Ένα παραμύθι αλλιώς

Ο Γκρινιάρης πέταξε την κατσαρόλα με δύναμη στο νεροχύτη.
«Αρκετά, αρκετά, δεν αντέχω άλλο! Έχω καταντήσει δούλα και κυρά εδώ μέσα!», ούρλιαξε.
«Σσσς μη φωνάζεις, θα σε ακούσει!», είπε ο Χαζούλης.
«Να με ακούσει, μπας και ξεκουμπιστεί από δω μέσα!»

Πηγαινοερχόταν πάνω κάτω στην κουζίνα ξεφυσώντας και τραβώντας τα λιγοστά μαλλιά του. Με το άκουσμα της φωνής του, όλοι οι Νάνοι μαζεύτηκαν γύρω του, με το Σοφό να κλείνει την πόρτα μαλακά πίσω του.
«Ψυχραιμία, ψυχραιμία αδελφέ μου, θα βρούμε την άκρη», ψιθύρισε ο Χαρούμενος.
«Τέλος, δεν πάει άλλο! Πότε θα ξεκουμπιστεί η Χιονάτη να πάει σπίτι της πια; Είπαμε λίγες μέρες κι έχουν περάσει δύο μήνες!»

Οι Νάνοι κάθισαν σκεφτικοί γύρω από το τραπέζι της κουζίνας, εκτός από τον Γκρινιάρη που γυρόφερνε έξαλλος από θυμό. Η αλήθεια ήταν πως όλοι αισθάνονταν μουδιασμένοι κι απεγνωσμένοι. Η Χιονάτη δεν έλεγε να πάει σπίτι της στο παλάτι, μετά την ερωτική απογοήτευση που έζησε.
«Τρώει ασταμάτητα. Έχει γίνει τόφαλος και φυσικά δεν τη χωράνε ούτε οι καναπέδες, ούτε και τα κρεβάτια. Άσε που όλη μέρα παίζει Playstation ή βλέπει Εσμεράλντα στην τηλεόραση. Τα βραζιλιάνικα τη μάραναν!», συνέχισε στον ίδιο τόνο ο Γκρινιάρης.

Οι Νάνοι κοιτάχτηκαν έντρομοι. Όλα είχαν ξεκινήσει δύο μήνες πριν την ημέρα των αρραβώνων της Χιονάτης με τον Πρίγκιπα Χοσέ. Είχαν προσκληθεί βασιλικές οικογένειες από κάθε μέρος του Μακρινού Βασιλείου, ζογκλέρ, ορχήστρες, μέχρι κι ο απλός λαός για να γιορτάσουν αυτή τη μοναδική στιγμή. Όλα τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ανέφεραν το συγκεκριμένο γεγονός, ως τον αρραβώνα της χρονιάς. Η Χιονάτη η αλήθεια ήταν δεν πολυψηνόταν να αρραβωνιαστεί ακόμα, πολύ περισσότερο να παντρευτεί, αλλά η μητριά της είχε καταφέρει να την πείσει.
Της είχε υποσχεθεί ότι μετά το γάμο θα μετακόμιζε εκείνη στο εξοχικό τους στο Πράσινο Δάσος κι εκείνη μπορούσε να μείνει για πάντα στο παλάτι με όλες τις ανέσεις που αρμόζουν σε μια πριγκίπισσα και μέλλουσα βασίλισσα. Βέβαια η Χιονάτη ήθελε να μπει και στο μάτι της Σταχτοπούτας, αφού όλοι οι τίτλοι ακόμα στα περιοδικά και στο ίντερνετ, τον θεωρούσαν από τους πιο ακριβούς και πολυσυζητημένους της εποχής.

«Αλλά ξέρω εγώ ποιος φταίει, αυτός ο Βάρδος, ο τραγουδοποιός της δεκάρας. Δε θα τον πιάσω στα χέρια μου; Θα τον πνίξω κι αυτόν κι αυτήν!», είπε ο Γκρινιάρης.
«Σσσς… μην το αναφέρεις θα έχουμε χειρότερα!», ψιθύρισε ο Ντροπαλός.

Ο Βάρδος Λουδοβίκος Φον Αηδονίρεν, η Χρυσή Φωνή των Πέντε Βασιλείων, δώρο του Πρίγκιπα Χοσέ στη Χιονάτη, εμφανίστηκε στην αίθουσα Χορού με την άρπα του στο χέρι για να τραγουδήσει το κομμάτι που ο ίδιος έγραψε στο ζεύγος. Τα μακριά ξανθά μαλλιά, τα γαλανά μάτια, το λυγερό κορμί, θάμπωσαν την πριγκίπισσα. Η Χιονάτη τον ερωτεύτηκε παράφορα. Όλο το βράδυ τον είχε από κοντά, μη δίνοντας καμία σημασία στον καημένο τον Πρίγκιπα.
«Ερωτεύτηκε η κοπέλα, τι να κάνουμε;», είπε ο Ντροπαλός.
«Μμμ… βρήκε άτομο! Ο Βάρδος είχε περισσότερα αισθήματα για τον Πρίγκιπα, παρά για τη Χιονάτη!», έσκουξε ο Γκρινιάρης.

Ο Βάρδος αρνήθηκε τον έρωτα της πριγκίπισσας κι εκείνη έπεσε σε κατάθλιψη. Τους έδιωξε όλους κακήν κακώς από το παλάτι, μαζί και τον πρίγκιπα Χοσέ και κλείστηκε στην κάμαρά της κλαίγοντας απαρηγόρητα. Άδικα η μητριά της και οι παραμάνες, χτυπούσαν την πόρτα να τους ανοίξει. Δεν ήθελε να δει άνθρωπο. Μόνο αν εμφανιζόταν ο Βάρδος θα
σταματούσε να κλαίει. Χρυσό τον έκανε η μητριά της, πλούτη και τιμή, στρέμματα στο Πράσινο Δάσος, άγαλμα στο κέντρο της πλατείας, αυτός τίποτα. Έτσι μια μέρα η Χιονάτη το έσκασε από το παλάτι τρέχοντας και μπήκε στο δάσος. Το μόνο που είχε μαζί της ήταν το κινητό της για να χαζεύει τον ανεκπλήρωτο έρωτά της για το Βάρδο στα social media.

«Δικιά σου φιλενάδα είναι, εσύ να της πεις να του δίνει από δω μέσα σύντομα», είπε ο Γκρινιάρης στον Χαζούλη, πλένοντας την κατσαρόλα για να βάλει μέσα το κοτόπουλο να βράσει.
«Δεν είναι φιλενάδα μου, τυχαία τη συνάντησα καθώς γυρνούσα από το μανάβη και την είδα να κλαίει. Τη λυπήθηκα».
«Τη λυπήθηκε! Άκου τη λυπήθηκε! Ξέρεις τι μου ζήτησε να φάει για γλυκό; Τουλούμπες! Ναι, μάλιστα, τουλούμπες! Άκουσον άκουσον! Έχω γίνει προσωπικός σεφ, ζαχαροπλάστης, ενδυματολόγος, ψυχοθεραπευτής. Εσείς όλοι πηγαίνετε στο ορυχείο όλη μέρα και είμαι μόνος μου μ’ αυτήν!», φώναζε ο Γκρινιάρης μυξοκλαίγοντας

Ο Σοφός τον έπιασε από τον ώμο φιλικά. Η αλήθεια ήταν πως όλοι είχανε φτάσει στα όριά τους με τη Χιονάτη και δεν ήξεραν πώς να το διαχειριστούν πλέον. Ο Συναχωμένος είχε στείλει μήνυμα από το κινητό του στον Μαγικό Καθρέφτη, ο οποίος ενημέρωσε την μητριά της για το πού βρίσκεται η Χιονάτη να μην ανησυχεί.
«Τι θα κάνουμε;» ξεστόμισαν όλοι μαζί
«Σήμερα το βράδυ, αφού πέσει για ύπνο, θα κάνουμε συνέλευση ν’ αποφασίσουμε. Νομίζω έχω μια ιδέα…», είπε ο Σοφός συνωμοτικά.

Έτσι κι έγινε. Τα μεσάνυχτα μόλις άκουσαν τη Χιονάτη να ροχαλίζει, μαζεύτηκαν αθόρυβα στην κουζίνα για άλλη μια φορά.
«Μόλις την ακούσει ο Πρίγκιπας Χοσέ να ροχαλίζει έτσι, έχουν χωρίσει στο λεπτό!», είπε ο Γκρινιάρης.
«Λοιπόν ησυχία κι ακούστε με καλά. Έμαθα από την καρδερίνα σήμερα, που το έμαθε από την καρακάξα χτες, που της το είπε η κουκουβάγια, που το έμαθε με τη σειρά της από τη νυχτερίδα της Κακιάς Μάγισσας….»
«Έγκυρες πηγές δηλαδή, μπράβο Σοφέ!», τον συγχάρηκε ο Ντροπαλός
«Πάντα! Έμαθα λοιπόν ότι ο Βάρδος έχει έναν ξάδερφο από την αδερφή της μάνας του, που μένει στο διπλανό χωριό. Είναι φτυστοί. Ο Γκρινιάρης θα φτιάξει μια πεντανόστιμη μηλόπιτα αύριο για γλυκό, που μέσα θα έχει υπνωτικό. Στο μεταξύ η Καλή Νεράιδα θα μας δανείσει λίγο φίλτρο μεταμόρφωσης. Μόλις ταβλιαστεί η Χιονάτη, θα τρέξουμε στο χωριό και θα πείσουμε τον ξάδερφο να πιει το φίλτρο, να εμφανιστεί αντί για τον Βάρδο και να την πείσει να γυρίσει στο παλάτι».

Ο Σοφός πήρε μια μεγάλη ανάσα. Οι Νάνοι έμειναν με ανοιχτό το στόμα να τον κοιτάζουν.
«Υπό την επήρεια του φίλτρου, η Χιονάτη θα νομίζει ότι είναι όντως αυτός, αλλά δε θα έχουμε πολύ χρόνο».

Οι Νάνοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους αναστατωμένοι. Μουρμούριζαν όλοι μαζί χωρίς να βγάζουν κάποιο συμπέρασμα για το αν θα πετύχαινε το σχέδιο ή όχι. Δεν είχαν όμως και πολλές επιλογές. Έπρεπε να δράσουν άμεσα και διακριτικά για να μην την στενοχωρήσουν οι ίδιοι, αλλά και να τους φύγει το βάρος επιτέλους.
«Εντάξει» αναφώνησαν στο τέλος και πήγαν για ύπνο χωρίς να κλείσουν μάτι.

Το επόμενο πρωί, η μηλόπιτα ήταν ήδη έτοιμη και μοσχομύριζε. Ο Χαρούμενος μπήκε μέσα και πήγε κοντά να κόψει ένα κομμάτι για να δοκιμάσει.
«Μηηηη!» ούρλιαξε ο Γκρινιάρης αρπάζοντας το κομμάτι. «Έχει τόσο Xanax που κοιμίζει κοπάδι ιπποπόταμων!».
«Λοιπόν πάμε, έχω έτοιμο το φίλτρο από την Καλή Νεράιδα. Δεν έχουμε πολύ χρόνο. Εσύ Γκρινιάρη θα μείνεις εδώ. Σε περίπτωση που συμβεί κάτι, μας στέλνεις μήνυμα στο κινητό να επιταχύνουμε».

Μπροστά ο Σοφός και πίσω οι υπόλοιποι Νάνοι δρόμο πήραν, δρόμο άφησαν μέχρι το χωριό. Ο ξάδερφος έμενε σ’ ένα σπίτι λίγο πιο έξω από την κεντρική πλατεία. Δεν άργησαν να καταλάβουν το σπίτι, καθώς μια φάλτσα φωνή θαρρείς κι έσκουζε δελφίνι τους τρύπησε τ ‘αυτιά.
«Θεέ μου! Τι τσιρίδες είναι αυτές;» είπε ο Συναχωμένος.
«Είστε ο ξάδερφος του Βάρδου Φον Αηδονίρεν;»

Ο ξάδερφος σηκώθηκε. Στο σουλούπι έμοιαζαν πολύ, άλλο ήταν το πρόβλημα.
«Ποιους ρουτά;»

Ο Υπναράς τράβηξε το Σοφό από το μανίκι.
«Υπάρχει πρόβλημα» του είπε.
«Όχι μόνο ένα δυστυχώς» κατένευσε ο Σοφός. «Ίσως όμως να βγει υπέρ μας…»

Αποφάσισε να το ρισκάρει.
«Χρειαζόμαστε τη βοήθειά σου» είπε αποφασιστικά.

Ο Γκρινιάρης στεκόταν πάνω από τη Χιονάτη, της οποίας τα ροχαλητά κόντευαν να γκρεμίσουν το σπίτι. Ίδιος ήχος με της καμήλας, μόνο πιο δυνατός και συνεχόμενος. Τα ζώα και τα πουλιά του δάσους είχαν στείλει τον εκπρόσωπό τους, το λαγό, να διαμαρτυρηθεί για την τρομερή φασαρία που επικρατούσε και διατάρασσε την ηρεμία τους. Ο Γκρινιάρης ζήτησε συγνώμη και τον κέρασε δύο καρότα, υποσχόμενος ότι σε λίγο θα τελείωναν όλα. Ο Λαγός πήρε τα καρότα αρκετά ενοχλημένος, κουνώντας απειλητικά το δάχτυλο. Ήπιε μια βαλεριάνα για να ηρεμήσει, γιατί το άγχος του είχε εκτοξευθεί στα ύψη. Πηγαινοερχόταν μέσα – έξω στο σπίτι. Ξαφνικά μια στριγκλιά τον τάραξε. Θαρρείς κι ένα χιμπαντζής έβγαζε άναρθρες κραυγές. Οι Νάνοι μαζί μ’ έναν ψηλόλιγνο ξανθό τύπο που τραγουδούσε χαρούμενα εμφανίστηκαν.
«Επιτέλους επιτέλους επιτέλους!», έτρεξε κοντά τους.
«Εισί ποιους είσι;» ρώτησε ο ψηλόλιγνος
«Δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο. Πιες αυτό εδώ το φίλτρο και όπως είπαμε. Την αγαπάς, αλλά δε μπορείς να είστε μαζί, γιατί ο έρωτάς σου είναι η μουσική και είσαι αφοσιωμένος σ’ αυτήν και να γυρίσει στη μητριά της και στον Πρίγκιπα Χοσέ το συντομότερο» είπε ο Σοφός στα γρήγορα.
«Μάιστα. Η συμφουνία ούπους είπαμι σουστά;»
«Ναι, ναι, σωστά»

Ο ξάδερφος ήπιε το φίλτρο και σε πολύ λίγο μπροστά τους είχαν τον Λουδοβίκο Φον Αηδονίρεν. Η αλλαγή τους εντυπωσίασε.
«Ίσως η φωνή μας βγει σε καλό», σκέφτηκε ο Σοφός. «Γκρινιάρη, πήγαινε να την ξυπνήσεις»

Ο Γκρινιάρης έτρεξε στο υπνοδωμάτιο και σκάει ένα χαστούκι στη Χιονάτη. Εκείνη τρομαγμένη ανοίγει τα μάτια σα χαμένη.
«Τι… τι… τι συμβαίνει;»
«Σας ζητάνε υψηλοτάτη», είπε ταπεινά ο Γκρινιάρης.
«Παράτα με κοντέ! Δε θέλω να δω κανέναν. Και σήμερα να μου φτιάξεις στιφάδο και για γλυκό γαλακτομπούρεκο».

Ο Γκρινιάρης άλλαξε δέκα χρώματα, θυμήθηκε όμως τις αναπνοές του από τα μαθήματα γιόγκα που είχε παρακολουθήσει και συνέχισε.
«Είναι ο Βάρδος σας…»
«ΤΙ;;;; Ήρθε επιτέλους το μανάρι μου!» πετάχτηκε η Χιονάτη τρέχοντας έξω στον κήπο

Μόλις τον αντίκρισε, όρμησε στην αγκαλιά του, τον γέμισε φιλιά, τον χάιδεψε στο πρόσωπο, στα μαλλιά και στα χέρια.
«Χριστέ μου, θα τον σκοτώσει πριν προλάβει να μιλήσει!», είπε ο Συναχωμένος.
«Αγάπη μου, λατρεία μου, ομορφιά μου, πού ήσουν τόσο καιρό; Ήξερα πως θα με βρεις!», κλαψούρισε η Χιονάτη.
«Άκουσι μουρό μου, διν ίχουμι πουλύ χρόνου»
«Πώς μιλάς έτσι λατρεία μου;» αναρωτήθηκε η Χιονάτη καθώς απομακρυνόταν από κοντά του.
«Έτσι μιλάου μουρό μου. Μόνου όταν τραγουδάου ίμι αλλιούς»
«Μα δε μιλούσες έτσι στον αρραβώνα!»
«Δε θα θυμάστε υψηλοτάτη. Είχατε μαγευτεί από το τραγούδι!», τα μπάλωσε ο Σοφός.
«Νι νι απού του τραγούδι. Άκουσι μι. Σι αγαπού κι σ’ ικτιμώ, αλλά του τραγούδι είνι πάνου απού όλα για μένα. Να γυρίσεις στη μητριά σου και τουν έρμου του Χουσέ που σι λατρεύ»

Εκείνη τι στιγμή, η μύτη του Βάρδου – ξάδερφου, άρχισε να κουνιέται αλλάζοντας σχήμα. Πότε πιο μικρή, πότε πιο πρησμένη.
«Ωχ, περνάει η επήρεια του φίλτρου!» ψιθύρισε ο Σοφός.
«Τι… τι έχει η μύτη σου;» αναρωτήθηκε η Χιονάτη.
«Τίποτις μουρό μου. Ου πλαστικούς χειρούργους δεν μου ίχι κάνει καλή δουλίτσα και ζουρίζεται λιγουλάκι»

Σαν από θαύμα, το κινητό της Χιονάτης χτυπάει. Είναι η μητριά της.
«Ναι μητέρα, εδώ είμαι με τους κοντούς φίλους μου. Ναι, θα γυρίσω, βαρέθηκα κιόλας, όλο τα ίδια και τα ίδια τρώω κάθε μέρα, έχω ξενερώσει» απάντησε η Χιονάτη καθώς απομακρυνόταν για να μιλήσει στο τηλέφωνο.
«Ιιιιιιιιιιιιι θα την σκοτώσω! Δεν θα καταφέρει να γυρίσει στο παλάτι! Κακομαθημένη, τεμπέλα φώκια!», ούρλιαξε ο Γκρινιάρης.

Τον πρόλαβαν οι υπόλοιποι Νάνοι και τον μετέφεραν σχεδόν αγκαλιά μέσα στο σπίτι, για να μην τον ακούσει η Χιονάτη. Ο Βάρδος – ξάδερφος σιγά σιγά έπαιρνε την αρχική του μορφή.
«Ήρθε η ώρα να την κάνεις» του είπε ο Σοφός.
«Ιντάξι, αλλή μη ξιχάσις αυτού που υπουσχέθηκες»
«Ναι, ναι, μην ανησυχείς» είπε ο Σοφός κι έδωσαν τα χέρια.

Οι γάμοι της Χιονάτης με τον Πρίγκηπα Χοσέ κράτησαν τρεις μέρες και τρεις νύχτες. Το μεγαλύτερο γεγονός της χρονιάς. Χωρίς τον Βάρδο αυτή τη φορά. Κανείς δεν τόλμησε να αναφέρει ούτε καν το όνομά του. Οι Νάνοι δεν πήγαν στο γάμο, γιατί δεν τους κάλεσε.
«Μα πόσο γαϊδούρα πια;» ξεφύσησε η Γκρινιάρης
«Γιατί, θα πήγαινες;» ρώτησε ο Συναχωμένος

Οι Νάνοι καθισμένοι στον κήπο του σπιτιού τους απολάμβαναν την ηρεμία και γαλήνη που τόσο τους είχε λείψει.
«Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι την ξεφορτωθήκαμε» συνέχισε ο Σοφός.
«Θέλω να δω πώς θα κοιμάται το βράδυ ο καημένος ο Χοσέ με τέτοιο ροχαλητό!» γέλασε ο Υπναράς.
Χαχάνισαν όλοι μαζί. Δεν τους ένοιαζε πια, ήταν δικό του πρόβλημα.

«Τι υποσχέθηκες στον ξάδερφο; Δεν μας είπες…»
Ο Σοφός δεν ήξερε αν έπρεπε να το εκμυστηρευτεί. Το σκέφτηκε, αλλά θα το ζούσαν σύντομα, οπότε το ξεφούρνισε.

«Του υποσχέθηκα μια φορά τη βδομάδα να έρχεται εδώ και να μας τραγουδάει»
Τα έντρομα μάτια των Νάνων κάρφωσαν το Σοφό. Πριν προλάβουν να διαμαρτυρηθούν, εμφανίστηκε μπροστά τους η Ραπουνζέλ, με ανακατωμένα μαλλιά και κλάματα στα μάτια.

«Έμαθα από τη Χιονάτη ότι εδώ ερχόμαστε όταν έχουμε ερωτική απογοήτευση. Είμαι πολύ χάλια ψυχολογικά λέμε. Με παράτησε ο Φράνκο» είπε ενώ έμπαινε στο σπίτι τους σαρώνοντας με τα μαλλιά της το γρασίδι, τις καρέκλες, τους νάνους κι όποιο μικροαντικείμενο στεκόταν εμπόδιο.
«Χρειάζομαι λούσιμο γρήγορα!», φώναξε επιτακτικά.

Elpida Petrova

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading