Βιαστικό το τσιγάρο του, το ρούφηξε μονομιάς, πετώντας την γόπα με απέχθεια στον βρεγμένο δρόμο. Έκανε νεύμα σε ένα ταξί που για καλή του τύχη περνούσε εκείνη την ώρα από τον κεντρικό. Μπήκε σέρνοντας το σώμα του με βλέμμα αδειανό, ψελλίζοντας τον προορισμό, «Βικτώρια» και αμέσως γύρισε στο παράθυρο, υπονοώντας πως δεν ήθελε καμία κουβέντα, τίποτα. Σιωπή. Απλά να πάει να σωριαστεί στο κρεβάτι με τα ρούχα, να περάσει η βραδιά, να ξημερώσει και να ξεπλύνει τον πόνο. Να μην νιώθει, να μην νιώθει στάλα πόνο γαμώτο! Να μην υπάρχει, να αιωρείται μεταξύ κενού και ανυπαρξίας. Έλλειψη συνείδησης. Έλλειψη χώρου, έλλειψη συναισθημάτων, ένας ψυχρός εκτελεστής καρδιών και ματιών. «Με πέθανε, με νέκρωσε» σκεφτόταν συνεχώς και από το μυαλό του δεν έφευγε το πρόσωπό της, το στόμα της το έβλεπε συνεχώς μπροστά του, να ψάχνει το δικό του και λίγο πριν συναντηθούν τα χείλη τους, να προβάλει ανάμεσά τους κάποιος άλλος. Πότε ήταν εκείνος από την δουλειά της, πότε ένας από το γυμναστήριο, πότε ένας τυχαίος από την έξοδό τους… Ζήλευε! Ω ναι, ζήλευε, δεν ήθελε κανείς να την κοιτά, «Συνοδεύεται η κοπέλα» είχε βαρεθεί να λέει, καρφώνοντας στα μάτια τους επίδοξους θαυμαστές της.
Είχαν τσακωθεί άπειρες φορές με αφορμή το ντύσιμό της, μα όπως και αν ντυνόταν, δεν του άρεσε. «Ρε Μάνο, τι σκατά να βάλω; Ήμαρτον! Τίποτα δεν σου αρέσει και να σου πω κάτι; Τώρα μου την έσπασες, δεν θέλω να βγω!» πόσες φορές το ίδιο σκηνικό και τελικά κατέληγαν να μην μιλιούνται για ημέρες. Τοξικό, μα δεν μπορούσε να το ελέγξει, δεν μπορούσε να επιβληθεί στον εαυτό του, πάθαινε τρέλα κάθε φορά που την σκεφτόταν στο ίδιο χώρο με άλλον. «Δεν το έχω ξαναπάθει αυτό με άλλη γυναίκα» εξομολογούταν στον κολλητό του.
Και όμως, το είχε ξαναπάθει, αλλά το είχε θάψει βαθιά μέσα του! Από τότε που εκείνη ερχόταν να πάρει τους βαθμούς του, τότε που την χάζευαν μικροί και μεγάλοι και εκείνος στο προαύλιο μοίραζε μπουνιές σε όποιον έλεγε το παραμικρό για την μάνα του. «Δεν θέλω να έρχεσαι στο σχολείο» της έλεγε συνεχώς, χωρίς να εξηγεί τους λόγους. Και εκείνη προσπαθούσε να καταλάβει, χωρίς να λαμβάνει εξηγήσεις. Τι να της πει; Δεν ήξερε πώς να το ονομάσει αυτό το συναίσθημα. Ένιωθε ένοχος που έφυγε ο πατέρας, ένιωθε πως εκείνος όφειλε να προστατεύσει την ευάλωτη μητέρα του. Δεν γούσταρε κανέναν να στέκεται δίπλα της, δεν ήθελε κανέναν να αντικαταστήσει τον πατέρα του. Και εκείνη, σε πείσμα όλων που έψαχναν αιτίες και λόγους, φρόντιζε τον εαυτό της όλο και περισσότερο, ήταν σαν ένα λουλούδι που περίμενε μια αφορμή να ανθίσει, να σκορπίσει ευωδιά και θαυμασμό γύρω του. «Δύσκολο ν’ ακυρώνεις μια γυναίκα. Την πεισμώνεις ή την καταστρέφεις, δεν υπάρχει άλλη επιλογή», είχε την ωριμότητα να σκεφτεί, πριν το κεφάλι του ακουμπήσει στο μαξιλάρι.
Σηκώθηκε με φοβερό πονοκέφαλο. Είχε πιει πολύ εχθές. Με μια απαξιωτική κίνηση έκλεισε το κινητό, δεν είχε κέφι σήμερα να πάει στην δουλειά. Γύρω του ακαταστασία. Aπό τότε που έφυγε η Νάντια, δεν τακτοποίησε τίποτα. Όλα κατέρρεαν και εκείνος απορυθμισμένος απλά κοίταζε την κατάντια του, θαρρείς επικροτούσε αυτή την κατάσταση, επιζητούσε τον πόνο που του προκαλούσε η φυγή της. Ακόμα μια γυναίκα που δεν άντεξε μαζί του! Με την Νάντια όμως πίστεψε θα ήταν διαφορετικά, είχε πειθαρχήσει την ζήλια του, έλεγε, μα τι τα θες, αυταπάτες! Όταν εκείνη ένιωσε όμορφα και ασφάλεια μαζί του, άνθισε, όπως η μητέρα. Γλυκομίλητες και οι δύο, όμορφες, έξυπνες, κομψές, όχι κραυγαλέες. Η σύγκριση ήταν μοιραία, δεν ήθελε…
«Να πάρει!», δεν το έλεγχε πλέον. Στο πρόσωπό της «έβλεπε» την μάνα του, έβλεπε κάθε ανδρικό πρόστυχο βλέμμα, άκουγε κάθε ψίθυρο, ξαναζούσε κάθε λεπτό, τις στιγμές που τον πλήγωναν. Έγινε δύσπιστος, έγινε επικριτικός, η ανασφάλεια τον τίναζε στον αέρα, καθημερινά. Ένιωθε συνεχώς να απειλείται από μια φανταστική εμμονή μαζί της. Από μια φανταστική δική του εκδοχή των γεγονότων. Και εκείνη δεν άντεξε την ζήλια του, την καταπίεσή του, ένα απόγευμα έφυγε, απαριθμώντας τους λόγους που δεν ήθελε να είναι πλέον μαζί. Πόσο γνώριμη του ήταν αυτή η συνθήκη! Εγκατάλειψη, η δεύτερη φύση του! Προδοσία! Πρώτα ο πατέρας, μετά η μητέρα. Εκείνος έφυγε με άλλη, έκανε νέα οικογένεια σε μια μακρινή χώρα. Εκείνη γνώρισε έναν άλλο, θέλησε να τον δεχτεί και το παιδί, αλλά ο Μάνος ανένδοτος, ακλόνητος, πιστός στον πατέρα του, δεν δέχτηκε ποτέ κανέναν αντικαταστάτη. Προσπαθούσε η μητέρα να προσεγγίσει τον Μάνο, να του μιλήσει, να του εξηγήσει, μια ευκαιρία να ακούσει την αλήθεια της και ας μην την δεχόταν ποτέ. Αποκαμωμένη και πιστή στον ρόλο της μητέρας, έμεινε μια ζωή αδέσμευτη, χωρίς καμία διαμαρτυρία, αποδέχτηκε την άρνηση του γιου της και έδιωξε κάθε ανδρική παρουσία από δίπλα της. Και τώρα εκείνη στο νοσοκομείο, αποκαμωμένη να περιμένει το τέλος της. Μια όμορφη, γλυκιά, ηλικιωμένη κυρία, που δεν ευτύχησε στην ζωή της. Μοναδικό της επίτευγμα ο γιος της. Ο Μάνος της!
Πήγε να την βρει στο νοσοκομείο, της έπιασε το χέρι και το βελούδινο βλέμμα της, τον αγκάλιασε. Περίεργος ο τρόπος που γιάτρευε όλες τις πληγές του, το βλέμμα, η φωνή, η αποδοχή. «Παιδί μου…» του ψιθύρισε και μονομιάς ένιωσε την αγκαλιά της, πρόβαλε στην μνήμη του η εποχή που ήταν μια όμορφη οικογένεια, όταν ακόμα ο πατέρας ήταν μαζί τους. «Μάνο, θέλω να δώσεις μια ακόμα ευκαιρία στον εαυτό σου, παιδί μου. Θα πρέπει να μάθεις να δίνεσαι αγόρι μου». Δεν τόλμησε να φέρει καμία αντίρρηση, ο γεννημένος αντιρρησίας, χαμήλωσε τα μάτια και της χαμογέλασε με αγάπη. Η μητέρα του συνέχισε «Όλα είναι αγάπη. Ίσως θα έπρεπε να επιμείνω, να έχεις ένα αντρικό πρότυπο δίπλα σου, το βλέπω πλέον πως είσαι κτητικός και σε αυτό φταίω εγώ. Θα πρέπει να μάθεις να δέχεσαι, είναι απρόβλεπτη η ζωή, Μάνο μου». “Το αντίθετο…” σκέφτηκε εκείνος, «Είναι τόσο προβλέψιμη η ζωή! Ξυπνάω, πάω στην δουλειά, πίνω και ενδιάμεσα χωρίζω. Το ίδιο μοτίβο, τόσα χρόνια…».
Χρόνια αργότερα θ’ αντιλαμβανόταν τι εννοούσε η μητέρα του. Όταν ο πατέρας επέστρεψε στην Ελλάδα, συναντήθηκαν αμέσως. Μετανιωμένος του ζήτησε να τον συγχωρέσει που τον άφησε πίσω να τον μεγαλώσει η… θεία του, ενώ εκείνος με την μητέρα του έκαναν δεύτερο παιδί σε εκείνη την ξένη χώρα! Μετανιωμένος αποκάλυψε την αλήθεια, γκρεμίζοντας την εκδοχή του Μάνου. Την περίπου αληθινή εκδοχή του Μάνου, που προσπαθούσε μια ζωή να ανατρέψει η θετή μητέρα του, χωρίς επιτυχία.
Ελένη Ρέγγα

One response to “Τελικά, όλα είναι… αγάπη”
[…] Van life! Η ζωή μετά την φυλακή Τελικά, όλα είναι… αγάπη […]