Δεν θα γίνω ποτέ σαν κι εσένα!

Κοίταξε βιαστικά το ρολόι που ήταν κρεμασμένο στον τοίχο δεξιά της κι αναστέναξε. Πότε είχε περάσει κιόλας η ώρα; Κόντευε 12 τα μεσάνυχτα κι ακόμη έπλενε τα πιάτα. Πότε θα προλάβαινε να ξεκουραστεί;

Το ξυπνητήρι αμείλικτο όπως κάθε πρωί θα χτυπούσε στις 6 κι εκείνη θα έπρεπε να πεταχτεί απ’ το κρεβάτι, να πει δυο γουλιές καφέ βιαστικά, να ετοιμάσει τα ταπεράκια των παιδιών για το σχολείο, να τα ξυπνήσει, να τα βοηθήσει να ετοιμαστούν και στις 7:15 να βρίσκονται κι οι τρεις μπροστά στην πόρτα για να ξεκινήσει η μέρα τους. Να αφήσει βιαστικά τον μικρό στο νηπιαγωγείο και τον μεγάλο στο δημοτικό και να ξεκινήσει για την τράπεζα. Στις 8 παρά 15 να καθίσει στο γραφείο της και στις 8 ακριβώς να φορέσει το χαμόγελό της (ψεύτικο ή αληθινό – καμία σημασία δεν είχε) και ν’ αρχίσει να εξυπηρετεί τους πελάτες. Στην ίδια τράπεζα, στο ίδιο υποκατάστημα, στην ίδια θέση τα τελευταία 8 χρόνια.

Ήταν καλή στη δουλειά της, ευγενική με τον κόσμο και τυπική με τις αρμοδιότητές της. Κανείς δεν είχε παράπονο απ’ την Χρύσα. Αν δεν ήταν κι αυτός ο στρυφνός ο διευθυντής, ίσως είχε πάρει εκείνη την προαγωγή για την οποία πάλευε χρόνια… Τι τα θες; Τουλάχιστον είχε το μισθό της, μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει. Τουλάχιστον μπορούσε να επιβιώνει, γιατί κακά τα ψέματα, με 2 μικρά παιδιά κι έναν μισθό, τα πράγματα είναι δύσκολα. “Οι περισσότεροι έτσι είναι…”, μ’ αυτή την σκέψη προσπαθούσε να παρηγορήσει τον εαυτό της κάθε φορά που ένιωθε να λυγίζει – κάτι που γινόταν συχνά, όλο και συχνότερα τελευταία…

Κόντευαν 5 χρόνια από τότε που χώρισε απ’ τον άντρα της. Μόλις είχε γεννήσει τον μικρό της γιο. Τα προβλήματα φυσικά είχαν ξεκινήσει από νωρίτερα και τώρα πια με καθαρό μυαλό, έβλεπε πως ήταν εμφανή από ακόμη νωρίτερα. Ο Αργύρης ήταν ξεκάθαρο πως δεν ήταν έτοιμος για οικογένεια. Στα 35 του, ακόμη όνειρό του ήταν να γυρίσει τον κόσμο με μηχανή, έβρισκε τη δουλειά – δουλεία κι αρνιόταν να γίνει δούλος, ήταν αντίθετος σε κάθε σύμβαση. “Ελεύθερο πνεύμα” δήλωνε. “Τεμπέλης και φυγόπονος” ήταν ξεκάθαρα.

Η πρώτη εγκυμοσύνη ήρθε χωρίς να το έχουν προσχεδιάσει. Η Χρύσα σοκαρίστηκε, εκείνος έδειξε έτοιμος να γίνει πατέρας και πες πες την έπεισε. Και πριν καλά καλά χρονίσει ο πρώτος, κατάλαβε πως ένα ακόμη μωρό μεγάλωνε μέσα της. Δεύτερη άδεια εγκυμοσύνης απ’ τη δουλειά κι ευτυχώς που η τότε διευθύντρια έδειχνε κατανόηση και δεν κινδύνεψε η θέση της. Γιατί παρά τα παιδιά, ο Αργύρης συνέχισε να δηλώνει “ελεύθερο πνεύμα” και κάπου εκεί ήταν που ξεκίνησε η φαγούρα μεταξύ τους. Γιατί ο Αργύρης ήταν εξαιρετικός σύντροφος, αστείος, γλυκός, περιπετειώδης, αλλά για πατέρας δεν έκανε, δεν είχε καμία σκέψη για το πώς θα μεγαλώσουν τα παιδιά, τι θα φάνε, πώς θα ντυθούν. “Πήγαινε να σκύβεις το κεφάλι στον κάθε μαλάκα πάλι!” την κορόιδευε κάθε πρωί που ετοιμαζόταν η Χρύσα για τη δουλειά.

Ευτυχώς είχαν το σπίτι της μάνας της να μένουν, αλλά και πάλι, με πάνες, γάλατα, λογαριασμούς και φυσικά τα τσιγάρα και τα ποτά του Αργύρη, τα πράγματα ήταν πολύ ζόρικα. Προσπάθησε πολλές φορές να τον πείσει να βρει μια δουλειά, να βοηθήσει την κατάσταση, το σπίτι τους, την οικογένειά τους, αλλά στάθηκε αδύνατο. Και τα προβλήματα κι οι γκρίνιες κατάφεραν να πετάξουν αυτόν τον “μεγάλο” έρωτα απ’ το παράθυρο, μαζί με την βαλίτσα του. Άρρωστα και τα δυο μωρά και να τον παρακαλάει να πάει μέχρι το φαρμακείο κι εκείνος να της μιλάει για τη βιομηχανία των φαρμάκων και για τις ευεργετικές ιδιότητες των φυτών. Σε έξαλλη κατάσταση τον πέταξε εκείνο το βράδυ απ’ το σπίτι και δεν τον ξαναείδε από τότε.

Δεν τον κατηγόρησε ποτέ και σε κανέναν. Ο Αργύρης ήταν ξεκάθαρος απ’ την αρχή, δεν έκρυψε ποτέ τον αληθινό του εαυτό. Δικό της ήταν το λάθος που πίστευε πως θα μπορούσε ν’ αλλάξει. Δικό της το λάθος, που όχι απλά έμπλεξε μ’ έναν άνθρωπο τόσο διαφορετικό από εκείνη, αλλά και που δεν πρόσεξε κι αυτή η σχέση που ήταν ξεκάθαρα “να περνάμε καλά”, έφτασε σε εγκυμοσύνες και παιδιά και “λοιπές συμβάσεις και μαλακίες” όπως έλεγε εκείνος πάντα. Εκείνη δεν ήταν ποτέ τόσο “ελεύθερο πνεύμα”, μάλλον ήταν σχεδιασμένο “ρομπότ εκ εργοστασίου”, να χωράει στα κουτάκια και στα “πρέπει” και να λειτουργεί μέσα σ’ αυτά. Μάλλον ήξερε πως αυτό ήταν και προσπαθούσε με λύσσα να πάει κόντρα στον εαυτό της, κάνοντας συνεχώς λάθος για εκείνη επιλογές. Στον εαυτό της, αλήθεια;

Η μάνα της την είχε μεγαλώσει μόνη της, μιας κι ο πατέρας της έφυγε απ’ τη ζωή όταν εκείνη ήταν μόλις λίγων μηνών. Η εμφάνιση ενός επιθετικού καρκίνου όταν η μάνα της ήταν έγκυος, του έκοψε βίαια το νήμα της ζωής, πριν ακούσει τη λέξη “μπαμπάς” απ’ τα χείλη της “ηλιαχτίδας του” όπως την έλεγε. Μόνη την μεγάλωσε η μάνα της, έβαλε στο πίσω μέρος του μυαλού της το πένθος, τον πόνο, τη λέξη “γυναίκα” κι “αντρίκια” στύλωσε τα πόδια στο έδαφος κι είπε “θα τα καταφέρω”. Και τα κατάφερε. Τουλάχιστον αυτό ήθελε η ίδια να πιστεύει, γιατί η Χρύσα αυτό που θυμόταν απ’ τον εαυτό της σαν έφηβη κυρίως, αλλά και μέχρι τα 25 της που την έχασε, ήταν πως το μόνο που είχε καταφέρει ήταν να την κάνει να μισήσει όλα τα υποκοριστικά που εκείνη λάτρευε να χρησιμοποιεί.

