Ο Στέφανος κάθισε στον καναπέ του και άναψε ένα τσιγάρο. Όλες αυτές οι ωραίες στιγμές περνούσαν από το μυαλό του αστραπιαία, σαν ταινία. Δεν θα ξεχάσει ποτέ εκείνο το παιδί, τον Μενέλαο, τον συμμαθητή του που καθόταν από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού πρώτο θρανίο. Φυτό τον αποκαλούσαν όλοι. Είχε περάσει πρώτος στο πανεπιστήμιο. Είχε συγκρουστεί πολλάκις με τον πατέρα του, καθώς ο δεύτερος ήθελε να τον κάνει δικηγόρο. Από την άλλη, ο Μενέλαος ήθελε να ασχοληθεί με την εκπαίδευση. Ανέκαθεν είχε έφεση στο σχέδιο. Όταν ήταν μικρός, κατασκεύαζε καραβάκια από χαρτόνι και κάθε φορά που έβρεχε, τα άφηνε να τα παίρνει το τρεχούμενο νερό, οδηγώντας τα στους υπονόμους. Ο Μενέλαος, μολονότι συγκρουόταν με τον πατέρα του, κατά βάθος τον θαύμαζε απίστευτα. Ο ίδιος ήθελε να μπει στην σχολή καλών τεχνών και να ασχοληθεί με το επάγγελμα του εικαστικού σε δημοτικά σχολεία. Άλλωστε ο ίδιος είχε πείρα με τα παιδιά του δημοτικού, καθώς τα καλοκαίρια δούλευε ομαδάρχης σε παιδικές κατασκηνώσεις. Πίστευε ακράδαντα ότι τα παιδιά ήταν οι αυστηρότεροι κριτές, γι’ αυτό τον λόγο δεν ήθελε να επαναλάβει τα λάθη που έκαναν οι δάσκαλοι εις βάρος του όταν φοιτούσε ως μαθητής. Θυμόταν τις αδικίες που είχε υποστεί, καθώς οι εκπαιδευτικοί προτιμούσαν να κάνουν μάθημα με μαθητές τους οποίους είχαν στενή σχέση ή όφελος από τους γονείς ή τους κηδεμόνες τους. Στο γυμνάσιο, γυρνούσε κάθε φορά θυμωμένος από το σχολείο, κλεινόταν στο δωμάτιό του, έβαζε τα ακουστικά στα αυτιά του και άκουγε μουσική. Ο Μενέλαος είχε πάθος με το σαξόφωνο. Οσάκις ήθελε να ξεσπάσει, έπαιρνε το σαξόφωνό του και έπαιζε διάφορα κομμάτια. Δεν θα ξεχάσει ποτέ εκείνη την ημέρα, φοιτούσε στην πρώτη Λυκείου… κάποιοι συμμαθητές του, άθελά τους, έσπασαν μια καρέκλα και πιο συγκεκριμένα την καρέκλα του καθηγητή. Ο φιλόλογος, μπαίνοντας στην αίθουσα, είδε την σπασμένη καρέκλα. Επιτόπου έγινε κατακόκκινος από τα νεύρα του, που όλοι οι μαθητές νόμιζαν ότι θα πάθαινε καρδιακή προσβολή και θα έμενε στον τόπο. Αμέσως, απαίτησε ο υπαίτιος να σταθεί μπροστά του. Περπατούσε επιβλητικά κοιτάζοντας τον καθένα με επιβλητικό βλέμμα προσπαθώντας να διεισδύσει μέσα στο μυαλό τους και να διαβάσει την σκέψη τους ώστε να ανακαλύψει τον ένοχο, χωρίς βέβαια κάποιο αποτέλεσμα.
Οι ένοχοι είχαν μάθει να καλύπτουν τα νότα τους, ώσπου σε μια στιγμή η Ελένη, η κοπέλα που άρεσε υπερβολικά στον Μενέλαο, γέλασε αφήνοντας να φύγει ένα ξεφωνητό. Ο φιλόλογος θεωρώντας ότι βρήκε τον ένοχο, την πλησίασε και της είπε να πάει αμέσως στον διευθυντή. Ο Μενέλαος πρόθυμος να προστατεύσει την Ελένη σηκώθηκε από την θέση του.
-Τι συμβαίνει; Γιατί σηκώθηκες εσύ; τον ρώτησε ο καθηγητής υποτιμητικά.
-Γιατί οφείλω να επανορθώσω μια αδικία! απάντησε ο Μενέλαος αποφασιστικά χωρίς να φοβάται τις συνέπειες που θα μπορούσε να υποστεί.
-Σε ακούω! του απάντησε ξερά ο καθηγητής.
-Εγώ είμαι ο ένοχος! απάντησε ο Μενέλαος. Εγώ έσπασα την καρέκλα και όχι η Ελένη. Αδίκως την κατηγορείτε κύριε καθηγητά!
Η τιμωρία του Μενέλαου ήταν μια τρίωρη αποβολή. Ο Λυκειάρχης ενημέρωσε τον πατέρα του. Έτσι λοιπόν επιστρέφοντας στο σπίτι, άκουσε την φωνή του πατέρα του.
-Τι συμβαίνει Μενέλαε;
Ο Μενέλαος, καταλάβαινε από την χροιά της φωνής του πατέρα του, πότε ήθελε να συζητήσουν ήσυχα σαν πολιτισμένοι άνθρωποι και πότε ήθελε να τον επιπλήξει.
-Σαν τι θες να συμβαίνει, πατέρα; τον ρωτάει
-Θέλω να μου πεις, για ποιο λόγο σε απέβαλλαν σήμερα.
-Αφού γνωρίζεις την αλήθεια, γιατί με ωθείς να σου πω ψέματα;
-Λοιπόν για να τελειώνουμε, επειδή γνωρίζω καλά τον γιό μου, θέλω να μου πεις γιατί και ποιόν πήγες να προστατεύσεις.
-Κοίτα πατέρα… μεγαλώνοντας μαζί σου δεν μπορώ να πω ότι ήταν εύκολο… έχεις ένα όνομα, μια μεγάλη φήμη. Ο κόσμος μπορεί να βλέπει εμένα, αλλά με υπολογίζει μόνο και μόνο επειδή είμαι γιος σου…
-Πιστεύεις ότι σε βλάπτω; τον ρωτάει ο πατέρας γεμάτος απορία. Αν η απάντησή σου είναι ναι, να ξέρεις ότι αυτό ήταν το μόνο που δεν ήθελα να κάνω…
-Το ξέρω, αλλά κάποια πράγματα δεν αλλάζουν. Τελείωσε πατέρα! Άσε με επιτέλους να ανοίξω τα φτερά μου και να πετύχω κάτι μόνος μου! Αν θεωρείς σωστό ό,τι πετυχαίνω να το οφείλω σε σένα, τότε λυπάμαι, αλλά δεν πρόκειται να γίνω μέρος αυτής της κοροϊδίας.
Εκείνη την στιγμή ο πατέρας, τον κοιτάει βλοσυρά και του λέει με αργή και ήρεμη φωνή.
-Γιατί το λες αυτό; Έχεις καταφέρει τόσα πράγματα! Όλοι είναι πολύ ικανοποιημένοι μαζί σου.
-Επειδή είμαι γιος σου! Αυτός είναι ο λόγος που τρέφουν συμπάθεια και με σέβονται όλοι! Ήθελα να ήξερα, δεν σε ενδιαφέρει που δεν μπορώ να κάνω τίποτα μόνος μου και που με έχεις επισκιάσει;
Βγάζει έναν αναστεναγμό και κοιτάζει με συμπόνια και καλοσύνη τον Μενέλαο στα μάτια.
-Δεν θα το πιστέψεις, αλλά όταν ήσουν μικρός και χώραγες μέσα στην παλάμη μου, κοιτούσα την μητέρα σου και της έλεγα ότι αυτό το παιδί θα γίνει απ’ τα πιο δυνατά, δημιουργικά και ευφυέστατα άτομα. Βλέποντάς σε να μεγαλώνεις, ήταν προνόμιο για μένα, κάπου στην πορεία όμως άλλαξες… καθόσουν και λογάριαζες τι θα πει ο ένας και ο άλλος ψάχνοντας να ρίξεις σε κάποιον την ευθύνη όταν τα έβρισκες σκούρα. Να ξέρεις και κάτι άλλο, ο κόσμος δεν είναι με ηλιοβασιλέματα και παραμύθια, είναι ένα κακό και μοχθηρό μέρος, που αν δεν σταθείς στα πόδια σου και αν δεν παλέψεις, θα σε τσακίσουν. Αν θέλεις λοιπόν κάτσε και ρίξε τις ευθύνες στους άλλους, και επαναπαύσου με την χαμηλή σου αυτοπεποίθηση, αλλά να ξέρεις ότι οι δειλοί το κάνουν αυτό και εσύ δεν είσαι δειλός, είσαι κάτι πολύ καλύτερο!
-Να με συγχωρείς… δεν ήθελα να σου μιλήσω έτσι… απάντησε ο Μενέλαος που είχε ήδη βουρκώσει.
-Συγνώμη να ζητήσεις από εσένα. Εγώ θα είμαι δίπλα σου σε ό,τι χρειαστείς, αλλά άρχισε να πιστεύεις στον εαυτό σου όσο είναι καιρός, γιατί αν δεν το κάνεις εσύ, μην νομίζεις ότι θα το κάνουν οι άλλοι. Σκέψου το! Μόνο αυτό σου λέω.
Ακούγοντας από τότε τον πατέρα του ο Μενέλαος, δεν σταμάτησε στιγμή να τον ευγνωμονεί. Συν τοις άλλοις, όταν ο πατέρας του έφυγε από την ζωή, ένιωσε απίστευτα μόνος. Του είχε αφήσει ένα γράμμα κάτω από το κομοδίνο του δωματίου του. Το ξεδίπλωσε, ξάπλωσε στο πάτωμα και άρχισε να το διαβάζει. Στα αυτιά του ηχούσε ακόμα η φωνή του πατέρα του.
“Από εδώ που είμαι, μπορώ να σε δω Μενέλαε. Να κάθεσαι ξαπλωμένος στο πάτωμα και να διαβάζεις αυτό το γράμμα. Σε θυμάμαι από τότε που ήσουνα μικρούλης σου άρεσε να το κάνεις. Μην νομίζεις ότι αυτό είναι το τέλος. Όπως λένε και οι ποιητές στα τόσα βιβλία που διαβάζεις, αυτό είναι ένα πέρασμα που σε οδηγεί σε μια άλλη διάσταση. Εσύ θα με αντικαταστήσεις κάποτε, το ξέρω. Εγώ μονάχα ξέρω πόσο ψηλά θα φτάσεις. Να προσέχεις αγόρι μου και να είσαι πάντοτε ευλογημένος. Και αν κάποια στιγμή νιώσεις μοναξιά, κοίταξε τα αστέρια, χαμογέλασέ τους και θα σου χαμογελάσω και εγώ μαζί τους. Όπου και αν βρεθώ, η σκέψη μου θα είναι πάντα στο πλευρό σου. Ο μπαμπάς, θα είναι πάντα διπλά σου. Να είσαι ευλογημένος παλικάρι μου..”
Φοίβος Μαρκαντώνης
