Στάση λεωφορείου

Έκανε κρύο εκείνο το βράδυ, πολύ κρύο… Δεν ξέρω εάν έφταιγε ο καιρός ή η μοναξιά μου. Ίσως το δεύτερο… Καθόμουν στη στάση του λεωφορείου, τάχα σαν να περίμενα το επόμενο δρομολόγιο, τάχα… Το ρολόι είχε σημάνει 1:00, δεν είχε άλλο δρομολόγιο απόψε και το ήξερα, αλλά προτιμούσα να μείνω εκεί με την ψευδαίσθηση της αναμονής, από το να γυρίσω στο άδειο σπίτι. Βλέπεις, ένιωθα πως ο αέρας του δεν επαρκεί, πως δεν έχει αρκετό αέρα να εισπνεύσω για να απελευθερώσω τους στεναγμούς μου, πως εάν μείνω εκεί μέσα θα πνιγώ. Διάλεξα έτσι την ψευδαίσθηση της αναμονής, που άλλωστε σε μια αναμονή στηριζόταν ολόκληρη η ζωή μου, σε μία αναμονή για τις όμορφες μέρες. Ήλπιζα βέβαια να μην ήταν ψευδαίσθηση, μα η διαιώνιση της αναμονής έκανε τις ελπίδες μου να μοιάζουν φρούδες.

Περίμενα έτσι ένα δρομολόγιο που δε θα ερχόταν ποτέ, ή μάλλον θα ερχόταν το πρωί, μα μέχρι τότε ίσως και να μην υπήρχα… Ίσως και να μην υπήρχα, γιατί όλοι ξέρουμε πως εάν μια γυναίκα είναι μόνη της τη νύχτα, ρισκάρει κατά κάποιο τρόπο τη ζωή της. Αυτό το ρίσκο το πήρα εκείνη τη νύχτα, γιατί ένιωθα πως δεν έχω ζωή, επομένως δεν είχα τίποτα να χάσω. Άναψα ένα τσιγάρο, μήπως ζεσταθώ έστω στιγμιαία από τη φλόγα, μήπως οι τζούρες με αποσπάσουν έστω στιγμιαία από τις σκέψεις μου. Έπειτα άναψα κι άλλο ένα, έπειτα άλλο ένα, μα μάταια… Ένιωθα σαν το κοριτσάκι με τα σπίρτα, καθώς κάθε φορά που άναβα το τσιγάρο, μέσα μου ευχόμουν όπως αυτή η φλόγα σπάει το σκοτάδι, να υπάρξει μια φλόγα έστω τόση δα μικρή, που να σπάσει το κενό της ζωής μου.

Ήμουν τόσο χαμένη στη σκέψη μου, που δεν κατάλαβα τη στιγμή που κάθισε δίπλα μου εκείνος, μέχρι που η φωνή του έσπασε τη σιωπή που επικρατούσε: «Είσαι καλά; Φαίνεσαι στενοχωρημένη, σε πείραξε κάποιος;», είπε κι εγώ γύρισα έκπληκτη και τον κοίταξα. Κατάλαβε ότι ξαφνιάστηκα και μου χαμογέλασε. Δεν ξέρω εάν η θερμοκρασία ξαφνικά ανέβηκε, ή άρχισε η καρδιά μου να θερμαίνεται από τη ζέστη που εξέπεμπαν τα μάτια του. Ήταν ένας άγνωστος που μου μιλούσε στη μέση της νύχτας, μα δεν ένιωθα φόβο, αλλά μια ξαφνική ζεστασιά. «Είμαι εντάξει, ευχαριστώ για το ενδιαφέρον», απάντησα ντροπαλά. «Ό,τι και να μου πεις δεν με πείθεις, δεν φαίνεσαι καθόλου καλά… Αλλά λογικό να μην εμπιστεύεσαι έναν άγνωστο. Για να βρίσκεσαι εδώ στη μέση της νύχτας μόνη σου, να υποθέσω πως κάποιον περίμενες και δεν ήρθε». «Πες το κι έτσι» του απάντησα.

-Εγώ έρχομαι από το απέναντι σπίτι, είχε πάρτι ένας παλιός φίλος. Δεν περνάω καθόλου καλά σε τέτοιου είδους μαζώξεις, νιώθω αμήχανα αφού δεν μπορώ συμμεριστώ την εφήμερη χαρά και τον ενθουσιασμό τους. Πηγαίνω όταν με καλούν για να μη μένω μόνος μου στο σπίτι, γιατί ψυχοπλακώνομαι. Προσπαθώ έτσι να ξεχαστώ από τα δικά μου, αλλά δεν τα καταφέρνω…

-Κι εγώ το ίδιο παθαίνω στο σπίτι, αν και δεν πηγαίνω σε πάρτι, με κάνουν χειρότερα.

-Κοίτα να δεις που ταιριάζουμε. Και οι δύο προσπαθούμε να ξεφύγουμε από τον εαυτό μας, άρα δεν είμαστε ευχαριστημένοι από τη ζωή μας.

-Έτσι φαίνεται. Νιώθεις κι εσύ συχνά μοναξιά;

-Συνέχεια, ανεξάρτητα εάν είμαι με παρέα η μόνος… Μάλλον δεν έχουμε βρει ανθρώπους να μας ταιριάζουν και να μας καταλαβαίνουν, γι’ αυτό νιώθουμε έτσι. Τι κάνεις για να ξεχνιέσαι; Έχεις κάποιο χόμπι;

– Γράφω ποιήματα…

-Καλά το κατάλαβα πως ταιριάζουμε… Εγώ γράφω στίχους και τραγούδια που παίζω στην κιθάρα μου. Θα ήθελα πολύ να διαβάσω κάποιο ποίημά σου, να ανταλλάξουμε τηλέφωνα να στείλει ο ένας στον άλλον τα έργα του. Είναι και ένας ωραίος τρόπος να γνωριστούμε. Πες μου το τηλέφωνό σου να σου κάνω αναπάντητη.

-Συμφωνώ απολύτως… του είπα με χαμόγελο κι έπειτα του έδωσα τον αριθμό μου.

Μετά από την ανταλλαγή τηλεφώνων, πήρα θάρρος. Η εσωτερική μου φωνή που μου έλεγε να μην ενθουσιάζομαι και να μην ανοίγομαι, γιατί πρόκειται απλά για έναν περαστικό που ήθελε να πιάσει την κουβέντα, άρχισε να σωπαίνει. Αρχίσαμε τότε, μια όμορφη συζήτηση. Μοιραστήκαμε απόψεις, προτιμήσεις, εμπειρίες, όνειρα… Πρώτη φορά συνάντησα έναν άνθρωπο με τόσα κοινά και ήταν επίσης η πρώτη φορά που από το πρώτο βλέμμα, ένιωσα αυτό το σκίρτημα στην καρδιά κι αυτή την φωνούλα μέσα μου να ζωηρεύει σιγοψιθυρίζοντας πως θέλω να τον γνωρίσω καλύτερα. Κουβεντιάζαμε μέχρι το πρωί, ώσπου ήρθε το πρωινό λεωφορείο.

Το λεωφορείο εκείνο πίστευα πως δε θα με βρει ζωντανή κι όμως με βρήκε γεμάτη ελπίδα. Αποχαιρετιστήκαμε και το πήρα για να πάω σπίτι. Κοιμήθηκα γαλήνια μετά από μήνες και το μεσημέρι με ξύπνησε το τηλεφώνημά του, ήθελε να με δει… Το ίδιο βράδυ βγήκαμε και ανταλλάξαμε στίχους και ποιήματα… Οι ψυχές μας τέμνονταν με έναν μοναδικό τρόπο. Βρεθήκαμε πολλές φορές από τότε και καταλήξαμε μαζί, ευτυχισμένοι, σαν ιστορίες που διάβαζα και φάνταζαν ουτοπικές. Έπαψα τότε να γράφω για την ψευδαίσθηση της αναμονής της ευτυχίας, αλλά και του λεωφορείου. Δεν περίμενα ξανά το λεωφορείο χωρίς να περνά σύντομα δρομολόγιο και δεν ξαναπήρα ρίσκα για τη ζωή μου, αφού άρχισε να γεμίζει φως, ένα φως που δεν ήθελα με τίποτα να σβήσει…

Ιωάννα Χαντζαρά

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading