε, πιστεύω».
«Ναι, δυστυχώς. Είστε και εσείς τρελοί σαν αυτόν. Και δεν θέλω πάρε δώσε με τρελούς. Εμπρός, δρόμο. Δεν έχετε καμιά δουλειά μαζί μου. Φύγετε».
Ο Ράινχελ, που συγκράτησε τον εαυτό του (να μην αρπάξει τον άλλο), είπε «Θέλουμε μόνο να μάθουμε πού βρίσκεται, κύριε. Δεν θα σας ενοχλήσουμε περισσότερο».
«Δεν με άκουσες, ψηλέ ξανθομάλλη;» Ο Λάουγενς ρούφηξε την πίπα του και φύσηξε τον καπνό προς το πρόσωπο του Ράινχελ. «Δρόμο, φύγετε. Εξαφανιστείτε από το σπίτι μου».
Ο Ράινχελ δεν μίλησε.
Ο Βολφ έκανε μια τελευταία προσπάθεια. «Κύριε, φθάσαμε σήμερα στην πόλη και θέλουμε να τον συναντήσουμε, αλλά δεν τον βρήκαμε στο σπίτι του. Μήπως ξέρετε πού βρίσκεται;»
Ο Λάουγενς κοίταξε τον λοχαγό, τσαντισμένος. Έδειξε με την πίπα του πρώτα τον Βολφ και μετά τον Ράινχελ. Άρχισε να κλείνει την πόρτα, ενώ ταυτόχρονα φώναζε «Είπα, φύγετε! Δεν έχω τίποτα να σας πω. Δεν θέλω να ξέρω ποιοι είστε, ποιον ψάχνετε, πότε ήρθατε, γιατί ήρθατε, από πού ήρθατε. Δεν με ενδιαφέρετε! Απλά, σηκωθείτε και…»
Ο Ράινχελ άπλωσε το χέρι του και σταμάτησε την πόρτα πριν σφραγίσει.
Προτού ο Ολλανδός συνέλθει από το σοκ και καταλάβει τι γινόταν, ο Βολφ όρμησε κατά πάνω του: του άρπαξε το δεξί χέρι και το γύρισε πίσω από την πλάτη του, σπρώχνοντάς τον προς το διάδρομο με τα δωμάτια. Τέλος, ο Ράινχελ μπήκε και αυτός στο διαμέρισμα και τότε έκλεισε την πόρτα.
«Σταματήστε» είπε ο Λάουγενς με δυσκολία και η πίπα του έπεσε στο πάτωμα. «Σας παρακαλώ, σταματήστε. Τα παιδιά και η γυναίκα μου είναι δίπλα. Παρακαλώ».
«Εσύ σταμάτα!» τον διέταξε ο Βολφ. «Δεν θα βλάψουμε ούτε εσένα ούτε την οικογένειά σου, αν συνεργαστείς. Κατάλαβες;»
«Ναι, ναι, εντάξει, κατάλαβα» ψιθύρισε ο Λάουγενς. «Άσε το χέρι μου, κύριε, πονάω».
Ο Βολφ είδε τις άδειες καρέκλες και τον καναπέ και άφησε τον άλλο. «Κάτσε» του είπε και ο Λάουγενς υπάκουσε. Κάθισε στον καναπέ και έτριψε το χέρι του, αλλά απέφευγε να κοιτάζει τους δύο κατασκόπους.
Από κάποιο δωμάτιο ακούστηκαν οι φωνές των παιδιών και της γυναίκας που πρέπει να τα μάλωνε.
«Ανάλαβέ το» είπε ο Βολφ στον Ράινχελ και εκείνος έσπευσε να ηρεμήσει τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Ο λοχαγός γύρισε ξανά προς τον Λάουγενς. Τον είδε να κοιτάζει προς το διάδρομο, έτοιμος να κλάψει. «Δεν έχεις λόγο να ανησυχείς» του είπε. Ο Βολφ έσκυψε και μάζεψε την πίπα και την έδωσε στον Λάουγενς. «Όπως σου είπα, το μόνο που θέλουμε να μας πεις είναι πού βρίσκεται ο Μαρτίν».
«Ήξερα ότι είναι επικίνδυνος» σχολίασε ο Ολλανδός, σχεδόν μουρμουρίζοντας. «Και φυσικά θα είχε επικίνδυνους φίλους». Κοίταξε τον Βολφ. «Το ξέρεις ότι πριν τρία χρόνια ο φίλος σου σκότωσε πέντε αθώους ανθρώπους, επειδή απλά έτυχε να βρεθούν στο δρόμο του; Και ξέρεις τι είπε μετά; Ότι κάνουν ανθρωποθυσίες και ότι θέλουν να φέρουν τον Σατανά…» Ο Λάουγενς σταμάτησε και κοίταξε προς τα πάνω, προς τον τοίχο, όπου κρεμόταν μια εικόνα της Παναγίας που κρατούσε τον Χριστό. Κάτι ψέλλισε και σταυροκοπήθηκε.
Οι φωνές από το διπλανό δωμάτιο σταμάτησαν και ο Ράινχελ επέστρεψε. «Αξιολάτρευτα τα παιδιά του» είπε. Έσκυψε προς τον Λάουγενς. «Το άκουσες αυτό που είπα; Έχεις αξιολάτρευτα παιδιά. Πολύ χαριτωμένα και όμορφα».
«Σας παρακαλώ» είπε ο Λάουγενς, κοιτώντας τους. «Μην τα βλάψετε. Μη βλάψετε την γυναίκα μου. Μην την ατιμάσετε, ενώ μάλιστα είναι εδώ και τα παιδιά μου. Δεν θα το αντέξουν, ούτε εκείνη, ούτε εγώ. Μέσα στο ίδιο μας το σπίτι…» Έπαψε πάλι, για να απευθυνθεί στην εικόνα.
Ο Ράινχελ απόρησε. «Τι; Είπα εγώ ότι;… Τι λέει;»
Ο Βολφ τον σταμάτησε και μίλησε προς τον φοβισμένο άντρα. «Κανείς δεν θα πάθει τίποτα, Λάουγενς. Απλά, πες πού είναι ο Μαρτίν. Και μετά, θα φύγουμε».
«Ψάχνετε έναν τρελό φονιά» είπε ο Λάουγενς. «Γιατί; Δεν ακούσατε τι σας είπα; Σκότωσε…»
«Σε ακούσαμε, Λάουγενς. Εσύ, απ’ ό,τι φαίνεται, δεν μας ακούς και δυσκολεύεις τα πράγματα».
Ο Λάουγενς έβαζε την πίπα στο στόμα, ρούφαγε καπνό, την έβγαζε, φύσαγε τον καπνό, και πάλι από την αρχή, κινούμενος ταυτόχρονα μπρος πίσω, σαν να έκανε κάποια θρησκευτική υπόκλιση. Άρχισε ξανά να μιλάει, περισσότερο σαν να μαρτυρούσε στην αστυνομία, για να μην τον ξυλοφορτώσουν, παρά για να απαντήσει σε ό,τι τον ρωτούσαν οι δύο άντρες. «Σκότωσε πέντε ανθρώπους. Πέντε άνδρες. Που τι έκαναν; Πλησίασαν μια γυναίκα, η οποία πρέπει να ήταν πόρνη. Τέτοια ώρα που κυκλοφορούσε, μοναχή της, τι άλλο να ήταν; Μια πόρνη, που έψαχνε πελάτες. Αλλά, φαίνεται, δεν είχαν να την πληρώσουν, οι φτωχοί, που γύρευαν να δουν λίγη χαρά, έστω και αν επρόκειτο να αμαρτήσουν, και αυτή τους αρνήθηκε και τότε ο… ο τρελός ο Μαρτίν, αποτρελαμένος και αυτός σαν την μάνα μας, που φυσικά αυτόν αγαπούσε περισσότερο, γιατί μοιάζει στον πατέρα, τους όρμησε σαν λιοντάρι και…»
«Λάουγενς Χόουνεχ!» είπε ο Βολφ. «Σταμάτα! Τώρα!»
