“Ναι, εσύ! Μου τρως κάθε μέρα το τοστ και… Ώπα! Μιλάς ελληνικά;”, ρώτησε εκείνη έκπληκτη.
“Αφού είμαι Έλληνας, τι ήθελες να μιλάω;”, απάντησε εκείνος χαμογελώντας με ένα χαμόγελο που φώτιζε το χώρο και έκανε τα μάτια του να γυαλίζουν.
“Ωραία! Θέλω να μου πεις γιατί τρως κάθε πρωί το τοστ μου εδώ και μια εβδομάδα!”, προσπάθησε να ακουστεί η θυμωμένη και καλά φωνή της, ενώ στην πραγματικότητα προσπαθούσε να βρει την αυτοκυριαρχία της. Είχε απέναντί της τον κλεφτοτοστά και ήταν και κούκλος!
“Το τοστ σου;;; Αυτό είναι το δικό μου τοστ και εδώ και μια εβδομάδα ψάχνω απεγνωσμένα να βρω εκείνον που μου τρώει το άλλο μισό!”. Η φωνή του ήταν γεμάτη δυσπιστία και με μια μικρή δόση ειρωνείας. Την κοιτούσε μες στα μάτια και περίμενε την απάντησή της.
“Δεν ξέρω για ποιο πράγμα μιλάς και δεν με νοιάζει! Εγώ κάθε πρωί ψήνω ένα τοστ με τυρί και βούτυρο κι εδώ και μια εβδομάδα τρώω το μισό, γιατί το άλλο μισό λείπει! Και βρήκα τον ένοχο! Εσύ! Είχα κρυφτεί πίσω από την πόρτα ώστε να δω ποιος θα πάρει το μισαδάκι!”.
“Μισό λεπτό! Αυτό το τοστ το έφτιαξες για σένα;”.
“Μα τι λέμε τόση ώρα, χριστιανέ μου; Είναι δικό μου! Και το τρως εσύ!”.
“Περίμενε, περίμενε γιατί εδώ έχει γίνει μια μεγάλη παρεξήγηση! Δεν είσαι η Λαουρέτα, η οικονόμος, που θα μου έφτιαχνε ένα τοστ κάθε πρωί;”.
Έκπληξη. Δυσπιστία. Ντροπή. Μπέρδεμα…
“Όχι! Με λένε Αθηνά και μένω εδώ! Κάθε πρωί φτιάχνω ένα τοστ με τυρί και βούτυρο για πρωινό. Η Λαουρέτα έχει COVID και λείπει όλη την εβδομάδα. Και εσύ είσαι…;;;”.
Έκπληξη. Δυσπιστία. Ντροπή. Μπέρδεμα επί δύο….
“Με λένε Θάνο και είμαι γεμάτος ντροπή! Μένω και εγώ εδώ. Ήρθα πριν μια εβδομάδα από τη Μπολόνια και είχα ζητήσει από τη Λαουρέτα να μου φτιάχνει ένα τοστ με τυρί και βούτυρο κάθε πρωί επειδή είμαι βραδινός όλη την εβδομάδα στο νοσοκομείο, ώστε να τρώω και να πηγαίνω για ύπνο. Όλη την εβδομάδα όμως τρώω το μισό. Το άλλο μισό δεν το προλαβαίνω ποτέ. Έπαιρνα το ένα κομμάτι όταν ερχόμουν και μέχρι να κρεμάσω το παλτό στον προθάλαμο, είχε εξαφανιστεί!”.
“Και πώς δεν σε είχα δει ποτέ;”
“Έμπαινα από την πόρτα του κήπου, γιατί από εκείνη την πλευρά με άφηναν οι συνάδερφοι!”.
Σιωπή γέμισε την κουζίνα του κοινοβίου. Ο Θάνος και η Αθηνά κοιτάζονταν γεμάτοι ντροπή και αμηχανία ενώ ένα μισαδάκι από τοστ παρέμενε μέσα στο γυάλινο πιάτο.
“Αθηνά;”, τη ρώτησε μέσα στην ησυχία. Εκείνη σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε μες στα μάτια. “Αφού μια μεγάλη παρεξήγηση ήταν η αιτία να γνωριστούμε, θα μου επιτρέψεις να σε ρωτήσω αν θες να φάμε μαζί πρωινό; Θα ψήσω εγώ ένα ακόμα τοστ για να σου ανταποδώσω τα κλεμμένα μισά! Τι λες; Θα κάνεις την τιμή σε έναν πολύ κουρασμένο παιδίατρο / κλεφτοτοστά να πιείτε έναν καφέ και να φάτε ένα τοστ;”.
Η Αθηνά πλησίασε το ντουλάπι δίπλα της και πήρε δύο μικρές κούπες. Τις ακούμπησε στο τραπέζι και μοίρασε τον καφέ της. Έπειτα πήρε το μισαδάκι της από το πιάτο και έκατσε αναπαυτικά κοιτάζοντάς τον. “Δύο φέτες τυρί να βάλεις, Θάνο!”, του είπε και του χαμογέλασε.
Ο Θάνος άνοιξε το ψυγείο, πήρε το τυρί, το ψωμί και το βούτυρο και ετοίμασε ένα ακόμα τοστ. Μόλις ψήθηκε, το έβαλε σε ένα πιάτο και το έκοψε σε δύο τριγωνάκια. Ένα για εκείνον και ένα για εκείνη. Την Αθηνά!
Ήταν ο ένας το μισαδάκι του άλλου… Εκείνο που έψαχναν τόσο καιρό και οι δύο…
Κατερίνα Μοχράνη
ΤΕΛΟΣ
