Η Άννα φόρεσε στα γρήγορα την μπλε φόρμα της, έβαλε τα παπούτσια της και το μπουφάν της και κατευθύνθηκε για το σπίτι της κυρίας Αθηνάς, δύο σπίτια πιο κάτω. Το ημερολόγιο έδειχνε 30 Δεκεμβρίου του 1999, παραμονές του Millenium. Την νέα χιλιετία την περίμενε όλος ο πλανήτης και είχαν γίνει πολλές προετοιμασίες για την υποδοχή της σε όλον τον κόσμο. Η τηλεόραση θα έκανε απευθείας αναμετάδοση την άφιξη της νέας χρονιάς από την πλατεία Συντάγματος, που είχε φορέσει τα καλά της με το χριστουγεννιάτικο δέντρο, το πιο ψηλό της Ευρώπης, να δεσπόζει στο κέντρο της, γεμάτο με χιλιάδες λαμπάκια και στολίδια. Η Άννα θα είχε κόσμο στο σπίτι της την παραμονή, για να γιορτάσει και εκείνη το 2000, που κάποτε της φαινόταν τόσο μακρινό… Να όμως που έφτασε χωρίς να το καταλάβει και φυσικά τίποτα από όσα ονειρευόταν στο σχολείο δεν είχε γίνει πραγματικότητα.
Στα τριάντα πέντε της δεν είχε παντρευτεί, ούτε είχε κάνει ένα παιδί, το μόνο που ήξερε πολύ καλά ήταν να δουλεύει και το έκανε με μεγάλη επιτυχία. Με το ζόρι είχε καταφέρει να πάρει άδεια τρεις μέρες και τώρα που είχε να κάνει τις προετοιμασίες για το αυριανό ρεβεγιόν, έπρεπε να τρέχει και στην γιαγιούλα να της κάνει λίγο παρέα. Η κόρη της, η Ελένη, με την οικογένειά της, είχε φύγει για την Ελβετία για σκι και χειμερινές διακοπές και η κυρία Αθηνά θα έμενε μόνη της για καμιά δεκαριά μέρες. Λίγο την ήξερε την γυναίκα, αλλά επειδή είχε μια ευαισθησία στους μεγάλους ανθρώπους, δεν μπορούσε να αρνηθεί.
Φτάνοντας στο σπίτι, την υποδέχτηκε η γατούλα της γιαγιάς, που άκουγε στο όνομα “παρδαλίτσα”, επειδή είχε πολλά χρώματα πάνω της. Τρίφτηκε στα πόδια της και άρχισε το γουργούρισμα κουνώντας την ουρά με νάζι. Η Άννα χτύπησε το κουδούνι πολλές φορές, γιατί η ηλικιωμένη γυναίκα δεν άκουγε πολύ καλά. Σε κάποια στιγμή άνοιξε η ξύλινη καφέ πόρτα και ένα ζευγάρι γαλανά μάτια έκαναν την εμφάνισή τους.
– Καλημέρα κυρία Αθηνά, η Άννα είμαι, μπορώ να μπω;
Η πόρτα άνοιξε διάπλατα και η γιαγιά την υποδέχτηκε με χαρά. Τι και αν την ήξερε ελάχιστα, θα έμπαινε στο σπίτι της επιτέλους ένας άνθρωπος χρονιάρες μέρες. Αυτή η μοναξιά της ήταν δυσβάστακτη, τις καθημερινές δεν την πείραζε τόσο, όσο αυτές τις μέρες των γιορτών. Για να νιώσει εκείνη καλύτερα, είχε στρώσει το τραπέζι της κουζίνας με το καλό της χριστουγεννιάτικο τραπεζομάντηλο, είχε βάλει τα γλυκά που της είχε αγοράσει η κόρη της σε δύο πιατέλες, από εκείνες με τους αγιοβασίληδες επάνω και είχε φτιάξει τσάι που θα το σέρβιρε με την αγαπημένη της τσαγιέρα που έφερνε τα αρχικά του ονόματός της με χρυσά γράμματα Α.Ε., Αθηνά Ελευθερουδάκη.
-Έλα κόρη μου, κάτσε. Κάνει τόσο κρύο έξω, έφτιαξα και τσάι να ζεσταθείς.
Η Άννα έβγαλε το μπουφάν και κάθισε στην ψάθινη καρέκλα, παρατηρώντας τα ντουλάπια της κουζίνας που ήταν στο χρώμα του ξύλου και αυτά. Της έκανε εντύπωση το στρώσιμο του τραπεζιού, με πόση φροντίδα το είχε στολίσει η γιαγιά, το κόκκινο λινό τραπεζομάντηλο, οι πιατέλες με τα γλυκά, το σερβίτσιο του τσαγιού με τα λευκά φλιτζάνια και πιατάκια και φυσικά η υπέροχη, στρογγυλή τσαγιέρα με τα χρυσά στην άκρη γράμματα Α.Ε.
Στην άκρη του τραπεζιού υπήρχε η Αγιοβασιλίνα, μία κούκλα ντυμένη με ένα χειροποίητο πλεκτό φουστάνι και θήκες για να μπαίνουν οι χαρτοπετσέτες, ενώ στο κεφάλι φορούσε ένα κόκκινο σκουφί και γυαλιά σαν και εκείνα του Αη-Βασίλη. Όλα τα είχε προνοήσει η κυρία Αθηνά, μέχρι σαντουιτσάκια με τυρί είχε φτιάξει για να υπάρχει και κάτι αλμυρό στο τραπέζι.
Η Άννα συνέχισε να παρατηρεί την κάθε λεπτομέρεια στον χώρο, το πόσο καθαροί ήταν οι πάγκοι της κουζίνας, ο νεροχύτης μαζεμένος, στην άκρη η τηλεόραση που έπαιζε και πάνω στον τοίχο, απέναντι από την καρέκλα που καθόταν η ηλικιωμένη, μαζεμένες οι εικόνες της, η Παναγία με τον Χριστό, ο Άη-Γιώργης και φυσικά ο Άη-Γιάννης, για να τιμά τον άντρα της που είχε φύγει από την ζωή πριν λίγα χρόνια. Πιο πέρα, στον άλλο πάγκο, οι φωτογραφίες των εγγονιών της και μια άλλη από τον γάμο της κόρης της.
-Έλα πες μου τα νέα σου κόρη μου. Να σου βάλω τσάι ή προτιμάς καφέ;
Της έκανε εντύπωση η άνεση που μιλούσε, λες και την ήξερε από παλιά. Η Άννα έβγαλε το μπουφάν της και κάθισε στην καρέκλα απέναντί της για να την βλέπει καλύτερα. Η γιαγιά έπασχε από μία ελαφριά κατάθλιψη, μα δεν περίμενε να βρει τέτοια υποδοχή. Το αντίθετο μάλιστα, είχε μπροστά της μία γυναίκα που αν και μετρούσε 87 χρόνια, ήταν καλοστεκούμενη, μετρίου αναστήματος, με τα γκρίζα μαλλιά της να πλαισιώνουν τα αδυνατισμένα μάγουλα, ενώ τα γαλανά της μάτια είχαν διατηρήσει ένα μέρος από την λάμψη τους.
-Όχι, τσάι είναι καλά, ευχαριστώ, απάντησε εκείνη. Λοιπόν, πώς τα πάτε; Πώς περνάτε την μέρα σας κυρία Αθηνά;
-Εδώ είναι η γωνίτσα μου κόρη μου. Σε αυτή εδώ την κουζίνα περνάω την μέρα μου. Τι να κάνω στο σαλόνι μόνη μου; Από τότε που έφυγε ο άντρας μου, δεν ξαναπάτησα εκεί. Εδώ είναι πιο ζεστά, το βλέπεις το ξύλο γύρω γύρω; Ζεσταίνει τον χώρο καλύτερα. Έχω και την τηλεόρασή μου εδώ και τις εικόνες μου και κάθε πρωί κάνω τον σταυρό μου και μετά περιμένω να με πάρει τηλέφωνο η Ελενίτσα μου, να τα πούμε λιγάκι. Αλλά έχει μέρες να με πάρει και ανησυχώ. Κι εσύ κόρη μου πώς περνάς;
Τα είπε όλα μαζεμένα η γιαγιά, μην ξεχάσει και καμιά λέξη. Η Άννα κοίταξε για άλλη μια φορά τα καφέ ξύλα που της έφερναν κατάθλιψη, γιατί τόσο σκούρο χρώμα σε μια μικρή κουζίνα μίκραινε τον χώρο, αλλά σιγά σιγά το συνήθισε. Ήπιε μία γουλιά ζεστό τσάι, πήρε και ένα μπισκοτάκι, του φούρνου φυσικά και άρχισε να της διηγείται την ζωή της.
-Εγώ δεν έχω πολλά να σας πω, μένω λίγα μέτρα πιο πέρα από το σπίτι σας, στο πατρικό μου σπίτι. Δεν έχω γονείς, ούτε είμαι παντρεμένη και δουλεύω στην Αθήνα σε μία εισαγωγική εταιρεία με υφάσματα. Το θέμα είναι ότι δουλεύω πολύ, γιατί με δύο υπαλλήλους, θέλουν να κάνουν την δουλειά που βγάζουν πέντε. Καταλάβατε;
– Δεν υπάρχει κανένας νεαρός στον ορίζοντα; Τόσο όμορφη που είσαι, όλο και κάποιος θα σε φλερτάρει, είπε η γιαγιά και έλαμψαν τα μάτια της. Αχ και να ζούσες στην εποχή μου, ξέρεις πόσοι θα τριγύρναγαν έξω από την πόρτα σου;
“Μωρέ ούτε από έξω δεν περνάνε”, σκέφτηκε η νεαρή κοπέλα. Η αλήθεια είναι ότι η ιδιοσυγκρασία της δεν ταίριαζε με την εποχή, εκείνη ήταν πιο ρομαντική και της άρεσαν τα ωραία πράγματα, κυρίως τα παλιά. Η αγαπημένη της βόλτα ήταν στα παλιατζίδικα, στο Μοναστηράκι, μπορούσε να χαζεύει με τις ώρες τις πορσελάνες, τους στρογγυλούς θαμπούς καθρέπτες και τα ασημένια κουταλάκια. Γι’ αυτό το βλέμμα της καρφώθηκε στην τσαγιέρα, κατάλαβε αμέσως ότι ήταν παλιά και δεν τραβούσε τα μάτια της από αυτήν.
-Ο Γιάννης μου, ήταν ο πιο όμορφος από τα αδέλφια του, ήταν τρίδυμος, αλήθεια σου λέω. Η Ελενίτσα, η πεθερά μου, ήταν μικροκαμωμένη και αναρωτιόνταν όλοι πώς έβγαλε 3 παιδιά από την κοιλιά της. Ο Στεφανής, ο άντρας της, την λάτρευε και δεν της στερούσε τίποτα. Ήταν διευθυντής στα κεντρικά της Εθνικής Τράπεζας και της είχε 2 υπηρέτριες καθημερινά να την βοηθούν στο μεγάλωμα των παιδιών. Εγώ τον Γιάννη τον έβλεπα σαν φίλο, εκείνος όμως όχι, με είχε ερωτευτεί από την πρώτη στιγμή και όταν τελείωσε με το στρατιωτικό του, ήρθε και βρήκε την μάνα μου. Πατέρα δεν είχα, τον χάσαμε πολύ νέο και η μητέρα μου, αν και την ζητούσαν πολλοί σε γάμο, έμεινε μόνη της μέχρι το τέλος. Ο πεθερός μου έγινε για μένα ο δεύτερος πατέρας μου. Με λάτρευαν, ήμουν η κόρη που δεν είχαν, μια και τα άλλα παιδιά τους δεν παντρεύτηκαν και αυτοί…
Μωρέ σταματημό δεν είχε η κυρία Αθηνά. Μέσα σε λίγα λεπτά της είχε διηγηθεί όλη της την ζωή!
Η Άννα κοίταξε το ρολόι της και έβαλε λίγο τσάι ακόμη στο φλιτζάνι.
-Βιάζεσαι μικρή μου ε; Έχεις δουλειές και εγώ σε κρατάω εδώ. Μήπως τηλεφώνησε η Ελένη μου; Δεν ακούω και πολύ καλά βλέπεις και αν έχει χτυπήσει το τηλέφωνο, δεν θα το καταλάβω.
-Όχι, μέχρι τώρα δεν έχει πάρει κανείς. Από πότε έχετε να μιλήσετε στην κόρη σας;
-Δεν θα ‘ναι μια βδομάδα; Από την ημέρα που έφυγε και με πήρε να μου πει ότι έφτασε εκεί που ήταν να πάει, που δεν θυμάμαι πού είναι αυτό το μέρος, δεν την έχω ακούσει.
– Καλά, θα σας πάρει, μην ανησυχείτε.
Η Άννα σηκώθηκε από την καρέκλα και έκανε να φύγει. Είχε να κάνει τα ψώνια της για το αυριανό ρεβεγιόν, να ετοιμάσει τόσα φαγητά και δεν την έπαιρνε ο χρόνος, αλλά δεν της έκανε καρδιά να αφήσει και την γιαγιάκα μόνη της.
-Φεύγω τώρα, αλλά θα ξανάρθω το απογευματάκι να συνεχίσουμε την κουβέντα μας, εντάξει γιαγιά;
Με μισή καρδιά έφυγε, αλλά ο χρόνος την πίεζε. Μόλις πήγε σπίτι της, έκανε μία προσπάθεια να βρει την Ελένη στο ξενοδοχείο, αλλά δεν ήταν στο δωμάτιο, καθώς έλειπε από νωρίς για το χιονοδρομικό κέντρο. Άφησε μήνυμα να την καλέσει με την πρώτη ευκαιρία για να της τονίσει την ανάγκη να μιλήσει με την μητέρα της. Μέχρι το απόγευμα, προς μεγάλη της απογοήτευση, δεν είχε δεχτεί καμία κλήση.
Το βραδάκι κίνησε για το σπίτι της γιαγιάς, χτύπησε το κουδούνι και περίμενε τουλάχιστον πέντε λεπτά για να ανοίξει η πόρτα. Η παρδαλίτσα τριβόταν στα πόδια της γουργουρίζοντας και όταν άνοιξε επιτέλους, χώθηκε γρήγορα μέσα για να βρει λίγη ζεστασιά και αυτή. Η ηλικιωμένη γυναίκα δεν έκρυψε την χαρά της και την έβαλε κατευθείαν στην κουζίνα.
-Έλα να πιούμε ένα τσαγάκι να ζεσταθούμε, της είπε με την ζεστή φωνή της. Μήπως μίλησες με την Ελενίτσα μου; Δεν με έχει πάρει τηλέφωνο και δεν ξέρω τι να σκεφτώ.
“Τώρα ποιος πρέπει να ανησυχήσει δεν ξέρω”, σκέφτηκε η Άννα. Η γιαγιά σέρβιρε το ζεστό τσάι με την πανέμορφη λευκή τσαγιέρα που έκρυβε ολόκληρη ιστορία, σύμφωνα με τα λεγόμενά της. Ήταν γαμήλιο δώρο της πεθεράς της, που το είχε κληρονομήσει και αυτή από την μητέρα της που καταγόταν από την Πόλη. Τα αρχικά Α.Ε προστέθηκαν αργότερα, λίγο μετά τον γάμο της με τον Γιάννη της.
Η Άννα έκλεισε για λίγο τα μάτια και φαντάστηκε τις γυναίκες της Πόλης μαζεμένες στο σαλόνι με τις βελούδινες κουρτίνες και τα σκαλισμένα έπιπλα, να σερβίρουν το τσάι τους με την στρογγυλή τσαγιέρα και να γεύονται τον σιμιγδαλένιο χαλβά με τα καβουρντισμένα κουκουνάρια. Τι μεγαλεία!
Η γιαγιά δεν έβαλε γλώσσα μέσα, της ξαναείπε για το πώς γνωρίστηκε με τον άντρα της, πώς την ζήτησε από την μητέρα της, πώς ζούσαν στο Παγκράτι τα πρώτα χρόνια του γάμου τους και εκείνη προσποιείτο ότι τα άκουγε για πρώτη φορά. Ούτε κατάλαβε πώς πέρασε η ώρα και μετά από μία ώρα την καληνύχτισε και της έδωσε την υπόσχεση ότι αύριο θα έπιναν το πρωινό καφέ μαζί.
Όλο το βράδυ η Άννα δεν κοιμήθηκε, σκεφτόταν τους γονείς της, την μοναξιά της, το πώς κυλούσε η ζωή της, αλλά εκείνο που είχε κολλήσει στο μυαλό της, ήταν η γιαγιά Αθηνά και η συμπεριφορά της κόρης της. Ήταν συμμαθήτριες από το σχολείο, χωρίς να κάνουν και ιδιαίτερη παρέα, αλλά από τότε θυμόταν ότι αυτό που την ένοιαζε πιο πολύ ήταν η καλοπέρασή της.
Το επόμενο πρωινό, αφού τακτοποίησε τις πιο επείγουσες εκκρεμότητές της, κίνησε για το σπίτι της γιαγιάς, όχι από υποχρέωση, αλλά επειδή το ήθελε πολύ. Της ήταν ευχάριστη η παρέα της και άκουγε με ενδιαφέρον τις ιστορίες της που της επαναλάμβανε κάθε πέντε λεπτά!
Πάλι πέρασε η ώρα χωρίς να το καταλάβει και η ώρα είχε πάει δέκα, έκανε να φύγει και η κυρία Αθηνά της έβαλε στο χέρι λίγα κουλουράκια για τον δρόμο. Πόσο την συγκίνησε αυτή η κίνηση!
-Άμα μιλήσεις με την κόρη μου, να της δώσεις τα φιλιά μου και να της πεις ότι την πεθύμησα.
-Εντάξει, θα της το πω. Σας φιλώ και σας εύχομαι Καλή Χρονιά κυρία Αθηνά μου, με υγεία, και της έδωσε ένα φιλάκι στο μάγουλο.
Όταν έφτασε στο σπίτι, χτύπησε το τηλέφωνο και στην άλλη γραμμή ήταν η Ελένη μες την τρελή χαρά. Μέσα σε λίγα λεπτά της είχε περιγράψει το ξενοδοχείο, το χιονοδρομικό, το φαγητό, όλα! Στο τέλος ρώτησε και για την μάνα της. Ήταν η μαγική λέξη για να δώσει το ερέθισμα για να εκραγεί η Άννα από θυμό.
-Καλά έκανες και έφυγες για διακοπές, αλλά ένα τηλέφωνο θα μπορούσες να πάρεις την καημένη την γιαγιά. Η απάντηση που έλαβε την έκανε περισσότερο έξαλλη.
-Ε, αφού ήξερα ότι θα πήγαινες εσύ, ήμουν ήσυχη. Εξάλλου σε δύο μέρες ερχόμαστε και θα επανέλθουμε στην ρουτίνα μας. Θα στα πω όλα από κοντά όταν θα πίνουμε το καφεδάκι μας.
Η Άννα δεν συνέχισε την κουβέντα, γιατί κατάλαβε ότι δεν οδηγούσε πουθενά. Με το που έκλεισε το τηλέφωνο, κίνησε για το σπίτι της γιαγιάς. Ήθελε να της δώσει τα χαιρετίσματα από την κόρη της και να την κοιτάει στα μάτια, να δει την αντίδρασή της. Με το που έφτασε και χτύπησε το κουδούνι, η παρδαλίτσα είχε σταθεί πίσω από την πόρτα και νιαούριζε συνέχεια. Άργησε να ανοίξει την πόρτα η γιαγιά και η έκπληξή της όταν αντίκρυσε την κοπέλα ήταν μεγάλη.
-Τι συμβαίνει κόρη μου; Έγινε κάτι; ρώτησε με απορία, έλα μέσα να μην στέκεσαι στο κρύο.
-Μην ανησυχείτε, απλά μίλησα με την Ελένη και μου είπε να σας μεταφέρω τις ευχές της και να σας δώσω και ένα φιλί στο μάγουλο από εκείνη. Σας σκέφτεται συνέχεια, αλλά λόγω καιρού οι γραμμές δεν είναι καλές και δεν μπορεί να σας καλέσει εύκολα. Έτσι πήρε εμένα και να ‘μαι εδώ! Τι χαρά πήρε η γυναίκα δεν λέγεται…
-Μα τι καλά νέα είναι αυτά! Πόσο σε ευχαριστώ που μπήκες σε τόσο κόπο μέσα στην νύχτα. Για αυτό κι εγώ θα σου κάνω ένα δώρο για να με θυμάσαι. Μόλις την έπλυνα και είναι καθαρή, και βγάζει από το ντουλάπι την τσαγιέρα με τα χρυσά γράμματα. Πάρε την, είναι δικιά σου, είδα πόσο σου άρεσε και αφού είσαι λάτρης των παλιών αντικειμένων, να την έχεις εσύ, να πίνεις το τσαγάκι σου με τις φίλες σου και ποιος ξέρει, μπορεί ο νέος χρόνος να σου φέρει και έναν σύντροφο.
Η Άννα τα έχασε, δεν ήξερε τι να πει. Συγκινήθηκε πολύ, μα τι ψυχούλα ήταν αυτή η γιαγιά! Την ευχαρίστησε και αφού την έβαλε στο κρεβάτι, πήρε το δώρο της και κίνησε για το σπίτι, γιατί οι καλεσμένοι της θα έρχονταν σε λίγο.
Τελικά αυτό το Millenium δεν φάνταζε τόσο τρομαχτικό τελικά! Η νέα χρονιά ήρθε με εκατοντάδες πυροτεχνήματα, με τραγούδια και χαρές.
Παραμονές της πρωτοχρονιάς του 2000.
Πώς πέρασε μία χρονιά, ούτε που το κατάλαβε. Ήταν δύσκολη, οι ευθύνες της είχαν αυξηθεί, αλλά κατάλαβε ότι πρέπει να βάζει τα όριά της και να δίνει περισσότερη αξία στα απλά πράγματα.
Η γιαγιά είχε φύγει από την ζωή ένα πρωινό του Μαΐου από καρδιακή προσβολή, έτσι ξαφνικά, στον ύπνο της. Της στοίχισε αυτό της Άννας, γιατί μέχρι τότε έπιναν το τσάι τους μαζί τα κυριακάτικα πρωινά και έμαθε πολλά από την ηλικιωμένη γυναίκα, να αγαπάει κυρίως τον εαυτό της.
Το κουδούνι χτύπησε δύο φορές και η παρδαλίτσα έτρεξε πίσω από την πόρτα γουργουρίζοντας. Η Άννα άνοιξε την πόρτα και δύο γαλανά αντρικά μάτια την κοίταξαν με θαυμασμό και αγάπη. Ήταν ο Γιάννης, ένας νεαρός που τον συνάντησε τυχαία στο Μοναστηράκι, εκεί στα παλιατζίδικα, ψάχνοντας για κανένα θησαυρό.
-Έλα μέσα, μην στέκεσαι στο κρύο, έχω φτιάξει και φρέσκο τσάι.
Ο Γιάννης μπήκε μέσα, χάιδεψε την γάτα, έσκυψε και της έδωσε ένα απαλό φιλί στο στόμα. Το τραπέζι ήταν στολισμένο με ένα κόκκινο τραπεζομάντηλο, στις πιατέλες υπήρχαν τα χειροποίητα γλυκά των Χριστουγέννων, ενώ στην μέση του τραπεζιού βρισκόταν η στρογγυλή λευκή τσαγιέρα με τα χρυσά γράμματα Α.Ε., Άννα Ελευθερίου…
Δήμητρα Καμπόλη
