Η Λευκή Πριγκίπισσα – 1

Πρόλογος

Το κορίτσι περπατάει μέσα στο άδειο χολ, ακολουθώντας το μονοπάτι που σχηματίζεται από το φως του φεγγαριού πάνω στο βελούδινο χαλί. Το κορίτσι ανοίγει τις βαριές ξύλινες πόρτες, την μια μετά την άλλη, δημιουργώντας έναν εκκωφαντικό ήχο, ώσπου φτάνει στο κέντρο ενός χώρου όπου η ησυχία είναι πολύ δυνατή.
Μονάχα οι απαλές ανάσες της ακούγονται και η μουσική από το αεράκι που μπαίνει από τα ανοιχτά παράθυρα. Μα το αεράκι φέρνει και μια μουσική τόσο απαλή. Τόσο σιγανή. Τέτοια γαλήνη δεν είχε ξαναβιώσει.
Τότε, μια φιγούρα ξεπετάγεται, κάνοντας την μουσική να δυναμώσει ξανά.
Το κορίτσι δεν τρομάζει, όπως συνήθιζε να κάνει. Αντιθέτως το χαμόγελό της απλώθηκε στο πρόσωπό της.

«Πάει καιρός από όταν ειδωθήκαμε» λέει απαλά.
«Σου έλειψα;» ρωτάει η σκοτεινή φιγούρα.
«Πολύ» απαντά και τρέχει στην σκιά για να την αγκαλιάσει. Η αγκαλιά της όμως δεν γεμίζει ποτέ. Μένει άδεια και κρύα. Συνεχίζει να κοιτάει την σκιά έκπληκτη.
«Λυπάμαι. Αλλά δεν είναι γραφτό μας να είμαστε μαζί. Δεν θα συναντηθούμε ποτέ ξανά» λέει η σκιά με θλίψη.
«Γιατί;» ρωτάει το κορίτσι με δάκρυα που ανεβαίνουν στα μάτια.
«Γιατί είσαι ελεύθερη πια»
Και τα μάτια της ανοίγουν από το όνειρο. Ή μήπως δεν ήταν ένα ακόμη όνειρο για εκείνη;

Μια φορά και έναν καιρό, στα βάθη της μέσης Ανατολής, μια πριγκίπισσα δεν περίμενε κανέναν για να την σώσει, όσο περνούσε την ζωή της φυλακισμένη στο παλάτι του Σεΐχη. Ήξερε από την αρχή της γέννησής της ποιο ήταν το γραφτό της μοίρας της. Να υπηρετεί πάντοτε τους άλλους. Μα είναι δυνατόν κάτι τέτοιο για μια πριγκίπισσα, θα αναρωτηθείτε. Και όμως είναι.

Το χάρισμα της πριγκίπισσας, ήταν και η κατάρα της. Ήταν τόσο μοναδικό αυτό το χάρισμα, που παρέμενε πάντοτε κρυμμένη και κανείς δεν ήξερε πώς μοιάζει αυτή η πριγκίπισσα. Σπάνια ξεμυτούσε από την κάμαρά της και αυτό με την άδεια του αδίστακτου σεΐχη, που ήταν μονάχα για να εκμεταλλευτεί το χάρισμα της κόρης του. Ακόμα και όταν έβγαινε από το κελί της, που παρά τον πλούτο που είχε εκεί μέσα, ένα κελί παρέμενε, ακόμα και τότε λοιπόν, κανείς δεν ήξερε πως έμοιαζε η πριγκίπισσα. Είναι σύνηθες οι γυναίκες της Ανατολής να καλύπτονται με μαντίλες, νικάμπ (αφήνει ορατά μόνο τα μάτια) μπούρκα (καλύπτει και τα μάτια με ένα διαφανές δίχτυ), αλλά ο κανόνας για εκείνη ήταν τόσο αυστηρός, που ούτε τα μάτια της δεν ήξεραν πώς έμοιαζαν. Κάποιοι έλεγαν πως η αμφίεσή της οφειλόταν στο γεγονός ότι είναι το πιο άσχημο πλάσμα του Βασιλείου. Άλλοι έλεγαν πως ήταν ένας τρόπος να δείξει ο σεΐχης σε ποιον ανήκε η πριγκίπισσα. Σαν περιουσία ένα πράγμα. Διαδιδόταν και η φήμη πως η πριγκίπισσα δεν υπάρχει και είναι αποκύημα της φαντασίας. Εσείς τι πιστεύετε;

Αυτή η ιστορία δεν είναι ένα παραμύθι. Αυτή η ιστορία είναι η πραγματικότητα της Λευκής και του Ορφέα. Αυτή η ιστορία γράφεται για όλες τις πριγκίπισσες που δεν ελευθερώθηκαν ποτέ από τα κλουβιά τους. Και αν ποτέ χαθείτε στην μέση της ερήμου, θα ακούσετε το μελαγχολικό τραγούδι τους.

Μέρος πρώτο- Η Ιστορία ξεκινάει

Ορφέας

«Εγώ με τις μαλακίες τελείωσα! Έτσι να του πεις του μπάσταρδου!» ούρλιαξα στο τηλέφωνο μια τελευταία φορά πριν πατήσω τον τερματισμό κλήσης δίχως να αφήσω περιθώρια.
Τους αναθέτεις μια δουλειά! Μια απλή δουλειά και δεν μπορούν να την φέρουν εις πέρας! Βγάζω την ταμπακιέρα με τα πούρα από το συρτάρι του γραφείου και με τρεμάμενα χέρια προσπαθώ να ανάψω το αναθεματισμένο το πούρο. Είμαι τόσο συγχυσμένος που δεν τα καταφέρνω και πετάω τον επιχρυσωμένο αναπτήρα στον τοίχο απέναντι.

Θα αναρωτιέστε ποιος είμαι. Πριν συνεχίσω από εκεί που έμεινα, να σας πω δυο λόγια. Είμαι ο Ορφέας. Ορφέας σκέτο. Μην περιμένετε τυπικές συστάσεις. Αυτό δεν είναι καν το αληθινό μου όνομα. Είναι το όνομα που χρησιμοποιώ στην πιάτσα και κοντεύω να ξεχάσω το αληθινό μου όνομα. Ίσως γιατί είναι λίγο βαρετό και ξεχνιέται εύκολα.

Ορφέας, γιατί η μακαρίτισσα η μάνα μου έλεγε πως έχω ωραία φωνή. Και αλλά μου έλεγε βέβαια, αλλά ποιος νοιάζεται τώρα; Τώρα που κοντεύω να καταστραφώ. Να καταστραφεί ολόκληρη η αυτοκρατορία μου. Μία αυτοκρατορία που φτιάχτηκε με τόσο κόπο από τον πατέρα μου και προσπαθώ να ακολουθήσω τα χνάρια του μέσα στον κόσμο των καρτέλ ναρκωτικών και των όπλων.

Όταν ήμουν μικρός, δεν καταλάβαινα τι δουλειά έκανε η οικογένειά μου. Το μόνο που ήξερα ήταν πως είχαμε λεφτά. Πολλά λεφτά. Και ό,τι και αν ζητούσα δεν υπήρχε περίπτωση να μην το έχω. Το ίδιο συμβαίνει και σήμερα. Θέλω κάτι; Θα το έχω.

Στα δεκαέξι μου, που ο πατέρας μου άφησε τις τελευταίες του πνοές στο σπίτι, γιατί ήταν τόσο περήφανος που αρνιόταν να πάει σε νοσοκομείο, αφού έλεγε πως ήθελε να πεθάνει με αξιοπρέπεια στο χώρο του και τότε μου τα αφηγήθηκε όλα. Μία ώρα στο νεκροκρέβατο άφηνε τα τελευταία του λόγια μακριά από τους εχθρούς του. Άλλος ένας λόγος που επέλεξε να μείνει σπίτι. Οι εχθροί σου δεν χρειάζεται να ξέρουν πόσο αδύναμος είσαι, γιατί τότε θα σε πατήσουν σαν σκουλήκι.

Σε μία νύχτα έμαθα όσα υποψιαζόμουν. Σε μία ώρα, έπρεπε να πάρω τα ηνία από τον Ανδριανό και να τα κάνω δικά μου. Η ενηλικίωση ήρθε σε μία νύκτα. Ήμουν έτοιμος; Όχι! Αλλά ποιος είναι έτοιμος για κάτι τέτοιο;

Η οικογένεια Σαρρή έπρεπε να συνεχίσει σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Αφού θα έπαιρνα την θέση του Ανδριανού, η επιχείρηση θα προχωρούσε κανονικά.

Στην πιάτσα κρύβαμε τα λεφτά μας πίσω από επιχειρήσεις που δικαιολογούσαν τα δισεκατομμύριά μας. Ναι, για τόσο χρήμα μιλάμε. Μερικά σκάφη αμολημένα στο Αιγαίο για την τουριστική περίοδο και μία εταιρεία με ιδιωτικά αεροσκάφη ήταν αυτό που έπρεπε, ώστε να γίνεται η διακίνηση μέσα από τα δικά μας χέρια. Φορτώναμε ό,τι γουστάραμε, όσο το γουστάραμε και όποτε μας έκανε κέφι, ανάλογα την ζήτηση που όλο μεγάλωνε. Νούμερο ένα στην Ευρώπη και φτάναμε μέχρι Λατινική Αμερική και τα τελευταία χρόνια ανοιχτήκαμε και στην Μέση Ανατολή. Έπρεπε να εξολοθρέψω αρκετούς από τους αντιπάλους μου για να τα παίρνω όλα. Στην Μεσόγειο ο ανταγωνισμός είναι εύκολος, όχι όμως και στις άλλες Ηπείρους. Εδώ οι μπάτσοι είναι με το μέρος μας, γιατί τους ταΐζω καλά και μερικοί έχουν μπει και στα κόλπα. Το παιχνίδι χάνεται, όταν βρεθεί κάποιος άλλος που θα τους ταΐσει καλύτερα. Για αυτό, προσέχω να είναι χορτάτοι. Όλοι! Λιμεναρχείο, πολιτική αεροπορία και όποιος εμπλέκεται, ώστε αυτά τα δέματα να φτάσουν ασφαλή στα σκάφη και στα αεροπλάνα μου.

Με συνοπτικές διαδικασίες, αυτή ήταν η ζωή μου από τα δεκαέξι και μετά. Έφερνα τον τίτλο του βαρόνου στον υπόκοσμο.

Η κηδεία του πατέρα μου ασφυκτιούσε από κόσμο. Πολιτικά πρόσωπα, γιατί και με αυτούς είχαμε πάρε δώσε. Μερικές χορηγίες και κανείς δεν ψάχνει τίποτα. Φαίνεται καθαρός. Βέβαια, ο πατέρας μου πάντοτε μου έλεγε να κάνω φιλανθρωπίες, έτσι και πολύ φτωχός κόσμος είχε έρθει στο νεκροταφείο. Φιλανθρωπίες, γιατί μόνο έτσι ξεπλένονται οι αμαρτίες και μπορείς να κοιμηθείς το βράδυ καλά. Είναι ειρωνεία ξέρετε, να σκοτώνεις αθώο κόσμο με όπλα που στέλνεις σε πόλεμο και την άλλη στιγμή να στέλνεις τρόφιμα σε κατεστραμμένες συνοικίες. Είναι οξύμωρο, να προωθείς κάθε είδους σκληρού ναρκωτικού και την άλλη στιγμή να κάνεις δωρεές σε κέντρα απεξάρτησης.

Τέλειωσα το σχολείο στα δεκαοχτώ και για τα μάτια του κόσμου η μάνα μου με έστειλε στην Ιταλία να σπουδάσω νομική στο Sapienza, σε ένα από τα καλύτερα πανεπιστήμια της χώρας. Από εκεί κατάφερνα και συνέχιζα να κρατάω τα ηνία της επιχείρησης με την μάνα μου στο τιμόνι του κόσμου αυτού. Εκπλησσόμουν με τις ικανότητες της, αλλά τα είχε μάθει πια. Ήταν μέρος του παιχνιδιού και για εμάς δεν είναι παρά μία δουλειά αρκετά κερδοφόρα. Ας πούμε πως από αυτά θα τρώνε και τα δισέγγονά μου, αν κάνω ποτέ παιδιά.
Η αξία της οικογένειας για εμάς είναι ιερή και είμαι το μόνο παιδί στην οικογένεια που μπορώ να συνεχίσω το όνομα. Μόνο που δεν ξέρω τον τρόπο. Δεν έχω ερωτευτεί ποτέ. Δεν έχω αγαπήσει ποτέ πέρα από τους γονείς μου.

Η αλήθεια είναι πως η εικόνα που έχω προς τον υπόκοσμο, είναι αυτή ενός αδίστακτου τέρατος. Προφανώς και έχω λερώσει τα χέρια μου με αίμα. Υπήρχαν δουλειές που έπρεπε να διευθετηθούν και δεν έπαιρναν από λόγια. Όταν τα λόγια δεν χωράνε στους λογαριασμούς μας, τα όπλα βγαίνουν έξω χωρίς κανέναν δισταγμό. Το κάνω αυτό χωρίς κανένα άγχος. Οι δικηγόροι μου πάντα καθαρίζουν για έμενα. Δικηγόροι που βλέπετε κάθε μέρα στα κανάλια και σώζουν λαμόγια και σας κάνουν να απορείτε πώς είναι αυτό δυνατόν. Σε έναν κόσμο που η φρικαλεότητα έχει το πάνω χέρι είναι όλα δυνατά.

Μόνο τις πρώτες φορές στριφογύριζα στο κρεβάτι μου και είχα αϋπνίες. Τώρα πια έμαθα το κόλπο. Να ‘ναι καλά τα υπνωτικά χάπια. Δυστυχώς, όσο βαθιά και αν κοιμηθείς, από το υποσυνείδητο δεν ξεφεύγει κανείς. Εικόνες από τον θάνατο των πέντε μπάσταρδων έπαιζαν στο μυαλό μου. Μα δεν είχαμε και επιλογή. Με εμένα δεν παίζει κανείς. Εγώ φτιάχνω τους κανόνες.

Το κύκλωμα με το οποίο συνεργαζόμουν στην Ιταλία και θα έφευγαν τα κιβώτια τους για Λατινική Αμερική, ήθελαν μέσα στην συμφωνία να προστεθεί και κάτι ακόμα. Εμπόριο λευκής σαρκός. Εγώ με αυτά δεν έπαιζα. Και με είχε ξορκίσει ο πατέρας μου να μην ανακατευτώ ποτέ με τέτοιο πράγμα. Αυτό δεν με κάνει λιγότερο κακό ή περισσότερο ηθικό. Είμαι ακριβώς το ίδιο. Απλώς στην οικογένειά μας, οι γυναίκες έχουν τον ρόλο της βασίλισσας. Έχουν την απόλυτη και πλήρη αφοσίωσή μας. Το έχω πάρει και σαν παράδειγμα από τους γονείς μου. Θα περίμενε κανείς με το ιστορικό που έχουμε, η οικογένειά μας να απαρτίζεται από κέρατο και ίντριγκες. Όχι! Οι γονείς μου ήταν πάντα γροθιά και ο Ανδριανός έκανε πάντοτε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να μην λείψει τίποτα στην Κλειώ. Δεν μιλάω για υλικά αγαθά. Αυτά τα είχε ανά πάση στιγμή, αλλά από την ώρα που ο Ανδριανός γυρνούσε σπίτι ή κλείδωνε το γραφείο του σπιτιού του, αυτό σήμαινε πως η δουλειά είχε τελειώσει και σειρά είχε η οικογένεια. Είτε αυτό σήμαινε βόλτες με το σκάφος ή ένα διήμερο στις Μαλδίβες ή μία δεξίωση στο κτήμα μας. Οι επιλογές αμέτρητες. Λυπάμαι που θα το χαλάσω σε πολλούς, αλλά το χρήμα φέρνει την ευτυχία. Εξαιτίας αυτού ζήσαμε ξένοιαστες οικογενειακές στιγμές, ασχέτως τα βάρη που είχε ο πατέρας μου. Γιατί εμείς ήμασταν ξένοιαστοι, αν και εκείνος σίγουρα όχι. Αυτός όμως είναι και ο ρόλος του άντρα στην οικογένεια. Να αναλαμβάνει τα βάρη, να φροντίζει για όλα και να κρατάει τα προβλήματα της δουλειάς μέσα στην δουλειά. Η ισορροπία είναι το κλειδί. Όταν όμως, έρχεται η στιγμή της διαθήκης, αυτό είναι άλλο πράγμα.

Δυστυχώς στο τέλος των σπουδών μου, έχασα και την μητέρα μου. Μετά τον θάνατο του πάτερα μου διαγνώσθηκε και εκείνη με την ίδια αναθεματισμένη ασθένεια. Καρκίνο στους πνεύμονες. Τέσσερα χρόνια την βασάνισε η ασθένεια και έφυγε όπως ο Ανδριανός. Περήφανη στο συζυγικό κρεβάτι τους. Της κρατούσα το χέρι εκείνο το βράδυ μέχρι τέλους. Πρώτη φορά ένιωσα τα μάγουλα να μουσκεύουν από κάτι υγρό που έτρεχε από τα μάτια μου. Τέτοιο πράγμα δεν συνέβη στον χαμό του πατέρα μου.

Η Κλειώ μου έσφιξε δυνατά το χέρι. Ήταν με όση δύναμη της είχε απομείνει. Παρατήρησα τα χέρια της. Πάντοτε περιποιημένα. Πάντοτε καλαίσθητα τα άκρα της. Ακόμη και τότε είχε φροντίσει να φύγει όμορφη. Μία μέρα πριν, με είχε παρακαλέσει να έρθουν κοπέλες να της φτιάξουν τα μαλλιά. Ήταν φρεσκοβαμμένα, στο αγαπημένο κόκκινο χρώμα της.
«Πλησίασε Ορφέα μου» είπε σιγανά.
«Θα μου πεις γιατί με λες Ορφέα;» αστειεύτηκα με τα μάτια μου να τρέχουν.
«Ξέρεις πόσες φορές σε είχα ακούσει να σιγοτραγουδάς;» χαμογέλασε γλυκά με τα καστανά της μάτια να μελαγχολούν.

Κούνησα το κεφάλι μου αρνητικά, αποφεύγοντας το κοίταγμά της. Αν την κοιτούσα λίγο ακόμα, θα έσπαγα σε λυγμούς.
«Άσε το να βγει από μέσα σου. Ακόμη και παιδί που ήσουν, ποτέ δεν έκλαιγες. Μονάχα όταν σε γέννησα, σε αυτό εδώ το κρεβάτι. Από τότε ήσουν το καλύτερο παιδί. Και λυπάμαι Ορφέα μου που δεν φρόντισα ένα καλύτερο μέλλον για εσένα. Λυπάμαι που σε βάλαμε σε άλλο αυτό. Δεν το ήθελα. Προσπάθησα να μεταπείσω τον πατέρα σου να τα αφήσουμε όλα πριν να είναι αργά, αλλά ξέρεις η απληστία είναι το μεγαλύτερο αμάρτημα. Είπε πολλές φορές πως θα σταματήσει και κάθε φορά που το έλεγε, κέρδιζε περισσότερα. Τον αγαπούσα πολύ, αλλά είχε και αυτός τους πόθους του. Προσπαθούσε να ξεπλύνει τις αμαρτίες του με άλλους τρόπους, λες και έφταναν. Δες αν μπορείς να τα τινάξεις όλα στον αέρα. Να φτιάξεις την ζωή σου. Η ζωή δεν είναι μόνο δουλειά και λεφτά. Η ζωή είναι και έρωτας. Εγώ ξέρω πως δεν έχεις ερωτευτεί, μα σου λέω πως εκεί έξω υπάρχει μία Ευρυδίκη και για εσένα» η φωνή της άρχισε να κόβεται σταδιακά και έμεινα να την κοιτάζω με γουρλωμένα μάτια.
«Μάνα;» της έσφιξα το χέρι, αλλά δεν πήρα καμία αντίδραση. «Μάνα» λέω ξανά πιο δυνατά. Καμία απάντηση. «Μάνα!» ουρλιάζω τόσο πολύ που πέφτω από την πολυθρόνα που είχα δίπλα στο κρεβάτι και βρίσκομαι στα γόνατα να μουσκεύω το κρεβάτι, αφήνοντας αποτυπώματα.

Το δωμάτιο γεμίζει από τις φωνές μου και το ξέσπασμά μου που βρίσκει κάθε αντικείμενο. Η μπουνιά μου πέφτει στην ντουλάπα δημιουργώντας μία ρωγμή. Το προσωπικό της έπαυλης μπουκάρει στο δωμάτιο και μαζί και ο γιατρός που τρέχει προς το νεκρό σώμα της Κλειώς. Θέλω να του πω πως είναι άδικος κόπος. Είμαι μόνος πια. Ξέρεις πως έχεις μεγαλώσει αρκετά όταν είσαι ορφανός. Δεν είχα φίλους, δεν είχα κανέναν. Όλες οι σχέσεις γύρω μου ήταν σχέσεις συμφερόντων και σχέσεις κύρους. Τουλάχιστον ήξερα ποιος ήμουν και που ανήκα.

Η Ιστορία επαναλήφθηκε. Η κηδεία της μητέρας μου ήταν τόσο γεμάτη από κόσμο, όσο και εκείνη του πατέρα μου. Εκείνη την ημέρα γύρισα στην έπαυλη μόνος. Σε ένα σπίτι που ήταν λες και κατοικούνταν από φαντάσματα μόνο. Δεν ξέρω αν ήταν οι παρενέργειες από τα υπνωτικά, αλλά εκείνο το βράδυ σκιές χόρευαν στους τοίχους.

Το επόμενο πρωί ξεκλείδωσα το γραφείο του πατέρα μου, ξέροντας πως οι δουλειές δεν μπορούσαν να μείνουν πίσω. Η καθημερινότητα ήταν ξεκάθαρη. Ξυπνούσα το χάραμα μιας και δεν είχα ποτέ όρεξη για ύπνο και αναρωτιόμουν χαζεύοντας την ανατολή, αν ο πατέρας μου ένιωθε ποτέ λίγος έχοντας τόσα πολλά. Δεν άφηνα τις σκέψεις να με παρασύρουν. Μέχρι και αυτές όριζα. Έκανα μία ώρα μποξ το πρωί για εκτόνωση, μετά σκοποβολή και έπειτα δουλειά μέχρι αργά, εκτός και αν προέκυπτε κάποιο γεγονός που έπρεπε να παρευρεθώ. Ταξίδευα αρκετά συχνά και αυτό ήταν πάλι για δουλειά, σε περιπτώσεις που κάποιες ανταλλαγές ήθελα να γίνονται από τα δικά μου χέρια.

Ορκίζομαι πως δεν έχω ιδέα για πότε έφτασα τριάντα. Ήταν λες και ανοιγόκλεισα τα μάτια μου μέσα σε αυτήν την ρουτίνα που πέρασα τα τελευταία χρόνια πλουτίζοντας ολοένα και περισσότερο αυτή την αυτοκρατορία, που δεν είχα ιδέα πού θα κατέληγε. Σε ποια χέρια θα έμενε. Έτριψα το κούτελό μου σε στιγμή κούρασης που ένιωθα να θολώνω μέχρι που χτύπησε το τηλέφωνό μου.
«Πες το» είπα κοφτά απαντώντας στην κλήση που δεν είχα ιδέα για το πόσο θα με εξόργιζε. «Τι; Τι λες; Εγώ με τις μαλακίες τελείωσα! Έτσι να του πεις του μπάσταρδου!» Ούρλιαξα στο τηλέφωνο μια τελευταία φορά πριν πατήσω τον τερματισμό κλήσης δίχως να αφήσω περιθώρια. Τους αναθέτεις μια δουλειά! Μια απλή δουλειά και δεν μπορούν να την φέρουν εις πέρας. Βγάζω την ταμπακιέρα με τα πούρα από το συρτάρι του γραφείου και με τρεμάμενα χέρια προσπαθώ να ανάψω το αναθεματισμένο το πούρο. Είμαι τόσο συγχυσμένος που δεν τα καταφέρνω και πετάω τον επιχρυσωμένο αναπτήρα στον τοίχο απέναντι.

Καλώ αμέσως τον Ηλία, τον έμπιστο σύμβουλο και δικηγόρο μου και δίνω εντολή να ετοιμάσουν όποιο jet βρίσκεται εύκαιρο. Έπρεπε επειγόντως να φύγουμε για Αφγανιστάν, ώστε να διαπραγματευτώ μία μεγάλη συμφωνία που αν δεν πάει καλά, θα βρεθώ τελειωμένος.

Ανέκαθεν μισούσα την Μέση Ανατολή. Πόσο μάλλον χώρες όπως το Αφγανιστάν, το Ιράν, το Ιράκ και όλες αυτές τις τριτοκοσμικές και απολίτιστες χώρες που σε μία σύγχρονη κοινωνία αυτοί επιλέγουν να είναι εκατοντάδες χρόνια πίσω. Όσο και αν δεν μου αρέσει να βρίσκομαι στο Αφγανιστάν, τα τελευταία έτη η χώρα ζητά όλο και περισσότερα όπλα, αλλά και ναρκωτικά. Για να εξουσιάσεις έναν λαό δεν πρέπει μόνο να τον γεμίσεις με μίσος και να του δώσεις μερικά όπλα. Η κοίμηση αυτού παίζει μεγάλο ρόλο.

Επιπλέον, δεν μου αρέσει ο καιρός τους, δεν μου αρέσει το βαρύ φαγητό τους με τα ατελείωτα μπαχαρικά τους και δεν μου αρέσει που πρέπει να βλέπω γυναίκες καλυμμένες από την κορυφή ως τα νύχια, επειδή νομίζουν ότι έχουν κάποια εξουσία πάνω τους. Είναι βάρβαροι και αυτό επιβεβαιώνεται με τα τελευταία γεγονότα στην χώρα. Σχολεία έκλεισαν, πανεπιστήμια το ίδιο και ο νόμος της Σαρίας εφαρμόστηκε ξανά. Ανάθεμα τον κόσμο τους.

Από το αεροδρόμιο φεύγω με τον Ηλία, μαζί με μια ομάδα ασφαλείας που οπλοφορούν δίπλα μας. Σε τέτοιο μέρος δεν ξέρεις πότε θα σου σκάσει η βόμβα ή η ρουκέτα, αν και σαν άντρας είσαι πιο ασφαλής.

Ο Ηλίας ανοίγει την πόρτα του μεγάλου τζιπ αφήνοντάς με να μπω πρώτος μέσα. Ο Ηλίας μου είναι χρήσιμος σε τέτοιες υποθέσεις. Είναι ψηλός, πιο ψηλός από εμένα που φτάνω το 1,85, γεροδεμένος σαν να έχει πάρει αναβολικά και καραφλός. Το μαύρο κουστούμι του τον να κάνει να μοιάζει περισσότερο με μπράβο παρά με δικηγόρο μου. Δεν με χαλάει. Τουναντίον.

Ο οδηγός είναι του Σάχη (που σημαίνει βασιλιάς) και θα μας οδηγήσει στο κατάλυμά μας μέχρι την αυριανή μας συνάντηση.

Περίμενα την διαμονή μας σε ένα ξενοδοχείο πλησίον του παλατιού, παρόλα αυτά το μέρος που θα μείνουμε είναι το ίδιο το παλάτι. Κοιτάζω λόξα τον Ηλία και μου κάνει νόημα να μην πω τίποτα. Πράγματι σωπαίνω, μα με πιάνει και ένα σφίξιμο. Δεν είναι καλό σημάδι αυτό. Δεν μας εμπιστεύεται.

Υπάρχει μια μεγάλη αντίθεση μεταξύ της πόλης και αυτής εδώ της περιοχής. Η φτώχεια και το χαμηλό βιωτικό επίπεδο έρχεται σε άμεση σύγκρουση με αυτό το στολίδι. Η βρώμα από τους δρόμους και τα παζάρια δεν έχουν καμία σχέση με το παλάτι. Βέβαια, αν κάποιος κάνει μία αναζήτηση στο διαδίκτυο για τα πλούσια παιδιά της Τεχεράνης, είναι προφανές πως το χρήμα ξεκλειδώνει κάθε πίστα αυτού του παιχνιδιού. Δυτικά της πόλης ο κόσμος επαναστατεί με τον τρόπο του. Πάρτι κρυφά σε σπίτια, αλκοόλ που απαγορεύεται διά ροπάλου και φυσικά το νούμερο ένα εμπόρευμά μας… τα ναρκωτικά. Σε όλο αυτό εμπλέκεται και η αστυνομία ηθικής. Αστυνομία που ελέγχει αν είσαι ευπρεπώς ντυμένος, αν η μαντίλα είναι σωστά φορεμένη και όλα αυτές οι μαλακίες του Ισλάμ. Όποιος παραβεί τους κανόνες οι ποινές είναι σκληρές.
Ποιος να μου το έλεγε πως θα έμπλεκα σε μια τέτοια ιστορία. Ανάθεμά με!

Οι γιγάντιες πύλες ανοίγουν, αποκαλύπτοντας μια εικόνα που σου κόβει την ανάσα. Όλο το κτίσμα περιφράζεται από υψηλούς τοίχους. Υπάρχει είσοδος από αριστερά και δεξιά, καθώς στην μέση υπάρχει μια τεχνητή λίμνη. Αυτοί οι δρόμοι στην δεξιά και αριστερά πλευρά μοιάζουν με μάρμαρο. Είμαι σίγουρος πως μπορώ να δω τον εαυτό μου εκεί πάνω. Η διαδρομή κρατάει μερικά λεπτά, ώσπου το τζιπ σταματάει ακριβώς μπροστά από τις πύλες του παλατιού. Φρουροί παντού, με παραδοσιακές ενδυμασίες που αποτελούνταν από λευκά ρούχα με κόκκινες λεπτομέρειες και λευκά καπέλα που στέκονται με περίτεχνο τρόπο στο κεφάλι. Τα όπλα τους βρίσκονται σε θήκες μέσα στις ζώνες τους.

Ένας άνδρας σπεύδει να έρθει προς το μέρος μας για να μας βοηθήσει με τις αποσκευές, μόνο που δεν χρειάζεται. Έχουμε από έναν σάκο ο καθένας.

Τον ακολουθούμε σιωπηλοί. Δεν μπορώ παρά να θαυμάσω αυτό το έργο τέχνης που αποκαλύπτεται μπροστά μας, γιατί περί αυτού πρόκειται.
Ψηλά ταβάνια που σχηματίζουν ένα οβάλ σχήμα και γυάλινες οροφές από πολύχρωμα τζάμια. Τα πολύχρωμα ψηφιδωτά συνεχίζονται κατά μήκος όλων των τοίχων. Μεγάλοι πολυέλαιοι πέφτουν από τα ταβάνια αυτά. Πολύτιμα μέταλλα και σπάνια φυτά διακοσμούν όλο το παλάτι. Περπατάμε ατελείωτα λεπτά, ώσπου χωρίς να έχουμε ανεβεί καμία από τις σκάλες που συναντήσαμε, μας δείχνουν δυο σκαλιστές πόρτες που οδηγούν προς τα δωμάτιά μας.

Μου εξηγούν ότι το δεξί δωμάτιο απευθύνεται σε εμένα. Για άνθρωπος που έχω ζήσει μέσα στην χλιδή και την πολυτέλεια, αυτό ξεπερνά το ανθρώπινο μυαλό.
Το κρεβάτι είναι τεράστιο. Κοιμούνται και τέσσερα άτομα εκεί πάνω. Τα καλύμματα δε, αναρωτιέμαι αν είναι ραμμένα από παρθένες σκλάβες με τέτοια λεπτομέρεια. Ω Θεέ μου! Εξερευνώ το μεγάλο δωμάτιο που δεν του λείπει τίποτα. Το μπάνιο είναι πίσω από έναν διαχωριστικό τοίχο.

Ενημερωθήκαμε πως ο Σάχης θα μας υποδεχτεί στην τραπεζαρία στις 8 το πρωί. Πιάνω το κινητό μου και ξεχνάω πως το διαδίκτυο είναι κομμένο εδώ. Όλα τα κοινωνικά δίκτυα είναι απαγορευμένα, εκτός και αν έχεις vpn, που ξέχασα να κατεβάσω στο κινητό πριν έρθω εδώ. Πού έχουμε έρθει τέλος πάντων; Μια συμφωνία είναι, ας την πάρει ο διάολος.
Κάνω το μπάνιο μου προσπαθώντας να χαλαρώσω τους σφιγμένους μύες μου και δοκιμάζω τις μεταξωτές πιτζάμες που είναι προσεγμένα αφημένες πάνω στο κρεβάτι. Μέσα έπεσαν στο νούμερο!

Ξαπλώνω, αλλά δεν μου κολλάει ύπνος. Αναρωτιέμαι αν είναι εντάξει να κάνω μια βόλτα στο παλάτι. Στο κάτω κάτω καλεσμένος είμαι. Δεν θα μου πάρει και το κεφάλι. Ή θα μπορούσε να το κάνει αυτό; Ξέρω πως μετά την είσοδο των Ταλιμπάν, όλα έγιναν πιο αυστηρά. Είμαι βέβαιος πως ο Σάχης έχει βάλει το χεράκι του σε αυτό. Όπως και εγώ, πουλώντας του ασύλληπτα κομβόι γεμάτα όπλα. Πού να ήξερα ότι θα ερχόταν η μέρα που θα βρισκόμουν στο Αφγανιστάν.

Ανοίγω αργά την βαριά, πελώρια πόρτα και με ελαφριά βήματα αρχίζω να περιφέρομαι στο παλάτι. Το συνήθισε γρήγορα το μάτι μου. Φτιάχνω ένα τέτοιο όποτε μου γουστάρει. Ο πειρασμός να ανέβω τις σκάλες είναι μεγάλος και δεν αντιστέκομαι. Και είναι πολλές σκάλες. Οδηγούν σε πολλά πατώματα, αλλά κάτι με ωθεί να ανέβω όλο και περισσότερες. Αφού νομίζω πως βαδίζω πάνω στα τελευταία σκαλιά, ακούω φωνές να έρχονται από το βάθος ενός ατελείωτου διαδρόμου.

Όσο προχωράω, τόσο πιο ξεκάθαρες είναι οι φωνές. Είναι μια η φωνή. Γυναικεία, που φωνάζει σε γλώσσα… άγνωστη. Αραβικά; Έχω φτάσει έξω από αυτή την μια και μοναδική πόρτα, που μόνο η χαραμάδα της είναι ανοιχτή. Κάτι μου λέει πως πρέπει να είμαι διακριτικός. Προσπαθώ να δω μέσα από την χαραμάδα, αλλά είναι αδύνατον. Έτσι, σπρώχνω ελάχιστα με τα δάχτυλά μου την πόρτα για να δω καλύτερα.

Είναι απλά ένα μαύρο σεντόνι που σπαρταράει στα χέρια μερικών ανδρών. Είναι γυναίκα. Είναι ξεκάθαρα γυναίκα. Δεν διακρίνω να την βασανίζουν ή να της συμβαίνει κάτι άσχημο. Μονάχα τρέμει σαν το ψάρι και φωνάζει κάποια λόγια που… που κάποιος τα καταγράφει σε ένα μαγνητόφωνο. Σε τι ακριβώς είμαι παρόν; Δεν θέλω να ξέρω άλλα. Και αν αυτή την στιγμή αφήνω ανυπεράσπιστη μια γυναίκα; Δεν ξέρω τι να κάνω. Και ενώ πάντα διαλέγω τον τολμηρό δρόμο, δειλιάζω. Δειλιάζω και κάνω πίσω. Σαν κότα γυρνάω στο δωμάτιό μου, που για το υπόλοιπο της βραδιάς και μέχρι το ξημέρωμα, δεν μπορώ να κλείσω μάτι. Σκέφτομαι μονάχα την μορφή μιας γυναίκας παγιδευμένης μέσα σε αυτά τα καταπιεστικά ρούχα να της συμβαίνει κάτι. Δεν έχω ιδέα τι! Τι θα μπορούσε να έγινε, άραγε; Θα πάω για ύπνο και ίσως όλα αυτά να είναι ένα κακό όνειρο.

Οχτώ παρά τέταρτο το πρωί, συναντιέμαι με τον Ηλία έξω από την πόρτα. Έχω φορέσει ένα μαύρο κοστούμι με μπορντό πουκάμισο. Ο Ηλίας φοράει ό,τι και χθες.
«Τι χάλια είναι αυτά ρε;» τολμάει να ρωτήσει και καταλαβαίνω πως φαίνομαι άυπνος.
«Δεν κοιμήθηκα» λέω κοφτά και ένας φύλακας έρχεται για να μας οδηγήσει στην αίθουσα του πρωινού όπου θα συναντήσουμε τον Σάχη.
«Εγώ κοιμήθηκα σαν πουλάκι σε αυτήν την κρεβατάρα» αποκρίθηκε ο Ηλίας.
«Εσύ είσαι αναίσθητος»

Ωραίο πράγμα να μην καταλαβαίνουν την γλώσσα σου.
«Τι έπρεπε να κάνω δηλαδή;» ρώτησε συνοφρυωμένος.
«Χθες βράδυ, δεν είχα ύπνο. Και έκοβα βόλτες στο παλάτι. Είδα κάτι που… με τάραξε» άρχισα να του λέω.
«Τι ρε;»
«Στο πιο ψηλό σημείο του παλατιού. Μια γυναίκα… με μπούρκα» λέω χαμηλόφωνα «την είδα να σπαρταράει στα χέρια μερικών αντρών και να λέει ασυναρτησίες. Δεν καταλάβαινα και την γλώσσα, αλλά ό,τι έλεγαν το ηχογραφούσαν»
«Την χτυπούσαν;»
«Εκεί πήγε το μυαλό μου, πως κάτι κακό της έκαναν, αλλά όχι. Δεν μπορούσα να καταλάβω»
«Λες να είναι η πριγκίπισσα;» ρωτάει γελώντας ο Ηλίας.
«Ποια πριγκίπισσα ρε μαλάκα; Τι γελάς;»
«Λένε πως κρατάει την κόρη του κρυμμένη από όλους. Και ο λόγος που είναι καλυμμένη τελείως, είναι γιατί είναι τόσο άσχημη που δεν βλέπεται»
«Και πού το ξέρουν βρε έξυπνε ότι είναι σαν τέρας αν όντως δεν την έχουν δει;»
Λες και δεν συνηθίζουν να καταπιέζουν ολόκληρο το γυναικείο φύλο σε αυτήν την αυτοκρατορία. Δεν περίμεναν μία πριγκίπισσα για να δείξουν πως έχουν τρόπους. Ανασηκώνει τους ώμους του και ο φύλακας μας κάνει νόημα να περάσουμε στον κήπο που είναι σερβιρισμένο το πρωινό.

Το τραπέζι στην μέση του κήπου έχει οβάλ σχήμα και υπάρχει κάθε τι καλούδι πάνω του. Ο Σάχης μας περιμένει φορώντας την παραδοσιακή λευκή ενδυμασία με ένα ακόμη μαύρο ένδυμα από πάνω και το καπέλο που μοιάζει με τουρμπάνι και μου διαφεύγει η ονομασία του. Όχι πως σκοτίστηκα κιόλας.

Οι χειραψίες στον Ανατολικό κόσμο αποφεύγονται, έτσι τα χέρια μας μένουν μαζεμένα. Με ένα του νεύμα μας δίνει την άδεια να καθίσουμε καθώς χαϊδεύει την μακριά γενειάδα του.

Απολίτιστοι, βάρβαροι, σκέφτομαι κάθε φορά που θυμάμαι τι συμβαίνει σε αυτή την χώρα και θέλω να γυρίσω στην Ευρώπη το συντομότερο δυνατό.

Δίπλα από τον Σάχη κάθονται δυο άντρες, ο ένας με κοστούμι που μοιάζει με ντόπιος, αλλά κατά πάσα πιθανότητα θα τον περνούσα με Αιγύπτιο και άλλος ένας με παραδοσιακή ενδυμασία.

Μας προσφέρεται αραβικός καφές και χουρμάδες όπως συμβαίνει στο ξεκίνημα κάθε καλωσορίσματος στον ανατολικό κόσμο. Το φαγητό μου τρυπάει την μύτη, αλλά προτιμώ να παραμείνω στον καφέ για αρχή.
«Για να μην χάνουμε χρόνο. Ήρθε μισό εμπόρευμα» άρχισε να λέει «ενώ όλος ο χρυσός που σας έδωσα, παραδόθηκε στην ώρα του. Και όταν ζήτησα από τους άντρες σας πίσω το χρυσό που μου αναλογεί, είπαν πως είχε ήδη μπει σε ασφαλές μέρος και δεν γίνεται να σταλεί πίσω» παρά είναι ψύχραιμος για αυτό που συμβαίνει.

Το καλό με τους Ανατολίτες είναι ότι πληρώνουν σε χρυσό, πράγμα που δεν χάνει ποτέ την αξία του. Εννοείται πως με το που το πήρα στα χέρια μου, μπήκε αμέσως σε κλειστό λογαριασμό και επενδύθηκε αναλόγως σε όπλα τελευταίας τεχνολογίας. Έχω την δυνατότητα να τους πουλάω τα πάντα σε πιο ανεβασμένη τιμή, μιας και το εμπόρευμα τους έχει άμεση παραλαβή σε αντίθεση με αυτό που συνήθιζαν να περιμένουν από Αμερική.

Ένα κομβόι χάθηκε πράγματι. Αλλά αυτά δεν χάνονται έτσι. Κάποιος είναι ο υπαίτιος και θα τον βρω. Και όταν τον βρω θα του κόψω το λαρύγγι. Οι μαλακίες που λέει για επιστροφή χρυσού, να το ξεχάσει. Δεν είμαστε μαγαζάκι εδώ. Ήρθα να διαπραγματευτώ και θα το κάνω.
«Το χρυσό δεν μπορεί να βγει από εκεί που είναι. Έχω έρθει εδώ για άλλη συμφωνία»

Βολεύεται στην καρέκλα του γελώντας ειρωνικά.
«Για να σε ακούσω»

Ο Ηλίας μου κάνει νόημα. Παίρνει αυτός τον λόγο. Καλύτερα, γιατί με εμένα υπάρχει περίπτωση να τον βρίσω και να βρεθώ στην κρεμάλα πριν το καταλάβω.
«Σου στέλνω άλλο ένα κομβόι όπλα και ένα κομβόι κοκαΐνη»

Ανοίγεται πολύ ο τύπος.
«Χα! Νομίζεις πως με αυτά θα με ξεγελάσεις;»
«Προσπαθούμε να κάνουμε μια συμφωνία που θα συμφέρει και τους δυο μας» επισημαίνει ο Ηλίας.
«Δεν έχω χάσει απλά χρυσό, έχω χάσει και χρόνο περιμένοντας το εμπόρευμα που δεν ήρθε. Από το γεγονός αυτό χάνω ακόμα περισσότερα. Χάνω χρόνο! Σου φαίνεται εντάξει αυτό;» ρωτάει με ένα ελαφρύ εκνευρισμό.
«Δώσε του ο,τι θέλει και γάμησε τον» λέω στα ελληνικά έξαλλος.
«Τι είπε αυτός;» με κοιτάει έντονα ο Σάχης.
«Να σου δώσουμε ο,τι θες για να τελειώνουμε»
«Πολύ καλά. Θα μείνετε εδώ μέχρι να έρθει και το τελευταίο κομβόι. Διπλασίασε τα χαμένα και θα είμαστε εντάξει»

Αρχίζω να ιδρώνω. Πρώτο, γιατί θα μείνω εδώ μέχρι να έρθει το εμπόρευμα και δεύτερον γιατί ζητάει παρά πολλά. Θα μπει το χέρι βαθιά στην τσέπη εξαιτίας ενός μαλάκα. Ε και να τον πιάσω αυτόν που μου έκανε την ζημιά… Θα γίνουν τρελές ανακρίσεις σε όσους ανέλαβαν αυτήν την παρτίδα, γιατί το ερώτημα είναι, πού πήγε αυτό το εμπόρευμα;
Μια σκιά μου τραβάει την προσοχή περνώντας πίσω από τις τριανταφυλλιές. Το βλέμμα μου μένει να ακολουθεί την σκιά όπου να χαθεί. Δεν ήταν σκιά. Ήταν αυτή. Η μαυροφορεμένη. Κυκλοφορεί κόσμος εδώ έτσι και σφίγγεται η ψυχή σου. Σε όσους δηλαδή έχει μείνει ψυχή εδώ.

Λευκή

Όσα ξέρετε για τις πριγκίπισσες, δεν είναι ψέματα. Δηλαδή δεν είναι όλα ψέματα. Ας πούμε πως η αλήθεια διαχωρίζεται από το ψέμα μέσω μίας λεπτής κλωστής. Να, σαν αυτής που έχω στα χέρια μου για να κεντάω. Και κεντάω πολύ, γιατί ο χρόνος στην φυλακή είναι άπλετος, πόσο μάλλον όταν αυτή είναι αιώνια.

Αφού η μάνα μου πέθανε στην γέννα και δεν είχα κανέναν να με προστατέψει, γιατί ελπίζω πως αυτό θα έκανε, ο μοναδικός σκοπός της ύπαρξής μου είναι να υπηρετώ τον βασιλιά. Δεν έχει σημασία που είναι ο πατέρας μου. Αυτοί οι δεσμοί εδώ δεν παίζουν καμία απολύτως σημασία.
Είμαι μία σκιά για το έθνος αυτό. Η ύπαρξή μου είναι γνωστή, αλλά ποτέ κάνεις δεν με έχει δει έξω από το παλάτι και ο κόσμος έξω από αυτόν φαίνεται πολλά υποσχόμενος. Εικοσιτέσσερα χρόνια δεν έχω ιδέα για το πώς μοιάζει η μυρωδιά του έξω κόσμου.

Γεννήθηκα με μία κατάρα τόσο τρομερή, που εξυπηρετεί τους πάντες εκτός από εμένα. Τα οράματα με βασανίζουν από πάντα. Ξέρω τι θα συμβεί. Ξέρω το μέλλον. Είναι σαν κρίσεις που με πιάνουν και όταν αυτό συμβαίνει δεν έχει τελειωμό. Στην αρχή πίστευαν πως είμαι τρελή, γιατί παραμιλούσα όσο διαρκούσαν οι κρίσεις. Μετά κάποιος είχε την φαεινή ιδέα να κρατάει αρχείο για όσα λέω και έτσι όλα ηχογραφούνται. Όταν τα οράματα άρχισαν να πραγματοποιούνται, κατάλαβαν πως δεν είμαι τρελή. Ο Βασιλιάς με αυτό τον τρόπο έχει καταφέρει να είναι πάντοτε ένα βήμα μπροστά, αφήνοντας έμενα εκατοντάδες βήματα πίσω. Η αυτοκρατορία έχει πλουτίσει εξαιτίας αυτού που έχω και εύχομαι να μην το είχα ποτέ. Ίσως η ζωή μου να ήταν πιο… κανονική. Ακόμα και αν αυτό σήμαινε να παντρευτώ στα δεκαέξι μου με κάποιον πολλά χρόνια μεγαλύτερό μου για οικονομικά συμφέροντα. Μπορεί να είχα τουλάχιστον μία άποψη για τον έξω κόσμο φεύγοντας από εδώ. Υπήρξαν πολλοί υποψήφιοι γαμπροί που ζήτησαν το χέρι μου και κάθε φορά η απάντηση του Σάχη ήταν ένα εμβρόντητο “όχι” με την δικαιολογία πως είμαι ακόμα πολύ μικρή. Εξαιτίας αυτού ξεκίνησαν οι φήμες πως είμαι το πιο άσχημο πλάσμα όλου του βασιλείου, ενώ απλούστατα ήμουν απλώς ένα φρικιό που η παραμονή μου στο παλάτι συνέφερε τις συμφωνίες του πατέρα μου.

Μερικές αλήθειες για τις πριγκίπισσες λοιπόν, είναι πως έχουν πολύ φορτωμένο πρόγραμμα. Πολλές ώρες μελέτης. Μία πριγκίπισσα δεν μπορεί να στερεί της γνώσης. Και αυτό όχι γιατί το διάλεξε ο πατέρας μου, αλλά γιατί η γυναίκα που με μεγάλωσε και αποκαλούν εδώ μέσα υπηρέτρια, φρόντισε να μου μάθει πολλά πράγματα. Αμέτρητες φορές, η Μπαχά έφερνε στην κάμαρά μου απαγορευμένα βιβλία, δίνοντάς μου τροφή για σκέψη και πληροφορίες για το πόσο μεγάλος είναι ο κόσμος αυτός. Πόσοι ήπειροι θα μείνουν ανεξερεύνητοι από τα μάτια μου και πόσες πόλεις θα μείνουν ανέγγιχτες από τα πόδια μου.

Μέσα σε όλα αυτά, να σας πω πως δεν έχω δράκο να με προστατεύει, παρόλα αυτά βρίσκομαι στον πιο ψηλό πύργο. Δοκιμασίες δεν υπάρχουν για να έρθει κανείς ως την κάμαρά μου, γιατί κανείς πρίγκιπας δεν θα προσπαθήσει να με προσεγγίσει.

Ο ελαφρύς χτύπος στην πόρτα, μου αποσπά την προσοχή και γρήγορα τρέχω να καλυφθώ, αφού πρώτα παραπετώ το βιβλίο της γεωγραφίας στην άκρη.
«Εγώ είμαι» λέει χαμογελαστή η Μπαχά, αφού μπορώ να δω το πρόσωπό της. Φοράει μόνο το χιτζάμπ, που καλύπτει όλο το μέρος του κεφαλιού της και ένα μέρος του μετώπου της, μην αφήνοντας τρίχα να εξέχει. «Σου έφερα το βάζο για τα τριαντάφυλλά σου».

Κάθε μέρα τα ίδια. Κάθε μέρα κόβω φρέσκα λουλούδια και η Μπαχά σπεύδει να τα φροντίσει όπως έκανε πάντα και με έμενα.
«Έχουμε καλεσμένους» λέω καταφατικά και αφήνω την μπούρκα στην άκρη.

Η Μπαχά με πλησιάζει αφήνοντας ένα φιλί στην κορυφή του κεφαλιού μου.
«Ναι» λέει και λάμπουν τα μάτια της. «Είναι αυτός;»
«Δεν ξέρω» λέω κουνώντας αρνητικά το κεφάλι μου.
«Λευκή, θα κάνω ό,τι μπορώ για να φύγεις από εδώ μέσα. Για εμένα δεν με νοιάζει. Ας με σκοτώσουν. Αυτό όμως μου περνάς εσύ δεν σου αξίζει» λέει και από αμηχανία κατεβάζω τα μανίκια όσο πιο χαμηλά γίνεται, αν και ξέρω πως δεν πρόκειται με τόσο ύφασμα να φανεί κάτι.

Πλησιάζω προς το παράθυρο που δείχνει προς τον κήπο και είναι ακόμα εκεί συζητώντας. Το όνομά του είναι Ορφέας. Ακούγεται όμορφο. Το είχα δει σε ένα κείμενο της ελληνικής μυθολογίας. Ένα ακόμη βιβλίο που πέρασε κρυφά τις πύλες αυτού του παλατιού. Μοιάζει… όμορφος. Δεν έχω δει πολλούς άντρες στην ζωή μου, αλλά αυτός είναι διαφορετικός. Είναι Ευρωπαίος. Φοράει κοστούμι, κάτι που δεν φοράνε οι ντόπιοι. Το δέρμα του είναι λευκό. Είναι ψηλός και το σώμα του μοιάζει να διαγράφεται κάπως κάτω από αυτό το πουκάμισο. Το πρόσωπό του έχει κάτι… σκληρό. Δεν έχει κακία. Ξέρω πώς μοιάζει η κακία, αλλά ακόμα και αν είναι κακός, δεν είναι μόνο κακός. Έτσι και αλλιώς κανείς δεν είναι μόνο ένα πράγμα. Τα μάτια του είναι μεγάλα και καστανά. Τα χείλη ξεχωρίζουν με ένα όμορφο περίγραμμα και οι γωνίες στο πρόσωπό του γίνονται έντονες κάθε φορά που ξεφυσάει σαν κάτι να τον στοιχειώνει. Και εγώ ξεφυσάω, μόνο που σε εμένα κανείς δεν υπάρχει για να το δει. Τα πυκνά καστανόξανθα μαλλιά του, κάνουν το πρόσωπό του να λάμπει. Συνειδητοποιώ πως ποτέ κανέναν δεν έχω περιγράψει με τόση λεπτομέρεια.
«Λευκή, πώς ξέρεις πως θα συμβεί;» ρωτάει η Μπαχά δειλά από πίσω μου.
«Απλώς το ξέρω»
Όταν δεν μπορείς να δραπετεύσεις από την φυλακή, φέρε κάποιον για να σε βγάλει από αυτή. Έτριψα τα χέρια μου για να απαλύνω τον πόνο και έμεινα προσηλωμένη στο θέαμα μπροστά μου.

Ορφέας

«Πρέπει να βρούμε μία λύσω. Εγώ επτά μέρες εδώ δεν κάθομαι!» φώναξα στον Ηλία γυρνώντας στο δωμάτιό μου.
«Ηρέμησε. Πρέπει να σκεφτούμε κάτι έξυπνο. Κάτι με το οποίο να μπορούμε να τον τυλίξουμε σε μία κόλλα χαρτί. Αυτός ψήνεται για πόλεμο. Δεν ικανοποιούνται τέτοιοι άνθρωποι με αυτά που προσφέρουμε» λέει ο Ηλίας με ψυχραιμία.
«Θα με τρελάνεις; Θα γαμηθώ τελείως για την μαλακία που έγινε σε έναν Σεΐχη» θέλω να βαρέσω ό,τι βρίσκω μπροστά μου.
«Αυτός είναι μπλεγμένος στον πόλεμο με τους Ταλιμπάν και όσο δεν έχει όπλα τόσο χάνει. Είναι ξεκάθαρο αυτό. Ετοιμάζει κάτι μεγάλο και το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να τον κρατήσουμε ικανοποιημένο ή όπως είπα να βρούμε το ευαίσθητο σημείο του» τονίζει τις τελευταίες λέξεις.
«Σου φαίνεται για άνθρωπος με ευαίσθητα σημεία;» συνεχίζω στον ίδιο υψηλό τόνο.
«Κάτι μου λέει πως το ευαίσθητο σημείο είναι η κόρη του» χαμογελάει σατανικά και μπαίνω σε σκέψεις.
«Τι εννοείς; Δεν δίνει δεκάρα για πάρτι της. Την έχει κλεισμένη εδώ μέσα να περιφέρεται σαν άδικη κατάρα»
«Ποιος Σάχης κρατάει την κόρη του, εικοσιτεσσάρων χρονών κλεισμένη στο παλάτι του; Με την πρώτη ευκαιρία θα την έδινε σε όποιον πρόσφερε τις περισσότερες καμήλες. Και μην μου πεις πως δεν βρέθηκε κανείς. Και εδώ πέρα, σε τέτοια ηλικία, ποιος θα την πάρει;»

Για κάποιον λόγο όσα λέει ο Ηλίας βγάζουν νόημα, αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί.
«Εσύ πώς τα ξέρεις όλα αυτά;» τρίβω το πιγούνι μου με αγωνία για την συνέχεια.
«Αν ρωτούσες, θα ήξερες» απαντάει απλά.
«Άρα;» ρωτάω.
«Άρα ζητάς το χέρι της. Πάρτι θα κάνει, που λέει ο λόγος, για να ανοίξει παρτίδες με την Ευρώπη. Τάξε του όλο το χρυσάφι, τάξε του ό,τι θέλει» επιμένει.
«Πας καλά ρε; Αυτός θα μας πάρει και τα σώβρακα!»
«Θα έχεις πάρε δώσε με όλη την ανατολή» λέει πολύ σωστά.
«Και αν… αυτή είναι όντως κάνα τέρας;» τολμάω να ρωτήσω.
«Ξύπνα ρε! Ο γάμος είναι μέρος της οικονομικής συμφωνίας. Πάρε την εκεί και παράτα την πουθενά στην Ευρώπη μετά. Χαρά θα κάνει που θα φύγει από εδώ μέσα. Άλλο που δεν θέλει να έχει Ευρωπαϊκό διαβατήριο»

Ξαφνικά όλα βγάζουν νόημα. Αμέσως κιόλας καλώ σε συνάντηση τον Σάχη.

Τα γέλια αντηχούν σε ολόκληρη την αίθουσα.
«Από την πρώτη στιγμή που σε είδα κατάλαβα πως έχεις χιούμορ» λέει δείχνοντάς με με τον δείκτη του όσο κάθεται αναπαυτικά στον θρόνο του.
«Μιλάω σοβαρά. Ζητώ το χέρι της κόρης σας»
«Και εγώ τι κερδίζω;»

Αυτό δεν είναι όχι. Αλλά δεν είναι και ναι.
«Μία δυνατή οικονομική συμφωνία. Είμαι πρόθυμος να ενισχύσω κάθε πολεμική επιχείρησή σου»
«Έχεις ιδέα πόσοι μου ζήτησαν το χέρι της Λευκής;»
Λευκής; Τι περίεργο όνομα και αυτό.
«Είμαι σίγουρος πως κανέναν δεν μπορούσε να σου παρέχει ένα άνοιγμα με την Ευρώπη και όσα κομβόι θες για πάρε δώσε»
«Εσείς οι Ευρωπαίοι δεν τα κάνετε αυτά. Δεν την έχεις δει καν!» λέει δείχνοντας τα δόντια του.
«Σου κάνω μία προσφορά. Δεν σκέφτομαι με βάση την εθνικότητά μου, αλλά με βάση τις τσέπες μας»
«Αύριο γίνεται ο γάμος» λέει καταφατικά και αποφασισμένα, κάνοντάς μου νόημα να ξεκουμπιστώ.
Τι; Τόσο εύκολο ήταν; Αποκλείεται…

Ορφέας

Σε 24 ώρες θα είμαι παρόν σε έναν γάμο. Στον δικό μου γάμο. Τόσο γρήγορα, αλλά όχι και απλά. Όταν κάτι είναι τόσο εύκολο κρύβει παγίδες από πίσω και εδώ δεν έχω καταλάβει ακόμα πού είναι η φάκα. Πού στο διάολο έχω μπλέξει; Μια ζωή είχα τον έλεγχο και τώρα έχω χάσει τον μπούσουλα. Θα περιμένω για να δω.

Έχω συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι θα παντρευτώ μια γυναίκα που όχι απλά δεν ξέρω, αλλά δεν έχω δει ποτέ εμφανισιακά. Είτε παντρευόμουν κουρτίνα, είτε γυναίκα, το ίδιο μου είναι. Θα την ξεφορτωθώ εύκολα. Εδώ οι άντρες βλέπουν τις γυναίκες σαν κτήματά τους, όποτε με το που γίνει ο γάμος και έρθουν τα κόμβοι και κάνω μερικές καλές συμφωνίες στον αραβικό κόσμο, θα πάρω την Λευκή και θα φύγουμε. Θα της δώσω μερικά εκατομμύρια να εξαφανιστεί από την ζωή μου και να είναι ελεύθερη. Άλλο που δεν θα θέλει.

Βέβαια, από την άλλη είναι σαν να αφήνω ένα σπουργίτι μέσα στην ζούγκλα. Σίγουρα δεν θα ξέρει να επιβιώσει μόνη. Δεν είναι δικό μου θέμα αυτό. Όχι όχι! Έχω δουλειές να κάνω. Και αν ποτέ τύχει να βρω αυτό που ψάχνω στην ζωή μου, θα πάρω ένα διαζύγιο και θα την στείλω στην ευχή του Θεού.

Λευκή

Μερικές φορές για να βρεις την ελευθερία σου, ίσως να χρειαστεί να επινοήσεις ένα όραμα. Ένα όραμα τόσο πειστικό, που θα καθορίσει όλο σου το πεπρωμένο. Αυτό χρειάστηκε να κάνω και θα το ξαναέκανα μόνο και μόνο για να ζω αυτήν την στιγμή.
Ένα χαμένο κομβόι, η άφιξη ενός αγνώστου και ένα προσποιητό όραμα, θα με φέρει πιο κοντά σε αυτό που αξίζω.

Η Μπαχά στολίζει ένα σωρό κοσμήματα πάνω στα λευκά μου ρούχα, λέγοντας ξανά και ξανά ποσό τυχερή είμαι. Τυχερή θα ήμουν αν δεν ήμουν καταραμένη για να το ζω όλο αυτό. Προτιμώ να μείνω σιωπηλή και να την αφήσω να κρεμάσει όλο αυτόν τον χρυσό πάνω στα λευκά υφάσματα που καλύπτουν ολόκληρο το δέρμα μου.

Η Μπαχά με έχει ενημερώσει για την πρώτη νύχτα του γάμου και δεν ανυπομονώ καθόλου για αυτή. Έχω αντέξει όμως τόσα και τόσα. Λίγος παραπάνω πόνος και εξευτελισμός δεν βλάπτει.

Τρέμω για την στιγμή που η γύμνια μου θα έρθει στην επιφάνεια. Ο άνθρωπος αυτός δεν θα έχει δει πιο άσχημα μάτια από τα δικά μου. Ξέρω πως οι άντρες πλαγιάζουν με πολλές γυναίκες και μπορούν να το κάνουν σε αντίθεση με εμάς, αφού μόνο με την παρθενιά μας μπορούμε να δείξουμε την εγγύηση του γάμου μας.

Δεν πρέπει να δει το δέρμα μου. Τα χέρια μου. Θα φροντίσω όλα τα φώτα να είναι σβηστά και να μην χρειαστεί να δει ένα τέτοιο θέαμα.

Εύχομαι όλα να γίνουν γρήγορα. Η Μπαχά μου είπε πως οι άντρες δεν δίνουν σημασία σε αυτά. Κάνουν ό,τι είναι να κάνουν και τέλος. Ο πόνος κρατάει μόνο τις πρώτες φορές και αν είμαι τυχερή, ίσως κάποια στιγμή αυτή η πράξη μου αρέσει. Επίσης, αν υπάρξει διάδοχος, μετά δεν θα χρειαστεί να επαναληφθεί η πράξη, εκτός και αν είναι κορίτσι. Τότε, θα υπάρχει πρόβλημα.
Σκέφτομαι ήδη πολύ μακριά και δεν έχω κανένα άλλο όραμα πέρα από το πιο πρόσφατο. Και το προσποιητό.

Ορφέας

Η τελετή έγινε ενώπιον μερικών ανθρώπων μονάχα. Ό,τι πιο ψεύτικο έχω ζήσει ποτέ στην ζωή μου. Τι είχα δίπλα μου; Ένα ασπροφορεμένο πλάσμα γεμάτο χρυσό από την κορυφή ως τα νύχια. Πλάκα πλάκα, παντρεύομαι χρυσωρυχείο με όλη την έννοια.

Το όλο πανηγύρι, γιατί για εμένα αυτό ήταν, κράτησε λίγο. Κανείς θα περίμενε κάνα τρελό φαγοπότι όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις. Έπεσα έξω. Αντιθέτως, μας πέταξαν μέσα στην κρεβατοκάμαρα της νύφης σαν να μας έλεγαν «κάντε παιδιά» ενώ ακόμη δεν την έχω δει.
Άβολο να βρίσκομαι σε έναν μικρό χώρο με μια κινητή κουρτίνα. Α ρε τι τραβάω με τις ιδέες μου!

Και τώρα πώς θα κοιμηθούμε; Το κρεβάτι σε αυτό το δωμάτιο είναι για ακόμη μια φορά μεγάλο, αλλά και πάλι. Στοιχηματίζω, για την ακρίβεια, είμαι εκατό της εκατό σίγουρος, πως αυτή η κοπέλα δεν έχει κοιμηθεί με άλλον.
«Ξέρεις…» ξεκινάω να λέω «πρέπει να γνωριστούμε»
Ως απάντηση παίρνω απλώς ένα νεύμα μέσα από τα ρούχα της.

Παίρνω το θάρρος και ξέροντας πως ίσως να νιώσει άβολα, την πλησιάζω στο μισό μέτρο. Συνεχίζει να έχει την πλάτη της γυρισμένη, κοιτώντας τον εαυτό της στον καθρέπτη. Τον εαυτό της που λέει ο λόγος. Η αντανάκλασή μου είναι ακριβώς πίσω. Δεν κόβω την φορά και πλησιάζω όλο και περισσότερο.
«Μπορώ να δω το πρόσωπό σου;» ρωτάω απαλά.
«Δεν έχω μάθει να μου ζητάνε την άδεια» λέει με μια μελωδική φωνή γυρνώντας προς τα εμένα.

Με προσεχτικές κινήσεις, ακουμπάω τα δάχτυλά μου στο ύφασμα που τελειώνει χαμηλά στην κοιλιά της και καλύπτει το πρόσωπό της. Το τραβάω προς τα πάνω αργά και το μόνο που ακούγεται στον χώρο είναι η ανάσα της.

Εμφανίζεται πρώτα το πιγούνι της. Χρώμα δέρματος. Λευκό. Κατάλευκο για μια γυναίκα του αραβικού κόσμου. Δέρμα καθαρό σαν το χαρτί. Έπειτα τα χείλη της. Καταπίνω με δυσκολία. Είναι τα πιο όμορφα χείλη που ίσως να έχω δει ποτέ. Έχουν κάτι από σχήμα καρδιάς και ένα ροζ χρώμα λες και μόλις έφαγε κάποια φράουλα. Μετά, η μύτη της. Πόση τελειότητα να αντέξει κανείς; Το μισό της πρόσωπο μαρτυράει αναλογίες που θα ζήλευαν και τα μοντέλα. Μέχρι που η αποκάλυψη είναι μπροστά μου και εγώ δυσκολεύομαι να αναπνεύσω. Ποιο ανθρώπινο πλάσμα μπορεί να έχει τέτοια μάτια; Από ποιον κόσμο ήρθε η Λευκή; Τα μεγάλα γκρίζα μάτια της, που πετάνε μπλε σπίθες λες και θα βρέξει ο ουρανός, με κοιτάνε με φόβο, ντροπή και απορία. Μένω να τον κοιτάω σαν βλάκας, ενώ θέλω να πάρω όλα αυτά τα συναισθήματα από πάνω της.

Κάνω ένα βήμα πίσω και την κοιτάω καλύτερα. Τα μαλλιά της είναι καλυμμένα μέσα σε ένα άλλο μαντήλι. Γρήγορα με τα τρεμάμενα δάχτυλά της επιχειρεί να το λύσει σαν να διάβασε τις σκέψεις μου. Ένας χείμαρρος από σχεδόν λευκά μαλλιά πέφτουν κάτω από την μέση της και εγώ νιώθω χαμένος ανάμεσα σε αυτόν τον κόσμο και σε έναν άλλον. Πώς μπορεί τέτοια απόκοσμη ομορφιά να κρύβεται κάτω από υφάσματα; Πού ήταν η Λευκή τόσο καιρό;

Λευκή

Έχω μείνει με κομμένη την ανάσα. Ποτέ ξανά δεν χρειάστηκε να ξεδιπλώσω τον εαυτό μου, μα τώρα είμαι και παντρεμένη.
Νιώθω το ύφασμα να αφήνει για πρώτη φορά το δέρμα μου. Μακάρι να ήξερα τι σκέφτεται.

Το άγχος με κατακλύζει, γιατί ξέρω πως δεν έχω τίποτα το φυσιολογικό και το συνηθισμένο. Ελπίζω να μην μπορεί να δει τον φόβο, την ντροπή και την απορία που υπάρχει μέσα μου.

Η στιγμή που έπρεπε να βρω θάρρος, είχε φτάσει. Δεν έχασα χρόνο και τα δάχτυλά μου έσπευσαν να λύσουν το μαντήλι που κρατούσε τον λευκό χείμαρρο. Πλέον στεκόμαστε ο ένας απέναντι από τον άλλο χωρίς να έχουμε τίποτα να κρύψουμε. Νιώθω μονάχα την ελευθερία να έρχεται από κάπου μακριά.
Η ιστορία τώρα ξεκινάει.

Ελευθερία Τσιντάρη

Συνεχίζεται…

One response to “Η Λευκή Πριγκίπισσα – 1”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading