Πήρε το μπουφάν της και βγήκε στους δρόμους. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε τον Δημήτρη σε αυτή την κατάσταση. Έξαλλο, θυμωμένο, γεμάτο μένος απέναντί της. Κάθισε στην παιδική χαρά που συνήθιζε να πηγαίνει τα παιδιά της τα απογεύματα. Κοιτούσε τις κούνιες με ένα βλέμμα κενό και συνάμα γεμάτο απόγνωση. Έκανε μία ανασκόπηση όλων των χρόνων του έγγαμου βίου της, της γέννησης των παιδιών της. Προσπαθούσε να δει πού είχε κάνει το λάθος. Όσο βέβαια και να μην ήθελε να το παραδεχτεί, ήξερε. Ήξερε από την αρχή ποιο ήταν το μεγαλύτερο λάθος της που οδήγησαν τα πράγματα εδώ που είναι σήμερα. Σταδιακά μέσα σε αυτά τα χρόνια είχε καταφέρει να ευνουχίσει τον Δημήτρη. Να τον κάνει απλά ένα ανθρωπάκι, ειδικά στα μάτια των παιδιών. Έβλεπε τα λάθη της να περνούν ένα- ένα από μπροστά της. Θέλοντας να αποφύγει να γίνει ένα άβουλο πλάσμα όπως η μητέρα της, είχε καταφέρει να μετατρέψει τον άντρα της σε έναν αόρατο άνθρωπο που είχε μόνο υπόσταση όσον αφορά την οικονομική υποστήριξη της οικογενείας. Δεν πίστευε λοιπόν πως αυτό το κατά τα φαινόμενα ήσυχο πλάσμα, θα έκανε τέτοιο ξέσπασμα απόψε. Και δεν ήταν απλό ξέσπασμα, ήταν τελεσίγραφο. Η μάχη μέσα της σκληρή. Διότι η απόφαση κανονικά θα έπρεπε να είναι μονόδρομος, όμως αυτό θα ήταν και η αποδοχή της ήττας της. Η παραδοχή πως είχε κάνει τρομερά λάθη στον χειρισμό και στο μεγάλωμα των παιδιών και αυτό δεν ήταν κάτι που ο εγωισμός της ήταν έτοιμος να αντέξει. Διότι ναι μεν χρειαζόταν την άμεση και έμπρακτη βοήθεια του Δημήτρη, αλλά η εγωπάθειά της δεν την άφηνε να κάνει το βήμα προς εκείνον. Δεν ήθελε να του πει ότι απέτυχε, ότι είχε δίκιο όταν της φώναζε πως δεν μεγαλώνει σωστά τα παιδιά. Μέσα στο μυαλό της επικρατούσε η απόλυτη σύγχυση. Ένιωσε μία απελπισία και μια πλήρη απόγνωση. Δεν περίμενε να φτάσουν τα πράγματα εδώ. Δεν μπορούσε να δεχτεί πως αποδείχτηκε τόσο λίγη και πως ακόμη και τώρα σκέφτεται το δικό της εγώ και όχι το καλό του ίδιου της του σπλάχνου. Ένιωθε τόσο λίγη, τόσο μικρή.
Είχε πλέον ξημερώσει όταν κατάφερε να καταλήξει σε μία απόφαση. Δεν ήταν εύκολη η επιλογή και ας φαινόταν μονόδρομος. Πήρε τον δρόμο της επιστροφής για το σπίτι και ήταν έτοιμη να αντιμετωπίσει τον άντρα της. Όταν μπήκε μέσα, τον βρήκε καθισμένο στο ημίφως, με τα παντζούρια κλειδαμπαρωμένα, λες και αν τα άνοιγε όλος ο κόσμος θα έβλεπε την ντροπή του, την απόγνωσή του. Κάθισε δίπλα του, ήπιε μια γουλιά από τον καφέ του και άναψε ένα τσιγάρο. Για λίγα λεπτά δεν τον κοίταξε καν, είχε το βλέμμα της κολλημένο στην καύτρα, το κοίταζε όσο σιγοκαιγόταν. Έτσι καιγόταν και η δική της η καρδιά, αργά και βασανιστικά. Μόλις έσβησε το τσιγάρο η Γεωργία, γύρισε στον άντρα της και του ανακοίνωσε την απόφασή της:
“Θα γίνει με τον δικό σου τρόπο, θα προχωρήσουμε από εδώ και πέρα όπως εσύ αποφασίσεις. Μόνο σε παρακαλώ, κάνε τα πάντα για να σώσουμε το παιδί μας’’.
Δεν της είπε λέξη. Έμεινε λίγα λεπτά να κοιτάζει τα κατακόκκινα και βουρκωμένα της μάτια. Σηκώθηκε πήρε το παλτό του και έφυγε για την δουλειά. Ήξερε πόσο επίπονο ήταν όλο αυτό για την γυναίκα του. Για μία γυναίκα τόσο μανιακή με τον έλεγχο, αλλά και τόσο χειριστική όσο ήταν εκείνη.
Κατά την επιστροφή του σπίτι, της ζήτησε να βγουν έξω, να μιλήσουν. Χωρίς το ρίσκο να τους ακούσουν τα παιδιά. Πήγαν στο καφενεδάκι κοντά στο σπίτι τους και ξεκίνησε να της λέει το σχέδιό του. Μόλις το άκουσε η Γεωργία τρελάθηκε. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ήθελε ο άντρας της να οδηγηθούν τα πράγματα στα άκρα.
‘’Δημήτρη σε παρακαλώ, ξανασκέψου το. Δεν μπορείς να το κάνεις αυτό στο παιδί μας, δεν το καταλαβαίνεις; Θα το στιγματίσεις για μια ζωή.’’
‘’Μου ζήτησες να κάνω τα πάντα για να τον σώσω, μου είπες πως από δω και πέρα εγώ αποφασίζω. Αν δεν ληφθούν ακραία μέτρα, η κατάσταση δεν θα αλλάξει. Όσο και να προσπαθήσω να τον νουθετήσω, το ξέρεις πολύ καλά πως δεν θα βγάλει πουθενά. Είμαστε σε ένα αδιέξοδο και όσο πιο γρήγορα το αντιληφθείς τόσο το καλύτερο για όλους μας. Δεν είναι πια το πιτσιρίκι που το έκρυβες στην φούστα σου. Το θέλεις ή όχι, τα πράγματα θα γίνουν έτσι όπως στα είπα και αυτή είναι η τελευταία μου κουβέντα. Καλά θα κάνεις να το χωνέψεις, μήπως και καταφέρουμε να σώσουμε ό,τι είναι δυνατόν να σωθεί.’’.
Έπεσε πίσω στην καρέκλα και σώπασε. Δεν ήξερε πια τι άλλο να πει, δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Έπαιζαν τα λόγια του Δημήτρη συνεχώς στο μυαλό της. Δεν ήθελε να δεχτεί πως αυτή ήταν η μόνη λύση, πίστευε βαθιά μέσα της πως μπορούσε να βρει άλλον τρόπο, πιο ανώδυνο, ώστε να κάνει τον Σπύρο να αποτραβηχτεί από όλη αυτή την κατάσταση. Όλη την υπόλοιπη μέρα πάλευε μέσα της με το ‘’θηρίο’’. Δεν ήθελε να αποδεχτεί την λύση του Δημήτρη. Όμως όπως και να τα ζύγιζε, δεν της έβγαιναν. Ήξερε πως αυτό που χρειαζόταν ο γιος της ήταν ένα γερό ταρακούνημα και ίσως η πρόταση αυτή έφερνε τελικά και την λύτρωση. Τότε βέβαια δεν γνώριζε πως αυτή θα ήταν και η αρχή του τέλους και της κατάληξης στο σημείο που θα βρισκόταν λίγα χρόνια αργότερα, στο παγκάκι δίπλα στην Αλεξάνδρα.
Λίγες μέρες μετά, έβαλαν μπροστά το σχέδιο του Δημήτρη, είχε έρθει η ώρα να δράσουν. Όπως κάθε απόγευμα, έτσι και εκείνη την ημέρα, ο Σπύρος πήγε αρχικά από την πλατεία και στην συνέχεια κατέληξαν στον σπίτι ενός από την παρέα. Αυτό που δεν είχε καταλάβει όμως, ήταν τα 2 ζευγάρια μάτια που τον ακολουθούσαν στενά. Μόλις μπήκε σε εκείνο το σπίτι, άφησαν να περάσει περίπου μισή ώρα και τότε έκαναν το τηλεφώνημα. Μετά από λίγο εμφανίστηκαν από έξω 2 περιπολικά της Αστυνομίας. Η σκηνή που διαδραματίστηκε ήταν σαν από ταινία. Οι αστυνομικοί μετά από έναν ενδελεχή έλεγχο στο σπίτι, βρήκαν μεγάλες ποσότητες κάνναβης, καθώς επίσης και μικροποσότητες σε διάφορα χάπια, καθώς και κοκαΐνης. Άμεσα προχώρησαν σε προσαγωγές των παρευρισκόμενων, όπου οι περισσότεροι προέβαλαν σθεναρή αντίσταση. Ένας από αυτούς ήταν και ο Σπύρος. Τους αράδιασε βρισιές με το κιλό και έναν από αυτούς πρόλαβε και τον χτύπησε. Τον έβαλαν κακήν κακώς μέσα στο περιπολικό και τους μετέφεραν στην Γενική Αστυνομική Διεύθυνση.
Η Γεωργία βλέποντας το σκηνικό να εξελίσσεται μπροστά στα μάτια της, ανήμπορη να πράξει το παραμικρό, ξέσπασε σε λυγμούς και έπεσε στην αγκαλιά του Δημήτρη. Έκλαιγε τόσο πολύ που στο τέλος δεν έπαιρνε καν ανάσα. Οδυρόταν και κατηγορούσε τον άντρα της για όσα συνέβαιναν αυτή τη στιγμή στο παιδί της.
Τα επόμενα λεπτά χτύπησε το τηλέφωνό της. Ήταν ο Σπύρος από το γραφείου του αξιωματικού υπηρεσίας. Είπε πως αν δεν ερχόταν κάποιος εκεί, θα πέρναγε όλο το βράδυ στο κρατητήριο. Μόλις το άκουσε αυτό η Γεωργία λιποθύμησε. Τότε πήρε το τηλέφωνο ο Δημήτρης και η απάντηση που έδωσε ήταν πραγματική μαχαιριά. Του είπε πως αν δεν αλλάξει πορεία, δεν πρόκειται να πάει κανείς εκεί για αυτόν. Πως έχει όλο το βράδυ να σκεφτεί πώς θέλει να προχωρήσει από εδώ και πέρα. Είτε θα άλλαζε συμπεριφορά και θα τελείωνε μία και καλή με όλη αυτή την παράνοια, είτε δεν θα είχε πλέον σπίτι και οικογένεια να τον περιμένει και να τον στηρίζει. Όσο έλεγε αυτά το λόγια ο Δημήτρης μάτωνε μέσα του, πέθαινε. Όμως θεωρούσε πως αυτό θα ήταν μόνο για το καλό του. Δεν τα είχε υπολογίσει όμως σωστά τα πράγματα και εκ του αποτελέσματος θα καταλάβαινε πως αυτό θα ήταν το μοιραίο λάθος για την ζωή και την εξέλιξη του Σπύρου. Διότι δεν ήξερε πως ο γιος του δεν ήταν μονάχα χρήστης, αλλά πλέον και ένας μικροδιακινητής. Από τότε που του είχε κόψει η μάνα του το παχυλό χαρτζιλίκι, έπρεπε να βρει τρόπο να μπορεί να απολαμβάνει και να παίρνει την εκάστοτε δόση του. Τότε λοιπόν ήταν που το φιλαράκι του, του έκανε την πρόταση να μπει και αυτός στην δουλειά. Έτσι και έγινε. Ο Σπύρος ξεκίνησε να διακινεί μικροποσότητες εντός του σχολικού περιβάλλοντος. Σε συμμαθητές του που είχαν την περιέργεια να δουν και εκείνοι τι είναι πια αυτό το χόρτο για το οποίο γίνεται τόσος ντόρος. Και δεν χαριζόταν σε κανέναν και ούτε έκανε χάρες. Αν δεν πλήρωνες, δεν έπαιρνες. Όσο έβλεπε το μεγάλο βαποράκι την προθυμία και την αποτελεσματικότητα του Σπύρου, τόσο του πρότεινε όλο και περισσότερες γωνιές για μπίζνα. Αλλά δεν τον πλήρωνε πάντα με χρήματα για τις υπηρεσίες και την δουλειά του, αλλά πολλές φορές και με εμπόρευμα, από το καλό, όπως συνήθιζε να του λέει. Μα δεν περιοριζόταν στο χόρτο, του προμήθευε και άλλα πιο σκληρά, πιο εθιστικά… εμπορεύματα. Του είχε ξεκαθαρίσει άλλωστε πως όσο είναι ‘’καλό παιδί’’ δεν έχει να φοβάται τίποτα και πως πάντα θα έχει την προστασία της ‘’εταιρείας’’. Αυτό έπαιζε συνέχεια στο μυαλό του Σπύρου, πως δεν έχει να φοβάται τίποτα πια. Μετά από το τηλεφώνημα και την συζήτηση με τον πατέρα του, ήρθε ο δικηγόρος της ‘’εταιρείας’’ και έβγαλε όλα τα καλόπαιδα από το κρατητήριο. Παρόλα αυτά οι κατηγορίες εκκρεμούσαν ακόμη εις βάρος τους. Δεν είχαν ξεμπερδέψει με την υπόθεση αυτή. Όμως δεν είχαν τίποτα να φοβούνται, έτσι τους είπε και ο δικηγόρος. Βέβαια όπως τα ποντικάκια, είδαν το τυρί και δεν είδαν την φάκα που τους περίμενε αργότερα.
Ξημερώματα ήταν όταν μπήκε ο Σπύρος στο σπίτι του. Η Γεωργία που δεν είχε καταφέρει να κλείσει μάτι όλη νύχτα, πετάχτηκε πάνω σαν τον είδε στην πόρτα. Έτρεξε πάνω του να τον αγκαλιάσει. Την έσπρωξε με δύναμη και έφυγε μανιασμένος για το δωμάτιο όπου ήταν ο πατέρας του, ο οποίος ετοιμαζόταν για την δουλειά. Χύμηξε πάνω του και του έριξε δυο μπουνιές στο πρόσωπο.
‘’Μπάσταρδε εσύ τα κανόνισες όλα, εσύ και η πουτάνα η μάνα μου! Εσείς φταίτε για το αποψινό και δεν θα το ξεχάσω ποτέ αυτό. Από σήμερα ξεχάστε ότι έχετε γιο. Εγώ τελείωσα μαζί σας. Δεν πρόκειται να με ξαναδείτε ποτέ.’’
‘’Εγώ δεν μεγάλωσα πρεζάκια και αλήτες, να πας στον αγύριστο, δεν έχεις καμία θέση εδώ μέσα. Όπως έστρωσες θα κοιμηθείς, αλλά μην γυρίσεις κλαίγοντας σπίτι όταν πια θα τους είσαι άχρηστος. Η πόρτα αυτή από εδώ και στο εξής θα είναι κλειστή για σένα. Εγώ με βαποράκια δεν θέλω να έχω καμία σχέση. Άλλωστε ο γιος μου πέθανε την στιγμή που έμπλεξε σε όλο αυτό.’’
Η Γεωργία βλέποντας όλο αυτό το σκηνικό να εξελίσσεται μπροστά τα μάτια της, έτρεξε κοντά στον γιο της προσπαθώντας να τον ηρεμήσει. Βλέποντάς την, της έριξε ένα χαστούκι με τόση δύναμη που την πέταξε κάτω. Έτρεξε στο δωμάτιό του, έβαλε στο σακίδιό του κάποια ρούχα και έφυγε από το σπίτι. Αυτή θα ήταν και η τελευταία φορά που θα έβλεπε ο Δημήτρης τον Σπύρο και ας μην το ήξερε κανείς από τους δύο τότε.
Αθηναΐδα Κ.
Συνεχίζεται…