Ο Λάουγενς σταμάτησε. Κοιτούσε κάπου πίσω από τους κατασκόπους, προς τα έπιπλα με τα σερβίτσια.
Ο Βολφ πλησίασε και έσκυψε, για να μιλήσει ψιθυριστά, σχεδόν συνωμοτικά, στον Ολλανδό. Τον έπιασε απαλά από τον αριστερό ώμο, σαν να ήθελε να του παρέχει μια φιλική αγκαλιά στο πένθος του. Είπε «Άκουσε με, Λάουγενς. Λάουγενς! Με ακούς; Ωραία. Πρόσεξε τι θα πω. Δεν μας ενδιαφέρει τι συνέβη πριν τρία χρόνια. Εμείς σήμερα, το 1897, είμαστε εδώ, στο Άμστερνταμ. Και θέλουμε να βρούμε έναν πολύ καλό γνωστό μας, τον Μαρτίν Χόουνεχ, που έχουμε να τον δούμε πολύ καιρό. Δεν μας αφορά το τι έκανε παλιά. Σήμερα, ξέρεις πού βρίσκεται ο Μαρτίν; Ναι ή όχι, Λάουγενς;»
Ο Λάουγενς είπε κάτι στην μητρική γλώσσα του.
«Τι σημαίνει αυτό, Λάουγενς;»
«Ξέρω πού είναι ο Μαρτίν».
«Καλό αυτό. Πού είναι;»
«Στο φρενοκομείο. Στο άσυλο τρελών Νάνκο Φούνκε. Εκεί ανήκει ο αναθεματισμένος, ο αφορισμένος, ο Μαρτίν, που μόνο η Κόλαση τού αξίζει. Δεν έχει φόβο Θεού, παρά ασχολείται με όλους τους δαίμονες που υπάρχουν. Ελπίζω να σαπίσει εκεί μέσα».
«Πού είναι αυτό το άσυλο;»
«Στο Νιούερ-Άμστελ. Βρίσκεται στην όχθη του ποταμού Άμστελ». Ο Λάουγενς χαμογέλασε. «Αντί να χτίσουν ένα ωραίο ξενοδοχείο ή πανδοχείο ή εστιατόριο ή ιππόδρομο ή κάτι τέτοιο, εκείνοι έφτιαξαν ένα άσυλο τρελών. Αυτός ο ιδιοκτήτης, ο δόκτωρ Έχπερτ Νάνκο, πρέπει να είναι και ο ίδιος τρελός, αν και μιλάει πολύ ευγενικά».
«Επιτέλους, φέρθηκες έξυπνα, Λάουγενς» είπε ο Βολφ και ανασηκώθηκε. Ένιωσε τα γόνατά του να τον ενοχλούν από την κούραση και την προσπάθεια να μείνει καθιστός. «Εμείς θα φύγουμε τώρα».
Ο Λάουγενς δεν είπε τίποτα.
«Αλλά θέλουμε να μας υποσχεθείς κάτι» είπε ο Ράινχελ. «Για να μην χρειαστεί να επιστρέψουμε εδώ, δηλαδή, και συνεχίσουμε την ευχάριστη κουβέντα μας. Δεν θέλουμε να μάθει κανείς άλλος για εμάς. Μην πεις σε κανέναν τίποτα. Ούτε εσύ, ούτε η γυναίκα σου, ούτε τα παιδιά σου. Μην πείτε ότι σας επισκεφτήκαμε. Αλλιώς θα εκνευριστούμε πολύ, Λάουγενς». Ο Ράινχελ πλησίασε τον Ολλανδό, ο οποίος μαζεύτηκε στην μια γωνία του καναπέ. «Δεν θέλουμε να εκνευριστούμε. Ούτε εσύ το θέλεις, έτσι δεν είναι;»
Ο Λάουγενς απλά κατένευσε.
«Τέλεια!»
«Σε ευχαριστούμε για τη βοήθεια, Λάουγενς» είπε ο Βολφ. «Καλό σας βράδυ!»
Ο Λάουγενς δεν μίλησε, παρά, όταν είδε τους δύο άντρες να κλείνουν πόρτα, μπόρεσε να ανασάνει. Και μετά, ούρλιαξε στην γυναίκα του, που είχε φανεί τόσο ανόητη και άνοιξε την πόρτα σε δύο αγνώστους.
Ο Βολφ και ο Ράινχελ έφτασαν στο ισόγειο, δίχως να συναντήσουν κανέναν και βγήκαν από την πολυκατοικία. Αν είχαν μείνει κι άλλο στο διαμέρισμα του Λάουγενς, θα μάθαιναν για το γράμμα που έφτασε και που του ζητούσε να επισκεφτεί άμεσα το γηροκομείο όπου αυτός, ο Γιους και η Τρίνκε είχαν κλείσει την μητέρα τους, μετά την καταδίκη του Μαρτίν.
Ο Ράινχελ είδε έναν αμαξά να πλησιάζει από το βάθος του δρόμου, που έμοιαζε ατελείωτο. Ρώτησε τον Βολφ, ο οποίος έδειχνε να έχει κουραστεί, «Συνεχίζουμε;»
Αυτός απάντησε χωρίς να το σκεφτεί. «Συνεχίζουμε. Επόμενος σταθμός, το άσυλο Νάνκο Φούνκε».
Σταμάτησαν τον αμαξά και του είπαν πού θέλουν να τους πάει. Σε αντίθεση με τους προηγούμενους, με αυτόν δυσκολεύτηκαν λίγο να συνεννοηθούν, καθότι δεν ήξερε κάποια άλλη γλώσσα, πέραν της μητρικής του. Ωστόσο, την περιοχή και το μέρος που του ανέφεραν τα γνώριζε και, καθώς έδινε εντολή στα δύο άλογα να ξεκινήσουν, κάτι σχολίασε, γελώντας.
Ενώ διέσχιζαν τον μεγάλο δρόμο, παρατήρησαν το παρακείμενο πάρκο. Οι κολόνες με τα αναμμένα φανάρια προσέφεραν μια καλή θέα για έναν παρατηρητή. Ήταν τεράστιο, γεμάτο φυτά, δέντρα, ένα άγαλμα και μια λίμνη να αχνοφαίνεται. Κάποιοι κάτοικοι της πόλης περιφέρονταν πίσω από τα κάγκελα που το περιέβαλλαν, ορισμένοι εξ αυτών με ποδήλατα.
«Λες αυτός ο Λάουγενς να έρχεται συχνά με τα παιδιά του εδώ;» ρώτησε ο Ράινχελ. «Θέλω να πω, είναι ακριβώς απέναντι από την πολυκατοικία του. Και είναι πολύ ωραίο μέρος, για έναν περίπατο».
Ο Βολφ κούνησε το κεφάλι του, ξεφύσησε και απάντησε «Μάλλον, θα αφήνει τα παιδιά του να έρχονται με την γυναίκα του. Αν δεν έχουν κάνει καμιά… αμαρτία και δεν τα έχει τιμωρήσει, δηλαδή, να είναι κλεισμένα στο δωμάτιό τους και να επαναλαμβάνουν κάποια προσευχή μέχρι να πονέσει ο λαιμός τους. Είναι από αυτούς που παριστάνουν τους θρήσκους, αλλά που στην πραγματικότητα είναι πιο αμαρτωλοί από άλλους, που μπορεί να ασχολούνται πολύ λιγότερο με τα θρησκευτικά τους καθήκοντα». Έβγαλε τσιγάρο και το άναψε. «Δεν άκουσες τι είπε όταν εσύ ανέφερες ότι τα παιδιά του είναι αξιολάτρευτα; Να μην ατιμάσουμε την γυναίκα του. Ειλικρινά, πώς έβγαλε αυτό το συμπέρασμα;»
Ο Ράινχελ μόρφασε. «Θα μπορούσα να τον δικαιολογήσω, υποθέτω. Επειδή του φερθήκαμε σαν τσαντισμένοι αστυνομικοί που τον ανακρίνουν, ενώ στην αρχή παραστήσαμε τους καλούς. Φοβήθηκε και έλεγε ό,τι σκεφτόταν, χωρίς να κρίνει».
«Και πάλι, δείξαμε ότι έχουμε πρόθεση να βλάψουμε την γυναίκα ή τα παιδιά του; Όχι. Μια αναθεματισμένη ερώτηση ζητήσαμε να απαντήσει και μόνο που δεν είπε ότι έχουμε σκοπό να ανατινάξουμε την πολυκατοικία. Ο τύπος έχει “βρόμικο” μυαλό, Τζόνας».
Ο επιλοχίας δεν το σχολίασε, παρά κάθισε αναπαυτικά και αφέθηκε στις σκέψεις του.
Είκοσι λεπτά μετά, η άμαξα σταμάτησε. Ο οδηγός κάτι είπε και οι δύο κατάσκοποι κατέβηκαν. Τον πλήρωσαν και αυτός, χαιρετώντας τους με το καπέλο του, φώναξε στα άλογα και εξαφανίστηκε.
Ο Βολφ και ο Ράινχελ πλησίασαν την πύλη της περίφραξης με την επιγραφή και κοίταξαν το Νάνκο Φούνκε. Απέξω το κτίριο έμοιαζε περισσότερο με ξενοδοχείο ή με έπαυλη, παρά με νοσοκομείο ή με κάποια άλλα άσυλα που είχαν δει στη Βουδαπέστη και τη Βιέννη. Αυτό εδώ ήταν όμορφο, με έναν μεγάλο δεντρόφυτο κήπο, που περιείχε, ένα σιντριβάνι και τουλίπες, ενώ φανάρια ήταν σκορπισμένα σε διάφορα σημεία και ειδικά στις εξωτερικές σκάλες, που χρειαζόταν να ανέβει κανείς για να φτάσει στην πόρτα του κτίσματος. Δεξιά και αριστερά του κεντρικού κτιρίου, υπήρχαν άλλα μικρότερα, κάποιο από τα οποία έπρεπε να είναι στάβλος ή μαντρί, γιατί στον αέρα πλανιόταν η μυρωδιά κοπριάς. Από την κεντρική εξωτερική πύλη ως την πόρτα, μια απόσταση γύρω στα δεκαπέντε μέτρα, αλλά και σε άλλα σημεία του κήπου, είχαν σκαλιστεί πέτρινα δρομάκια. Οι άσπροι τοίχοι, καθώς και η τριγωνική σκεπή, φαίνονταν καθαροί, ενώ δεν ήταν όλα τα παραθυρόφυλλα κλειστά, ούτε οι κουρτίνες των δωματίων ή των γραφείων. Παρατηρώντας το τοπίο έξω από την περίφραξη, οι δύο κατάσκοποι σκέφτηκαν ότι ίσως στη διάρκεια της ημέρας να είναι ωραίο δάσος και θα άξιζε να διασχίσεις την όχθη του παγωμένου ποταμού, αλλά τώρα, μες στην νύχτα, όλα φαίνονταν τρομαχτικά. Τρεις φιγούρες, σε τρεις διαφορετικούς χώρους, κοιτούσαν έξω από το άσυλο –ήταν, όμως, μακριά, για να διακρίνουν οι κατάσκοποι κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τους.
«Λες κάποιος από αυτούς να είναι ο Μαρτίν;» ρώτησε ο Ράινχελ.
«Μπορεί. Αν και κανείς δεν μοιάζει να έχει το ύψος ή τον θώρακα ενός τόσο σωματώδους άντρα».
Ο Ράινχελ έδειξε ένα μικρό σημείο στον τοίχο πάνω στον οποίο είχαν στηρίξει την πύλη. Ήταν ένα χρυσό, ψεύτικο «λουλούδι», με ένα στρογγυλό σημάδι στο κέντρο του. Μια επιγραφή στα ολλανδικά, τα γαλλικά και στα αγγλικά ανακοίνωνε Πιέστε το κουδούνι και παρακαλώ περιμένετε. «Το πατάω;» ρώτησε.
«Ναι. Ας τελειώνουμε επιτέλους».
Αλλά τότε ήταν που είδαν έναν σκυφτό άντρα με γκρι παλτό και καπέλο, να εμφανίζεται από το πλάι του κτιρίου, κρατώντας ένα φανάρι και έχοντας στην ζώνη του ένα ξύλινο ραβδί. Ο τύπος προχώρησε σε παράλληλη πορεία με το κεντρικό κτίσμα, περπατώντας αργά. Είχε σκοπό να φτάσει στην άλλη άκρη, όταν φταρνίστηκε και, καθώς γύρισε το κεφάλι προς τα αριστερά του, πρόσεξε τους δύο αυστριακούς.
«Κύριε;» φώναξε ο Βολφ στα γαλλικά. Χαμογέλασε στον άντρα. «Μπορούμε να σας ρωτήσουμε κάτι;»
Ο άντρας αποκρίθηκε με μια χειρονομία, για να τους δείξει ότι έπρεπε να περιμένουν, και κατέβηκε σιγά-σιγά τα σκαλοπάτια, κοιτώντας πού πατούσε κάθε φορά και πού θα πατούσε στη συνέχεια. Όταν έφτασε ακριβώς έξω από την πύλη, σήκωσε το κεφάλι και το φανάρι, για να δει τους αγνώστους. «Τι θέλετε; Ποιοι είστε;» ρώτησε με βραχνιασμένη και συριστική φωνή και ένα στόμα με λιγοστά δόντια.
Ο Βολφ και ο Ράινχελ, που, με το που αντίκρισαν στο μισοσκόταδο ένα κιτρινισμένο πρόσωπο με μεγάλη μύτη (που σε τρία σημεία είχε κοκκινωπές ελιές), μακριά αυτιά και σχεδόν ανύπαρκτα φρύδια, παραλίγο να τραβήξουν όπλο. Τους είχε τρομάξει η όλη εμφάνιση του άντρα. Με όλα αυτά που είχαν ακούσει για το Μπραν, για τον Μαρτίν, αλλά και η φήμη που είχαν άσυλα σαν αυτό εδώ, συν την κούραση και την επιτακτική ανάγκη να ολοκληρώσουν την αποστολή τους, είχαν αρχίσει να επηρεάζονται.
«Τι θέλετε, θα μου πείτε; Έχω και δουλειά, ξέρετε» είπε ο άλλος άντρας.
Ο Βολφ τού είπε.
*
Τάκης Κομνηνός
——————————————————————————————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Στο κείμενο αξιοποιούνται ιστορικά στοιχεία και πραγματικές τοποθεσίες, αλλά αυτό γίνεται κατά τρόπο μυθιστορηματικό.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/TheBluez.gr
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/anastkom/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/serials/—/

One response to “Η Εντολή της Κόμισσας – Μέρος Τρίτο – 2.Ι”
[…] Προηγούμενο […]