Κάθε μέρα περνούσε και την έβλεπε. Δεν ήξερε πώς να τη βοηθήσει, αφού και η ίδια δεν ήταν αυτό που λέμε πλούσια. Μια φοιτήτρια ήταν που πάλευε να ανταπεξέλθει στις ανάγκες της ζωής της. Την παρακολουθούσε να ψάχνει στα σκουπίδια, δίπλα στο μεγάλο σούπερ μάρκετ της περιοχής. Τα πόδια της είχαν ένα σκούρο χρώμα, σχεδόν μαύρο. Περνώντας από το σπίτι της, δεν μπορούσες να ανασάνεις από την μπόχα που απέπνεε, μια σκουπιδίλα άνευ προηγουμένου. Η Κατρίν πάντα αναρωτιόταν αν εκείνη η γυναίκα είχε παντρευτεί ποτέ, αν είχε παιδιά και αν είχε, πού ήταν; Γιατί την άφησαν μόνη της να καταντήσει έτσι; Τα τελευταία 3 χρόνια που η Κατρίν σπούδαζε, την παρακολουθούσε. Χρόνο με τον χρόνο φαινόταν όλο και πιο γερασμένη, όλο και πιο περιθωριοποιημένη από τον πολιτισμένο κόσμο. Το σπίτι της, ένα γιαπί θα το χαρακτήριζε κανείς, δεν είχε παντζούρια. Άραγε πώς τα κατάφερνε να επιβιώνει, ιδίως τις κρύες μέρες και νύχτες του χειμώνα; Με ποιον περνούσε τις γιορτές; Τα Χριστούγεννα; Το Πάσχα; Πέρυσι, πρωτοφανές για την πόλη, είχε στρώσει χιόνι. Όλοι, μεγάλοι και μικροί είχαν βγει στους δρόμους. Χαίρονταν που επιτέλους είδαν μικρές άσπρες νιφάδες, σαν πεταλούδες του χειμώνα, να στολίζουν τους δρόμους της πόλης. Η Κατρίν στιγμιαία σκέφτηκε τη γριά. Κλεισμένη στο παγωμένο σπίτι της τους χειμώνες και κάθε καλοκαίρι έξω, στην αυλή του ετοιμόρροπου σπιτιού της, καθισμένη σε μια καρέκλα σαν ένα φάντασμα που είχε στοιχειώσει το χώρο, αρνούμενη να εγκαταλείψει. Κάθε μέρα πιο αποκαμωμένη και πιο μόνη.
Η κοπέλα ήθελε να πάει κοντά της, να τη ρωτήσει για τη ζωή της, να τη ρωτήσει το όνομά της, για τα λάθη που έκανε και έφτασε ως εδώ. Μα πάλι, φοβόταν. Φοβόταν πως ίσως η μοναχική γριά την απόπαιρνε και της έλεγε πως δεν της πέφτει λόγος. Φοβόταν μήπως καταλάβαινε πως τη λυπόταν. Ντρεπόταν να την πλησιάσει, άλλωστε εσωστρεφής και η ίδια, δεν ήθελε πολλά-πολλά με αγνώστους. Έτσι αρκέστηκε να την παρατηρεί από μακριά.
Ρώτησε μια μέρα έναν φίλο της, μόνιμο κάτοικο της περιοχής, για να μάθει περισσότερες πληροφορίες. Ούτε το όνομά της δεν ήξερε. Σαν φήμη μόνο κυκλοφορούσε, πως ήταν στα νιάτα της μια ωραία γυναίκα, είχε τη δουλειά της και ένα ωραίο σπίτι με μεγάλο κήπο. Παιδιά δεν είχε, ούτε παντρεύτηκε ποτέ. Είχε μόνο δύο σκυλιά, που τα αγαπούσε περισσότερο και από τον εαυτό της. Πάντα πίστευε πως τα σκυλιά ήταν τα πιο καλοσυνάτα πλάσματα στον κόσμο που ζούσε. Είχε μια σχεδόν αποστροφή για τους ανθρώπους, που την είχαν πληγώσει τόσο πολύ. Όταν γέρασε, τα ανίψια της την εγκατέλειψαν και πήγαν να ζήσουν στο εξωτερικό. Άλλωστε τη φρόντιζαν μόνο για χάρη του πατέρα τους, που ήταν αδελφή του. Έπειτα, όταν πέθανε και ο πατέρας τους, κανείς από τους τρεις γιους του δεν ήθελε την γριά, ιδιότροπη θεία τους. Είχαν τη δική τους οικογένεια και φυσικά οι γυναίκες τους δεν ήταν διατεθειμένες να φροντίζουν μια γριά που δεν ήταν καν η μάνα των συζύγων τους. Βλέπεις, δεν είχαν καν οικονομικό όφελος, αφού πλέον δεν μπορούσε να δουλέψει και η σύνταξη που έπαιρνε ήταν πενιχρή.
Άλλη θεωρία ήταν πως η γυναίκα ήταν τρελή, είχε τρελαθεί από ερωτική απογοήτευση του παρελθόντος. Ήταν ζευγάρι με κάποιον πολλά χρόνια, ήλπιζε πως θα παντρευτούν. Εκείνος δεν είχε τέτοιες βλέψεις. Της έλεγε μόνο πως δεν ήταν έτοιμος να παντρευτεί. Αργότερα κατάλαβε πως δεν ήταν έτοιμος να παντρευτεί εκείνη. Μόλις χώρισαν, τη χώρισε για να ακριβολογούμε, η μητέρα του είχε έτοιμη τη νέα νύφη. Όλα έγιναν πολύ βιαστικά. Ήταν όλα προσχεδιασμένα. Ο γιος της δεν θα παντρευόταν ποτέ κάποια που δεν ενέκρινε η ίδια. Η στιγμή του χωρισμού ήταν πολύ δύσκολη. Της ζήτησε να βάλει το πιο όμορφο φόρεμά της και να τον περιμένει να την πάει για φαγητό. Εκείνη έκανε όμορφες σκέψεις, υπέθετε πως θα της έκανε πρόταση γάμου. Ετοιμάστηκε και τον περίμενε. Ήταν πραγματικά όμορφη. Είχε μαζέψει τα μαλλιά της, τα οποία είχαν αποχρώσεις του κόκκινου, σε έναν όμορφο ψηλό κότσο. Φόρεσε τα σκουλαρίκια που της είχε κάνει εκείνος δώρο σε κάποια επέτειό τους και ένα γαλάζιο σατέν φόρεμα. Ήταν σαν πριγκίπισσα από κάποιο παραμύθι. Ήρθε να την πάρει και μόλις την αντίκρυσε, βούρκωσαν τα μάτια του. Η άλλοτε όμορφη νέα υπέθεσε πως εκείνος συγκινήθηκε από την ομορφιά της. Γιατί το ήξερε πως ήταν όμορφη, για πρώτη φορά το πίστευε.
Κάθισαν σε ένα εστιατόριο με όμορφη θέα, από όπου φαινόταν όλη η πόλη και χαμηλά φώτα, για ρομαντική ατμόσφαιρα. Εκείνη ήταν ευτυχισμένη. «Θέλω να σου μιλήσω», της ψιθυρίζει. «Προσπαθώ να το κάνω όσο πιο ανώδυνο γίνεται. Καλό είναι να θυμόμαστε αυτή τη σχέση σαν κάτι όμορφο. Θέλω να χωρίσουμε, ας είναι αυτό το αποχαιρετιστήριο δείπνο μας. Ήρθαμε εδώ για να έχουμε να θυμόμαστε αυτή την τελευταία όμορφη στιγμή μας». Εκείνη δεν τον άκουγε πια. Το μυαλό της είχε σταματήσει. Ήταν σαν να βγήκε έξω από το σώμα της και παρακολουθούσε με τα μάτια της ψυχής το ζευγάρι, σαν αντικειμενικός παρατηρητής. Η κοπέλα έκλαιγε, με ένα κλάμα βουβό και ήρεμο. Το αγόρι, σε πολύ δύσκολη θέση, μάλλον ένιωθε ανακουφισμένος που βρήκε τη δύναμη να ομολογήσει κάτι τέτοιο. Του είπε «εντάξει, δεν πειράζει, καταλαβαίνω». Και όμως, πείραζε. Και όμως δεν καταλάβαινε. Και σίγουρα δεν ήταν καθόλου εντάξει. Όμως δεν τον άφησε να της εξηγήσει. Δεν υπήρχε λόγος. Κάθε δικαιολογία της ακουγόταν φτηνή, σαν να την κατέβαζε εκείνη τη στιγμή από το μυαλό του. Δεν την αφορούσε για ποιον λόγο τελείωναν όλα.
Έφυγε. Χάθηκε μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, ήρεμα και αθόρυβα. Δεν έμαθε ποτέ ξανά νέα της. Εκείνος καθόταν ακόμα εκεί, αποσβωλομένος από το μεγαλείο της ψυχής της και την ανωτερότητά της. Δεν φώναξε, δεν ούρλιαξε, δεν παρακάλεσε, δεν ρώτησε. Μόνο τότε άφησε τον εαυτό του ελεύθερο και έκλαψε. Έκλαψε πολλή ώρα, μέχρι που δεν είχε άλλα δάκρυα πια. Παρόλα αυτά, δεν μπορούσε να παρακούσει τη μητέρα του. Ήταν η δική του ζωή, εκείνος θα τη ζούσε, ωστόσο άφηνε την γυναίκα που του έδωσε τη ζωή, να του την καταστρέφει. Ο λόγος που δεν βρήκε ποτέ το θάρρος να πατήσει πόδι και να ζήσει ευτυχισμένος, ήταν άγνωστος. Ίσως ζύγισε τα πράγματα από την οπτική γωνία του χρήματος, μιας και η καινούρια τον είχε τον τρόπο της και ο ίδιος ήταν κομματάκι συμφεροντολόγος. Αλήθεια όμως, τι είδους σαδιστής πάει μια γυναίκα σε ένα τόσο ρομαντικό και όμορφο μέρος, της ζητάει να ντυθεί σαν βασίλισσα, απλά και μόνο για να την κάνει να βιώσει μια από τις χειρότερες εμπειρίες στη ζωή της;
Τον είχε γνωρίσει ήδη σε συγγενείς, γονείς και φίλους της. Στα μέρη της τα κορίτσια δεν γνώριζαν στους γονείς τους οποιαδήποτε υπερβολική σχέση που έχουν με κάποιον. Εκείνη δεν μπορούσε να φανταστεί πως θα ερχόταν η μέρα που θα τελείωναν όλα τόσο άδοξα. Μάταια οι γονείς της προσπάθησαν να τη στηρίξουν. Δεν έγινε βέβαια με τον κατάλληλο τρόπο, καθώς δεν έχαναν ευκαιρία να της υπενθυμίζουν πως θα έπρεπε να είχε τελειώσει αυτή σχέση με δική της πρωτοβουλία, πολύ νωρίτερα. Τη βύθιζαν περισσότερο στις σκιές του παρελθόντος, στο μαύρο σκοτάδι της κατάθλιψης, καθώς της περνούσαν από το μυαλό πολύ άσχημες σκέψεις. Η πόλη μικρή, δεν άργησε να μαθευτεί πως τρεις μήνες μετά, ως εκ θαύματος, ο κύριος ήταν έτοιμος για γάμο. Από τότε κατέρρευσε. Δεν ήταν ποτέ πια η ίδια.
Η Κατρίν άκουγε απορροφημένη την θλιβερή ιστορία. Δεν ήξερε ποια από τις δύο ιστορίες ήταν λιγότερη οδυνηρή για να την αποδεχτεί, ποια από τις δύο ιστορίες θα προτιμούσε να ισχύει. Αποφάσισε πως κάποτε θα έβρισκε το θάρρος και θα πήγαινε να τη βρει. Ήθελε να βοηθήσει. Ήθελε; Ή απλά εκείνη ήταν βολεμἐνη στο ζεστό σπίτι της, θεωρώντας σχεδόν αυτονόητα όσα είχε και δήθεν λυπόταν που η γριά βρισκόταν σε αυτή τη θέση, αλλά παράλληλα χαιρόταν που δεν βρισκόταν η ίδια εκεί; Σαν κάποιους που λένε πως τους αρἐσει η βροχή, κλεισμένοι στο ζεστό σπίτι τους, δίπλα στο τζάκι, να κοιτούν να πέφτει με ορμή το νερό στο τζάμι. Όμως αν τους πεις να βγουν έξω, να νιώσουν στο σώμα τους αυτό που αποκαλούν «απολαυστικό θέαμα», δεν θέλουν ούτε να το ακούσουν. Μόνο εκείνοι που βρέχονται καθημερινά, που παλεύουν για να επιβιώσουν μέσα στην αγριάδα και την ορμητικότητα του καιρού, μόνο αυτοί έχουν το δικαίωμα να πουν αν τους αρέσει ή όχι η βροχή. Πόσους άπορους και αβοήθητους συναντάμε καθημερινά στο δρόμο μας, πόση εξαθλίωση υπάρχει γύρω μας, εμείς όμως κάνουμε απλά τον σταυρό μας που δεν είμαστε εμείς σε αυτή την κατάσταση, προχωρώντας με το κεφάλι ψηλά. Αγνοούμε όμως πως το να βρεθούμε σε παρόμοια θέση, είναι πλέον κάτι εύκολο.
Πήρε την απόφαση, αύριο κιόλας θα πήγαινε να βρει την γυναίκα, που φαινόταν τόσο ταλαιπωρημένη και κυρίως τόσο μόνη.
Το επόμενο πρωί ήταν ακόμα λίγο διστακτική, όμως θα πήγαινε. Η φαντασία της είχε οργιάσει και η περιέργεια μεγάλη. Έπειτα θα έβλεπε αν μπορούσε να βοηθήσει με κάποιο τρόπο. Πήγε στον γειτονικό φούρνο. Αγόρασε καφέ και δύο ζεστά κουλούρια και ξεκίνησε για το σπίτι της γριάς. Είχε λίγο άγχος, πράγμα σύνηθες για την Κατρίν όταν έπαιρνε την πρωτοβουλία να μιλήσει σε κάποιον που δεν γνώριζε. Έφτασε μπροστά από το σπίτι και κοντοστάθηκε. Λογικά τέτοια ώρα η γριά θα ήταν καθισμένη στην καρέκλα της αυλής, σαν να την είχαν βιδώσει στο κάθισμα. Πλησίασε και προχώρησε προς την μπροστινή πλευρά του σπιτιού, κρατώντας τη σακούλα με τα κουλούρια και τους δύο καφέδες, με χέρια που έτρεμαν ελαφρά. Η απαίσια μυρωδιά από τα σκουπίδια κάλυψε το χώρο, που με την ζέστη του Ιουνίου, γινόταν ανυπόφορη, αποπνικτική. Η Κατρίν μετά βίας μπορούσε να πάρει ανάσα. Στάθηκε μπροστά της και η γριά σήκωσε το κεφάλι, βάζοντας το χέρι της στο κεφάλι, σαν γείσο καπέλου, καθώς την τύφλωνε ο ήλιος και δεν μπορούσε να δει την νέα και όμορφη επισκέπτρια. «Καλημέρα», είπε χαμογελώντας η Κατρίν. «Θέλετε παρέα;». Η κοπέλα τα έβαλε με τον εαυτό της που δεν βρήκε να πει κάτι πιο έξυπνο. «Τι θέλεις από μένα;» της φώναξε σχεδόν η ηλικιωμένη γυναίκα. Η Κατρίν έχασε λίγο το θάρρος της, κοκκίνισε, όμως δεν δείλιασε. Έπαιζε με την άκρη του φορέματός της, σημάδι πως ήταν αγχωμένη. «Να, αναρωτιόμουν αν θέλατε λίγη παρέα». Η γυναίκα κοίταξε την Κατρίν παραξενεμένη, λες και δεν πίστευε όσα άκουγε. Έπειτα ξέσπασε σε γέλια. Νόμιζε πως κάποιος της κάνει πλάκα. Όταν είδε πως η κοπέλα δεν έφευγε και την κοίταζε σοβαρή, πήγε κουτσαίνοντας μέχρι το εσωτερικό του σπιτιού, να φέρει άλλη μια καρέκλα. Προσπάθησε να κάνει όσο πιο γρήγορα μπορεί, ίσως από φόβο πως η κοπέλα θα το μετάνιωνε και θα έφευγε. Η Κατρίν κρυφοκοίταξε μέσα στο σπίτι. Ήταν ένα μόνο δωμάτιο, στο βάθος η κουζίνα με τα λιγοστά σάπια ντουλάπια κ δεξιά ένα ταλαιπωρημένο κρεβάτι. Στο κέντρο του δωματίου δέσποζε ένα παλιό ξύλινο, ετοιμόρροπο τραπέζι με τρεις καρέκλες γύρω του. Ασυναίσθητα κοίταξε την οροφή του σπιτιού. Μια μαύρη πάχνη από υγρασία κάλυπτε το ταβάνι του. Τραβήχτηκε έξω διακριτικά, για να μην καταλάβει η γυναίκα και τη φέρει σε δύσκολη θέση.
Της έδωσε την καρέκλα, αφού πρώτα προσπάθησε να την καθαρίσει με ένα πανί, απείρως πιο βρώμικο από την ίδια την καρέκλα. «Συμπάθα με, δεν έχω να σου προσφέρω κάτι». Η Κατρίν της έτεινε τη σακούλα με τα κουλουράκια και τον έναν καφέ. Η ηλκιωμένη την κοίταξε σχεδόν με ευγνωμοσύνη. «Ποια εισαι; Τι θέλεις από μένα;». Η κοπέλα αποφάσισε πως η μόνη οδός ήταν η ειλικρίνεια. «Είμαι φοιτήτρια στην πόλη, με λένε Κατρίν. Σας βλέπω τόσο καιρό που περνάω από εδω και αναρωτιέμαι… », «Πώς βρέθηκα σε αυτό το χάλι, ε;», «Ε, δεν θα το έλεγα έτσι. Απλά, αναρωτιόμουν αν έχετε οικογένεια. Αν μπορώ να κάνω κάτι για να σας βοηθήσω». «Όχι, οικογένεια δεν έχω», είπε με μια πικρία στη φωνή της, δαγκώνοντας μια μεγάλη μπουκιά από το κουλούρι της.
Η γυναίκα αποφάσισε να μιλήσει για το παρελθόν, σχεδόν 60 χρόνια μετά, να βγάλει όλο το παράπονο και την πίκρα που έκρυβε μέχρι τώρα. «Θα μπορούσα να έχω οικογένεια, όμως δεν με άφησαν». Η γυναίκα άφησε ένα δάκρυ να κυλήσει από τα μάτια της. «Ήμουν 18 χρονών και πολύ ερωτευμένη. Όταν είσαι ερωτευμένος, νιώθεις ελεύθερος, δυνατός, ικανός να καταφέρεις τα πάντα. Έτσι ένιωθα και εγώ. Ήμουν ζευγάρι με κάποιον, που ούτε το όνομά του δεν θυμάμαι πια. Εγώ βέβαια ήμουν φτωχή, εκείνος τον είχε τον τρόπο του. Έλεγε πως θα παντρευτούμε και θα φτιάξουμε την οικογένειά μας. Οι γονείς του όμως είχαν άλλα σχέδια. Έτσι χωρίσαμε, όμως κάτι είχε αφήσει πίσω του. Λίγες μέρες αργότερα, έμαθα πως ήμουν έγκυος. Η πρώτη μου σκέψη ήταν να του το ανακοινώσω, όταν όμως πήρα την απόφαση, έγιναν γνωστοί οι αρραβώνες του με κάποια άλλη, της σειράς του. Πέρασε ο καιρός, δεν μπορούσα να το κρύψω από τους γονείς μου. Όταν το έμαθαν έγινε χαμός. Ο πατέρας μου με απειλούσε πως θα με έδιωχνε από το σπίτι και η μάνα μου εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι ο πατέρας του αγέννητου παιδιού μου είχε χρήματα, με πίεζε να αποκαλύψω το γεγονός. Με απειλούσε πως θα το έλεγε η ίδια. Εγώ δεν ήθελα να αναστατώσω τη ζωή του, σίγουρη πως το τελευταίο πράγμα που θα ήθελε ήταν να του φορτωθώ εγώ και το μπάσταρδο. Αναγκάστηκα να πω πως το παιδί δεν ήταν δικό του, προκειμένου να μην τον ενοχλήσω. Είχα βλέπεις και περηφάνια. Το παιδί γεννήθηκε με άκρα μυστικότητα, ήταν ένα υγιές αγόρι που αν το έβλεπα και την δεύτερη μέρα από τότε που το γέννησα, θα μπορούσα να πω με σιγουριά πως μοιάζει σε εκείνον. Αν όμως τον έβλεπα σήμερα, δεν θα τον αναγνώριζα». «Τι εννοείτε;», ρώτησε η Κατρίν συγκινημένη. «Θα έκανα τα πάντα για να εμποδίσω τον πατέρα μου να μου το πάρει. Μια στιγμή μόνο το είδα, το πήρα αγκαλιά, μα ακόμα θυμάμαι τα μαύρα μαλλάκια του, το άσπρο του δέρμα και τα μεγάλα μάτια του». Η γριά τώρα έκλαιγε με δάκρυα χοντρά, που έτρεχαν στο πρόσωπό της, λες και το χαράκωναν. «Θέλετε λίγο νερό;». «Όχι παιδί μου. Καμιά φορά σκέφτομαι πως δεν μου αξίζει ούτε να ζω. Πήραν τον γιο μου. Δεν έχω ιδέα πού τον έδωσαν. Μόνο μου είπαν πως θα είναι καλύτερα για όλους μας, πως εκείνοι δεν μπορούσαν να ταΐζουν ένα ακόμα στόμα και πως θα ζούσε παραμυθένια ζωή δίπλα σε εκείνον, στον οποίο το έδωσαν. Τους ικέτευα για χρόνια να μου πουν σε ποιον το έδωσαν, τους απείλησα πως θα πάω στην αστυνομία, όμως τα πράγματα ήταν δύσκολα τότε. Θα κατέδιδα τους ίδιους μου τους γονείς; Έτσι υπέμεινα όλο αυτό το βασανιστήριο πάρα πολλά χρόνια. Δεν έβγαινα από το σπίτι, ο πατέρας μου θέλησε να με παντρέψει με κάποιον και πήρα χάπια για να αυτοκτονήσω. Τη χάρη αυτή δεν θα τους της έκανα. Προσπάθησα να βρω δουλειά, όμως πάντα μετά από λίγο καιρό με έδιωχναν. Αιτία ήταν οι κρίσεις πανικού που πάθαινα από τότε που μου πήραν τη ζωή μου, τον γιο μου. Τότε ήταν θέμα ταμπού, να βλέπεις μια νέα κοπέλα να παθαίνει κρίση σαν δαιμονισμένη χωρίς να υπάρχει καμιά αιτία. Έτσι πέρασε η ζωή μου, με πολλλή πίκρα και βάσανα. Και εγώ δεν ξέρω γιατί κρατιέμαι ακόμα και δεν έχω πεθάνει». «Μην μιλάτε έτσι. Δεν φταίτε εσείς για όσα συνέβησαν. Ήσασταν σχεδόν παιδί όταν έγιναν όλα, με συνθήκες πολύ πιο δύσκολες και σίγουρα πιο αυστηρή νοοτροπία από σήμερα».«Όχι κόρη μου, μια μάνα πρέπει να κάνει τα πάντα για το παιδί της. Δεν χωράνε περηφάνια, εγωισμοί, δειλία και φόβος. Πρέπει να γίνει λιοντάρι και να κατασπαράξει όσους πάνε να το βλάψουν. Και τώρα σε παρακαλώ πήγαινε. Είμαι λίγο κουρασμένη». «Εντάξει θα φύγω. Σας ευχαριστώ που μου εξομολογηθήκατε την ιστορία σας». «Σε παρακαλώ, έλα και αύριο. Έχω ανάγκη από ανθρώπινη παρουσία. Ήταν η πρώτη φορά έπειτα από πάρα πολλά χρόνια που κάποιος με επισκέπτεται. Συνήθως με αποφεύγουν επιδεικτικά». Η Κατρίν αυθόρμητα την αγκάλιασε, και δεν την ενοχλούσε πια ούτε η άσχημη μυρωδιά, ούτε η ασχήμια της γριάς, ούτε οι μύγες που την περικύκλωναν. Της υποσχέθηκε πως θα ξαναπήγαινε αύριο και έφυγε.
Το επόμενο πρωί η Κατρίν σηκώθηκε, πήγε πάλι στο φούρνο, πήρε καφέ, μπόλικα κουλουράκια και δύο κρουασάν και ξεκίνησε για το σπίτι της νέας της φίλης. Καθώς έφτανε εκεί, μια παράξενη αίσθηση την κατέκλυσε. Ένα είδος μοναξιάς και παγωμάρας που δεν το είχε νιώσει ξανά. Είναι μαζεμένη μια παρέα ανθρώπων έξω από το σπίτι της γριάς. Είναι πεσμένη κάτω, εκεί στο κατώφλι. Η Κατρίν πλησιάζει. «Πέθανε», ακούει κάποιους να ψιθυρίζουν. Δεν μπορεί, δεν μπορει να πέθανε. Της είχε φέρει κρουασάν και καφέ. Δεν μπορεί να πέθανε. Κάποιος κάλεσε ασθενοφόρο. Στο νοσοκομείο επιβεβαιώθηκε ο θάνατος. Από ανακοπή, είπαν. Η καμπάνα ακουγόταν από μακριά να χτυπάει πένθιμα.
Μαρία
