Η Ελπίδα και η Αγάπη

Ποτέ δεν ήξερα τι είναι η αγάπη, τι νιώθεις μαζί της, πώς μυρίζει, τι χρώματα φοράει, πώς έρχεται και πώς μένει, γιατί φεύγει, τι πρόσωπο έχει, αν είναι χαρούμενη ή δυστυχισμένη, αν κάνει θόρυβο ή έρχεται σιγοπατώντας. Ποτέ δε την ένιωσα, δεν την κατάλαβα κι αν ακόμη με πλησίασε με κάποιο τρόπο, δεν ήξερα ούτε να τη δώσω. Θυμάμαι από μικρό η μάνα με φώναζε “καταραμένη” κι ίσως αυτό να έφταιγε. Είχα ξεχάσει το όνομά μου, ήμουν το κακορίζικό της, έφταιγα για όλα όσα συνέβησαν στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον της, ήμουν βαριά αλυσίδα στο λαιμό της κι έκανε τα αδύνατα δυνατά να με πετάξει από πάνω της να ελευθερωθεί.

Δεν με ήθελε από την πρώτη στιγμή που αντιλήφθηκε ότι μεγάλωνα μέσα της, ήταν ήδη αργά όμως για να με τελειώσει, έτσι αναγκάστηκε να με φέρει στον κόσμο κι εγώ σε αντάλλαγμα της στέρησα γονείς και φίλους, ένα καλό γάμο, μια σπουδαία δουλειά, έναν μεγάλο έρωτα, όλη τη ζωή που ήθελε κι εγώ της πήρα με το ζόρι, έτσι έλεγε. Κι εγώ το πίστεψα, το ένιωθα στο πετσί μου στην ψυχή μου κάθε στιγμή, ήμουν η καταραμένη, με βάφτισε κι Ελπίδα για να θυμάται και να μισεί τη γιαγιά μου κάθε μέρα και πιο πολύ που μας πέταξε έξω νωρίς νωρίς για να μη γίνει ρεζίλι στη γειτονιά το όνομά τους. Ζούσα αθόρυβα για να μην την ενοχλώ, πιασμένη από την απουσία κάθε κίνησης, συχνά για μέρες δεν μου επέτρεπε να βγω από το καμαράκι, ούτε και τολμούσα, ήμουν κλειδωμένη. Εκείνα τα εικοσιτετράωρα παρέμενα διαρκώς ξαπλωμένη κάτω από μια τραχιά βρώμικη κουβέρτα και ανάσαινα όσο πιο σιγά μπορούσα, ανήμπορη από την πείνα και τη δίψα, βρώμικη χωρίς μπάνιο. «Να μη σ’ ακούω, να μη σε βλέπω, ούτε την ανάσα σου!» ήταν ίσως οι μοναδικές λέξεις που μου απηύθυνε όποτε τύχαινε να συνυπάρξουμε στον ίδιο χώρο κι εγώ ζούσα ανθρώπινα μόνο τις στιγμές που έλειπε όλη μέρα ίσως και νύχτα και τότε μόνο τότε μπορούσα να κυκλοφορήσω στο χαμόσπιτο που είχαμε για στέγη.

Δεν άντεξε πολλά χρόνια ακόμη την παρουσία μου, έστω και τις σπάνιες στιγμές που με συναντούσε, με πέταξε κι εμένα στα δώδεκα στο δρόμο να βρω την τύχη μου. «Έξω καταραμένη, επιτέλους να ζήσω όπως θέλω εγώ!», αυτά ήταν τα τελευταία της λόγια και τη μάνα δεν την ξανάδα για πολλά χρόνια.

Οι δρόμοι που περπάτησα ήταν μεγάλοι, δύσκολοι, γεμάτοι λακκούβες, παγίδες και κακό. Έφτασα στα δεκάξι μου κι ακόμη δεν συνάντησα την αγάπη σε καμία μορφή, δεν πίστευα πια ότι υπάρχει καν ή ίσως δεν πάει στους καταραμένους, αντιθέτως είχα γίνει καλή φίλη με το φόβο, την αγωνία για το ανθρώπινο μίσος, την αδικία. Κρύφτηκα όλα μου τα χρόνια σε βρώμικα υπόγεια, σε τρύπες σαν τα ποντίκια σε παρατημένα αυτοκίνητα, σε ένα σκυλόσπιτο σε μια αυλή σώθηκα από τη βροχή. Βρήκα ζεστασιά, φαγητό και ασφάλεια από τους δαίμονες που κυκλοφορούσαν τις νύχτες στους σκουπιδοτενεκέδες μιας ταβέρνας, παρέα με τα γατιά, αλλά γρήγορα κι από εκεί με διώξανε. Ασφαλής ένιωθα μόνο όταν κάποιοι, πολύ συχνά πια, καλούσαν το ασθενοφόρο όταν με βρίσκανε αναίσθητη και μελανιασμένη από το κρύο στα παγκάκια ή στα πάρκα που είχα περάσει τη νύχτα μου. Ίσως σε αυτές τις στιγμές συμπόνοιας κάποιων ανθρώπων μου συνέβαινε λίγη αγάπη, ίσως αυτή ήταν η μοναδική μορφή της που φανερωνόταν σε μένα, αλλά μου έδινε έστω κι έτσι ελπίδα πως κάπου κάποτε κι εγώ πάψω να είμαι καταραμένη και να αγαπηθώ όπως πρέπει.

Από την άλλη, όπως έδειχνε, απλά ενοχλούσα την αισθητική κάποιων, πεσμένη στους δρόμους. Στο νοσοκομείο απέφευγα να παίρνω όλα τα φάρμακα, τα έκρυβα για να παρατείνω την αρρώστια μου και την παραμονή μου εκεί, να μη με διώξουν γρηγορότερα, είχα κρεβάτι, μπάνιο και ζεστασιά, καθαρή ρόμπα, σεντόνια, κουβέρτες φαγητό και μια απέραντη ηρεμία, νομίζω ήταν από τις σπάνιες στιγμές που έκλεινα τα μάτια χωρίς φόβο και παραδιδόμουν σε έναν ειρηνικό ύπνο. Μάζευα στη μαξιλαροθήκη τα γιαούρτια, τα μήλα, τις κρέμες, τις κομπόστες κι ό,τι άλλο μπορούσα να κουβαλήσω μαζί μου φεύγοντας, μόλις στεκόμουν στα πόδια μου λίγο, εξαφανιζόμουν πριν αρχίσουν οι ερωτήσεις και καταφτάσουν οι κοινωνικές υπηρεσίες. Ήξερα ότι σε λίγες μέρες πάλι θα επέστρεφα σε κάποιο νοσοκομείο, αλλά δεν με ένοιαζε, μάλλον το ευχόμουν κιόλας, άλλες φορές ευχόμουν, όλο και πιο συχνά τελευταία, να τελειώσουν όλα εκεί στο παγκάκι ανώδυνα και ήρεμα όσο ήσυχα και σιωπηλά είχα ζήσει ως τώρα.

Γενάρης ήταν θυμάμαι, τα πάρκα και τα παγκάκια δεν μπορούσαν πια να με φιλοξενήσουν, τα δέντρα ξεράθηκαν και δεν έκοβαν καθόλου τον αέρα, το κρύο ήταν τσουχτερό, ο βοριάς σου πάγωνε το αίμα. Σκοτείνιασε γρήγορα, πεινούσα πολύ, περπατούσα διαρκώς για να ζεσταίνομαι, τύλιξα πιο σφιχτά τα χαρτόνια γύρω μου, ήμουν τόσο κουρασμένη, νύσταζα από την εξάντληση, ο δρόμος με έφερε μπροστά από μια βιτρίνα ενός εστιατορίου. Πόσος κόσμος μέσα, τρώγανε, γελούσαν, ήταν όλοι ευτυχισμένοι, οικογένειες με παιδιά, χαρούμενα ζευγάρια, φίλοι και τότε την είδα… Η μάνα μου, ροδαλή, όμορφη όσο ποτέ, καλοντυμένη, απολάμβανε το φαγητό της, την παρέα ενός όμορφου κυρίου, γελούσε δυνατά, της χάιδευε το μάγουλο, στο χέρι της λαμπύριζε ένα αστραφτερό δαχτυλίδι. Τα κατάφερε τελικά να ζήσει όπως ήθελε, να γίνουν τα όνειρα πραγματικότητα, πέταξε την αλυσίδα που την κρατούσε δέσμια με όλα τα άσχημα στη ζωή της. Εγώ η καταραμένη ήμουν η αιτία για όλα τα κακά που έζησε η μάνα μου κι ο κόσμος έσβησε μπροστά μου μονομιάς.

Καιρό είχε να περάσει τόσο όμορφα ο Πάνος, τελικά είχε δίκιο ο Ιάσωνας που επέμενε να πάνε μαζί στο γιορτινό τραπέζι που διοργάνωσε σπίτι της η Ιωάννα με καλεσμένους όλους τους συναδέλφους τους στην καρδιολογική κλινική. Βέβαια το είχε καταλάβει καιρό τώρα ότι ιδιαίτερα αυτόν ήθελε σπίτι της, αλλά ο ίδιος δεν είχε σκοπό πέρα από συνάδελφος να γίνει και κάτι άλλο στην Ιωάννα. Από στιγμή σε στιγμή περίμενε να υπογράψει το τελικό συμφωνητικό με ιδιωτικό νοσοκομείο της Αμερικής, οπότε οποιαδήποτε δέσμευση που θα τον κρατούσε πίσω, δεν ήταν της παρούσης. Όσο κι αν εκείνη επέμενε με τον τρόπο της καθημερινά να τον τριγυρίζει, όσο κι αν όλη τη βραδιά ήταν πάνω του, όσο σφιχτά τον αγκάλιασε και του έδωσε ένα παρατεταμένο φιλί για καληνύχτα στην πόρτα, ο Πάνος δεν συγκινήθηκε, την ευχαρίστησε για την όμορφη βραδιά, χαιρέτησε τους υπόλοιπους κι έκλεισε πίσω του την πόρτα. Μια εβδομάδα άδεια έμεινε όλη κι όλη και ίσα που θα προλάβει να μαζέψει τα πράγματά του, ευτυχώς όλη μέρα στο νοσοκομείο τα ρούχα ήταν λιγοστά, περισσότερα ήταν τα χαρτιά και τα βιβλία.

Έσφιξε το παλτό περισσότερο πάνω του, το κρύο σήμερα δεν αστειευόταν, επιτάχυνε το βήμα του προς το αυτοκίνητο, όταν απρόσεχτα σχεδόν σκόνταψε πάνω σε ένα μπόγο. Δεν κατάλαβε περί τίνος πρόκειται, ανήσυχα έσκυψε χαμηλά, ένα μελανιασμένο πρόσωπο ίσα που διακρινόταν μέσα από κάτι χαρτόνια και δυο ορθάνοιχτα ανέκφραστα μάτια κοιτούσαν τα δικά του. Το παγωμένο, ανέκφραστο βλέμμα της, ήταν μαχαίρι στην καρδιά, η κοπέλα είχε χτύπο. Κοίταξε γύρω του γρήγορα για βοήθεια, κανείς πουθενά, η νύχτα ήταν ήσυχη, στους δρόμους ούτε σκυλιά, ούτε γατιά. Στο εστιατόριο εκεί μπροστά η ζωή συνεχιζόταν κανονικά κι έξω μια ζωή πάλευε την τελευταία της ανάσα.

Την άρπαξε στην αγκαλιά του, άρχισε να τρέχει στο αυτοκίνητό του λίγο πιο πέρα, την ξάπλωσε στην πίσω θέση, τη σκέπασε με το παλτό του, άναψε τη μηχανή, το καλοριφέρ κι άρχισε να οδηγεί σαν μανιακός προς το νοσοκομείο που εργαζόταν. «Κρατήσου κορίτσι μου» της φώναζε, «Όλα θα πάνε καλά, μαζί θα τα καταφέρουμε».
Μα η καταραμένη δεν άκουσε τίποτα, μόνο λίγο, στα ψήγματα της ανάσας ανεπαίσθητα ένιωσε ένα ζεστό χάδι για πρώτη φορά στην καρδιά.

Η Ελπίδα έφυγε τρεις φορές εκείνο το βράδυ, παραιτημένη από τη ζωή, χωρίς κουράγιο και άλλη θέληση. Ο Πάνος δεν την άφησε να χαθεί και τις τρεις φορές, για κάποιο λόγο όλη νύχτα πάλευε για τη ζωή της και δεν την άφηνε από τα μάτια του. Ξημέρωμα πια κι όταν η Ελπίδα σταθεροποιήθηκε, έγειρε στο διπλανό κρεβάτι για να την προσέχει και οι μέρες περνούσαν με αγωνία και ανησυχία.

Σπίτι του πήγε μόνο για μπάνιο και καθαρά ρούχα, οι μέρες της άδειάς του ξοδεύτηκαν εκεί, στο πλάι της, υπό την επίβλεψή του. Ούτε το φάκελο με τα συμφωνητικά άνοιξε που βρήκε στο γραμματοκιβώτιό του, ούτε με την ετοιμασία των πραγμάτων του ασχολήθηκε. Διάφοροι συνάδελφοι πέρασαν από το δωμάτιο που σχεδόν ζούσε μαζί με την Ελπίδα, κάποιοι υποστήριζαν ότι είναι συγγενής του, αλλιώς δεν εξηγούνταν η εμμονή του με αυτή την ασθενή, ο Ιάσωνας μόνο ήξερε λεπτομέρειες, αλλά και πάλι η στάση του Πάνου δεν ήταν φυσιολογική.

Η άδεια τελείωσε, ο Πάνος δεν συνέχισε τη συνεργασία μαζί τους, αλλά ούτε και ασχολήθηκε με την Αμερική, στη συγκεκριμένη στιγμή της ζωής του ένιωσε πως άλλα πράγματα έχουν σημασία και όχι η καριέρα του, ώσπου η Ελπίδα άνοιξε τα μάτια της μετά από δεκαπέντε ημέρες, κουρασμένα μεν, αλλά γεμάτα ζωή κι ο Πάνος ξέσπασε στα πιο ανακουφιστικά κλάματα της ζωής του.

Ο Πάνος και η Ελπίδα έμειναν από τότε μαζί, φύγανε για πάντα στην Αμερική και έφτιαξαν μια μεγάλη οικογένεια, ζούνε ευτυχισμένοι και ακόμη μέχρι σήμερα κρατιούνται σφιχτά από το χέρι.

Για δεκαοχτώ χρόνια η ζωή μου έδειξε το πιο άσχημο της πρόσωπο, μεγάλωσα μέσα στο μίσος και την κακία και πείσθηκα πως ποτέ κανείς δεν θα μου προσφέρει την αγάπη που τόσο λαχταρούσα. Κι όμως η αγάπη δεν με ξέχασε ήρθε κι όχι απλώς με χάιδεψε φευγαλέα, αλλά θρονιάστηκε στην καρδιά μου για τα καλά και είναι εδώ ακόμη και τούτη τη στιγμή που κοιτάω τον Πάνο μου να σκεπάζει τις εγγονές μας.

Magic Garden

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading