Κοίταζε το πλήθος με τα μικρά μάτια του γεμάτα ενδιαφέρον, μα και με κάποια ζήλια. Διασκέδαζε κοιτώντας τους ανθρώπους μέσα από τις σκιές, εκεί που συνήθως του άρεσε να βρίσκεται. Δεν συμπαθούσε το φως, τον ενοχλούσε. Τη νύχτα μπορούσε να διακρίνει καλύτερα τα πράγματα, να εστιάσει σε λεπτομέρειες. Έβλεπε ζευγάρια να κρατιούνται χέρι- χέρι, με πρόσωπα χαμογελαστά και ερωτευμένα. Έβλεπε oικογένειες να παίζουν μαζί και να γελούν δυνατά, φίλους να μπαίνουν στο τρενάκι, στη μπαλαρίνα, στο καράβι και να ουρλιάζουν από χαρά, τρόμο και αδρεναλίνη. Έβλεπε ακόμα παιδιά να τρώνε λαίμαργα μαλλί της γριάς, κάποια μάλιστα γκρίνιαζαν κιόλας. Η απληστία τους ζήταγε όλο και περισσότερο παιχνίδι, παρόλο που ήταν πια η ώρα να φύγουν.
Ορισμένα παιδιά έχουν τα πάντα, μα πάλι δεν τους φτάνουν. Τα λευκά παιδιά έτσι ήταν, αχάριστα. Το μόνο κοινό που είχε εκείνος με αυτά, ήταν το χρώμα στο δέρμα. Δεν ήταν όμως δική του επιλογή. Θα έδινε τα πάντα να έχει γεννηθεί όπως και τα υπόλοιπα μέλη της φυλής του. Έτσι ίσως οι γονείς του να μην τον εγκατέλειπαν.
Πριν από δεκαεφτά χρόνια, ένα ζεστό βράδυ του Αυγούστου, ξέσπασε μεγάλη ταραχή στον καταυλισμό των τσιγγάνων, δίπλα από το πολυσύχναστο -τότε- λούνα παρκ της πόλης. Είχαν κατασκηνώσει μερικούς μήνες πριν και από τότε δημιουργούσαν προβλήματα στην περιοχή. Μικροκλοπές, ταραχές και παρενοχλήσεις, ήταν συχνά φαινόμενα. Οι άνθρωποι απέφευγαν να περνούν από ‘κει τη νύχτα, ακόμα και αρκετό καιρό μετά που έφυγαν οι τσιγγάνοι. Αυτό κόστισε αρκετά σε κόσμο για το λούνα παρκ, αλλά ο ιδιοκτήτης δεν μπορούσε να κάνει και πολλά, μόνο να καλεί την αστυνομία σε κάθε τους καυγά. Εκείνο το βράδυ γεννήθηκε ένα αγόρι στον καταυλισμό, που δεν έμοιαζε στα χρώματα ούτε του πατέρα του, ούτε της μάνας του, μα ούτε και σε κανέναν της φυλής του. Το δέρμα του ήταν λευκό σαν το χιόνι, τα μαλλιά του σαν χρυσό φωτοστέφανο γύρω από το κεφάλι του και τα μάτια του, που ακόμα δεν τα είχε ανοίξει στο φως της μέρας, είχαν το γκριζομπλέ του πάγου, διάφανα και τρομακτικά. Όλοι τρόμαξαν μόλις το αντίκρυσαν, ακόμα και η μάνα του. Κανένας δεν τολμούσε να το πει στον πατέρα, πως το παιδί του είχε γεννηθεί πιο άσπρο και από το εκτυφλωτικό φως της ημέρας. Ήταν άγριος άνθρωπος, γύρευε τι θα ‘βαζε με το μυαλό του.
Ο τσιγγάνος μόλις κατάλαβε πως γεννήθηκε ο γιος του, τους έδιωξε όλους από μπροστά του για να τον δει. Τρομοκρατημένα βλέμματα τον ακολουθούσαν, καθώς προχωρούσε προς το φασκιωμένο νεογέννητο. Ο άνδρας βλέποντας το παιδί, μαρμάρωσε. Κοίταζε μια την ταλαιπωρημένη γυναίκα του, μια το μωρό. «Τι είναι αυτό;», τη ρώτησε, ουρλιάζοντας έξαλλος. Η γυναίκα ζάρωσε από το φόβο της και παρέμεινε αμίλητη. «Αυτό δεν μου μοιάζει σε τίποτα. Αυτό είναι διάφανο, είναι άσπρο. Με ποιον βρικόλακα το ‘κανες και ήθελες να μου το φορτώσεις;». Λίγες ώρες αργότερα, κατά το ξημέρωμα, πάρθηκε η απόφαση. «Εγώ θα φύγω, η άπιστη και το μούλικο θα παραμείνουν εδώ. Όσοι δεν ακολουθήσουν, σημαίνει πως είναι εναντίον μου». Οι γυναίκες πάγωσαν από το φόβο, η μάνα της νεαρής τσιγγάνας που γέννησε ήθελε να μείνει πίσω, δίπλα στην κόρη και το εγγόνι της, μα δεν τολμούσε να πάει κόντρα στον άνδρα της και στον ισχυρό αγριάνθρωπο που είχε για γαμπρό.
Μέχρι το πρωί τα είχαν μαζέψει όλα και είχαν φύγει, αφήνοντας τη μάνα με το μωρό πίσω, με μόνη περιουσία ένα σεντόνι και ό,τι φορούσαν. Η μάνα ήταν απελπισμένη. Θήλασε το μωρό που είχε αρχίσει να κλαίει γοερά και προσπαθούσε να βρει μια λύση. Το τσιγγάνικο κεφάλι της προσπαθούσε να σκαρφιστεί κάτι για να σώσει το μωρό της. Το μόνο που της είχε απομείνει ήταν μία κονσέρβα με ζαμπόν και 100 ευρώ που της έβαλε η μάνα της βιαστικά στα χέρια. Βιάστηκε να τα κρύψει στον κόρφο της, μην τα δουν και της τα πάρουν. Δεν είχε χρόνο να στεναχωρηθεί και να πενθήσει, ούτε καν να νευριάσει.
Δεν ήταν ακόμα σε θέση να σηκωθεί, να βρει κάποιον, να τον παρακαλέσει για οτιδήποτε. Κοίταξε το μωρό που κοιμόταν μακάρια στην αγκαλιά της, χορτασμένο πια. Σκεφτόταν πως αυτός ο αγροίκος ο άντρας της θα μπορούσε να της έχει κάνει χειρότερο κακό, αλλά μάλλον σεβάστηκε τον πατέρα της, που τον είχε ξελασπώσει στο παρελθόν και έτσι του χρώσταγε χάρη. Ωστόσο το πρόβλημα παρέμενε, έπρεπε να δει τι θα κάνει για να επιβιώσει. Την πρώτη εκείνη νύχτα δεν κοιμήθηκε, ήταν εξαντλημένη, πεινασμένη και απογοητευμένη. Το μωρό ξυπνούσε και έκλαιγε κάθε δύο με τρεις ώρες αναζητώντας το γάλα του. Λύγισε και άρχισε να κλαίει, επηρεασμένη προφανώς από τις ορμόνες της. Ήταν η μόνη φορά που επέτρεψε στον εαυτό της να σπάσει.
Πέρασαν έτσι άλλες δύο νύχτες, μέχρι που βρήκε τη δύναμη να σηκωθεί. Πεινούσε και διψούσε, δεν είχε πια δυνάμεις. Κοίταζε τα λαμπερά πολύχρωμα φώτα στο διπλανό λούνα παρκ και τότε της ήρθε η φαεινή ιδέα. Θα άφηνε το μωρό στην είσοδο του λούνα παρκ. Δεν μπορεί, σίγουρα κάποιος θα το έβρισκε. Έτσι θα είχε λύσει το ένα της πρόβλημα. Το άλλο της πρόβλημα ήταν για το πώς θα επιβίωνε η ίδια, αλλά μπορεί και να ανακατευόταν με άλλους της φυλής της και να τη δεχόντουσαν. Αν είχε και το μωρό όμως μαζί, αυτό το ασπρουλιάρικο μωρό, τα πράγματα θα ήταν πιο δύσκολα. Έτσι και έκανε. Το ίδιο βράδυ κιόλας, άφησε το μωρό στην πίσω πλευρά του λούνα παρκ, δίπλα από ένα τροχόσπιτο που υπήρχε εκεί. Έστρωσε στο χωμάτινο δρομάκι το σεντόνι που της είχαν αφήσει φεύγοντας. Τοποθέτησε το μωρό πάνω και γύρισε να του ρίξει μία τελευταία ματιά. Κοιμόταν χορτασμένο, μα σε λίγη ώρα θα ξεσήκωνε τον κόσμο με τις φωνές του και τα κλάματά του. Έπειτα χάθηκε στο σκοτάδι και κανένας δεν έμαθε ποτέ τι απέγινε.
Τα ξημερώματα εκείνης της μέρας, ο ιδιοκτήτης του λούνα παρκ ξύπνησε έντρομος από το παρατεταμένο κλάμα ενός μωρού που έσκιζε την ησυχία της νύχτας. Ο μεσήλικος άνδρας βγήκε έντρομος και μισοκοιμισμένος, φορώντας μόνο τα εσώρουχά του, από το τροχόσπιτο. Αυτό που αντίκρυσε τον έκανε να σαστίσει. Ένα μωρό αλμπίνο έκλαιγε γοερά κουνώντας τα χέρια του δεξιά αριστερά. Ξύπνησε γρήγορα τη γυναίκα του και πήραν το μωρό μέσα. Πάνω του βρήκαν ένα χαρτονόμισμα των 50 ευρώ και τίποτα άλλο. Αυτό σίγουρα ήταν δουλειά των τσιγγάνων.
******************************
Το ζευγάρι που δεν είχε αποκτήσει παιδιά, υιοθέτησε άτυπα το μωρό και το μεγάλωσε σαν δικό του. Πλέον 17 χρόνια μετά, το παιδί αναγνώριζε αυτούς σαν γονείς του, όμως δεν του απέκρυψαν ποτέ την αλήθεια. Άλλωστε ο νεαρός τσιγγάνος ήξερε πως είναι διαφορετικός, το αισθανόταν. Παρόλη την αγάπη που του έδιναν, εκείνος πάντα ένιωθε αλλόκοτος, μέρος ενός τσίρκου. Ίσως γι’ αυτό ταίριαζε στο περιβάλλον του λούνα παρκ, στο μυστηριακό εκείνο περιβάλλον. Έβρισκε καταφύγιο στα πολύχρωμα παιχνίδια με τα λαμπερά φώτα, τους κλόουν και τα περίεργα ζώα με τα μεγάλα κεφάλια που καβαλούσαν τα μικρά παιδιά. Ιδίως όταν τα φώτα έσβηναν και έφευγε όλος αυτός ο κόσμος που δεν μπορούσε να εκτιμήσει πραγματικά τη μαγική δύναμη που ασκούσαν πάνω του τα παιχνίδια, ήταν η αγαπημένη του ώρα. Τότε έβγαινε από το τροχόσπιτο και φανταζόταν πως όλος αυτός ο κόσμος ζωντάνευε μόνο γι’ αυτόν. Ονειρευόταν πως τα άλογα στο Καρουζέλ ζωντάνευαν, έφευγαν από τη θέση τους και έτρεχαν με τις πολύχρωμες χαίτες τους, ώσπου έβγαιναν από τον περιορισμένο χώρο του φράχτη και ελεύθερα πια βοσκούσαν σε καταπράσινα λιβάδια. Τα παπάκια έπαιρναν ζωή και κολυμπούσαν ζωηρά στην τεχνητή λίμνη πλατσουρίζοντας και πετώντας νερό δεξιά και αριστερά. Το τρενάκι – κάμπια άναβε τα φώτα του για να βλέπει στο σκοτάδι και έβαζε στο ραδιόφωνό του χαρούμενα τραγούδια πριν ξεκινήσει τη βόλτα του. Ο μύλος με τα δεκάδες λαμπάκια που αναβόσβηναν ρυθμικά, βρισκόταν σε συνεχή τροχιά, ολοκλήρωνε αργά- αργά τον κύκλο του και δως του πάλι.
Συχνά έπιανε κουβέντα με εκείνο τον τρομακτικό και θλιμμένο κλόουν με τα κατακόκκινα μαλλιά και τα μικρά σαν κουμπότρυπες μάτια. Αυτόν τον κλόουν τον αγαπούσε ιδιαίτερα το αγόρι, τα παιδιά έβλεπαν στα μάτια του μοχθηρότητα και πονηριά, κάτι το σατανικό. Εκείνος έβλεπε θλίψη και καλοσύνη. Το μεγάλο κόκκινο στόμα του θύμιζε πολύ τον Τζόκερ, τον αιώνιο αντίπαλό του Batman. Ήταν στημένος σε ένα μεγάλο βάθρο. Τα πολυεστερικά χέρια του ήταν απλωμένα σαν πλοκάμια με σιδερένιες προεκτάσεις και στα άκρα τους ήταν συνδεδεμένα καμιά δεκαριά πολύχρωμα παιχνίδια κάθε λογής, άλογο, τίγρης, δελφίνι, αυτοκινητάκι, αεροπλάνο. Κανένα παιδί δεν πλησίαζε, όσο και αν ο ζωγράφος που ζωγράφιζε τα παιχνίδια προσπαθούσε να τα κάνει ελκυστικά με όμορφα και φωτεινά χρώματα. Τα κίτρινα μάτια του κλόουν με την πράσινη μπογιά γύρω τους και το κόκκινο στόμα που έχασκε, απωθούσαν κάθε επίδοξο μικρό αναβάτη. Φόραγε ένα μικροσκοπικό γαλάζιο καπέλο με μια κίτρινη μαργαρίτα πάνω, που έκανε το κεφάλι του να φαίνεται ακόμα μεγαλύτερο. Αυτόν λοιπόν τον κλόουν τον ξύπναγε η φαντασία του μικρού τσιγγάνου. Καμιά φορά μιλούσε μαζί του μέχρι το πρωί, του έλεγε τα παράπονά του. Δεν φταίω εγώ, με έφτιαξαν έτσι, φαίνεται να ‘λεγε. Και ο μικρός καταλάβαινε. «Ούτε εγώ φταίω και εμένα κάποιος με έφτιαξε έτσι». Ο ιδιοκτήτης φαίνεται να είχε καταλάβει την αδυναμία που έδειχνε ο γιος του σε αυτή τη φιγούρα. Έτσι κάθε φορά που του έλεγαν οι εργαζόμενοι να πετάξει πια αυτό το άσχημο κατασκεύασμα, εκείνος έκανε πως δεν άκουγε.
Ο νεαρός παρέμενε λοιπόν στις σκιές, αφού ποτέ δεν του άρεσε η πολυκοσμία. Κάποτε για λίγο πρόλαβαν να τον δουν δυο παιδιά, έδειξαν προς το μέρος του κοροϊδευτικά και συζητούσαν πως η θέση του ήταν στο τσίρκο. Έπειτα έφυγαν γελώντας. Από τότε μίσησε τα παιδιά. Τα παιδιά που δεν σκέφτονταν πριν μιλήσουν, που είχαν την αθωότητα, το θράσος και τον αυθορμητισμό να πληγώνουν με τα λόγια τους όποιον ήθελαν, με τη δικαιολογία πως ήταν απλά παιδιά.
Το βλέμμα του έπεσε στον μύλο πού γύριζε αργά αργά με τα πολύχρωμα φωτάκια του να λαμπυρίζουν στο σκοτάδι. Οι μόνοι που βρισκόντουσαν μέσα ήταν ένα ζευγάρι νέων ανθρώπων. Η κοπέλα είχε κόκκινα μακριά μαλλιά που έλαμπαν κάτω από τα φώτα. Το αγόρι φαινόταν πολύ καλοφτιαγμένο εμφανισιακά, όμορφο. Χαμογελούσαν και φαινόντουσαν πολύ ευτυχισμένοι. Ο άντρας έγειρε και φίλησε την κοπέλα και εκείνη τον αγκάλιασε χαρούμενη. Με τη φαντασία του τους έβλεπε να χάνουν την ισορροπία τους και να αναποδογυρίζει το κουβούκλιο και εκείνοι να πέφτουν από την κορυφή. Όταν σταμάτησε η βόλτα τους κατέβηκαν και φαινόταν η ευτυχία στα πρόσωπά τους. Η κοπέλα χαμογελούσε διαρκώς και κοίταζε το αστραφτερό δαχτυλίδι που έλαμπε στο δάχτυλό της. Μάλλον της έκανε πρόταση γάμου.
Από τότε που τα παιδιά εκείνα τον χλεύασαν και του επιβεβαίωσαν το αξιοπερίεργο της εμφάνισής του, άρχισε να νιώθει ένα παράλογο μίσος για το ανθρώπινο γένος. Οι μονοί άνθρωποι που συμπαθούσε ήταν οι γονείς του, όλους τους υπόλοιπους ήθελε να τους δει να πεθαίνουν αργά και βασανιστικά. Με τη φαντασία του σκεφτόταν διάφορους τρόπους που θα μπορούσε να ξεκάνει μερικούς. Η κατάσταση επιδεινώθηκε όταν ένα βράδυ βρισκόταν στο πάρκινγκ του λούνα παρκ. Δυο παιδάκια κρύφτηκαν κλαίγοντας στην αγκαλιά των γονιών τους. Η μητέρα άρχισε να ουρλιάζει τρομαγμένη, κυρίως γιατί είδε κάποιον άγνωστο να βρίσκεται δίπλα στο αυτοκίνητό τους. Ο πατέρας των παιδιών τον απείλησε πως θα τον σκοτώσει εάν δεν έφευγε αμέσως από κει. Φεύγοντας, τον είπε φρικιό και γύφτο.
Λίγο καιρό αργότερα πλησίασε το κυλικείο που πρόσφερε παγωμένες κανελάδες, λεμονάδες και ένα σωρό άλλα ροφήματα. Χαιρέτησε την κοπέλα που δούλευε στο ταμείο και στάθηκε μπροστά από τον πάγκο που βρίσκονταν έτοιμα τα ποτήρια με τα αναψυκτικά. Το μόνο που έλειπε ήταν ο πάγος, για να απολαύσουν οι πελάτες ένα δροσιστικό ποτό. Με την άκρη του ματιού του κοίταξε την κοπέλα που μέτραγε τα φιλοδωρήματα που της είχαν αφήσει. Με γρήγορες κινήσεις για να μην τον πάρει είδηση, έριξε μέσα στις κανάτες των αναψυκτικών λίγο υγρό απορυπαντικό και λίγη από την άοσμη και άχρωμη χλωρίνη, ανακάτεψε με την κουτάλα και περίμενε τους πελάτες. Όσοι έπιναν, άρχιζαν να πέφτουν σαν άδεια σακιά, τα πόδια τους δεν τους κρατούσαν, άντρες γυναίκες παιδιά, λιποθυμούσαν και έπεφταν κάτω. Κάποιοι έβγαζαν αφρό από το στόμα, ξερνούσαν, έκαναν σπασμούς και γούρλωναν τα μάτια από τον τρόμο, πριν καταλήξουν. Οι υπόλοιποι άνθρωποι κοίταζαν έντρομοι, κάποιοι κραύγαζαν έκπληκτοι και απομακρύνονταν, κάποιοι πλησιάζαν και φωναζαν για βοήθεια, «ένα ασθενοφόρο, πάρτε το 166, γρήγορα». Εκείνος κοίταζε κρυμμένος, έχοντας μια λάγνα ικανοποίηση στο βλέμμα.
Δύο μέρες μετά το συμβάν του κυλικείου, που οι άνθρωποι πέθαναν εκεί που περπατούσαν, η μανία του αναζωπυρώθηκε έπειτα από καβγά που είχε με έναν πατέρα που συνόδευε τον μικρό του γιο στο λούνα παρκ. Το παιδάκι, περίπου 5 χρονών, μην έχοντας ξαναδεί τόσο λευκό δέρμα ποτέ, τον κοίταζε έντονα. Ο αλμπίνος το αντιλήφθηκε και θέλησε να το κοροϊδέψει. Πλησίασε το δείκτη του στον λαιμό του και του έκανε νόημα ότι θα το μαχαιρώσει. Το παιδί έφυγε τρομαγμένο, έτοιμο να βάλει τα κλάματα. Ο πατέρας βλέποντας το περιστατικό, πήγε στον τσιγγάνο για να ζητήσει τον λόγο. Ο νεαρός κατέβασε το κεφάλι μετανιωμένος και ζήτησε συγγνώμη. Λίγο αργότερα, το παιδί καβαλούσε την τίγρη που βρισκόταν στην πίστα με τον πελώριο τρομακτικό κλόουν. Τα σιδερένια πλοκάμια του στριφογύριζαν τα παιχνίδια, μαζί και την τίγρη που καβαλούσε το παιδί. Κάθε φορά που περνούσε μπροστά από τον πατέρα του χαιρετούσε χαμογελαστό. Ο τσιγγάνος κρύφτηκε πίσω από τον αγαπημένο του κλόουν που ποτέ δεν τον είχε προδώσει μέχρι τώρα. Κράταγε το σουγιά που του είχε κάνει ο πατέρας του δώρο στα δέκατα πέμπτα γενέθλιά του, δυο χρόνια πριν. Στον αγαπημένο μου γιο, ήταν χαραγμένο στη λάμα του. Κρυμμένος λοιπόν πίσω από την τεράστια φιγούρα, δεν φαινόταν. Τη στιγμή που το παιδάκι πέρασε από μπροστά του, το άρπαξε από τη μέση, σηκώνοντας το βίαια από το παιχνίδι που καθόταν. Το χέρι του ήταν σαν μέγγενη και ο μικρός δεν μπόρεσε να ξεφύγει. Η χαρούμενη μουσική που έβγαζε το ηχείο κάλυπτε τις φωνές και τα ουρλιαχτά του. Ο νεαρός άνδρας πλησίασε τον σουγιά στο λαιμό του παιδιού, αφήνοντας μία γραμμή από αίμα, να τρέχει στο κορμί του. Η τίγρης στριφογύριζε χωρίς καβαλάρη πια, μαζί με τα υπόλοιπα παιχνίδια. Ο πατέρας του μικρού πανικοβλήθηκε και πήγε τρέχοντας προς τα εκεί. Βρήκε το παιδί αιμόφυρτο πίσω από τον κλόουν. Ο δράστης είχε εξαφανιστεί. Το αγοράκι είχε μία έκφραση πανικού στα μάτια.
Κάποτε πάλι μπήκε κρυφά στο σπίτι του τρόμου, ένα κτίριο σκοτεινό με απόκοσμη μουσική. Κάθε μερικά μέτρα από κάποια πόρτα πεταγόταν πότε κάποιος σκελετός, πότε κάποιο ζόμπι, πότε κάτι ακουμπούσε ανάλαφρα την πλάτη των ανθρώπων που συμμετείχαν στο παιχνίδι. Η είσοδος απαγορευόταν σε παιδιά κάτω των 12 ετών. Το σπίτι του τρόμου ήταν ολόασπρο με κίτρινες λάμπες που δημιουργούσαν μακάβριες σκιές. Μέσα ήταν θεοσκότεινα, με μόνη εξαίρεση μερικά κεριά διάσπαρτα στα δωμάτια, που χάριζαν ένα απαλό ημίφως. Κάθε θάλαμος έκρυβε και μια έκπληξη, ζόμπι που έβγαιναν από το φέρετρο, κομμένα κεφάλια ανθρώπων πάνω στο μεγάλο μοναστηριακό τραπέζι, βολβούς ματιών σε βάζα και κάθε τόσο πάνω από τη μουσική επένδυση, ακουγόταν πότε κάποιο σατανικό γέλιο, πότε αγωνιώδες κλάμα μωρού. Αυτοί οι ξαφνικοί ήχοι ήταν κατά τη γνώμη του το πιο τρομακτικό της υπόθεσης. Μπήκε λοιπόν εκεί κρυφά πριν μπει μέσα οποιοσδήποτε που ήθελε απλά να τρομάξει για πλάκα. Ποτέ του δεν κατάλαβε τι μαζοχιστική ευχαρίστηση έβρισκαν οι άνθρωποι στο να πηγαίνουν εκούσια κάπου για να τρομάξουν. Τι τους γοήτευε σε ένα μέρος, όπου υπό φυσιολογικές συνθήκες, αν όλα αυτά ήταν πραγματικά, δεν θα μπορούσαν να τα φανταστούν ούτε στο χειρότερο εφιάλτη τους; Είδε τον χειριστή να έρχεται και να τον ακολουθεί μία σειρά από 5-6 πιτσιρίκια, αγόρια και κορίτσια, το πολύ 17 χρονών, στην ίδια ηλικία με εκείνον δηλαδή. Τα παιδιά φώναζαν χαρούμενα και γελούσαν δυνατά. Δεν είχαν ιδέα τι τους περίμενε. Κρύφτηκε σε μία εσοχή του δωματίου πριν αρχίσει το σπίτι να λειτουργεί. Πήρε μαζί του ένα από τα τσεκούρια που είχε ο πατέρας του για να κόβει ξύλα για τον χειμώνα.
Τα φώτα έσβησαν, τα κεριά άναψαν και από τα ηχεία ακούστηκε μία μακάβρια μελωδία. Ηθοποιοί και κούκλες ζόμπι έπιασαν δουλειά. Τα παιδιά έμπαιναν από δωμάτιο σε δωμάτιο τσιρίζοντας. Τα κορίτσια έπεφταν στην αγκαλιά των νεαρών αγοριών δήθεν γιατί φοβόντουσαν. Ένα ζευγάρι εφήβων ήταν πιασμένο χέρι-χέρι. Ξάφνου σταμάτησε η μουσική και για μερικά δευτερόλεπτα απλώθηκε νεκρική ησυχία στο χώρο. Το γέλιο που ακούστηκε από τα ηχεία, πάγωσε το γέλιο των παιδιών στα πρόσωπά τους, τους έκανε να τα χάσουν. Ήταν γέλιο ενός διαβολικού πλάσματος, που όποιος το άκουγε αδυνατούσε να πιστέψει πως ήταν μαγνητοφωνημένο γέλιο ενός κανονικού ανθρώπου. Οι νεαροί περιπλανιόνταν από δωμάτιο σε δωμάτιο τσιρίζοντας έκπληκτοι και φοβισμένοι, με ανεβασμένη την αδρεναλίνη, σε κάθε άνοιγμα της πόρτας. Ο τσιγγάνος άρπαξε στα χέρια του το τσεκούρι και κρύφτηκε πίσω από την βαριά δρύινη πόρτα που σε λιγότερο από μισό λεπτό θα άνοιγαν τα παιδιά.
Καθώς έσπρωχναν την πόρτα για να ανακαλύψουν τι κρύβεται πίσω της, ακούστηκε ένας διαπεραστικός ήχος σαν σειρήνα να τους τρυπάει τα αυτιά. Ξαφνικά η πόρτα έκλεισε με δύναμη, εγκλωβίζοντάς τους μέσα στο δωμάτιο. Ένα κορίτσι κοίταξε τριγύρω προσπαθώντας να διακρίνει τι υπήρχε εκεί. Τα παιδιά άναψαν τα τηλέφωνά τους για να τα χρησιμοποιήσουν σαν φακούς. Όσα είδαν τους αναστάτωσαν και τους έκαναν να φοβηθούν ακόμα περισσότερο. Βρισκόντουσαν σε ένα υπνοδωμάτιο. Στο κομοδίνο δίπλα στο υπέρδιπλο κρεβάτι βικτωριανού στυλ, ήταν τοποθετημένα βάζα ταξινομημένα με χρονολογική σειρά από το 1916. Μέσα περιείχαν διάφορα μέλη από ανθρώπινα σώματα, βουτηγμένα στη φορμόλη. Βολβοί ματιών που σε κοίταζαν περίεργα, δάχτυλα αλλά και αυτιά βρίσκονταν στα γυάλινα δοχεία. Παραδίπλα, στα πόδια ενός παλιού σκονισμένου ανάκλινδρου βρισκόταν κάποιος μεταμφιεσμένος σε ζόμπι. Ήταν ήδη νεκρός και ακίνητος, όπως μαρτυρούσε η τεράστια τρύπα στο στομάχι του, από όπου έβγαιναν τα έντερα του μπλεγμένα μεταξύ τους. Το πρόσωπό του είχε γίνει γκρι, τα μάτια του ήταν ανοιχτά και τους κοιτούσε. Ακουμπούσε στα πόδια του ανακλιντρου καθισμένος στο πάτωμα, όμως τα πόδια του είχαν μία αφύσικη στάση, δίπλωναν ανάποδα. Οι κοπέλες φοβήθηκαν και άρχισαν τα ουρλιαχτά, μα τα αγόρια, θέλοντας να το παίξουν ατρόμητοι, γέλασαν, «ηθοποιός είναι, τον έχουν βάλει να μας τρομάξει. Προφανώς για αυτό δεν ανοίγει η πόρτα και καλά τώρα εγκλωβιστήκαμε εδώ μέσα».
Αφού πέρασε ένα λεπτό, ένα κορίτσι από την παρέα προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Τότε ήταν που πανικοβλήθηκαν. Άρχισαν να κοπανάνε με δύναμη την πόρτα, όμως μάταια, κανένας δεν άκουγε. Τα παιδιά βρίσκονταν σε έξαλλη κατάσταση, κόντευαν να σπάσουν την πόρτα. Η πολύ καλή ηχομόνωση του κτιρίου δεν άφηνε τις φωνές τους να φτάσουν μέχρι έξω. Τα κεριά που χάριζαν ένα απαλό κιτρινιάρικο φως, έσβησαν και ξαφνικά ακούστηκαν κραυγές πόνου από ένα νεαρό αγόρι. Αισθανόταν σαν κάποιος να τον είχε τεμαχίσει στα δύο. Ένιωσε στο στομάχι του αφόρητο πόνο και ένα κολλώδες υγρό που προφανώς ήταν αίμα. Φώναζε για βοήθεια με όσες δυνάμεις του είχαν απομείνει. Ο διώκτης του με το τσεκούρι στα τυφλά χτύπαγε έναν έναν έφηβο, άλλον στο κεφάλι άλλον στο θώρακα, στην κοιλιά, στην πλάτη. Όλοι τους είχαν το ίδιο τραγικό αποτέλεσμα, ουρλιαχτά για βοήθεια, αίμα, ανθρώπινα υγρά, αφόρητο πόνο και τέλος, θάνατο. Ο τσιγγάνος βγήκε από την αίθουσα κρατώντας το τσεκούρι στο χέρι από τη λαβή και η λάμα του απείχε μόλις μερικά χιλιοστά το έδαφος. Σχεδόν το έσερνε ματωμένο με το κόκκινο υγρό να πέφτει σε σταγόνες, σχηματίζοντας ένα αιματηρό δρομάκι από τις σταγόνες που έπεφταν στο διάβα του. Έπειτα πήγε στο δωμάτιό του στο μεγάλο τροχόσπιτο που τον φιλοξενούσαν, πλύθηκε για να βγάλει από πάνω του τα αίματα των παιδιών και αποκοιμήθηκε.
Την επόμενη μέρα ξύπνησε, πήγε στον υπαίθριο χώρο του λούνα παρκ, αλλά όλα κυλούσαν φυσιολογικά. Ακριβώς όπως και τότε που είχε δηλητηριάσει τον κόσμο με τα αναψυκτικά του κυλικείου ή τότε που είχε κόψει το λαιμό του αυθάδικου παιδιού. Πήγε στον χειριστή του μηχανήματος και αφού τον καλημέρισε τον ρώτησε αν είναι όλα φυσιολογικά. «Όλα καλά, τι σε έπιασε τώρα και ρωτάς; Πρωί είναι ακόμα, τι να προλάβει να συμβεί;», του απάντησε ο υπάλληλος με ένα ειρωνικό χαμόγελο.
Θα ‘λεγε κανείς πως όλα αυτά τα ονειρευόταν κάθε βράδυ και δεν συνέβησαν ποτέ.
******************************
Τον τελευταίο καιρό δεν είχε όρεξη όπως άλλοτε και περνούσαν από το μυαλό του άσχημες σκέψεις. Οι γονείς του είχαν απομακρυνθεί από εκείνον, λες και μετά βίας τον ανέχονταν πια. Είχαν αποστασιοποιηθεί αρκετά, ενώ εκείνος εξακολουθούσε να τους αγαπά και να τους χρωστάει ευγνωμοσύνη που δεν τον εγκατέλειψαν νεογέννητο για δεύτερη φορά. Σίγουρα θα έφταιγε η εμφάνισή του και η καταγωγή του. Τι άλλο θα μπορούσε να φταίει; Μεγάλωσε πια και πιθανόν να σκέφτονταν ότι δεν τους είχε ανάγκη.
Τον τελευταίο καιρό το μυαλό του ήταν πολύ μπερδεμένο ανάμεσα στην πραγματικότητα και στη φαντασία. Το ίδιο βράδυ άκουσε τους γονείς του να συζητούν για την παράξενη συμπεριφορά του. «Πολλές φορές με τρομάζει το ύφος του, τώρα τελευταία το βλέμμα του είναι πολύ σκοτεινό. Φοβάμαι ακόμα και να μείνω μόνη μαζί του», έλεγε η μητέρα στον πατέρα. «Δίκιο έχεις, το έχω παρατηρήσει και εγώ. Μερικές φορές νιώθω ότι μισεί όλο τον κόσμο, μαζί και εμάς. Νοιώθει άσχημα που είναι τσιγγάνος; Που είναι αλμπίνος; Δεν θέλω να φοβάσαι κανέναν. Εγώ πάντα σε προστάτευα. Θα του μιλήσω και αν δεν συμμορφωθεί, θα τον διώξω». Αυτά άκουσε και απομακρύνθηκε, σκεπτικός, νευριασμένος, στεναχωρημένος.
Το επόμενο πρωινό σοκαρίστηκαν όλοι με αυτό που αντίκρισαν. Η κραυγή της θετής του μάνας ξεσήκωσε όσους βρίσκονταν στο λούνα παρκ εκείνη την ώρα. Ο πατέρας του, οι συντηρητές, οι χειριστές των μηχανημάτων, έτρεχαν πανικόβλητοι προς τη γυναίκα. Έδειχνε ψηλά προς τον μύλο, εκεί που άλλοτε ένα ευτυχισμένο ζευγάρι γιόρταζε τον έρωτά του με μια πρόταση γάμου. Το παιχνίδι ήταν σε λειτουργία, κουνούσε αργά, νανουριστικά σχεδόν, άγνωστο πώς ο νεαρός τσιγγάνος είχε καταφέρει να ανέβει ενώ ήταν εν κινήσει. Τη στιγμή που έφτασαν όλοι η θέση που βρισκόταν το αγόρι, ήταν στην κορυφή. Το μόνο που μπορούσαν να διακρίνουν είναι ένα κατακόκκινο πολτοποιημένο πρόσωπο και το αίμα που έσταζε από τόσο μεγάλο ύψος προς το έδαφος. Την ώρα που το κουβούκλιο με τον νεαρό έφτασε κοντά στο έδαφος, ο πιο ψύχραιμος χειριστής βιάστηκε να σταματήσει το παιχνίδι. Αμέσως μετά, πήγε όσο γινόταν πιο γρήγορα σε μία άκρη και έκανε εμετό. Αυτό που είδε δεν μπορούσε να το χωνέψει. Ο τσιγγάνος είχε δίπλα του το πιστόλι που φύλαγε ο πατέρας του για ώρα ανάγκης. Μία μεγάλη τρύπα φαινόταν κάτω από το πηγούνι του και ίσως ήταν το μόνο λιγότερο άθικτο σημείο πάνω στο πρόσωπό του. Η δεξιά μεριά του δεν υπήρχε, είχε καταστραφεί. Αίμα και κομμάτια φαιάς ουσίας κάλυπταν το πρόσωπό του, κομμάτια από το μυαλό του μαζί με αίμα και σάρκινο ιστό βρίσκονταν στα ρούχα του, στο σημείο που καθόταν και στα σίδερα που ήταν στερεωμένο το κουβούκλιο.
Το κόκκινο χρώμα του αίματός ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με το κατάλευκο δέρμα του. Όλοι απομακρύνθηκαν, με τη φρίκη ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους, εκτός τους γονείς του. Εκείνοι έπεσαν πάνω του, μην μπορώντας να πιστέψουν το τραγικό του τέλος. Στην τσέπη του βρέθηκε ένα χαρτάκι με μία μόνο λέξη, συγγνώμη.
Μαρία Σ.