Θυμόταν πόσο νευρίαζε όταν άκουγε τη μάνα της να της λέει να βρει “μια δουλίτσα” να τακτοποιηθεί, να βρει “ένα σπιτάκι” να ζήσει, να έχει “ένα πιατάκι φαγητό” στο τραπέζι της. Θυμόταν πόσο νευρίαζε, γιατί ένιωθε πως αυτό που πάντα της έλεγε ήταν να πετάει χαμηλά, ασφαλώς, να μην τολμήσει. Κι ίσως αυτό το εφηβικό πείσμα της Χρύσας που άργησε πολύ να ξεθυμάνει, να ήταν αυτό που την έφερνε πάντα απέναντι απ’ τη μάνα της. Γιατί αυτή ένιωθε πως θα κατακτούσε τον κόσμο, πως θα κατάφερνε τα πάντα, πως θα τα έκανε όλα αλλιώς και πως έτσι μόνο θα γινόταν ευτυχισμένη. “Δεν θα γίνω ποτέ σαν εσένα, ακούς; Να ξυπνάω απ’ τα χαράματα και να τρέχω ολημερίς κι ολονυχτίς για ένα κομμάτι ψωμί. Να σκύβω το κεφάλι στον κάθε μαλάκα για ένα κουτσουρεμένο μεροκάματο. Δεν θα γίνω ποτέ σαν εσένα!” της ούρλιαζε σε κάθε καβγά τους, όταν η μάνα της επέμενε να προσπαθήσει να βρει μια δουλειά, να “διοριστεί σε μια θεσούλα” όπως της έλεγε.

Ένιωσε τα μάτια της να βουρκώνουν και τα χέρια της να τρέμουν σ’ αυτές τις σκέψεις. Ακούμπησε το ήδη σαπουνισμένο ποτήρι μέσα στον πάγκο, ξέπλυνε με νευρικές κινήσεις τα χέρια της και τα σκούπισε στη μπλούζα της. Πήρε ένα τσιγάρο απ’ το τραπέζι, το άναψε και φύσηξε με δύναμη τον καπνό στο ταβάνι. Ένας λυγμός τάραξε το μικροκαμωμένο κορμί της. Ένας λυγμός που τον ακολούθησε άλλος ένας κι άλλος ένας… Σπαρταρούσε το σώμα της σαν ψάρι έξω απ’ το νερό κι έσφιγγε κάθε μυ της να μην ακουστεί, να μην ξυπνήσουν τα παιδιά, να μην καταλάβουν… “Μάνα…” μονολόγησε ψιθυριστά μέσα στο κλάμα της “Δεν θα γίνω ποτέ σαν εσένα ορκιζόμουν… μα κάτι τέτοια βράδια πόσο θα ήθελα να έχω τη δύναμή σου μάνα! Πόσο σε υποτίμησα, πόσο δεν σε ένιωσα, πόσο δεν σε κατάλαβα! Ποτέ σου δεν παραπονέθηκες για το τι περνούσες, για το πόσο δυσκολευόσουν! Ποτέ σου δεν έσκυψες το κεφάλι, ποτέ σου δεν παρέδωσες τα όπλα! Πόσο εύκολα τα έκανες να μοιάζουν όλα μάνα… Και πόσο εύκολα μ’ έπεισες ότι είναι εύκολα, για να μην μου φορτώσεις γραμμάριο βάρος στους δικούς μου ώμους…”.

Κουλουριάστηκε στην καρέκλα, μικρό κουβαράκι έγινε και άνοιξε τα μάτια μόνο όταν ένιωσε ένα ανεπαίσθητο χάδι στο δεξί της χέρι. Μόνο ο ήχος των δεικτών του ρολογιού ακουγόταν στο δωμάτιο κι η κοφτή της ανάσα, μα το είχε νιώσει, το ήξερε, το είχε νιώσει αυτό το χάδι κι ήξερε ότι ήταν εκείνη… Ήταν εκείνη που από πάντα και για πάντα θα νοιάζεται, που έκανε και θα έκανε τα πάντα, που ήταν ικανή να διασχίσει κάθε απόσταση, μόνο για να της δώσει λίγη απ’ τη δύναμή της. “Θα γίνω σαν εσένα μάνα… Θα τα καταφέρω, θα δεις!” ψιθύρισε. Σκούπισε τα μάτια της, πήρε μια βαθιά ανάσα και σηκώθηκε.

Κική Γιοβανοπούλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading