Μια από τα ίδια….
Τα ίδια συνηθισμένα της μαύρα μποτάκια που έβαζε στα γρήγορα, για να προλάβει το σχολικό που ήδη είχε χάσει το μέτρημα από τα δευτερόλεπτα που πατούσε την κόρνα συνεχόμενα, λες και ο ήχος θα την έκανε να πετάξει. Αν μπορούσα να πετάξω, δεν θα είχα την ανάγκη σου μαλάκα, σκέφτηκε μουρμουρίζοντας βρισιές, άρπαξε και την τσάντα της και όρμησε έξω στο χιονισμένο δρόμο.
Το κρύο της χτύπησε με μανία το πρόσωπο και ένιωσε την μύτη της να κοκκινίζει γρήγορα. Έχωσε το πρόσωπό της μέσα στο κασκόλ, τα χέρι της ήταν στις τσέπες με τα μωβ της γάντια να τα τυλίγουν απαλά μέσα στην γούνα τους, το παλτό έπεφτε βαρύ στους ώμους της και τα μαλλιά της άλλαζαν κατεύθυνση σύμφωνα με τις ριπές των ανέμων. Τα βήματά της βαριά επάνω στο παγωμένο πλακόστρωτο της εισόδου, γρήγορα αλλά σταθερά και προσεκτικά για να μην πέσει και γίνει ρεζίλι μπροστά σε όλα τα παιδιά μέσα στο σχολικό, αλλά κυρίως μπροστά στον Νίκο. Αχ ο Νίκος! Ψηλότερος από τον μέσο όρο των αγοριών του σχολείου, γυμνασμένος, με σπαστά μαύρα μαλλιά και υπέροχα γκρι, σχεδόν απόκοσμα μάτια. Από τους ομορφότερους του σχολείου, αν όχι της περιοχής ή και της χώρας ολόκληρης. Αλλά σιγά μην έπεφταν τα μάτια του πάνω μου, σκεφτόταν κάθε που τριγύρναγε το βλέμμα του στο μυαλό της. Μπορούσε να έχει όποια θέλει, όλες οι ωραίες στα πόδια του και αυτός θα κοιτούσε εμένα; Γλυκό πρόσωπο αλλά το φυτό υπερισχύει, τι να με κάνει; Μπορεί να έχω πράσινα μάτια, φυσικές φακίδες και πορτοκαλοκόκκινα μαλλιά, η εσωστρέφεια όμως είναι το πρώτο χαρακτηριστικό άξιο αναφοράς. Δεν πειράζει, ίσως κάποια στιγμή, αργότερα, όταν το βάσανο του σχολείου τελειώσει και εμείς από παιδιά, γίνουμε άνδρες και γυναίκες, ίσως αυτή να είναι η αλλαγή που χρειαζόμαστε για να αλλάξουν τα δεδομένα μας.
Μέχρι να τα σκεφτεί όλα αυτά, τα βήματα μέχρι το λεωφορείο είχαν πια τελειώσει, περίμενε για 3 βασανιστικά δευτερόλεπτα μέχρι να ανοίξει η πόρτα, ανέβηκε τα 3 πρώτα σκαλιά και στο 4ο την χτύπησε το άρωμά του. Αχ αυτό το άρωμά του… Συγκεντρώσου Ιφιγένεια, δεν είναι μέρα σήμερα για όνειρα. Σήμερα έχει διαγώνισμα και μάλιστα την πρώτη ώρα!
Με μερικά γρήγορα και άβολα βηματάκια βρέθηκε στην προκαθορισμένη από χρόνια θέση της, στην δεύτερη σειρά αριστερά και δίπλα στην κολλητή της, που είχαν μεγαλώσει μαζί και ήταν κολλητές χωρίς καν να το επιλέξουν, βλέπεις κολλητές και κουμπάρες ήταν και οι μαμάδες τους. Και σαν να μην έφτανε η κοινή εγκυμοσύνη των δυο τους, γέννησαν και την ίδια μέρα, με μόλις 8 λεπτά διαφορά. Και σε 3 μέρες αυτή η μέρα πλησίαζε, όπως και ο χορός του σχολείου! Το μεγάλο γεγονός για την 3η λυκείου, καθώς θα ήταν ο τελευταίος τους χειμερινός χορός, υπολείπονταν άλλοι δυο, αλλά άλλη ήταν η χάρη του χειμερινού.
Τα αγόρια έπρεπε να φροντίσουν για αυτοκίνητα για τις συνοδούς τους, ώστε να μην της αγγίξει το κρύο, τα φορέματα ήταν πιο επιβλητικά, καθώς υπήρχε λόγος για περισσότερο ύφασμα, δεν υπήρχε ζέστη για να χαλάσει το μακιγιάζ και τα μαλλιά και φυσικά υπήρχε το after. Tο κλασσικό ξύλινο σαλέ που μόνο τα τριτάκια είχαν πρόσβαση για να πιούν ό,τι πίνεται και να ζήσουν το όνειρο για λίγες ώρες, ατενίζοντας τα ακόμη καλύτερα πάρτι του πανεπιστημίου που ήταν προ των πυλών. Και φυσικά τα δωμάτια στο σαλέ για απομόνωση των ζευγαριών για τα ό,τι ήθελε προκύψει, που τα αγόρια φανταζόντουσαν και τα κορίτσια ονειρευόντουσαν. Μόνο που εγώ μόνο στα όνειρα θα μείνω, ακόμα κανείς δεν μου έχει ζητήσει να πάμε μαζί και λογικά δεν θα πάω και καθόλου, δεν υπάρχει λόγος.
Ένα ζεστό άγγιγμα στον ώμο την έβγαλε απότομα από τις σκέψεις της, γύρισε προς τα πίσω και είδε αυτά τα μάτια που τόσο λαχταρούσε να την κοιτούν βαθιά μέσα στην ψυχή της.
«Ιφιγένεια, θα ήθελα να σε ρωτήσω κάτι», της είπε μαγκωμένος και έκατσε στην άδεια θέση απέναντί της. Ένιωσε το χέρι της κολλητής της να την σφίγγει στο πόδι, την είχε σχεδόν ξεχάσει δεν είχαν ανταλλάξει λέξη ακόμα, όπως κάθε πρωί, μιας και χωρίς καφέ η Κωνσταντίνα δεν έλεγε ούτε καλημέρα. Παρόλα αυτά όμως με την μεστή φωνή του Νίκου μάλλον ξύπνησε και μάλιστα απότομα.
«Πες μου, απλά αν είναι για τις ασκήσεις που μου είχες πει προχθές…»
«Όχι, όχι, δεν αφορά αυτό», την διέκοψε από το παραλήρημα της απογοήτευσής της απότομα.
«Θα ήθελες, μήπως, αν δεν έχεις κανονίσει κάτι καλύτερο, να… θα ήθελες…», συνέχισε κομπιάζοντας με ένα παιδικό τρόπο που δεν ταίριαζε διόλου με το παρουσιαστικό, ούτε όμως και με τον χαρακτήρα που γνώριζε τόσα χρόνια.
«Χαλάρωσε και πες μου», του είπε πιάνοντας το χέρι του, που βρισκόταν πάνω στο τρεμάμενο από την νευρικότητα γόνατό του. Η κίνησή της αυτή. εκτός του ότι κατάφερε να σταματήσει το νευρικό πάνω κάτω, έφερε και στην ίδια τον πόνο από 5 νύχια που οριακά της είχαν σκίσει το τζιν και κόντευαν να μπουν μέσα στην σάρκα της. Κοπάνησε το χέρι της Κωνσταντίνας χωρίς να αφήνει να φύγει από τα μάτια της το πρόσωπό του.
Η φράση της μάλλον είχε την ηρεμιστική επίδραση που χρειαζόταν καθώς έβγαλε από μέσα του μια βαθιά εκπνοή, πήρε μια ανάσα και γύρισε το βλέμμα του στο δικό της.
«Θέλεις να με συνοδεύσεις στον χορό;», επίσημη η πρότασή του, που μάλλον έδειχνε και τον βαθμό της αμηχανίας στην οποία βρισκόταν, κυρίως μπροστά σε συμμαθητές, αλλά η χαρά της ήταν απερίγραπτη και οριακά χοροπηδούσε μέσα της, σαν μικρό παιδάκι που μόλις της είχαν πάρει οι γονείς της ένα παγωτό, για να δροσίσει μια κυριακάτικη ζεστή ημέρα.
«Με μεγάλη μου χαρά!», είπε κοιτώντας τον κατάματα και έκανε ισχυρές προσπάθειες για να κρύψει το πελώριο χαμόγελο που ήταν έτοιμο να ξεχυθεί στο πρόσωπό της, αλλά δεν ήθελε να φανεί ούτε πολύ ενθουσιώδης – ώστε να μην τον τρομάξει- ούτε και απελπισμένη λες και ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να της συμβεί. Όχι ότι δεν ήταν, αλλά αυτός δεν χρειαζόταν να το ξέρει, όχι ακόμη τουλάχιστον.
«Τέλεια, οπότε την Παρασκευή στις 9 να είσαι έτοιμη», σηκώθηκε να φύγει, αλλά κάτι τον σταμάτησε, γύρισε πίσω και γονάτισε μπροστά της, μην έχοντας αφήσει το χέρι της από το δικό του.
«Βάλε κάτι μαύρο, τονίζει τόσο όμορφα τα χαρακτηριστικά σου και θέλω να λάμπεις όσο ποτέ», της είπε σχεδόν ψιθυριστά, άφησε το χέρι της και επέστρεψε στην θέση του.
Αν δεν ήταν εντελώς ξεφτίλα, το σαγόνι της όπως και της Κωνσταντίνας θα είχαν γίνει ένα με το πάτωμα, αλλά ο χαρακτήρας που έπρεπε να δείξει, δεν το επέτρεψε. Αρκέστηκε σε ένα έντονο και γουρλωμένο βλέμμα που αντάλλαξε με την Κωνσταντίνα, άφησαν και οι δυο ένα πνιχτό ΙΙΙΙΙ να βγει από μέσα τους και ξέσπασαν σε ένα πνιγηρό νευρικό γέλιο, ενώ έπιαναν η μια τα χέρια της άλλης, οριακά χοροπηδώντας βιδωμένες στις θέσεις τους.
Το όνειρό της είχε πραγματοποιηθεί, το μόνο που έλειπε ήταν να βρει το ιδανικό φόρεμα. Όντως το μαύρο ήταν το χρώμα της, ή μάλλον η απουσία όλων των χρωμάτων κάτι που της ταίριαζε απόλυτα. Έκανε πλήρη αντίθεση με το κάτωχρο της επιδερμίδας της και βοηθούσε ώστε το επίκεντρο να είναι τα πύρινα μαλλιά της, που πλαισίωναν τα σχιστά σμαραγδένια μάτια της. Την αγάπη της για αυτό την έδειχνε φανερά, αν όχι όλη της η γκαρνταρόμπα, ένα σεβαστό 90% αυτής. ήταν αφιερωμένη στην λατρεία του χρώματος της νύχτας.
Η απόλυτη ερώτηση βέβαια τώρα είχε γεννηθεί, εκείνος πώς το ήξερε; Πώς ήξερε, όχι μόνο ποιο είναι το αγαπημένο της χρώμα, αλλά και ότι της ανέδιδε τα χαρακτηριστικά της; Την είχε προσέξει, την είχε δει, την είχε παρατηρήσει με λεπτομέρεια. Ο Νίκος είχε σπαταλήσει τα πολυπόθητα βλέμματά του πάνω της. Όχι μόνο της είχε χαρίσει την προσοχή του, αλλά συγκράτησε και πληροφορίες για εκείνη φαινομενικά αχρείαστες για τον οποιονδήποτε. Για τον οποιονδήποτε άλλον εκτός από αυτόν. Η σκέψη και μόνο την έκανε να βυθίσει το πρόσωπό της μέσα στα μανίκια της και να χαμογελάσει με όλο της το είναι.
Έρωτας και ρομαντισμός, φαντασία και προσδοκίες, σημαντικά για να πετάς στα ουράνια, αλλά να βρεθείς με μια λάθος κίνηση στα βάθη των Ταρτάρων. Όπου φρικαλεότητες όπως η ζήλια, η έλλειψη εμπιστοσύνης, η συνήθεια, οι αμφιβολίες, η ανασφάλεια και οι αλλαγές χορεύουν γύρω από αθέατες φωτιές, περιμένοντας υπομονετικά τα νέα τους θύματα, που θα πέσουν στις φλόγες για να ψηθούν και να τα κατασπαράξουν αργά και βασανιστικά μέχρι να μην έχουν μείνει παρά άδεια σαρκία, χωρίς ελπίδα στα μάτια και με καρδιές τσακισμένες. Αλλά όχι, σήμερα είναι μέρα γιορτής, τίποτα από όλα αυτά δεν υπήρχε στο συννεφάκι που ο Νίκος κατάφερε με μια μόνο ερώτηση να ανεβάσει την Ιφιγένεια. Ήδη είχε κάνει στο μυαλό της εικόνα το μαύρο φόρεμα που ονειρευόταν ήδη να βρει, λεπτές ράντες, μεταξωτό ύφασμα, στενό να γλύφει απαλά το σώμα της και με μεγάλο σκίσιμο στο πόδι για να μπορέσει επιτέλους να φορέσει την λεπτή καλτσοδέτα με το αλυσιδάκι και το μισοφέγγαρο με τα όμορφα λευκά πετράδια να κρέμεται. Αχ σκέτο όνειρο θα είναι, σκέφτηκε και συνέχισε να ταξιδεύει σκεπτόμενη τα ιδανικά παπούτσια, μαλλιά και μακιγιάζ που θα έπρεπε να κάνει και να συνδυάζονται άψογα με το ιδανικό φόρεμα που είχε στο μυαλό της.
Στην σκέψη της άρχισαν να έρχονται τα βλέμματα των υπόλοιπων κοριτσιών της τρίτης, που θα τους έβλεπαν να μπαίνουν στο κλειστό γήπεδο του σχολείου μαζί, ιδανικά πιασμένοι είτε χέρι-χέρι, είτε να την κρατά απαλά από την μέση. Μόνο να ένιωθε την ζεστασιά από ένα του άγγιγμα, δεν ήθελε κάτι παραπάνω. Ένα πεταχτό φιλί στο αριστερό της μάγουλο την έκανε να ξαναβγεί από τον ονειρικό της κόσμο, αφήνοντας ένα απαλό αχ της σαστιμάρας να γλιστρήσει από τα χείλη της. Γύρισε το κεφάλι για να δει σε ποιον ανήκουν τα ζεστά αυτά χείλη και είδε τον Νίκο, σκυμμένο από πάνω της σε απόσταση κυριολεκτικά αναπνοής.
«Συγνώμη, δεν ήθελα να σε τρομάξω, εννοείται θα έρθεις μαζί μου και στο after μετά τον χορό, δεν σηκώνω κουβέντα, οπότε πάρε μαζί σου ό,τι μπορεί να χρειαστείς, αφού θα μείνουμε εκεί», της είπε σιγανά και επέστρεψε στην γαλαρία, δίπλα στην παρέα του.
Μα πώς το είχε ξεχάσει… φυσικά, το σαλέ ήταν ιδιοκτησία της κοινότητας και τα κλειδιά δίνονταν πάντοτε στον πρόεδρο του σχολείου. Είχε 5 υπνοδωμάτια τα οποία εκμεταλλεύονταν το προεδρείο για να περάσει όλη του τη νύχτα εκεί. Και ο Νίκος είχε γίνει πρόεδρος φέτος, άρα θα έμενε το βράδυ εκεί. Δεν ήταν όμως αυτό το σημαντικό, αλλά το ότι θα έμενε και εκείνη εκεί, θα περνούσαν το βράδυ μαζί.
Χιλιάδες νέες σκέψεις που συνδύαζαν ρεαλισμό και φαντασία άρχισαν να της παίρνουν το μυαλό. Τι θα έπρεπε να πάρει μαζί της, δεν έπρεπε να φανεί άβγαλτη, αλλά ούτε και απελπισμένη, κάτι απλό, αλλά και λίγο αισθησιακό ίσως, αλλά αν δεν την έβλεπε έτσι, θα ήταν άβολο εκείνος να είναι με φόρμες και εκείνη με κάποιο μαύρο baby doll, οπότε κάτι πιο μαζεμένο, αλλά αν εκείνος ήθελε παραπάνω πράγματα… Ήταν έτοιμη γι’ αυτό; Δεν ήξερε την απάντηση, αλλά σίγουρα ήθελε να το ζήσει μαζί του. Θα έπαιρνε και τα δυο και ανάλογα το προς τα πού θα πήγαινε η βραδιά από μόνη της.
Ένιωσε το χέρι της Κωνσταντίνας να σφίγγει το δικό της απαλά.
«Μήπως να μην μπαίναμε πρώτη ώρα; Έχει τόσο ωραία μέρα και έγιναν ήδη τόσα, να πάρουμε ένα καφεδάκι και να κάτσουμε να τα πούμε ε ε ε;», μουρμούρισε άκρως ενθουσιασμένα η φίλη της, κάτι που την παραξένεψε δεδομένου της στέρησης καφεΐνης.
«Μέσα και ας έχουμε διαγώνισμα, δεν μπορώ να συγκεντρωθώ σε τίποτα άλλο τώρα εκτός από…», δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την πρότασή της.
«Τον άντρα της ζωής σου, ξέρουμε», είπε η Κωνσταντίνα γελώντας σιγανά και γαργαλώντας την στην κοιλιά.
Τραβώντας όμως τα χέρια της από την φίλη της, κάτι την έκανε να μαρμαρώσει και να χάσει το χρώμα της. Τα μάτια της είχαν καρφωθεί στα χέρια της.
«Τι έπαθες καλέ; Γιατί πέτρωσες έτσι;», την ρώτησε γυρνώντας το σώμα της προς τα δεξιά για να βρίσκεται ακριβώς απέναντί της.
«Αιμ… αιμορραγείς», της είπε ψιθυρίζοντας με τόνους τρόμου, αηδίας και φόβου στην φωνή της.
«Τι λες παιδί μου πρωί πρωί; Πού την βρίσκεις την όρεξη για τέτοιες αηδίες με την τσίμπλα στο μάτι;», της είπε χαχανίζοντας η Ιφιγένεια και άγγιξε με τα ακροδάχτυλά της το παλτό της, στο σημείο που την πείραζε πριν λίγα δευτερόλεπτα η φίλη της. Κάτι υγρό αισθάνθηκε και αμέσως έχασε την γη κάτω από τα πόδια της.
Απομάκρυνε το χέρι από το σώμα της και τότε είδε το έντονο ερυθρό χρώμα που είχε βάψει τα δάχτυλά της. Χωρίς να το θέλει, γούρλωσε τα μάτια της. Συναίσθημα φόβου και απορίας, αρχικά δεν πονούσε, αλλά το αίμα φαίνονταν πολύ. Από πού ερχόταν όμως; Με μια απότομη κίνηση ξεκούμπωσε το παλτό της, αλλά πάλι δεν κατάλαβε, το κόκκινο επάνω στο μαύρο δεν φαίνεται. Τράβηξε με απαλές κινήσεις την μπλούζα μέσα από το τζιν της και τότε το είδε.
Μία τρύπα, όχι τεράστια, μα ούτε και μικρή, βρισκόταν στο κέντρο και προς τα δεξιά του κορμού της. Την περιεργάστηκε καθώς έβλεπε το αίμα να τρέχει αργά αλλά με ρυθμό από μέσα της. Πηχτό σκούρο αίμα υπήρχε στις άκρες της πληγής, σχήμα ακαθόριστο και βρώμικο. Ξαφνικά παρατήρησε ορισμένες έντονες τρύπες πολλές, μαζεμένες σε διάσπαρτα σημεία και το βάθος τους έμοιαζε να μην υπάρχει. Ξαφνικά κάτι λευκό και μικρό ξεπρόβαλε μέσα από την μία τρυπούλα χωρίς να της δημιουργεί πόνο αλλά περιέργεια.
Έφερε με προσοχή τα δάχτυλά της προς την λευκή κουκκίδα και πίεσε το σημείο γύρω του, προσπαθώντας να το αναγκάσει να κάνει την εμφάνισή του. Δεν υπήρχε δέρμα, μόνο σκέτη σάρκα, το κατάλαβε από την υφή, αλλά δεν είχε την παραμικρή αίσθηση πόνου, ενόχλησης ή κάτι που να δήλωνε πως είναι αληθινό όλο αυτό. Συνέχισε να ασκεί πίεση στο σημείο, μέχρι που μια μικρή λευκή προνύμφη πετάχτηκε απότομα και άρχισε να λικνίζεται πάνω της, προσπαθώντας να βρει την επόμενη αμυχή στο γυμνό ιστό για να ξαναχωθεί μέσα της. Την πέταξε από πάνω της με γρήγορες κινήσεις και έφερε πάλι το βλέμμα της στο τραύμα. Ξαφνικά περισσότερες άσπρες κεφαλές άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους, βγαίνοντας όμως μόνα τους μέσα από τις τρυπούλες τους λες και λαχταρούσαν να χορτάσουν φως. Την έπιασε αηδία και άρχισε να τινάζεται με μανία μήπως και τα διώξει αλλά ήταν άσκοπο, τα μικρά σκουληκάκια μπαινοέβγαιναν στο σώμα της με θράσος παρασέρνοντας μαζί τους αίμα, υγρό και κάτι έντονο πράσινο.
Τι στο διάολο γινόταν, τι κακόγουστο αστείο ήταν αυτό! Όνειρο πρέπει να είναι, μα τι άλλο, όλα σκέτο όνειρο ήταν από την αρχή, όνειρο που μετατράπηκε σε αιματοβαμμένο με το αίμα της εφιάλτη. Ζεστά δάκρυα άρχισαν να κυλούν από τις άκρες των ματιών της και πάνω στον πανικό για να ξυπνήσει επιτέλους, τσίμπησε το μπράτσο της με όλη της την δύναμη, δαγκώνοντας τα χείλη της με μανία πνίγοντας την κραυγή πόνου που ανέβαινε από τα πνευμόνια της. Τα μάτια της ήταν κλειστά, αλλά όταν τα ξανάνοιξε τίποτα δεν είχε αλλάξει, εκτός ίσως από τον καιρό που το φως είχε χαρίσει την θέση του σε μουντά σύννεφα έτοιμα να ξεσπάσουν σε μια χαοτική βροχή.
Οι ήχοι είχαν χαθεί, ήταν μόνη μαζί με την πληγή που την κατέτρωγε σιγά σιγά και ο χρόνος έμοιαζε να έχει σταματήσει. Ξαναέφερε το βλέμμα στην κοιλιά της, πνίγοντας την αναγούλα που της τσάκιζε από την αηδία το στομάχι. Πλέον η έξαρση των σκουληκιών είχε ηρεμήσει, αλλά κάτι άλλο είχε δώσει την θέση της στην νευρικότητά τους. Πέρα του ότι φαινόντουσαν παραφουσκωμένα από τον απολαυστικό μεζέ που κατέτρωγαν με μανία, μορφής αγκάθια είχαν αρχίσει να τσιτώνουν το κρέας βασανιστικά από μέσα χωρίς όμως να έχουν βγει ακόμα στην επιφάνεια.
Μια λακκούβα στον δρόμο όμως ήταν αρκετή για να σκιστεί απότομα το δέρμα της και από τα σωθικά της να πεταχτούν πράσινα σμαραγδένια πέταλα. Έμοιαζαν με πέταλα από τριαντάφυλλα άλλα το χρώμα τους δεν ήταν το συνηθισμένο, είχε το χρώμα των ματιών της, γιατί πεταγόντουσαν όμως μέσα από το σώμα της;
Ένιωσε δυο μάτια να είναι καρφωμένα επάνω της και να παρατηρούν κάθε της κίνηση. Σήκωσε το βλέμμα της από την φρίκη και είδε την φίλη της και τον Νίκο ακριβώς από πίσω της σαν να είχε γίνει ένα με το τζάμι του λεωφορείου, τα πρόσωπά τους απόκοσμα γκρι, μαύροι έντονοι κύκλοι κάτω από τα μάτια τους που λίγες στιγμές νωρίτερα δεν υπήρχαν και ξαφνικά η Κωνσταντίνα έκανε μια απότομη κίνηση προς το μέρος της.
«ΞΥΠΝΑ», ούρλιαξε με απόκοσμη φωνή και ένιωσε ένα δυνατό χαστούκι να της ταρακουνάει ολόκληρο το είναι.
Άνοιξε δειλά τα μάτια της, νιφάδες χιονιού έπεφταν πάνω στο πρόσωπό της χαρίζοντάς της κύματα δροσιάς, το σώμα της το αισθανόταν μουδιασμένο, το έδαφος από κάτω της υγρό και μαλακό σαν πάπλωμα νερού. Με την αφή της ένιωσε το έδαφος από κάτω της να λιώνει στο άγγιγμά της. Το μόνο που έβλεπε μέσα στην θολούρα της ήταν η ξεθωριασμένη λάμπα του δρόμου να φωτίζει με το αχνό κιτρινωπό της φως τον κατάμαυρο ουρανό. Έπειτα τα βλέφαρά της έκλεισαν βαριά. Και δεν άνοιξαν ξανά.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ ΑΝΑΦΟΡΑ
Το θύμα δέχτηκε αμβλύ χτύπημα από προφυλακτήρα αυτοκινήτου, μάρκας JEEP. Βρίσκεται στην μέση και δεξιά του κορμού, το δέρμα έχει καεί και υπάρχει ανοιχτή πληγή. Από την ιατροδικαστική έκθεση φαίνεται εκτενής εσωτερική αιμορραγία λόγω ρήξης στομάχου, το οποίο όπως φάνηκε ήταν και η αιτία θανάτου. Το θύμα έφερε επίσης ελαφρύ τραύμα από ένα μισοφέγγαρο κόσμημα, το οποίο είχε καρφωθεί στο αριστερό της μάγουλο. Το κόσμημα ήταν από την καλτσοδέτα που φορούσε το θύμα (κατά τα λεγόμενα της μητέρας).
Το θύμα φορούσε μαύρο μακρύ φόρεμα με σκίσιμο στο αριστερό πόδι, την καλτσοδέτα, ψηλοτάκουνες γόβες μαύρου επίσης χρώματος και στον δεξί καρπό φορούσε κορσάζ με πράσινα τριανταφυλλάκια.
Το χρονικό του ατυχήματος αναφέρει ότι το όχημα που παρέσυρε την νεαρή κοπέλα βγήκε εκτός πορείας λόγο του καλυμμένου με πάγο οδοστρώματος, ο οδηγός έχασε τον έλεγχο του οχήματος, ανέβηκε στο πεζοδρόμιο χτυπώντας το θύμα, χωρίς όμως να παρασύρει τον νεαρό που κατευθυνόντουσαν μαζί προς το όχημα τους δεύτερου.
Μαριάννα
