Η διακριτική πεθερούλα μου

Σηκώθηκα από το κρεβάτι με ένα κεφάλι καζάνι, περπάτησα ως το μπάνιο μαχμουρλίδικα τεντώνοντας τα πονεμένα μου μέλη. Τι ήταν κι αυτό! Ευτυχώς τέλειωσε! Τόσο καιρό να τρέχουμε για τις ετοιμασίες του γάμου, να βρούμε τα λουλούδια (άλλα έφερε τελικά), τις μπομπονιέρες (μισές σε ύψος και άθλιες ήταν με αυτά τα απαίσια χρωματιστά λουλούδια που διάλεξαν η μάνα μου και η πεθερά μου), τα προσκλητήρια, απλά λιτά όπως τα ζήτησα… και η εικόνα του στραβομουτσουνιάσματός τους μόλις τα είδαν, με έκανε να χαμογελάσω. Μα αμέσως με ήρθε η εικόνα της ξινισμένης μούρης της πεθεράς μου, μόλις είδε το νυφικό. Μ’ έπρηξε να φορέσω εσάρπα, γιατί το νυφικό ήταν στράπλες και δεν έπρεπε, λέει, να φαίνονται οι ώμοι. Τι να ‘κανα; Να χαλάσουμε τις καρδιές μας; Της το έκανα το χατίρι, για λίγο τουλάχιστον, γιατί μόλις έκατσα μπροστά στο ιερό, την πέταξα πέρα. Έπειτα, πριν προλάβουμε καλά καλά να συνέλθουμε από τον γάμο, ήρθε η μετακόμιση. Μάζεψέ τα όλα, χώστα σε κουτιά και κουτάκια, να φορτωθούν στο φορτηγό και να φύγουν για την Αθήνα κι από πίσω εμείς να ακολουθούμε! Πάει, τελείωσε, σκέφτηκα ανακουφισμένη, καθώς άφηνα το ζεστό νερό να τρέξει πάνω στο κουρασμένο μου κορμί. Επιτέλους θα συνεχίσουμε ήρεμα κι ωραία με τον σύζυγό μου πια, την κοινή μας ζωή από εκεί που την αφήσαμε, μιας και συγκατοικούσαμε ήδη τρία χρόνια στη γενέτειρά μου τη Θεσσαλονίκη. Μόνο που αυτό θα γινόταν σε νέα πόλη, νέα δουλειά, νέο σπίτι, σκεφτόμουν καθώς προσπερνούσα τη στοίβα με τα χαρτόκουτα που μας περίμεναν υπομονετικά να τα αδειάσω.

Έψαξα την κούτα με την καφετιέρα και τα ποτήρια και έφτιαξα τους καφέδες μας, σέρβιρα τον αντρούλη μου που είχε μόλις ξυπνήσει κι αυτός και καθίσαμε αγκαλιασμένοι στον καναπέ χωρίς να μιλάμε και τον απολαμβάναμε, όταν ο ήχος κλειδιού που στριφογυρνά στην κλειδαριά ακούστηκε. Κοίταξα απορημένη τον άντρα μου. Εκείνος δεν φάνηκε να καταλαβαίνει τον λόγο της αναστάτωσής μου. Η εξώπορτα άνοιξε και εμφανίστηκε η πεθερά μου.
«Άντε, ώρα ήταν να ξυπνήσετε!», αναφώνησε και στάθηκε από πάνω μας με τα χέρια στη μέση και ύφος επιπληκτικό. Κοίταξα ξανά τον άντρα μου φανερά σαστισμένη, μα για εκείνον δε φαινόταν να υπήρχε τίποτα το περίεργο στην όλη σκηνή. Αφού λοιπόν η πεθερούλα μου μας επέβαλε, με τον τρόπο της, να ανοίξουμε όλα τα κουτιά, να ξανακαθαρίσουμε και να τακτοποιήσουμε, χωρίς βέβαια να κρατήσει για τον εαυτό της τη γνώμη της για το τι είναι καλό να μπει στο σπίτι μας και πού, κάποια στιγμή αποφάσισε ότι ήταν η ώρα να επιστρέψει στο σπίτι της, που ήταν το αποκάτω διαμέρισμα.
«Τι ήταν αυτό;», ρώτησα τον σύζυγό μου εκνευρισμένη μόλις έκλεισε η πόρτα πίσω της.
«Ποιο;»
«Γιατί έδωσες στη μάνα σου το κλειδί μας;”
«Δεν της έδωσα το κλειδί μας. Απλά με το δικό της κλειδί ανοίγει και τα δύο διαμερίσματα…» με είπε αδιάφορα. Ένιωσα το σαγόνι μου να χτυπά στο πάτωμα.
«Πλάκα με κάνεις! Έχουμε το ίδιο κλειδί;»
«Φυσικά, τι να κάθομαι να κουβαλώ δύο κλειδιά; Είναι και βαριά…»
«Εντάξει…» ψέλλισα σαστισμένη, «αλλά δε νομίζεις ότι πρέπει να μπουν κάποια όρια; Όπως το να μη χρησιμοποιεί το κλειδί της, παρά μόνο αν είναι ανάγκη ή της ζητηθεί».
«Ε ναι, εντάξει…»
«Τι ναι εντάξει; Όταν επέμενες να μετακομίσουμε στην Αθήνα κοντά στο πατρικό σου, που τελικά ήταν από πάνω, άλλα με έλεγες! Ότι η μάνα σου είναι πολύ διακριτικός άνθρωπος και ότι δε θα μας ενοχλεί καθόλου… και μέχρι τώρα μόνο διακριτική δεν ήταν!»
«Μα είναι…» είπε αδιάφορα εκείνος. Τον κοίταξα έκπληκτη και εκεί απάνω με έπιασαν οι αμφιβολίες. Μήπως την παρεξήγησα τη γυναίκα, μήπως λόγω της ημέρας… Ναι, ακόμη γελάω με την ανοησία μου στο να τον πιστέψω…
«Οπότε, αυτή θα είναι, πιστεύεις, η τελευταία φορά που εισέβαλε στο σπίτι μας χωρίς να χτυπήσει και να περιμένει να της ανοίξουμε;» τον ρώτησα κι εκείνος έγνεψε αδιάφορα.
Δεν ήταν… Για την ακρίβεια στους μήνες που ακολούθησαν, οι μόνες φορές που χτύπαγε την πόρτα ήταν όταν δεν μπορούσε να ανοίξει το αλυσιδάκι, γιατί η ρημάδα η πόρτα, ακόμη και κλειδωμένη από μέσα να ήταν, άνοιγε αν είχες κλειδί.

Η “διακριτική” πεθερούλα μου, όποτε της ερχόταν, οποιαδήποτε ώρα της ημέρας και νύχτας, χωρίς ποτέ να χτυπά, έμπαινε στο σπίτι μας. Πότε να δείξει τα “προικιά”, κάτι κεντίδια και χαλιά που με φόρτωσε περιχαρής η μάνα μου που επιτέλους τα ξεφορτώνονταν, στις φίλες της, ώσπου μια μέρα άνοιξε τις ντουλάπες και άπειρα ανοικτά προφυλακτικά φιγουράριζαν μαζί με τα ”προικιά”. Πότε να τσεκάρει το ψυγείο μας και τα ντουλάπια μας, ντεμέκ για να δει αν “χρειαζόμαστε” κάτι, αλλά στην ουσία για να μας την μπει γιατί αυτά που παίρναμε ήταν ακριβά και τι θέλαμε την μαγιονέζα παραδείγματος χάρη, για να συμπληρώσει ειρωνικά, είχες και στο χωριό σου; (τη Σαλονίκη, υπενθυμίζω). Πότε να δει ποιοι είχαν έρθει επίσκεψη. Να έχουν έρθει οι φίλοι σου για να γιορτάσουν τα γενέθλιά σου και να κάθεται η πεθερά σου στην κορυφή του τραπεζιού την ώρα που εσύ σβήνεις τα κεριά και να καθαρίζει φασολάκια! Σίγουρα θα με μείνουν αξέχαστα αυτά τα γενέθλια! Πότε να ποτίσει τα φυτά αξημέρωτα για να μην τα “χτυπήσει”ο ήλιος. Πότε γιατί άκουσε έναν θόρυβο, ντεμέκ είδε μια σκιά, άκουσε το κουδούνι… Το σίγουρο ήταν ότι δεν μέναμε μόνο οι δυό μας σε αυτό το σπίτι και δεν ήταν λίγες οι φορές που είχα κατατρομάξει βλέποντάς την ξαφνικά μπροστά μου φάντη μπαστούνι.

Εννοείται ότι κάθε φορά που έβγαινα ή έμπαινα στο σπίτι και με έβλεπε, με ρωτούσε, διακριτικά πάντα, “Πού πας;” ή “Πού ήσουν;” Μα αυτό που με τρέλαινε, είναι που μόλις μας άκουγε να φεύγουμε ή να επιστρέφουμε, άνοιγε κατευθείαν “διακριτικά” και τη δική της πόρτα. Μια μέρα δεν άντεξα, κάλεσα το ασανσέρ και το πάτησα να ανέβει, ενώ εγώ ελαφροπατώντας ανέβηκα στον όροφό της και τοίχο τοίχο, ώστε να μη φαίνομαι, έφτασα στην πόρτα. Είχε μισοανοίξει κλασικά την πόρτα της και περίμενε με το αυτί της στραμμένο στη σχισμή να με ακούσει να μπαίνω στο σπίτι. Μα η πόρτα του ασανσέρ δεν άνοιγε κι αυτή απορημένη έκανε να ανοίξει όλη την πόρτα και να βγει. Τότε πετάχτηκα ξαφνικά μπροστά της. Μόνο που δεν κατουρήθηκε από την τρομάρα της. Η τρομοκρατημένη φάτσα της υπήρξε ανακουφιστική παρηγοριά για λίγο καιρό, άλλωστε της το χρώσταγα.

Έπειτα, για να μιλήσουμε για οποιοδήποτε θέμα έπρεπε να είμαστε στο αυτοκίνητο, στη δουλειά ή να ψιθυρίζουμε μέσα στο σπίτι μας και φυσικά το θέμα “κλειδί” και το ποιος έπρεπε να τη βάλει στη θέση της, ήταν πια ο μόνιμος καβγάς μας, μα ακόμη και οι καβγάδες μας γινόταν ψιθυριστά. Όχι ότι είχε σημασία, φαινόταν σαν να είχε ακούσει κάθε λέξη. Ήταν τόσο τρομακτικό που μια μέρα ξεσήκωσα όλο το σπίτι για να βρω αν έχει βάλει κάμερες και μικρόφωνα! Για το σεξ, δε θα μιλήσω, καταλαβαίνετε πόσο άβολα με έκανε να νιώθω όλο αυτό…

Και τελικά ήταν το σεξ που μας “έσωσε”. Τη μέρα που άνοιξε την πόρτα και μας είδε γυμνούς να παίζουμε τη μελισσούλα και τον μελισσούλο στον καναπέ. Ο γιος της απορροφημένος στο έργο του δεν την έχει πάρει χαμπάρι, εγώ που την είδα με την άκρη του ματιού μου άρχισα να βγάζω επίτηδες δυνατές λάγνες κραυγές, εκείνος φούντωσε περισσότερο κι εκεί πάνω στην κορύφωση τη βλέπει, πάει να τραβηχτεί, ζουμιά εκτοξεύονται, η πεθερούλα μου κοκαλωμένη στην πόρτα, εκείνος αρπάζει ό,τι βρίσκει να καλυφθεί και τρέχει στο μπάνιο.
«Ούτε και σήμερα θα γίνω μάνα…» της λέω αναστενάζοντας μοιρολατρικά και αράζω στον καναπέ γελώντας κι επιδεικνύοντας τη γύμνια μου. Η διακριτική πεθερούλα μου άσπρη σαν το πανί και με φάτσα ροφού που προσπαθεί να πάρει ανάσα έξω από το νερό, έφυγε σαν κυνηγημένη. Όταν επιτέλους εμφανίστηκε ο σύζυγός μου ντυμένος και κατακόκκινος, εγώ μιλούσα στον τηλέφωνο με τον κλειδαρά και εννοείται πως δεν ξαναπόκτησε ποτέ κλειδί για το σπίτι μας.

Αναστασία Χ.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading