Η τελευταία φορά;

Η Δέσποινα έστρωσε προσεκτικά το τραπέζι με το καλύτερο, κεντητό τραπεζομάντηλο. Το ακριβό, πορσελάνινο σερβίτσιο, απ’ τη μάνα της. Τοποθέτησε το βάζο με τα κόκκινα τριαντάφυλλα στο κέντρο. Άναψε τα κεριά στα δύο κηροπήγια. Ύστερα, έκανε ένα βήμα πίσω. Επιθεώρησε το έργο της. Από την κουζίνα ερχόταν η μυρωδιά του αγαπημένου του φαγητού. Το μπουκάλι με κόκκινο κρασί που εκείνος προτιμούσε, ήταν ήδη ανοιχτό. Να αναπνεύσει, σε θερμοκρασία δωματίου. Έμεινε ικανοποιημένη.

Ο Πέτρος άρχισε να τακτοποιεί μεθοδικά τους φακέλους και να συμμαζεύει το γραφείο του. Τέλος για σήμερα, σκέφτηκε. Σχημάτισε στο τηλέφωνο τον αριθμό της: «Δέσποινα, φεύγω από το γραφείο τώρα… Ελπίζω να μην έχεις κανονίσεις να βγούμε. Κι αν το ‘χεις κανονίσει, ματαίωσέ το σε παρακαλώ, καλή μου. Θέλω να μείνουμε σπίτι. Έχουμε να μιλήσουμε για κάτι πολύ σοβαρό». Έπρεπε να γίνει απόψε. Ύστερα από τόσες αναβολές, το είχε αποφασίσει. Απόψε, αφού θα είχαν ειπωθεί όλα όσα έπρεπε να ειπωθούν, εκείνος θα πήγαινε να κοιμηθεί αλλού. Στην αγκαλιά που τον περίμενε, ολάνοιχτη. Και που τη λαχταρούσε σαν τρελός. Απόψε και όλες τις βραδιές που θα ακολουθούσαν.

Η Δέσποινα κατέβασε το τηλέφωνο και πήγε στο μπάνιο. Σε μια ώρα, το πολύ, εκείνος θα ήταν σπίτι. Έκανε ένα γρήγορο ντους. Μετά, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Ναι, προλάβαινε να φρεσκάρει τα μαλλιά της.

Ο Πέτρος μπήκε στο ασανσέρ του κτιρίου, με κατεύθυνση το ισόγειο. Αναστέναξε… δύσκολη βραδιά η αποψινή… Πώς να βρει τα κατάλληλα λόγια να της εξηγήσει… Ζούσαν μαζί πέντε χρόνια. Από τότε που τη γνώρισε, ήταν για εκείνον σύντροφος, μητέρα, αδερφή. Ακούραστη και αφοσιωμένη. Πολύτιμη σύμβουλος. Με την εμπειρία και τη σοφία των δέκα χρόνων που τους χώριζαν. Γενναιόδωρη. Με την οικονομική της άνεση να τους εξασφαλίζει υψηλή ποιότητα ζωής. Τον είχε βοηθήσει να στήσει τη δικηγορική εταιρεία από το μηδέν. Να χτίσει στη συνέχεια μια καριέρα, πολλά υποσχόμενη. Και τελικά, αναπόφευκτα, να καταλάβει. Ποιος είναι. Τι θέλει. Πραγματικά. Αυτό έπρεπε να της εξηγήσει απόψε.

Η Δέσποινα άρχισε να μακιγιάρεται. Σιγά και προσεκτικά. Οι πρώτες ρυτίδες είχαν κάνει νωρίς την εμφάνισή τους στο πρόσωπό της. Πίκρες, στεναχώριες, πόνος. Πολύ νέα είχε μείνει χήρα. Άτεκνη. Δεν πρόλαβαν να χαρούν τίποτα με τον άντρα της. Ο καρκίνος είχε χτυπήσει αμείλικτα. Μετά από χρόνια απόλυτης απελπισίας και απομόνωσης, συνάντησε τον Πέτρο. Και η ζωή της ξανάρχισε, εκεί, γύρω στα σαράντα. Εκεί που νόμιζε πως όλα είχαν τελειώσει. Δεν είχε σημασία που ήταν δέκα χρόνια νεώτερός της. Δεν είχε σημασία που δεν ήταν ούτε τόσο πρόθυμος, ούτε τόσο τακτικός εραστής. Σημασία είχε ότι γεμίσει και το σπίτι της και το φρικτό κενό της ψυχής της. Της είχε δώσει σκοπό ζωής. Ήταν γλυκός και τρυφερός. Τακτικός και προσεκτικός. Άντρας και γιος και φίλος της μαζί. Είχαν κοινά ενδιαφέροντα: μουσική, λογοτεχνία, θέατρο, ταξίδια. Κι απολάμβαναν να κάνουν τόσα πράγματα οι δυο τους…

Ο Πέτρος μπήκε στο μετρό. Είχε αφήσει το αυτοκίνητό του στο σταθμό Πλακεντίας. Λοιπόν, απόψε θα της τα έλεγε όλα, θα της εξηγούσε… Με όσο μεγαλύτερη λεπτότητα διέθετε. Με την ευαισθησία που κι η ίδια τον είχε βοηθήσει να καλλιεργήσει και να εκδηλώσει. Και δεν ήταν καθόλου εύκολο μετά από τόσα χρόνια καταπίεσης και σκληρότητας. Από έναν πατέρα δεσποτικό και βάναυσο, που, ευτυχώς, είχε πάει νωρίς να συναντήσει τη μάνα του. Τη μάνα, που ο ίδιος δεν είχε προλάβει να γνωρίσει καθόλου, αφού είχε πεθάνει γεννώντας τον. Δεν ήθελε να εγκαταλείψει την Δέσποινα. Την αγαπούσε. Όμως, της χρώσταγε να είναι αληθινός. Και έντιμος. Όπως κι η ίδια ανέκαθεν ήταν απέναντί του. Θα τον καταλάβαινε, ήταν σίγουρος. Και, ουσιαστικά, δεν θα χώριζαν. Απλά, η σχέση τους θα άλλαζε μορφή και τρόπο.

Η Δέσποινα αποτελείωσε το μακιγιάζ της. Κοίταξε το ρολόι της. Ήταν ώρα πια. Άδειασε προσεκτικά όλα τα υπνωτικά χάπια του πρώτου μπουκαλιού. Τα έτριψε πολύ καλά, ώστε να γίνουν σκόνη. Γέμισε το ποτήρι του Πέτρου με το εκλεκτό κόκκινο κρασί και διέλυσε εκεί το μεγαλύτερο μέρος της σκόνης. Ύστερα, σέρβιρε μια γενναία μερίδα από το φαγητό στο πιάτο του. Και εκεί έριξε την υπόλοιπη σκόνη. Το έβαλε στο θερμοθάλαμο, να κρατηθεί ζεστό. Αναστέναξε. Δεν είχε άλλη επιλογή. Είχε πάρει την απόφαση αυτή από καιρό. Ύστερα από επίπονη σκέψη. Θρηνώντας. Είχε φτάσει πια η στιγμή. Εκείνος την εγκατέλειπε. Για κάποια, νεώτερη και ομορφότερη. Αυτό θα της έλεγε απόψε. Τα σημάδια ήταν φανερά, εδώ και έξι μήνες. Αδικαιολόγητες αργοπορίες στο γραφείο, ως τις δύο και τρεις μετά τα μεσάνυχτα. Τον περίμενε άγρυπνη. Και σπάραζε μέσα της, επειδή γύριζε κατάκοπος, εξαντλημένος, αλλά λάμποντας. Με την εκτυφλωτική λάμψη που μόνο ένας έρωτας μπορεί να δώσει. Πολλά, πάρα πολλά επαγγελματικά δείπνα και γεύματα. Που τον έκαναν να ματαιώνει δίχως να λυπάται, τα θέατρα και τις συναυλίες που θα παρακολουθούσαν μαζί. Αρκετά ύποπτα μηνύματα στο κινητό του. Κι ας έδειχναν σταλμένα από το συνέταιρό του. Συνένοχος κι αυτός… Ούτε που την άγγιζε πια. Της έλειπε αυτό, όσο κι αν είχε αποδεχθεί εξαρχής τη σπανιότητα των ερωτικών τους επαφών. Και, συχνά, τους τελευταίους μήνες, τον έπιανε να την κοιτάζει παράξενα. Έκπληκτος. Σαν να την έβλεπε για πρώτη φορά.

Ο Πέτρος ξεκλείδωσε το αυτοκίνητό του στο πάρκινγκ του σταθμού. Το κινητό του ήχησε. Μήνυμα από το Βλάση. «Κουράγιο…» του έγραφε «Σου έχω εμπιστοσύνη. Θα τα καταφέρεις. Σ’ αγαπώ. Σε περιμένω.». Χαμογέλασε θλιμμένα. Βαρύ το φορτίο του. Η Δέσποινα ήταν ο άνθρωπός του. Με όλους τους τρόπους. Εκτός του ερωτικού. Ο έρωτας είχε έρθει στη ζωή του, με το πρόσωπο του Βλάση. Αφού κατάφερε να συνειδητοποιήσει την ταυτότητά του. Να την αποδεχθεί και να ισορροπήσει. Και να πετάξει. Με άνεμο κάτω από τα φτερά του, την πνοή της.

Η Δέσποινα ξανακοίταξε το ρολόι της. Δεν έμενε πολύς χρόνος. Όπου να ‘ναι, θα άκουγε την πόρτα να ανοίγει. Θα τον καλωσόριζε μ’ ένα φιλί. Θα δειπνούσαν μαζί. Ίσως να προλάβαινε να της πει όλα αυτά που εκείνη είχε καταλάβει. Αν και δεν χρειαζόταν. Αφού ήξερε. Όταν θα έχανε τις αισθήσεις του, θα τον μετέφερε στο κρεβάτι τους. Ύστερα, θα κατάπινε το δεύτερο μπουκάλι των χαπιών. Θα ξάπλωνε δίπλα του, κρατώντας τον στην αγκαλιά της. Αγαπώντας τον. Για τελευταία φορά.

Ο Πέτρος πάρκαρε στον ακάλυπτο της μονοκατοικίας. Ανέβηκε τα τρία σκαλιά προς την υπερυψωμένη είσοδο. Έβαλε το κλειδί στην κλειδαριά της εξώπορτας. Πάντα είχε πρόβλημα αυτή η κλειδαριά. Σκάλωνε. Ήθελε υπομονή. Κούνησε το κλειδί μια δεξιά, μια αριστερά, δίχως να εκνευριστεί, ως συνήθως. Δεν βιαζόταν εξάλλου. Απόψε άνοιγε αυτή την πόρτα για τελευταία φορά…

Ελένη Ασμάνη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading