Damon HellWay Saga: Το Καρουζέλ των Χριστουγέννων

Δεκέμβριος. Βράδυ στη στολισμένη πλατεία της πόλης. Ένας σαξοφωνίστας έπαιζε μια παλιά χριστουγεννιάτικη μελωδία, ενώ ένα ενοχλητικό ψιλόβροχο δεν έλεγε να σταματήσει εδώ και ώρες. Ο ψηλός, πλαστικός Άγιος Βασίλης που ήταν στημένος έξω από μια καφετέρια, κουνούσε αδιάκοπα μια καμπανούλα, με το χαμόγελο παγωμένο κάτω από τα ροδαλά του μάγουλα.

Ένα μικρό κορίτσι με μακριές λευκές πλεξούδες, έπαιζε τη μελωδία του μικρού τυμπανιστή στα τύμπανα που είχε ζωσμένα γύρω της και ζητιάνευε από τους περαστικούς.

Ένα αγόρι, κυνηγούσε ένα αδέσποτο γατάκι. Τη στιγμή που ετοιμαζόταν να του καταφέρει μια κλωτσιά, εκείνο βρήκε καταφύγιο δίπλα στην μπότα του Άγιου Βασίλη. Ο μικρός έσκυψε κοιτώντας το μοχθηρά. Έκανε να του επιτεθεί, μα ένιωσε ένα δυνατό χτύπημα στα οπίσθιά του. Ούρλιαξε από τον πόνο και στράφηκε απότομα προς τα πίσω. Δεν υπήρχε κανείς. Θα ορκιζόταν όμως, ότι το πόδι του Άγιου Βασίλη, ήταν ελαφρώς σηκωμένο από το έδαφος.
Οπισθοχώρησε τρομαγμένος κι απομακρύνθηκε τρέχοντας, ενώ το μικρό γατάκι έτρωγε κροκέτες που ως δια μαγείας είχαν πέσει μέσα από το τσουβάλι.

Το αγόρι κρύφτηκε πίσω από το γούνινο παλτό μιας καλοχτενισμένης γυναίκας που μιλούσε απορροφημένη στο κινητό της. Η γυναίκα αναπήδησε διαπιστώνοντας μόλις πως ο γιος της είχε φύγει από κοντά της. Τον άρπαξε από το χέρι και άρχισε να να προχωρά συνεχίζοντας τη συνομιλία της.

Προσπέρασαν μια κοπέλα που έβγαζε συνεχώς φωτογραφίες με το κινητό μπροστά από το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Αφού έστειλε ένα εικονικό φιλί στους θαυμαστές της πίσω από την οθόνη, το έριξε στην τσέπη, σήκωσε την κουκούλα της και μόλις σιγουρεύτηκε πως είχε κρύψει καλά το πρόσωπό της, απομακρύνθηκε με σκυμμένο κεφάλι.

Ο σαξοφωνίστας εξακολούθησε να παίζει, ο πλαστικός Άγιος Βασίλης να χτυπά το καμπανάκι και το κορίτσι με τις μακριές λευκές πλεξούδες να παίζει τύμπανο.

Παραπέρα, ένας γέρος με γκρίζα μαλλιά μαζεμένα σε αλογοουρά στη βάση του αυχένα, ζωγράφιζε παρατηρώντας το πλήθος. Ένας μεγάλος χρυσός κρίκος κρεμόταν από το δεξί του αυτί, ενώ η μακριά καφέ καμπαρντίνα του σερνόταν στον δρόμο. Το κορίτσι με τις λευκές πλεξούδες πέρασε αδιάφορα από δίπλα του χτυπώντας το τύμπανό της. Εκείνος της έριξε ένα φαρμακερό βλέμμα, έσκισε τη σελίδα, την τσαλάκωσε και αφού την πέταξε παραπέρα ξεκίνησε καινούριο σχέδιο.

Όσο περνούσε η ώρα, οι χριστουγεννιάτικες μελωδίες δυνάμωναν και συναγωνίζονταν σε ένταση τις φωνές των μικρών παιδιών που έκαναν ουρά μαζί με τους γονείς τους για να προλάβουν μια θέση στο καρουζέλ. Οι οδηγίες που αναγράφονταν στην ταμπέλα δίπλα στο παιχνίδι, ήταν ξεκάθαρες. Επειδή το συγκεκριμένο καρουζέλ ανέπτυσσε μεγάλες ταχύτητες και τα αλογάκια ανέβαιναν πολύ ψηλά, απαγορευόταν να ανέβει κάποιο παιδί χωρίς να συνοδεύεται από ενήλικα.

Ο Κάσπερ Γκλόουβ, ο νεαρός χειριστής του παιχνιδιού κοιτούσε συνεχώς το ρολόι στην οθόνη του κινητού του. Ένας τελευταίος γύρος έμενε. Μετά θα μπορούσε να φύγει. Τα παιδιά όμως καθυστερούσαν να ανέβουν. Η ώρα περνούσε. Άρχισε να κουνά το πόδι νευρικά. Θα αργούσε. Κι αν αργούσε, ο χρόνος του θα τελείωνε. Και μαζί του, θα τελείωνε και η ζωή του. Κάρφωσε το βλέμμα στις ταχύτητες. Τι θα πείραζε να κάνει τα άλογα να επιταχύνουν λίγο για να τελειώσει πιο γρήγορα η κούρσα; Ανοιγόκλεισε νευρικά τα δάχτυλά του. Θυμήθηκε πως δεν είχε γίνει συντήρηση φέτος στο παιχνίδι και η σύσταση ήταν να χρησιμοποιεί τη μεσαία ταχύτητα και όχι την υψηλή. Κοίταξε ξανά τα παιδιά που καθυστερούσαν κι έριξε μια ακόμη ματιά στο ρολόι. Όταν ανέβηκε και το τελευταίο, πάτησε το κουμπί με τη μέγιστη ισχύ.

Όλα έγιναν αστραπιαία. Τα αλογάκια άρχισαν να κινούνται με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Η χαρούμενη μουσική σώπασε και αντικαταστάθηκε από τρίξιμο λαμαρινών και τρομακτικά χλιμιντρίσματα. Τα παιδιά και οι ενήλικες εξαφανίστηκαν και τη θέση τους πήραν πάνινες μαριονέτες με ψεύτικα χαμόγελα ζωγραφισμένα, κλωστές αντί για μαλλιά και σουφρωμένα πρόσωπα. Και όσο περνούσε η ώρα, τα άλογα και οι αναβάτες τους μεγεθύνονταν και τον πλησίαζαν όλο και περισσότερο. Προσπάθησε να απομακρυνθεί, μα έντρομος διαπίστωσε πως το δάχτυλό του είχε κολλήσει στο κουμπί. Κοίταξε γύρω του αναζητώντας βοήθεια, αλλά η πλατεία είχε ερημώσει. Και τα άλογα πλησίαζαν όλο και περισσότερο. Με την άκρη του ματιού του έπιασε μια λάμψη. Στο έδαφος δίπλα του, ήταν ακουμπισμένο ένα μαχαίρι. Κοίταξε ξανά το κολλημένο στο κουμπί δάχτυλό του. Άρπαξε το μαχαίρι. Η λεπίδα του ήταν αρκετά κοφτερή. Αρκούσε ένα αρκετά δυνατό χτύπημα και… Ξεροκατάπιε. Το μπροστινό άλογο κόντευε να τον αγγίξει. Στην ανατριχιαστική μουσική και στο τρίξιμο των λαμαρινών, είχαν προστεθεί πλέον και σατανικά γέλια˙ γέλια που θα ορκιζόταν πως προέρχονταν από τις τρομακτικές μαριονέτες. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Σήκωσε το μαχαίρι και μετά από μια ακόμη απέλπιδα προσπάθεια να απελευθερώσει το δάχτυλό του, το κατέβασε με φόρα. Το ουρλιαχτό του ήταν τόσο δυνατό, που σκέπασε προς στιγμήν τη ζοφερή συμφωνία. Όταν πλέον σώπασε, έσκισε ένα πανί από την μπλούζα του και το τύλιξε για να διακόψει τη ροή του αίματος.

Το τραγούδι Jingle Bells ακούστηκε από τα ηχεία της πλατείας και μπλέχτηκε με τους άλλους ήχους. Μόνο που οι στίχοι του, ήταν διαφορετικοί. Για την ακρίβεια έλεγαν:
Jingle Hell – Jingle Hell – Jingle on the grave – Oh what fun it is to die – with blood covering your face.

Με τον πόνο να μην υποχωρεί, άρχισε να τρέχει. Μα μπορούσε να ακούσει τον καλπασμό των αλόγων να τον πλησιάζει. Βρήκε προσωρινό καταφύγιο πίσω από τον πλαστικό Άγιο Βασίλη. Λούφαξε πασχίζοντας να βρει τη χαμένη του ανάσα. Ο Άγιος όμως, άρχισε να σαλεύει. Ο άντρας σηκώθηκε απότομα και οπισθοχώρησε, τη στιγμή που ο Άγιος στράφηκε προς το μέρος του. Χαμογέλασε και μια ολόχρυση οδοντοστοιχία έλαμψε από άκρη σε άκρη μέσα στο στόμα του.

«Κάσπερ» άρχισε «ήσουν καλό παιδάκι φέτος;»

«Εγώ…» ξεροκατάπιε.

Ο Άγιος τον πλησίασε.
«Πόσους έσωσες φέτος, Κάσπερ; Ή μάλλον…» έτριψε τα γένια του «Πόσους σκότωσες; Είναι αρκετοί για να σου εξασφαλίσουν μια θέση στην κόλαση;»

«Γεια σου, Κάσπερ».

Γύρισε απότομα. Αντίκρισε έναν άντρα, ντυμένο στα μαύρα, με λευκά μαλλιά, χλωμό πρόσωπο και καταγάλανα μάτια. Η έκφρασή του ήταν ήρεμη, αδιάφορη, μα ο νεαρός μπορούσε να αισθανθεί δύναμη να αναβλύζει από μέσα του και να τον τυλίγει, σαν ένα αόρατο πέπλο. Ένιωσε κάτι υγρό στο χέρι του. Η πληγή του αιμορραγούσε. Έσφιξε το δάχτυλο ασυναίσθητα.
«Δεν θα σταματήσει» τον πληροφόρησε ο άντρας. «Δεν είναι αίμα, αυτό που τρέχει, αλλά δηλητήριο».

Ο Κάσπερ το κοίταξε ασυναίσθητα. Το χρώμα του ήταν μαύρο. Κοίταξε έντρομος τον άντρα.

«Είναι το δηλητήριο που τρέχει στις φλέβες σου» συνέχισε εκείνος. «Αυτό που σε οδήγησε στην αποψινή απονενοημένη σου πράξη».

«Ποιος είσαι;»

«Damon HellWay».

Ο νεαρός ένιωσε απότομο ρίγος να διαπερνά το κορμί του˙ ένα ρίγος που έμοιαζε με τσιμπήματα από αμέτρητες βελόνες.

«Ξέρεις τι συνέβη όταν πάτησες το κουμπί;» συνέχισε ο Damon. «Το καρουζέλ άρχισε να κινείται με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Πολλά από τα άλογα ξεκόλλησαν, πετάχτηκαν στο έδαφος και αρκετοί από τους αναβάτες σκοτώθηκαν. Εσύ μέσα στην ταραχή το έσκασες, συναντήθηκες με τους τοκογλύφους που σε απειλούσαν και τους έδωσες ένα μικρό μέρος των χρημάτων που τους χρωστούσες. Αυτό δεν ήταν το ραντεβού που δεν ήθελες να χάσεις; Προσπάθησες να αλλάξεις την αποψινή σου βάρδια στο καρουζέλ, μα δεν τα κατάφερες. Κανείς δεν σε θεώρησε υπαίτιο για το ατύχημα. Αποδόθηκε σε δυσλειτουρία του μηχανήματος και κακή συντήρηση. Θεωρητικά λοιπόν όλα είναι καλά. Ή μήπως όχι; Τους βλέπεις;»

Ο Κάσπερ κοίταξε γύρω του. Οι μαριονέτες που πριν λίγη ώρα ήταν πάνω στα άλογα, τον είχαν περικυκλώσει. Ξαφνικά, τα σουφρωμένα πρόσωπα, τα πλασματικά χαμόγελα και οι κλωστές που είχαν αντί για μαλλιά, άρχισαν να ξεθωριάζουν. Και τη θέση τους, πήραν τα αληθινά πρόσωπα των ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους. Αίμα έσταζε από τα μάτια και τα ρουθούνια τους. Πληγές γέμιζαν το κεφάλι και το κορμί τους. Σπασμένα μέλη κρέμονταν από το σώμα τους. Λεπτά, αραχνοΰφαντα σκοινιά ξεπηδούσαν από το μέρος της καρδιάς τους και κατέληγαν όλα σε ένα σημείο: στο τραυματισμένο του δάχτυλο.

«Έπαιξες μαζί τους. Χειρίστηκες το νήμα της ζωής τους, όπως χειριζόσουν το καρουζέλ. Χάραξες εσύ την πορεία τους και την οδήγησες σε μια πρόωρη γραμμή τερματισμού».

Δάκρυα χύθηκαν από τα μάτια του.

«Λοιπόν;» συνέχισε ο Damon. «Τώρα που ξέρεις τι συνέβη, ποια θα είναι η απάντησή σου στην ερώτηση που θα σου κάνει ξανά ο Άγιος; Ήσουν καλό παιδί φέτος;»

Στο άκουσμα της τελευταίας ερώτησης, ο Κάσπερ βρέθηκε ξανά στο καρουζέλ τη στιγμή που τα παιδιά ανέβαιναν με αργούς ρυθμούς. Κοίταξε γύρω του αλαφιασμένος. Όλα ήταν όπως πριν. Ο κόσμος, η φασαρία, η χαρωπή μουσική. Εστίασε το βλέμμα στις ταχύτητες. Μόλις ανέβηκε και ο τελευταίος, πάτησε το πλήκτρο της πιο χαμηλής ταχύτητας.

Την ίδια στιγμή, το κορίτσι με τις λευκές πλεξούδες τον προσπέρασε και στάθηκε πίσω από τον ζωγράφο. Εκείνος έσφιξε τις γροθιές του. Έσκισε με μανία το χαρτί που είχε ζωγραφίσει και το πέταξε παραπέρα. Εκείνο προσγειώθηκε δίπλα στο προηγούμενο. Απεικόνιζε τα άλογα του καρουζέλ να σπάνε και πτώματα να σκορπίζονται τριγύρω.

Το κορίτσι έσκυψε και μάζεψε τα δυο φύλλα. Το προηγούμενο απεικόνιζε το αγόρι να κλωτσά το γατάκι. Η μικρή τα τσαλάκωσε και τα έκλεισε στις χούφτες της. Πλησίασε στον σαξοφωνίστα. Άνοιξε τις παλάμες της και μερικά χρυσά νομίσματα προσγειώθηκαν στο δισάκι του.

***

Όταν αργότερα ο Κάσπερ έφτασε καθυστερημένος στο ραντεβού με τους τοκογλύφους, βρέθηκε μπροστά σε μια απρόσμενη σκηνή. Το αρχηγείο τους, είχε τυλιχτεί στις φλόγες.

«Δυστυχώς» άκουσε έναν δημοσιογράφο να δηλώνει στην κάμερα «δεν υπάρχει κανένας ζωντανός».

«Χο χο χο!» ακούστηκε από κάπου ψηλά.

Ο Κάσπερ σήκωσε το βλέμμα και χαμογέλασε.

Την ίδια ώρα, ο ζωγράφος, παρέδιδε ένα σχέδιο στο κορίτσι με τις λευκές πλεξούδες. Απεικόνιζε την πυρκαγιά που ξέσπασε νωρίτερα και τα πτώματα των νεκρών να απομακρύνονται με φορεία. Η μικρή το δίπλωσε προσεκτικά και το έριξε στον σάκο του Άγιου Βασίλη. Ο Άγιος χαμογέλασε και μια ολόχρυση οδοντοστοιχία έλαμψε από άκρη σε άκρη μέσα στο στόμα του.

Ερωδίτη Παπαποστόλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading