Το επόμενο πρωί είχε τόση ενέργεια, που σχεδόν δεν κοιμήθηκε από την ανυπομονησία. Σηκώθηκε πιο νωρίς από το συνηθισμένο, ντύθηκε αθόρυβα και βγήκε για το πρωινό της τρέξιμο. Μεγαλύτερη διαδρομή για να εκτονώσει την υπερένταση.
Θα τον έπιανε τον κλεφτοτοστά! Της είχε φάει επτά τριγωνάκια! Όχι ένα ή δύο… επτά! Σύνολο, τρεισήμισι τοστ! Ε, όχι! Όλη την προηγούμενη εβδομάδα, έτρωγε το μισαδάκι της και όταν πήγαινε στη δουλειά τσίμπαγε και μια μπάρα από τον φούρνο. Δεν ήταν καιρός για έξοδα! Ήθελε να τρώει όλο της το τοστ! Ήταν δικό της στο κάτω-κάτω!
Όταν τελείωσε το τρέξιμο, πήρε τον καφέ της από το μαγαζί στη γωνία και μπήκε στην κοινόχρηστη κουζίνα του κοινοβίου. Μια κουζίνα με φούρνο, δύο μεγάλες βρύσες, ένα ψυγείο, ένας καταψύκτης, δύο φουρνάκια μικροκυμάτων, δύο τοστιέρες και δύο καφετιέρες.
Γύρω γύρω κούπες και κουτάλες κρεμασμένες και στη μέση ένα μεγάλο τραπέζι με δύο πάγκους. Πρέπει να χωρούσε τουλάχιστον είκοσι άτομα! Είχε δύο πόρτες. Μια που ένωνε την κουζίνα με τον κήπο και την κυρία είσοδο που βρισκόταν δίπλα στο σαλόνι και τον προθάλαμο.
Άνοιξε το ψυγείο, πήρε το βούτυρο και το τυρί και άρχισε να ετοιμάζει το περιβόητο τοστ. Περίμενε πώς και πώς πάνω από την τοστιέρα.
Κάθε τρεις και λίγο χαμήλωνε τη μουσική στα αυτιά της, ώστε να ακούει το τυράκι να τσιρτσιρίζει. Το αγαπημένο της! Αυτή τη φορά είχε αφήσει τον καφέ της στο τραπέζι της κουζίνας.
Μόλις ψήθηκε το τοστ της, το έβαλε πάνω στο γυάλινο πιάτο και το έκοψε σε δύο τριγωνάκια. Άφησε το πιάτο στο τραπέζι, δίπλα στον καφέ της και αθόρυβα κρύφτηκε πίσω από την κύρια πόρτα της κουζίνας. Μετά από μερικά λεπτά, άκουσε μια πόρτα να ανοίγει. Η πόρτα του κήπου.
Βαριά βήματα πλησίαζαν το τραπέζι. Καταλάθος κουνήθηκε το γυάλινο πιάτο και αμέσως εκείνη πετάχτηκε ώστε να πιάσει τον κλεφτοτοστά στα πράσα!
“Stop!”, φώναξε αρκετά δυνατά σπρώχνοντας την πόρτα, ενώ σκεφτόταν τι θα του έλεγε σε άπταιστα ελληνικά μόλις τον έβλεπε!
Το θέαμα της έκοψε την ανάσα και του μπουκωμένου άντρα απέναντί της πρέπει να του κόπηκαν τα πόδια από την τρομάρα…
“Put my breakfast down immediately!”, του είπε δείχνοντας με το δάχτυλο το πιάτο. Μα καλά, αυτό βρήκε να πει; Κατέβασε αμέσως το πρωινό κάτω; Η αμηχανία ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της βλέποντας τον κλεφτοτοστά να συνεχίζει να την κοιτάει σαν χάνος!
“Put my breakfast down immediately! Please!”, επανέλαβε προσπαθώντας να είναι όσο πιο ευγενική μπορούσε. Ο άντρας απέναντί της όμως δεν αντιδρούσε και εκείνη άρχισε να εκνευρίζεται.
“Γ@μώ την τύχη μου πρωί πρωί! Έπεσα σε κλεφτοτοστά που δεν ξέρει αγγλικά! Ε, ρε γλέντια! Νηστική θα μείνω πάλι, γ@μώ!”, είπε απελπισμένη και ηττημένη κατεβάζοντας το κεφάλι…
“Εγώ είμαι ο κλεφτοτοστάς;;;”, απάντησε ο άντρας απέναντί της σε άπταιστα ελληνικά κρατώντας το μισοδαγκωμένο τοστ στο χέρι.
Κατερίνα Μοχράνη
Συνεχίζεται…

One response to “Το τοστ (Μέρος 2)”
[…] Προηγούμενο […]