Το νησί

Η Λένια κατέβαινε σιγά σιγά τις σκάλες που οδηγούσαν στο ισόγειο του σπιτιού της οικογένειας της. Η ώρα ήταν τέσσερις τα ξημερώματα και ήξερε ότι οι γονείς της ήταν τόσο κουρασμένοι που μόνο αν φώναζε στο αφτί τους θα ξυπνούσαν. Παρόλα αυτά προσπαθούσε να μην κάνει κανένα θόρυβο, γιατί όλα έπρεπε να τελειώσουν απόψε. Ο εφιάλτης έπρεπε επιτέλους να σταματήσει. Ήταν μόνο εφτά χρονών η Λένια, αλλά ήταν αρκετά ψηλή και δεν δυσκολεύτηκε να πιάσει την αρμαθιά με τα κλειδιά δίπλα από την πόρτα. Ξανασκέφτηκε προς στιγμή αυτό που πήγαινε να κάνει, αλλά μόνο για μια στιγμή και τότε ξεκλείδωσε και άνοιξε διάπλατα την πόρτα.

Εκείνος ήταν εκεί, όπως της είχε υποσχεθεί. Ψηλός και χαμογελαστός, με όμορφα, μακριά ξανθά μαλλιά, σαν άγγελος. Την πήρε στην αγκαλιά του και την πήγε στο αυτοκίνητό του για να μην κρυώνει. Της ψιθύρισε ότι σε λίγο θα έφευγαν και μπήκε μέσα στο σπίτι. Σε δέκα λεπτά όλα είχαν τελειώσει και το αυτοκίνητο με τη Λένια και τον άγνωστο άντρα απομακρυνόταν γρήγορα από το σπίτι.

“Τρεις! Τρεις σφαγές οικογενειών μέσα σε πέντε μήνες και τέσσερα αγνοούμενα παιδιά!”, ούρλιαξε ο υπαστυνόμος Νικολάου στην ομάδα του. “Κι εμείς κοιμόμαστε όρθιοι!!!”.
“Μα, υπαστυνόμε…”, τόλμησε να πει ένας από αυτούς, “δεν υπάρχει ούτε ένα στοιχείο. Ούτε ένα!!! Προσπαθούμε μέρα νύχτα, έχουμε χάσει τον ύπνο μας και όμως ούτε ένα στοιχείο!”
“Η κοινή γνώμη είναι εναντίον μας, ο κόσμος φοβάται να κοιμηθεί το βράδυ κι εμείς τίποτε!” επανέλαβε ο Νικολάου. “Πρέπει να βρούμε τι συνδέει αυτές τις οικογένειες, μόνο τότε θα μπορέσουμε να πιάσουμε τα καθάρματα!”

Ένα περίπου μήνα μετά την ”απαγωγή” της, η Λένια είχε ανθίσει και πάλι, όπως θα έπρεπε να ανθίζει ένα παιδί στην ηλικία της. Οι εφιάλτες είχαν εξαφανιστεί. Ο ύπνος της πλέον ήταν γλυκός και ήρεμος, αφού κανένας πατέρας-τέρας δεν υπήρχε να έρχεται το βράδυ, να την πονά και να της διαλύει κάθε φορά όλο και πιο πολύ την αθωότητά της. Και καμιά μητέρα-τέρας, δεν υπήρχε εκεί να κάνει τα στραβά μάτια τα βράδια και τις ημέρες να την χτυπά και να της φωνάζει ότι αυτή έφταιγε για όλα.

Πλέον ζούσε σε ένα όμορφο νησί, όπου πολλά παιδιά σαν κι αυτήν ήταν εκεί. Από όλες τις χώρες του κόσμου. Το νησί είχε αγοραστεί από μία πάρα πάρα πολύ πλούσια κυρία, όπως της είχε πει ο άγγελός της, για να βοηθά τα παιδιά σαν κι αυτή. Μπορούσε να τους παρέχει τα πάντα μέχρι να ενηλικιωθούν και μετά ήταν ελεύθεροι να κάνουν ότι θέλουν. Να σπουδάσουν, να μείνουν ή να φύγουν. Τα περισσότερα όμως έμεναν. Σπούδαζαν και βοηθούσαν στο νησί, καθώς όλο και πιο πολλά παιδιά έφταναν εκεί και οι ανάγκες αυξάνονταν.

Η καλύτερή της φίλη, ήταν η Στέλλα, η οποία βρισκόταν στο νησί αρκετό καιρό μαζί με τον μικρό αδερφό της. Η Στέλλα της εξήγησε τα πάντα για τη λειτουργία του νησιού και ένα απόγευμα της διηγήθηκε και την δική της ιστορία. Οι γονείς της είχαν πεθάνει σε τροχαίο πριν χρόνια και εκείνους τους ανέλαβε ο παππούς και η γιαγιά τους. Ούτε μία εβδομάδα δεν είχε η Στέλλα στο νέο της σπίτι, όταν μπήκε στο δωμάτιό της ο παππούς με έναν φίλο του. Ήταν μόνο εννιά χρονών…

Η Λένια πρώτη φορά στη σύντομη ζωούλα της ένιωθε τόσο ευτυχισμένη. Είχε κάνει φίλους και οι ενήλικες γυναίκες που τους πρόσεχαν ήταν τρυφερές σαν δέκα μαμάδες μαζί. Πάντα όμως είχε μία απορία…
“Πώς ήξερες τι συμβαίνει;” ρώτησε μία μέρα τον άγγελο της, ο οποίος λεγόταν Ορέστης “και πώς δεν σας πιάνει η αστυνομία;”.

“Τα χρήματα είναι πολλά μικρή μου…” της απάντησε “και όπου υπάρχουν χρήματα και σωστοί άνθρωποι, όλα μπορούν να συμβούν”.

Τότε χτύπησε το κινητό του. “Έλα υπαστυνόμε Νικολάου, πώς είσαι; Καταγράφηκε κάποιο νέο περιστατικό;”.

Εύη Πανταζή

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading