Ιούλιος 1977.
Ο ταχυδρόμος την βρήκε στην εξώπορτα όταν πήγε να πετάξει τα σκουπίδια. Τηλεγράφημα από την Ελλάδα. Η καρδιά της σφίχτηκε. Όταν έρχονται τηλεγραφήματα σε τέτοιες ηλικίες, σχεδόν πάντα δεν είναι για καλό. Πέταξε γρήγορα τα σκουπίδια, όσο πιο γρήγορα της επέτρεπε η αρθρίτιδά της και έσκισε ανυπόμονα τον φάκελο. Τα μάτια της σκοτείνιασαν. «Ω Θεέ μου… πρέπει… πρέπει να προλάβω…». Έτρεξε στο τηλέφωνο και ειδοποίησε τον γιό της τον Αλκιβιάδη.
Αμέσως μετά από εκείνο το τραγικό βράδυ στο νησί, κοντά 25 χρόνια πριν, η Ναυσικά ξαναγέμισε βαλίτσες και έφυγε για ένα νέο προορισμό. Λονδίνο αυτή τη φορά. Από την ανατολή στη δύση. Εκτός από τα υπάρχοντά της, την συνόδευαν και τα δύο από τα τέσσερα παιδιά της. Η κόρη της και ο μικρός της γιός, που δεν ήταν πια και τόσο μικρός. Άφησε πίσω τον μεγάλο τον Μιλτιάδη, που ναυπηγός πλέον τον είχε δεχτεί για εργασία ένα μεγάλο ναυπηγείο στην Ολλανδία και τον δεύτερο, τον Αριστείδη που ως καπετάνιος ταξίδευε στις θάλασσες του κόσμου. Είχαν πάρει τον δρόμο τους αυτοί. Η κόρη της η Θάλεια επέστρεψε κι αυτή μετά από σύντομο χρονικό διάστημα, γιατί η ζωή στο Λονδίνο δεν της ταίριαζε. Μετά λίγους μήνες παντρεύτηκε στην Αθήνα και άνοιξε το δικό της σπιτικό. Τα παιδιά της ένα ένα έφευγαν από την φωλιά. Το στερνοπούλι της μόνο έμεινε κοντά της.
Προσαρμόστηκε γρήγορα στη ζωή του Λονδίνου. Η ζωή, αλίμονο, την έκανε προσαρμόσιμη στους διαφορετικούς τόπους και στις διαφορετικές κοινωνίες. Η ελληνική κυρίως εφοπλιστική κοινότητα του Λονδίνου, την υποδέχτηκε με ανοιχτές αγκάλες. Αν και με τα χρόνια οι Βελλίνηδες είχαν εγκαταλείψει την ναυτιλία, το όνομα Βελλίνη μετρούσε ακόμα. Η ζωή της εκεί ήταν λιτή αν και πρόβλημα χρημάτων δεν υπήρχε, ο αδελφός της είχε φροντίσει να ρευστοποιήσει κάποια περιουσιακά στοιχεία που είχαν μερίδιο και οι τρείς και είχε τροφοδοτήσει τους τραπεζικούς της λογαριασμούς. Παρόλα αυτά η ζωή της ήταν σεμνή και διακριτική, όπως είχε μάθει από πάντα. Οι προσκλήσεις για δεξιώσεις ή φιλανθρωπικές εκδηλώσεις δεν έλειπαν από το γραμματοκιβώτιό της, παρόλο που η ίδια είχε παρευρεθεί σε ελάχιστες. Το γονίδιο της αυστηρής νησιώτισσας επικράτησε και με ένα παράξενο τρόπο έγινε αποδεκτό και σεβαστό από όλους και ουδέποτε παρεξηγήθηκε.
Τακτοποίησε τον Αλκιβιάδη επαγγελματικά σε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις και μετά από λίγα χρόνια γνώρισε κι αυτός μια Αγγλιδούλα, κόρη ξενοδόχου και παντρεύτηκε. Ήταν ο μόνος που έκανε οικογένεια κοντά της και τα παιδιά του τα μόνα εγγόνια που έζησε.
Με την πατρίδα και την οικογένεια είχε επικοινωνία με αλληλογραφία, κυρίως με τα παιδιά της και τον αδελφό της όσο ζούσε. Όλα αυτά τα χρόνια επισκέφτηκε την Ελλάδα ελάχιστες φορές, με ταξίδια αστραπή, στους γάμους των παιδιών της, σε γεννήσεις κάποιων εγγονιών της -όχι σε όλα- και βέβαια στην κηδεία του αδελφού της. Στις επισκέψεις αυτές ήταν απρόσιτη για τους πολλούς και μόνο με τα παιδιά της και τον αδελφό της ήταν η γνωστή Ναυσικά. Λίγο μετά που είχε πρωτοφθάσει στο Λονδίνο, είχε παραλάβει δύο πολυσέλιδες επιστολές και από τον Κωνσταντή, αλλά και από την Αντιγόνη. Τις είχε διαβάσει και ξαναδιαβιάσει και τότε με νωπή ακόμα την οργή και τον πόνο της προδοσίας, αλλά και αργότερα, όταν είχαν αμβλυνθεί τα συναισθήματα. Κατάλαβε. Κατανόησε. Αλλά δεν συγχώρεσε. Η περηφάνια της δεν της επέτρεπε να συγχωρέσει. Κατάλαβε την δύσκολη θέση που βρέθηκε ο Κωνσταντής και κατανόησε την επιπολαιότητα και την αδυναμία χαρακτήρα της αδελφής της. Δεν συγχώρεσε ποτέ όμως ούτε τον έναν ούτε τον άλλον. Υπήρχε εξάλλου ένα παιδί, ολόκληρη κοπέλα πια, που μέσα στην άγνοιά της είχε τον τραγικό ρόλο να θυμίζει για πάντα την έννοια της προδοσίας σε τρία πολύ συγκεκριμένα άτομα. Δεν συγχώρεσε, γιατί υπήρξε στιγμή που και η ίδια θα μπορούσε… ω κάλλιστα θα μπορούσε να… αλλά όχι, η Ναυσικά είναι από άλλη πάστα, δεν άγεται και φέρεται. Ήξερε από πάντα να επιβάλλεται στα ανομολόγητα πάθη. Η Ναυσικά είναι πιστή, έχει αρχές… είναι πιστή στις αρχές της. Η Ναυσικά μετάνιωσε που… ούτε καν… ούτε καν… η Ναυσικά κοιμάται ήσυχη τα βράδια. Μόνη της. Μόνη… μόνη.
Το αεροπλάνο προσγειώθηκε ομαλά στο αεροδρόμιο του Ελληνικού. Σε μια Ελλάδα ανθίζουσα πλέον, μετά τις ταλαιπωρίες των τελευταίων χρόνων με την δικτατορία και το Κυπριακό. Σε μια Ελλάδα που έκανε το ντεμπούτο της στα σαλόνια της Ευρώπης. Η πτήση από το Λονδίνο άδειαζε τους επιβάτες της, μεταξύ αυτών την Ναυσικά, τον Αλκιβιάδη με την γυναίκα του και τα δυο παιδιά τους. Η Ναυσικά από την στιγμή που έλαβε αυτό το τηλεγράφημα, έλεγε από μέσα της συνέχεια την ίδια φράση, σαν μάντρα «Θεέ μου κάνε να προλάβω… μόνο να προλάβω…». Ήθελε να προλάβει… να προλάβει τον Κωνσταντή πριν φύγει για πάντα, να προλάβει να του πει πως καταλαβαίνει… κατάλαβε ότι δεν τον μισεί, δεν ήθελε να τον αφήσει να φύγει με τέτοιο βάρος. Είχε τεράστια σημασία γι’ αυτήν. Τεράστια.
Στις αφίξεις τους περίμενε μόνο ο Μιλτιάδης με σκυφτούς τους ώμους. Η καρδιά της ράγισε. Δεν πρόλαβα… ψιθύρισε. Πράγματι ο Μιλτιάδης επιβεβαίωσε τα άσχημα νέα. Ο Κωνσταντής άφησε την τελευταία του πνοή σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου το προηγούμενο βράδυ. Δεν πρόλαβε. Δεν πρόλαβε να ξαλαφρώσει τον άντρα της, τον πατέρα των παιδιών της. Για πρώτη ίσως φορά και οι δικοί της ώμοι έγειραν. Γιατί ο θάνατος έχει αυτό το κακό. Δεν είναι αναστρέψιμος. Υπάρχει πάντα το πριν, ποτέ το μετά. Δεν πρόλαβε να συγχωρέσει τον Κωνσταντή… να κάνει ειρήνη με τον εαυτό της. Έμεινε η εκκρεμότητα. Για πάντα! Στα λίγα χρόνια που της μένουν, το αγκάθι θα την συντροφεύει. Μέχρι τέλους.
Την άλλη μέρα έγινε η κηδεία. Η Ναυσικά ντυμένη στα μαύρα, με μαύρα γυαλιά ηλίου να κρύβουν τα μάτια της, καθόταν σαν άγαλμα δίπλα στο φέρετρο. Μετά την νεκρώσιμη ακολουθία, λίγο πριν τοποθετηθεί το φέρετρο στο νιόσκαφτο μνήμα, το άνοιξαν και άρχισε ο κόσμος να πετάει λουλούδια. Η Ναυσικά έσπρωξε αποφασιστικά όποιον της έκλεινε τον δρόμο, πλησίασε, έσκυψε και φίλησε τον νεκρό στο μέτωπο. Μέσα σε ψίθυρους, γύρισε να φύγει και παραπάτησε, κάποιος την συγκράτησε, ξαναγύρισε προς τον νεκρό και με το χέρι της του χάιδεψε απαλά τα μαλλιά.
Δεν κατάλαβε πώς, αλλά δύο από τα παιδιά της, την τράβηξαν απαλά προς την έξοδο.
Κλειώ Μαυρουδή
ΤΕΛΟΣ
