Κύκλοι και Ελλείψεις – 14

Προηγούμενο

Αρχές του 1950 και η ρημαγμένη Ελλάδα προσπαθεί σιγά-σιγά να στηθεί στα πόδια της. Οι δουλειές στην αρχή είναι δύσκολες και η Αθήνα κατακλύζεται από τους μικροπωλητές και το μεροκάματο βγαίνει δύσκολα. Τα τεφτέρια των μπακάληδων παίρνουν φωτιά και οι τσαγκάρηδες και οι ραφτάδες κάνουν μικρά θαύματα στα χιλιομπαλωμένα παπούτσια και ρούχα. Πολλοί αποφασίζουν να μεταναστεύσουν στην Αμερική και τον Καναδά προς αναζήτηση δουλειάς. Παρόλα αυτά, αχνοφαίνονται και κάποιες αχτίδες φωτός, γιατί αρχίζει τελικά με αργούς, αλλά αποφασιστικούς ρυθμούς, η πολυπόθητη ανάπτυξη. Ιδρύονται ο ΟΤΕ και η ΔΕΗ, στήνονται οι πρώτες βιομηχανικές μονάδες και εμφανίζεται αξιοσημείωτη οικοδομική δραστηριότητα με τις πρώτες πολυκατοικίες.

Η αρχή της δεκαετίας βρίσκει τον Κωνσταντή να τριγυρίζει στο παλιό του μαγαζί, ερείπιο πια και να προσπαθεί να συλλάβει το μέγεθος της καταστροφής. Όταν είχε έρθει από την Σμύρνη, χρήματα υπήρχαν, είχε μεριμνήσει γι’ αυτό τότε και μπορούσε να κάνει μια νέα αρχή, αλλά τώρα; Αφού κοίταζε λυπημένα το μαγαζί του, μετά πήγαινε σ’ ένα καφενείο εκεί κοντά που συνήθως έβρισκε γνωστούς για λίγη κουβέντα. Εκεί τον βρήκε μια μέρα και ο Αχιλλέας που είχε έρθει για τα ξενοδοχεία του.
«Τι θα κάνω Αχιλλέα; Το μαγαζί είναι άχρηστο πια. Και να σου πω… δεν ξέρω αν έχω το κουράγιο πια»
«Κουράγιο;»
«Να, ξέρεις… να βρω πάλι πελάτες, να κάνω ταξίδια… να κυνηγήσω τη δουλειά βρε παιδί μου».
«Κωνσταντή, κουράγιο να δουλέψεις έχεις;»
«Δεν έχω μάθει να κάθομαι, αλλά να ξεκινήσω τώρα απ’ το μηδέν; Δεν νομίζω Αχιλλέα… μεγάλωσα… γέρασα…»
«Έχω μια ιδέα… γιατί δεν έρχεσαι να δουλέψεις στα ξενοδοχεία; Θέλεις στο Bellini; Μπες μέσα και δούλεψέ το σαν δικό σου»
«Μα…»
«Άσε τα μα και τα ξεμα… Εμένα με κρατάνε στο νησί τα ναυτιλιακά, εκπαιδεύω τώρα και τους γιους… δεν προλαβαίνω. Και οι γιοί μου δεν ενδιαφέρονται και το ξενοδοχείο έχει δουλειά. Έρχονται συνέχεια απ’ την επαρχία… έμποροι, μεταπράτες, πωλητές…»
«Δεν… δεν ξέρω… Άσε με να το σκεφτώ…»
«Σκέψου το όσο θέλεις… και να ξέρεις, σου είπα να το δουλέψεις σαν δικό σου… γιατί δικό σου θα γίνει κάποια στιγμή, αδερφέ»

Τώρα ο Αχιλλέας όντως δεν προλάβαινε και δεν μπορούσε ή απλώς έδωσε πάλι βοήθεια, σεβόμενος όμως και την αξιοπρέπεια του γαμπρού του; Το θέμα είναι ότι ο Κωνσταντής σύντομα έγινε ξενοδόχος στο Bellini μάλιστα πήρε μαζί του και τον νεαρό Αλκιβιάδη που είχε ξεσηκωθεί να πάει στην Αμερική.
Και η ζωή τους πήρε σιγά-σιγά πάλι τον ρυθμό της χωρίς διακυμάνσεις και χωρίς εξάρσεις πια. Μέχρι που…
“Δεν έκανα και τίποτα σπουδαίο, ούτε κάτι που δεν μπορούσα. Πολλοί σχολίαζαν κακόβουλα ότι αν δεν ήμουν εγώ τι θα ‘ταν τώρα ο Κωνσταντής κι η Ναυσικά; Μιλάμε όμως για την αδελφή μου αφενός, που δεν είναι και ο πιο εύκολος άνθρωπος και για τον Κωνσταντή αφετέρου, που δεν θα ξεχάσω ποτέ σε τι χάλι ήταν τότε, μετά την αιχμαλωσία. Και στο κάτω-κάτω, τι το σπουδαίο έκανα; Που λάδωσα για να τον εντοπίσω; Και σκύλο να έχανα, το ίδιο θα έκανα. Που του βρήκα το μαγαζί; Παραδίπλα απ’ τα ξενοδοχεία ήταν, δεν έψαξα και ιδιαίτερα. Που του παραχώρησα το ξενοδοχείο; Τελικά μάλλον χάρη μου έκανε, αφού και δεν ασχολούμαι και μοιραζόμαστε τα κέρδη στο κλείσιμο της χρονιάς. Σαν να το έχω νοικιάσει χωρίς ενοίκιο και όχι σε κάποιον τυχαίο, αλλά σε άνθρωπο δικό μου, της οικογένειας. Τώρα, μετά θάνατον, ας το κρατήσει, εξάλλου αυτός το δουλεύει και δεν βλέπω τα καμάρια μου να ενδιαφέρονται. Αν αγανάκτησα ποτέ; Ίσως… κάποιες φορές, αλλά πάντα το οικογενειακό καθήκον επικρατούσε. Και ο λόγος που είχα δώσει στον πατέρα μας. Εξάλλου και την μικρή είχα υποστηρίξει κατά καιρούς, αν και ποτέ δεν είχε τα προβλήματα της μεγάλης. Είχα και την γκρίνια της συζύγου μου, η αλήθεια είναι, της οποίας η αγγλική νοοτροπία την δυσκόλευε να καταλάβει τι εστί οικογενειακό καθήκον. Σιγά-σιγά, με τον χρόνο νομίζω ότι κατάλαβε. Ελπίζω τουλάχιστον”.

Εκείνο το απόγευμα, η Ναυσικά καθόταν στη βεράντα του σπιτιού της και απολάμβανε την άνοιξη και τις μυρωδιές της, κρατώντας στα χέρια της ένα γράμμα απ’ την αδελφή της, την Αντιγόνη. Απ’ τα ανοιχτά παράθυρα ακούγονταν το Allegro con Brio απ’ την 5η συμφωνία του Μπετόβεν, που προσπαθούσε να ερμηνεύσει η Θάλεια. Η Ναυσικά για κάποιο λόγο δίσταζε ν’ ανοίξει το γράμμα, αλλά τι στο καλό, τι μπορούσε να γράφει πια; Αυτό που έγραφε η Αντιγόνη ήταν ότι στα τέλη Ιουνίου πάντρευε την πρωτοκόρη της και ζητούσε ή μάλλον απαιτούσε, να παρευρεθούν όλοι στο γάμο. Δεν θα ανεχόταν άλλες δικαιολογίες. Η Ναυσικά δεν είχε πάει καν στις κηδείες των γονιών τους, αν δεν ερχόταν ούτε τώρα θα την ξέγραφε από αδελφή.

Η Ναυσικά το σκέφτηκε καλά, κάπου είχε τα δίκια της η Αντιγόνη και η αλήθεια είναι ότι από τότε που έφυγε με το πλοίο “Ελευθερία”, είχε ρίξει μαύρη πέτρα πίσω της. Πολλά τα χρόνια που πέρασαν, πολλά και τα βιώματα, κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι. Τόσο που είχε ξεπλύνει δυσαρέσκειες και είχε εξαλείψει ένοχα μυστικά κι ανομολόγητα πάθη. Το ζύγισε απ’ όλες τις πλευρές και τελικά το αποφάσισε.

Στο παλιό πατρικό σπίτι, το αντάμωμα των αδελφών ήταν συγκλονιστικό. Αγκαλιάζονταν κάθε δύο λεπτά, λες και δεν χόρταιναν η μια την άλλη. Κοιτάζονταν προσπαθώντας να βρουν τις αλλαγές επάνω τους και διάσπαρτες λέξεις έβγαιναν απ’ τα χείλη τους χωρίς καμία συνοχή. Γέλαγαν και δάκρυζαν την ίδια στιγμή. Η Ναυσικά μετά από πολύ καιρό άφησε τον εαυτό της ελεύθερο και έδειξε ανθρώπινα συναισθήματα. Ο πάγος μέσα της άρχιζε να θρυμματίζεται και να λειώνει, να γίνεται καθαρό νερό και να ξεχειλίζει.

Μόλις αποσπάστηκε λίγο απ’ τα χέρια της Αντιγόνης, κοίταξε γύρω της για να χαιρετήσει και τους υπόλοιπους. Ήταν όλοι εκεί για να τους υποδεχτούν. Ο Αχιλλέας με την Εγγλέζα γυναίκα του και τους γιούς του, οι δυο κόρες της Αντιγόνης, η μελλοντική νύφη και η καστανόξανθη, κατά 16 μήνες μικρότερη, ο Θωμάς, μεσήλικας πια και… η Ανέζα, η καλή της Ανέζα, ένα γέρικο κουβάρι πια και… ο Μάρκος. Τα χρόνια που πέρασαν του είχαν αραιώσει λίγο τα μαλλιά και του είχαν προσθέσει κάμποσες ρυτίδες στο πρόσωπο, που μάλλον του πρόσθεταν γοητεία παρά του αφαιρούσαν. Τα μάτια του είχαν την ίδια ειρωνική λάμψη και το κορμί του ήταν ακόμη στητό. Άθελά της μέσα σε δευτερόλεπτα τον συνέκρινε με τον Κωνσταντή, που τα γαλάζια μάτια του είχαν χάσει τη λάμψη τους, τα μαλλιά του είχαν ασπρίσει και το κορμί του είχε μαραζώσει, απ’ την άλλη ο Μάρκος κρατιόταν ακόμη αρκετά καλά. Την φοβόταν αυτή την συνάντηση, την έτρεμε. Φοβόταν εκείνον. Φοβόταν τον εαυτό της. Ο Μάρκος την αγκάλιασε και ένιωσε τα χέρια του να τρέμουν. Η καρδιά της έχασε κάμποσους χτύπους και ξαφνικά χλώμιασε. Προσεκτικά θαμμένες αναμνήσεις απειλούσαν να διεκδικήσουν την θέση τους στην πραγματικότητά της. Της ήρθε λιγοθυμιά.
«Είσαι καλά; Άσπρισες σαν το πανί!»
«Το ταξίδι θα την πείραξε»
«Ας την ξαπλώσουμε»

Λίγο αργότερα, η Ναυσικά μόνη της στο παιδικό της δωμάτιο, ξανάφερνε στο μυαλό της την επίμαχη σκηνή και προσπαθούσε να βρει λογική στις αντιδράσεις της. Ήταν που την βρήκε ευάλωτη, δεν εξηγείται αλλιώς, δεν μπορεί ένας τόσο στέρεος τοίχος, που έκανε τόσα χρόνια και τόσο κόπο να χτίσει, να καταρρέει σε μια στιγμή. Και μετά άρχισε να αναρρωτιέται για τον εαυτό της. Θα του φαινόταν άραγε νέα ή μήπως γριά; Μήπως είχε πλαδαρέψει κι αυτή; Είχε κρεμάσει το στήθος της ή μήπως είχαν νερουλιάσει τα μπράτσα της; Δεν έπρεπε να βάλει αμάνικο φόρεμα. Μα είναι δυνατόν, τι κάθεται και σκέφτεται τώρα;

Παρόλα αυτά πρόσεξε σχολαστικά την εμφάνισή της για το βράδυ του γάμου. Ένιωθε ζωντανή, θηλυκή, επιθυμητή. Ερωτεύσιμη ξανά. Χτενίστηκε στο κομμωτήριο, φόρεσε το φόρεμα από μουσελίνα με τις πολλές σειρές από φούστες σε κρεμ χρώμα, έβαλε τα μαργαριτάρια της, το δώρο του πατέρα της, περιποιήθηκε το πρόσωπό της τονίζοντας λίγο τα μάτια και τα χείλη και τελείωσε με δυο σταγόνες άρωμα. Σαν να πήγαινε στον πρώτο της χορό. Γιατί τόση φροντίδα για την εμφάνισή της; Ούτε όταν ήταν κοπελίτσα δεν είχε φροντίσει τόσο τον εαυτό της. Ήθελε να δώσει κάποιο μήνυμα; Ναι, ήθελε να αποδείξει ότι «μετράει» ακόμα. Στο κάτω-κάτω γυναίκα ήταν και μια φορά στο τόσο χρειαζόταν την επιβεβαίωση, δικαιολογούσε τον εαυτό της.

Στην δεξίωση, κατά την διάρκεια του φαγητού, το βλέμμα της Ναυσικάς όλο και ξεστράτιζε προς την μεριά του Μάρκου. Και όλως τυχαίως, τα μάτια του ήταν κάθε φορά καρφωμένα επάνω της και τότε εκείνη γύριζε αμήχανα προς τον άντρα της ή τα παιδιά της. Δεν είχε πραγματικά βρεθεί μόνη με τον Μάρκο απ’ την ώρα που ήρθε στο νησί. Ο Κωνσταντής μιλούσε με τον Αχιλλέα για το ξενοδοχείο και τα παιδιά με τα ξαδέλφια που μόλις είχαν γνωρίσει. Η Ναυσικά προσπάθησε να εμπλακεί σε κάποια συζήτηση αλλά χωρίς επιτυχία και ξαφνικά αισθάνθηκε πολύ μόνη. Τι αστείο! Μόνη ανάμεσα σε τόσο κόσμο, στους συγγενείς της, την οικογένειά της.

Ξαφνικά η μουσική άλλαξε, έγινε πιο ζωηρή και οι παλιοί γνωστοί ρυθμοί του συρτού και του μπάλου ξεσήκωναν τους καλεσμένους για χορό. Κάποιο χέρι την τράβηξε και η Ναυσικά χωρίς να το καταλάβει καλά-καλά, βρέθηκε να σέρνει τον χορό μαζί με την Αντιγόνη. Αλήθεια, πόσα χρόνια είχε να χορέψει; Τα πόδια της βρήκαν αμέσως τα βήματα και εκείνη ένιωθε το σώμα της λυγερό και ευκίνητο, μα ναι, δεν είχε γεράσει ακόμα. Μια υποψία χαμόγελου είχε αποτυπωθεί στα χείλη της όση ώρα χόρευε και για λίγο τα ξέχασε όλα.
«Ναι, δεν μπορώ να πω, πέρασα καλά με τον Μάρκο. Δεν μου έλειψε τίποτα. Όχι ότι είχα και πολλές απαιτήσεις. Εγώ να, το σπίτι μου μόνο και τα παιδιά. Έτσι μας είχε μάθει η μάνα. Ό,τι γινόταν έξω απ’την πόρτα μου το αναλάμβανε ο Μάρκος. Εγώ ούτε για ψώνια δεν πήγαινα. Ο Μάρκος ήταν ο κουβαλητής, ο στυλοβάτης της οικογένειας. Υπήρξε και καλός σύζυγος και καλός πατέρας. Δέν έχω κάτι να του προσάψω εκτός ίσως… τότε που… Ω κουταμάρες, τι πάω και θυμάμαι; Να, ήταν τότε, πάνε χρόνια τώρα, που μου σφύριξε μια, γνωστή κουτσομπόλα, ότι ο Μάρκος έχει φιλενάδα στην Αθήνα. Είχα σκάσει τότε. Ο Μάρκος έκανε συχνά ταξίδια στην Αθήνα και εγώ δεν πήγαινα ποτέ μαζί του. Η παλιοκουτσομπόλα μου ‘βαλε ψύλλους στ’ αυτιά. Ευτυχώς, μ’ έσωσε η μάνα, Θεός σγχωρέστη. Μου είπε να μην ασχολούμαι με τα λόγια της κάθε μιας. Είναι εντάξει εκείνος στις υποχρεώσεις του προς εμένα και τα παιδιά; Αυτό μετράει. Κι αν… αν υπάρχει και κάποια ξετσίπωτη που να τον διασκεδάζει πού και πού, ε, άντρας είναι, τα ‘χουν οι άντρες αυτά. Αρκεί να μην αφήνει στερημένη την οικογένειά του. Και ο Μάρκος δεν μας είχε ποτέ στερημένες. Ίσα-ίσα. Έτσι το έβγαλα κι εγώ απ’ το μυαλό μου και δεν το ξανασκέφτηκα ποτέ. Είχα πάντα ανάγκη να ακουμπήσω σ’ ένα στέρεο αντρικό ώμο και νιώθω τεράστια ευγνωμοσύνη που αυτός ήταν ο ώμος του Μάρκου. Ο Μάρκος που ποτέ δε ύψωσε την φωνή του, ποτέ δεν σήκωσε χέρι, έμπαινε στο σπίτι πάντα με τα χέρια γεμάτα και φερόταν στα κορίτσια του σαν σε πορσελάνινες κούκλες».

Κάποια στιγμή η μουσική άλλαξε και απ’ τους νησιώτικους ρυθμούς μεταφέρθηκε στους ευρωπαϊκούς. Η Ναυσικά ετοιμαζόταν να κάτσει στο τραπέζι της ξέπνοη και αναψοκοκκινισμένη όταν…. «Χορεύουμε;».
Η φωνή του Μάρκου την προσγείωσε απότομα. Κοίταξε για μια στιγμή τον Κωνσταντή με απόγνωση, σαν να ζητούσε βοήθεια, αλλά αυτός μιλούσε ακόμη με τον Αχιλλέα. Για το Θεό, τι λέγανε τόση ώρα; Δεν μπορούσε βέβαια να προσβάλλει τον Μάρκο μες στον κόσμο, έτσι σηκώθηκε. Στα μεγάφωνα ακουγόταν ο ήχος ενός ταγκό. Η Ναυσικά άφησε τον Μάρκο και τον ρυθμό να την οδηγήσουν στο χορό. Δεν είπαν κουβέντα. Ένιωσε το χέρι του να της πιέζει την πλάτη και αναρίγησε. Ω Θεέ μου, λες να το κατάλαβε κανείς άλλος; Κοίταξε με πανικό γύρω της τα άλλα ζευγάρια που χόρευαν, αλλά κανείς δεν τους πρόσεχε. Έκλεισε τα μάτια ανακουφισμένη. Ένιωσε τα δάχτυλά τους να μπλέκονται και την ανάσα του να της καίει τον λαιμό. Τα πόδια της δεν πατούσαν πια στη γη κι όλη της η ύπαρξη αιωρήθηκε στο χρόνο της. Το τραγούδι κόντευε να τελειώσει, όταν τον άκουσε να της ψιθυρίζει στο αυτί:
«Δεν… δεν σε ξέχασα ποτέ. Σου χρωστούσα αυτόν τον χορό, θυμάσαι; Λοιπόν…; Υπάρχει…;».

Σ’ αυτά τα λόγια η Ναυσικά ξαναγύρισε απότομα στο παρόν. «Τι εννοεί; Είναι δυνατόν να εννοεί…;». Έχασε το βήμα της και παραπάτησε κι ο Μάρκος τη συγκράτησε να μην πέσει. Κάποιοι καλεσμένοι στράφηκαν προς το μέρος τους κι εκείνη κατακόκκινη ίσιωνε το φόρεμά της χαμογελώντας αδέξια για να μην εκτεθούν. Με ακριβώς αυτό το ίδιο χαμόγελο κοίταξε τα αλαζονικά μάτια αντίκρυ της, και είπε μέσα απ’ τα δόντια της:
«Δεν μου χρωστάς τίποτα, Μάρκο. Μόλις μ’ εξόφλησες».

Βγήκε έξω, στο κήπο, δεν άντεχε στιγμή εκεί μέσα. Περπάτησε λίγο αφηρημένα στα περιποιημένα παρτέρια. Δεν σκεφτόταν τίποτα. Περπατούσε απλά σαν ακυβέρνητο καράβι χωρίς στόχο και χωρίς σκοπό. Κάτι ομιλίες πίσω από ένα ψηλό θάμνο την έβγαλαν από την αφασία της.
«Γιατί μου το λες τώρα;»
«Πρέπει να ξέρεις».
«Γιατί τώρα και όχι τότε;»
«Πώς θα μπορούσα;»
«Άλλα κι άλλα μπορούσες να τα κάνεις…»
«Σε παρακαλώ Κωνσταντή, μη μου μιλάς έτσι…»
«Τι περιμένεις να σου πω Αντιγόνη μετά την βόμβα που μου πέταξες;»
«Ήταν δύσκολο… αλλά πρέπει να ξέρεις. Εκείνο το βράδυ είχε συνέπειες. Πρέπει να ξέρεις ότι έχουμε μια κόρη μαζί. Εσύ πρέπει να το ξέρεις. Κανείς άλλος!»

Με σταθερό χέρι η Ναυσικά παραμέρισε τον θάμνο και είπε με δυνατή φωνή:
«Πολύ αργά. Τώρα το γνωρίζω κι εγώ»

Έκανε μεταβολή και αποχώρησε απ’ τη γιορτή. Έκανε μεταβολή κι αποχώρησε απ’ την κοσμοθεωρία της, έκανε μεταβολή κι αποχώρησε απ’ τη ζωή της, έκανε μεταβολή κι αποχώρησε απ’ τον εαυτό της.

Κλειώ Μαυρουδή

Συνεχίζεται…

One response to “Κύκλοι και Ελλείψεις – 14”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading