Το 1921 βρίσκει την Ναυσικά με τον πρωτότοκο, τον Μιλτιάδη και ήδη έγκυο στο δεύτερο παιδί και με τον Κωνσταντή να έχει καταταχτεί στο στρατό. Ο ελληνικός στρατός φανερά καταπονημένος, κρατά ακόμα τις θέσεις του μετά τις νίκες στην Κιουτάχεια, στο Εσκί Σεχίρ και στο Αφιόν Καραχισάρ, αλλά η γραμμή που κρατάνε είναι κυρίως αμυντική και όχι επιθετική. Παρόλο που έχουν στρατολογηθεί και πολίτες, το νέο αίμα είναι άπειρο και απείθαρχο και δεν αποτελεί σημαντική βοήθεια. Ο Κωνσταντής βλέποντας τα λάθη και την εξαθλίωση δίνει οδηγίες στον Αγησίλαο με επιστολές να γυρίσουν πίσω στην Ελλάδα. Κάνει πληρεξούσια για να μεταφερθούν τα χρήματά του σε ελληνικές τράπεζες, ενώ γράφει άλλες επιστολές στη Ναυσικά ν’ αρχίσει να οργανώνει την επάνοδο στα πάτρια εδάφη. Ο Αγησίλαος εκτός απ’ τον Κωνσταντή, λαμβάνει επιστολές παρόμοιου περιεχομένου και από τον Περικλή. Ήρθε η ώρα να εγκαταλείψουν την πόλη και τη χώρα που τους φιλοξένησε τόσα χρόνια, χαρίζοντάς τους γαλήνη και ευμάρεια.
Φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς γεννήθηκε και ο δεύτερος γιός των Αγγέλογλου, ο Αριστείδης και δυο μήνες αργότερα ο Κωνσταντής είχε την ευκαιρία να τον γνωρίσει σε μια ολιγοήμερη άδειά του. Εκείνo τo μικρό διάστημα που έμεινε στο σπίτι του, ανάμεσα στις θορυβώδεις μέρες απ’ τα κλάματα των μωρών και τις ερωτικές νύχτες σαν μην υπήρχε αύριο, συνελήφθη και το τρίτο μωρό. Όταν το συνειδητοποίησε η Ναυσικά, έτρεξε στον θείο της και του είπε να κανονίσει το ταξίδι το συντομότερο. Ο προορισμός αυτή τη φορά είναι ο Πειραιάς και όχι η Άνδρος. Είχε τώρα τρεις σοβαρούς λόγους να βιάζεται, ο ένας ακόμα μέσα της. Ο θείος της έκανε τις απαραίτητες κινήσεις και έτσι μετά την αλλαγή του χρόνου, Γενάρη του 1922, η Ναυσικά με δύο μωρά και το τρίτο στη κοιλιά της, με τα μπαούλα στοιβαγμένα γύρω της και τα χρυσαφικά ραμμένα στους ποδόγυρους των φουστανιών της, βρισκόταν σ’ ένα άλλο πλοίο που διέσχιζε πάλι το Αιγαίο, με την εντελώς αντίθετη κατεύθυνση αυτή τη φορά. Φαινόταν ψύχραιμη, αλλά μέσα της ανησυχούσε. Δεν την τρόμαζε τι την περίμενε στην άλλη άκρη του Αιγαίου, ανησυχούσε για αυτά που άφηνε πίσω. Τον Κωνσταντή που πολέμαγε, τους χαρούμενους ανθρώπους που γνώρισε εκεί και της άνοιξαν το σπίτι τους και την καρδιά τους, τους θείους της που θα έκαναν κι αυτοί το ίδιο ταξίδι σε λίγο καιρό, για την Σμύρνη που της σημάδεψε την ψυχή και το μυαλό. Ξανά απ’ την αρχή;
Στο λιμάνι του Πειραιά εκείνη την κρύα μέρα του Γενάρη την περίμενε μόνο ο Αχιλλέας, που στο μεταξύ είχε εξαπλωθεί και στον τομέα του τουρισμού, κατέχοντας ήδη δύο ξενοδοχεία στην πλατεία Ομονοίας και επειδή πηγαινοέρχονταν συχνά απ’ το νησί, είχε επίσης ένα σπίτι στη Κυψέλη για να εξυπηρετείται. Εκεί οδήγησε την Ναυσικά με τα παιδιά και αυτό ήταν το πρώτο σπίτι που την φιλοξένησε στην καινούργια της αρχή.
Στην Τουρκία, ο ελληνικός στρατός κρατάει με νύχια και με δόντια την γραμμή άμυνάς του, αλλά ο εξοπλισμός λιγοστεύει, όπως και η αντοχή και η πίστη. Τον Αύγουστο του 1922 ο τουρκικός στρατός με επικεφαλή τον ίδιο τον Μουσταφά Κεμάλ, επιτίθεται στην εξασθενημένη ελληνική στρατιά στο Αφιόν Καραχισάρ και σπάει την άμυνα των Ελλήνων και ακολουθεί ταχύτατα η κάθοδός τους προς τα παράλια. Η ελληνική στρατιά ηττήθηκε κατά κράτος, αφήνοντας στο έλεος των φανατισμένων, σχεδον δυο εκατομμύρια ψυχές.
Τέλος Αυγούστου και οι Τούρκοι πατάνε στην Σμύρνη. Πυροβολισμοί, φωτιά, καπνός, συλλήψεις, τρόμος, κραυγές, θρήνοι, σπαραγμός, φρίκη. Φωτιά και θάνατος. Φωτιά και καπνός. Καπνός μαύρος που σκέπαζε τα αστέρια κι άλλαζε το χρώμα του ουρανού από βαθύ μπλε σε μαύρο. Και μέσα σ’ αυτό το σκηνικό της κόλασης του Δάντη, η αρχόντισσα Σμύρνη, προδομένη, υπέκυπτε αιμόφυρτη στη μοίρα της. Γυναικόπαιδα μισοπνίγονται στη θάλασσα και άνδρες αιχμάλωτοι οδηγούνται πεζοί στα ενδότερα της Ανατολής, αφήνοντας πτώματα στο διάβα τους. Ο απολογισμός της.
Η Ελλάδα αλλά και η υπόλοιπη Ευρώπη παρακολουθούν τα γεγονότα σοκαρισμένοι. Αναλογίζονται άραγε κάποια στιγμή τα λάθη τους, τις ευθύνες τους; Την ίδια στιγμή χιλιάδες πρόσφυγες συρρέουν στην Ελλάδα με όποιο τρόπο μπορούν. Στη Χίο, στη Μυτιλήνη αλλά και στον Πειραιά, καταφθάνουν συνέχεια πλοία με ανθρώπινα ερείπια. Αβοήθητοι, αλλά και με την ελπίδα της επιβίωσης, αφήνονται στην αγκαλιά μιας Ελλάδας που δυσκολεύεται να συντηρήσει τον δικό της λαό. Όμως σιγά-σιγά όλα παίρνουν τον δρόμο τους, η ζωή – αρκεί να υπάρχει ζωή – συνεχίζεται.
Η Ναυσικά τρελαμένη από ανησυχία για την τύχη του Κωνσταντή, αφήνει τα δυο αγόρια της και το βρέφος, κοριτσάκι αυτή τη φορά, σε μια γειτόνισσα και κατεβαίνει κάθε μέρα στον Πειραιά ψάχνοντας για τον Κωνσταντή ή για κάποιο γνωστό που μπορεί να ξέρει κάτι. Δύσκολη η προσπάθειά της, δεν αναγνωρίζει κανένα γνωστό στα χλωμά τραβηγμένα πρόσωπα, στα βαθουλωμένα μάτια, στα σφιγμένα χείλη.
Ανακατευόταν με το πλήθος, ρωτούσε όποιον έβρισκε μπροστά της «Τον Κωνσταντή; Τον Κωνσταντή Αγγέλογλου, τον είδε κανείς;». Τις περισσότερες φορές δεν έπαιρνε καν απάντηση και αν κάποιοι της μιλούσαν, της έλεγαν άσχετα πράγματα παραλογισμένα.
«Ναυσικά; Εσύ είσαι Ναυσικά;»
Η Ναυσικά γύρισε ξαφνιασμένη, κοίταξε τον κόσμο γύρω της, δεν είδε κανένα γνώριμο και ετοιμάστηκε να προχωρήσει λίγο πιο κάτω σε μια ομάδα γυναικών που έβλεπε κάτω από ένα δέντρο.
«Ναυσικά!» η γυναίκα που την είχε φωνάξει επέμεινε και συγχρόνως ένιωσε ένα χέρι να την γραπώνει απ’ το μπράτσο. Η Ναυσικά εστίασε στην γυναίκα που την είχε σταματήσει. Πρόσωπο σκαμμένο από ρυτίδες, δέρμα σκασμένο, άπλυτα γκρίζα μαλλιά κολλημένα στο κρανίο, μάτια άτονα, σβησμένα, ρούχα παράταιρα, 3-4 νούμερα μεγαλύτερα απ’ το δικό της. Κάτι αόριστο της θύμιζε κυρίως η φωνή της, γιατί το πρόσωπο δεν της έλεγε τίποτα.
«Ναυσικά δεν με κατάλαβες; Η Σωσώ είμαι. Η Σωσώ Παπάζογλου. Γείτονες του θείου σου. Θυμάσαι;»
Η Ναυσικά ήλπιζε να μην έδειξε τίποτα το πρόσωπό της απ’ την έκπληξη που ένιωσε. Ήλπιζε να μην έχασκε ανάγωγα το στόμα της. Η Σωσώ Παπάζογλου; Είναι δυνατόν; Η γυναίκα που έβλεπε μπροστά της, δεν θύμιζε σε τίποτα την κομψή, πάντα περιποιημένη γυναίκα που γνώριζε, με το κοκκινάδι στα χείλη και το ξεκαρδιστικό γέλιο και τους πολλούς γαλλισμούς στην ομιλία της. Ναι, ήξερε αρκετά καλά την κυρία Σωσώ, την γυναίκα μπροστά της δυσκολευόταν να αναγνωρίσει. Αλλοιώνονται τα χαρακτηριστικά απ’τον τρόμο; Με μάτια βουρκωμένα τράβηξε την γυναίκα στην αγκαλιά της ψιθυρίζοντας: «Ο Κωνσταντής; Ακούσατε κάτι;». Την ίδια στιγμή ένιωσε κάποιον να την απομακρύνει άγαρμπα, τραβολογώντας την και σκούζοντας
«Μην αγγίζετε τους πρόσφυγες, μαντάμ, κουβαλούν αρρώστιες!». Η Ναυσικά δεν έδωσε σημασία στον αστυνομικό που την τράβαγε, μόνο κοίταζε με προσδοκία την κυρία Σωσώ. Ίσα που πρόλαβε να δει το αρνητικό κούνημα του κεφαλιού της πριν γυρίσει αγριεμένη στον αστυνομικό.
«Μα την ξέρω την γυναίκα!»
«Έχουμε διαταγές μαντάμ!»
Η Ναυσικά πήρε σβάρνα και τα υπουργεία και τις υπηρεσίες που είχαν συσταθεί για τους πρόσφυγες, αλλά τίποτα. Κανένα νέο για τον Κωνσταντή, ούτε στους νεκρούς, ούτε στους ζωντανούς. Άρχισε να πηγαίνει στους καταυλισμούς των προσφύγων πηγαίνοντάς τους πότε ρούχα, πότε τρόφιμα, πότε σαπούνια, ό,τι μπορούσε. Καιγόταν η ψυχή της να βλέπει ανθρώπους κοσμοπολίτες, που ζούσαν πλούσια και άνετα, ανθρώπους με καλλιέργεια και κουλτούρα, να βρίσκονται μέσα σε μια νύχτα στο τελευταίο σκαλί της αξιοπρέπειάς τους. Πονούσε και θύμωνε όταν άκουγε τους ντόπιους να τους αποκαλούν βρωμιάρηδες, καλοπερασάκηδες και τις γυναίκες παστρικιές. Παστρικιές γιατί πλένονταν ή μήπως τις “τιμωρούσαν” για τις ελευθερίες που απολάμβαναν; Σίγουρα δεν ήθελαν να εκθειάσουν την σωματική, αλλά και οικιακή ανάγκη τους για καθαριότητα, αλλά πώς να το κάνουμε, ποια η ανάγκη τους να διατηρούνται καθαρές, αν όχι για να απαλλαγούν απ’ τα δύσοσμα σωματικά υγρά και δεν εννοούσαν βέβαια τον ιδρώτα. Όχι ότι δεν υπήρχαν και τέτοιες γυναίκες… υπήρχαν… όπως υπήρχαν παντού, σε όλες τις κοινωνίες και σε όλες τις εποχές. Πού να ‘ξεραν… πού να ‘ξεραν οι ανόητοι, ότι κανένας απ’ αυτούς τους πρόσφυγες δεν μπορούσε να τους παραβγεί, τόσο κοινωνικά, όσο και πολιτιστικά. Ότι όταν αυτοί οι “βρωμιάρηδες” είχαν τα χαμάμ και τα δημόσια λουτρά σε κάθε γειτονιά στη Σμύρνη, το αποχετευτικό σύστημα των Αθηνών, στις περισσότερες γειτονιές, ήταν ακόμη πρωτόγονο. Ότι όταν οι Σμυρνιοί πήγαιναν στην όπερα για ψυχαγωγία, ο μέσος αστός, το πολύ να πήγαινε σε κάνα ταβερνάκι. Και επειδή εκείνη και γνώριζε και συμπονούσε, έκανε ό,τι περνούσε απ’ το χέρι της για να τους ανακουφίσει.
Οι μήνες περνούσαν, έφτασε ο χειμώνας και η κυβέρνηση κάθε τόσο έβγαζε νέους νόμους και αποφάσεις για να διαχειριστεί το θέμα των προσφύγων. Νέες συμφωνίες γίνονταν με τα διαπλεκόμενα μέρη, μέχρι που ήρθε η είδηση της συμφωνίας της ανταλλαγής πληθυσμών ανάμεσα στα δύο κράτη. Η Ναυσικά ειδοποίησε αμέσως τον αδελφό της, ο οποίος μέσω των πλοίων του είχε ακόμη συναλλαγές με την Τουρκία, να βρεί τι απόγινε ο Κωνσταντής. Και πράγματι, ο Αχιλλέας λαδώνοντας τους κατάλληλους ανθρώπους, γιατί το μπαχτσίσι ήταν πάντα πάνω από νόμους και κανονισμούς, βρήκε τον Κωνσταντή που είχε πιαστεί αιχμάλωτος. Κανείς δεν έμαθε το πώς, αλλά στην πρώτη φουρνιά ανταλλαγής πληθυσμών, ο Κωνσταντής έφτασε στην Αθήνα κυριολεκτικά μισοπεθαμένος.
«Στην αρχή μας συγκέντρωναν σε μια αποθήκη στη Σμύρνη. Όταν πίστεψαν ότι είχαμε μαζευτεί αρκετοί, μας οδήγησαν ενδότερα. Αυτοί στα άλογα, εμείς με τα πόδια. Περπατούσαμε τρεις μέρες και τρεις νύχτες σε μονοπάτια δύσβατα, σκέτα κατσάβραχα. Όσοι έπεφταν, τους αποτέλειωναν επί τόπου. Κάτι λίγοι που προσπάθησαν να το σκάσουν, είχαν την ίδια τύχη. Μας πήγαν σ’ ένα χωριό κάμποσα χιλιόμετρα έξω απ’ τη Σμύρνη. Βασικά ούτε καν στο χωριό. Υπήρχε ένα παράπηγμα έξω απ’ το χωριό, που το χρησιμοποιούσαν σαν στάβλο. Είχε ζώα ακόμα μέσα. Η περιοχή που ήταν ο στάβλος, στη μια μεριά συνόρευε μ’ ένα βάλτο. Από κει πίναμε νερό. Και εμείς και τα ζώα. Κάθε μέρα έφερναν και καινούργιες φουρνιές αιχμαλώτων. Απ’ ότι καταλάβαμε, θα μας πήγαιναν στα βάθη της Ανατολής να δουλέψουμε σαν σκλάβοι σε οδικά έργα. Μέχρι να μεταφερθούμε και όταν δεν διασκέδαζαν, υποβάλλοντάς μας σε σωματικά και ψυχολογικά βασανιστήρια, μας χρησιμοποιούσαν σαν χαμάληδες ή χτίστες. Οι αιχμάλωτοι είχαμε υπερβεί την χωρητικότητα του στάβλου και ζούσαμε σε πρωτόγονες συνθήκες μαζί με τα ζώα, ζώα και ‘μεις οι ίδιοι, ο ένας πάνω στον άλλον, ρακένδυτοι, πάνω στις καβαλίνες και στα δικά μας περιττώματα. Με μικρά ξεροκόμματα για φαΐ και νερό απ’ το βάλτο, δεν άργησαν να εκδηλωθούν αρρώστιες και ειδικά η δυσεντερία. Οι αιχμάλωτοι πέθαιναν ο ένας μετά τον άλλον απ’ τις άθλιες συνθήκες, τις αρρώστιες και την σωματική αδυναμία. Κάποιοι που προσπάθησαν να το σκάσουν, δεν πρόλαβαν να πάνε μακριά και εκτελέστηκαν. Δεν ξέρω, μπορεί και κάποιος να τα κατάφερε, αλλά εμείς ακούγαμε τους πυροβολισμούς. Μοναδικός μου στόχος ήταν να παραμείνω ζωντανός μήπως και ξαναδώ την Ναυσικά, τα παιδιά μου και τον Θωμά. Προσπάθησα να συρρικνωθώ. Έμαθα να δέχομαι εξευτελισμούς, να φτάνω το σώμα μου και το μυαλό μου στα όριά του. Δεν είχα κουβέντες με τους άλλους και προσπαθούσα να μην δίνω στόχο, έμαθα να υπακούω και να κατεβάζω το κεφάλι, να γίνομαι μικρός, όσο πιο μικρός γινόταν. Αόρατος. Για χορτάσω την πείνα μου έτρωγα σκόρδα που είχα δει να φυτρώνουν στο χώμα. Εξαιτίας των σκόρδων δεν αρρώστησα. Αυτά έκαψαν το μικρόβιο της δυσεντερίας και μου έσωσαν τη ζωή»
Τα παραπάνω δεν έγιναν γνωστά, παρά μόνο αφού πέρασε κάμποσος καιρός και τότε εξηγήθηκαν πολλά.
Κλειώ Μαυρουδή
Συνεχίζεται…

One response to “Κύκλοι και Ελλείψεις – 11”
[…] Προηγούμενο […]