Άνθρακες ο θησαυρός

Δυο μαυροφόρες έκαναν τη διαφορά, αυτό το πρωί του Απρίλη, με τα νερά παγωμένα από τα χιόνια του Μάρτη που έλιωναν στα βουνά. Ωστόσο, η θάλασσα ήταν ακύμαντη και πεντακάθαρη και η μέρα ηλιόλουστη. Τούτη δω η αποβάθρα έβλεπε στο ανοιχτό πέλαγος και ήταν βολικά φτιαγμένη πάνω σε βράχια, που συνέχιζαν σε υποβρύχιες, χαμηλές λοφοσειρές, κατάφυτες, αρκετά μέτρα απόσταση από την άκρη της. Ο βυθός, πριν καταλήξει σε βάθος ασφαλές για τα πλεούμενα και δελεαστικό για τους ριψοκίνδυνους κολυμβητές, προσφερόταν για ενδιαφέρουσες και ασφαλείς εξερευνήσεις.

Οι δυο νεοαφιχθείσες στην τσιμεντένια προβλήτα, χειμερινές κολυμβήτριες και θαμώνες της περιοχής εδώ και χρόνια, κοιτάχτηκαν, χαμογέλασαν και σκέφτηκαν ότι το άθλημα αποκτούσε συνεχώς νέους οπαδούς. Ακούμπησαν τις τσάντες τους παραδίπλα και άρχισαν ευθύς να εξοπλίζονται για την καθημερινή βουτιά – η Μυρτώ, όπως πάντα, με μάσκα και βατραχοπέδιλα, η Ελένη σκέτη, με μια σκούφια μόνο, δεν ήθελε να βρέξει μαλλί. Το ότι οι μαυροφόρες, η μια μάλιστα με μαντήλι στα μαλλιά και κατάμαυρες κάλτσες, δεν το είχαν κουνήσει από το σκαλάκι που κάθονταν και δεν έκαναν καμιά κίνηση προκαταρκτική του αθλήματος, δεν τις παραξένεψε ιδιαίτερα. Το ότι η μια φαινόταν σαν να παρηγορεί την άλλη, που σκούπιζε δάκρυα, δεν τις απασχόλησε επίσης. Δεν ήταν τίποτα κουτσομπόλες, ούτε αδιάκριτες.

Η Μυρτώ βούτηξε πρώτη και καλύτερη, μετά του εξοπλισμού της, ανυπομονώντας να ανακαλύψει ενάλια μυστικά. Η Ελένη κάθισε στην άκρη, ατενίζοντας το πέλαγος και στοχεύοντας να απορροφήσει τις ήμερες ακτίνες του πρωινού ήλιου – συμβουλή ιατρού, είχε έλλειψη βιταμίνης D.

Μετ’ ου πολύ, και πολύ νωρίτερα από το σύνηθες, η Μυρτώ αναδύθηκε με ενθουσιώδη κραυγή κομίζοντας λάφυρο… ένα μυστηριώδες πήλινο αντικείμενο, τύπου αγγείο, σφραγισμένο με καπάκι και βάρος που υποδήλωνε περιεχόμενο. Το είχε βρει φουνταρισμένο πολύ κοντά στην προβλήτα, σε μια σχισμή των βράχων, μισοκρυμμένο από την άφθονη χλωρίδα και προστατευόμενο από τρεις παρεπιδημούντες αχινούς. Όμως, η Μυρτώ και πεπειραμένη ήταν και διέθετε τα κατάλληλα βοηθήματα. Έτσι τώρα, καθόταν δίπλα στην Ελένη, με θέα τη θάλασσα και ανάμεσά τους κείτονταν οι άτυχοι αγκαθωτοί φρουροί του θησαυρού και ο ίδιος ο θησαυρός. Ήταν θέμα χρόνου να αποκαλύψουν τα εσώτερά τους, των μεν πρώτων με κατάληξη δυο στομάχια, του δε δεύτερου, κατά μεγάλες προσδοκίες, δυο τσέπες.

Κανένα τέταρτο μετά, το μαχαιράκι της Μυρτώς υπό την εναλλακτική διαχείριση αμφοτέρων, κατάφερε να εξοντώσει την κολλώδη ουσία που σφράγιζε το μικρό καπάκι, αλλά το περιεχόμενο παρέμενε δυσδιάκριτο, αν και αναμφίβολα υφιστάμενο. Τη στιγμή που η Ελένη, ανυπόμονα, σήκωσε το σκεύος με κατεύθυνση του στομίου κατηφορική, συνέβησαν συγχρόνως δύο γεγονότα, άκρως σοκαριστικά, όπως όλες οι εμπλεκόμενες παραδέχθηκαν εκ των υστέρων: Πρώτον, μια γκρίζα σκόνη άρχισε να ρέει, εν τέλει επικαθήμενη επί της κόμης και μέρους του προσώπου και των ώμων της Ελένης, όπου δεν παρέμεινε εξ ολοκλήρου. Μέρος αυτής αιωρήθηκε για να καταλήξει σε διάφορα σημεία της ανατομίας της Μυρτώς και να κολλήσει εκεί, καθότι η εν λόγω ήταν ακόμα βρεγμένη. Δεύτερον, οι δύο μαυροφόρες, έχοντας επιτέλους αντιληφθεί τι διαδραματιζόταν παρά θιν αλός, όρμησαν προς τις δύο κολυμβήτριες ωρυόμενες ακαταλήπτως, η μια με τα δάκρυα να κυλούν ποτάμια… Ανάμεσα στα ουρλιαχτά, δυο –τρεις λέξεις ξεχώριζαν μόνο: «μηηηη… μη καλέ… ο άντρας μου!».

Η Μυρτώ και η Ελένη, όφειλαν να εξιλεωθούν έμπρακτα. Επίσης, είχαν συνειδητοποιήσει την κατάσταση και αμφιταλαντεύονταν επικίνδυνα μεταξύ αηδίας και απελπισίας για την ασέβεια –αν και όχι και απόλυτα υπαίτιες προς τούτο. Γρήγορα, καπάκωσαν το πήλινο, που ευτυχώς διατηρούσε μέρος του περιεχομένου του, βούτηξαν και τράβηξαν για τα βαθιά. Όσο ξεμάκραιναν από την προβλήτα, η Ελένη, που είχε καλύτερες σχέσεις με τα θεία, έψελνε μουρμουριστά κάτι λίγα που θυμόταν από την εξόδιο ακολουθία, με την Μυρτώ να κρατάει τα αντίφωνα. Το θεώρησαν υποχρέωσή τους.

Με τις μαυροφόρες να παρακολουθούν, άδειασαν το κονιορτοποιημένο υπόλειμμα υπάρξεως στον οίνοπα πόντο, ενώ η Ελένη απήγγελε, λίγο δυνατότερα, το τελεσίδικο «Αιωνία σου η μνήμη, αξιομακάριστε και αείμνηστε αδελφέ ημών» κι ας μην είχε την παραμικρή ιδέα περί της ταυτότητας και του ποιού του εκλιπόντος.
Μετά, έμειναν όσο μπορούσαν στο νερό. Η τέφρα δεν ξεπλενόταν εύκολα.

Πλέον, η μαντηλοφορούσα Κικίτσα, ακούμπησε, ανακουφισμένη, το κεφάλι στον ώμο της ξαδέρφης της, της Ζίτσας. Η Ζίτσα πάλι, ήταν έξαλλη που δεν είχε σκεφτεί να της υποδείξει ότι η τεφροδόχος δεν φεύγει έτσι, σούμπιτη, στη θάλασσα. Μόνο το περιεχόμενό της. Αλλά, μήπως πρόλαβε; Με το που έφτασαν στην προβλήτα, η Κικίτσα έδωσε μια και την πέταξε. Και δεν ήταν και πολύ δυνατή στις ρίψεις. Ήθελε να ξεμπερδεύει, βλέπεις…

Αλλά, στο κάτω – κάτω, τι έφταιγε αυτή; Μέχρι και ο παπάς τις αποπήρε όταν πήγαν να τον ρωτήσουν τι να το κάνουν το πεσκέσι που τους ήρθε από την Βουλγαρία. Τους είπε ότι «αυτά, δεν είναι Θεού πράγματα» και τις έδιωξε θυμωμένος. Αυτός οραματιζόταν τάφους, καντήλια και τρισάγια και όχι κρεματόρια. Καλά που η ίδια θυμήθηκε ότι το άδειαζαν στη θάλασσα, απ’ αυτή, μωρέ, την ταινία, που είχε δει, πριν κάτι χρόνια… Όσο για τον μάστρο – Βαγγέλη, αυτός, παρατηρούσε τα τεκταινόμενα από το συννεφάκι του και καρφί δεν του καιγόταν. Ήταν ευχαριστημένος, καθότι ολιγαρκής. Εντάξει, μπορεί τα ψάρια να κατάπιναν τα τελευταία μόρια της ύλης του, αλλά τουλάχιστον τα μισά από δαύτα, είχαν καταλήξει πάνω σε γυναικεία σώματα, ημίγυμνα. Δυστυχώς, λίγο σιτεμένα… Καμιά σχέση με το αγαλματένιο, το κορμί της Ιβάνκας. Η Κικίτσα είχε γεράσει, είχε παραπαχύνει και ήταν και γκρινιάρα. Την είχε βαρεθεί και έτσι, την παράτησε. Της έμεινε όμως η σύνταξή του. Και αρκετές από τις οικονομίες του. Στη Βουλγαρία η ζωή ήταν φτηνή. Και ο παράδεισος που γνώρισε με την Ιβάνκα, έστω και για λίγους μήνες, πριν αποδημήσει εις κύριον –πώς να αντέξει η καρδιά του τόσα βιάγκρα- άξιζε τον κόπο.

Οι αχινοί ήταν οι ωφελημένοι από την κατάσταση. Ελάχιστα λίγο πριν παραδώσουν το πνεύμα, επιστράφηκαν σώοι στο στοιχείο τους.

Ελένη Ασμάνη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading