[Το κείμενο είναι μια παραλλαγή του «Ο γαλάζιος γίγαντας» (https://thebluez.gr/2019/07/
Το νερό είχε αρχίσει να γίνεται κόκκινο από το αίμα της τεράστιας εγκυμονούσης φάλαινας. Οι αρκτικοί καρχαρίες, που είχαν καταφέρει να ξεφύγουν από την απομόνωσή τους στα βόρεια, ξέσκιζαν το δέρμα της, ενώ αυτή ούρλιαζε. Υπό άλλες συνθήκες, θα είχε αντιμετωπίσει τους καρχαρίες, αλλά τώρα ήταν αδύνατο.
Πριν αφήσει την τελευταία της πνοή, η φάλαινα, καθώς βυθιζόταν με το κεφάλι, είδε τον πυθμένα να πλησιάζει και τότε άνοιξε το στόμα της. Εκείνη δεν θα είχε άλλη ζωή, όμως μπορούσε να προσπαθήσει να έχει το μωρό μία, έστω και σε έναν κόσμο που έμοιαζε ελάχιστα με τον δικό τους.
Το πορφυρό νερό φωτίστηκε από μια γαλάζια ακτίνα. Τα παγωμένα σώματα των καρχαριών, που δεν είχαν δει ποτέ κάτι πιο φωτεινό από το μισοφέγγαρο, δεν άντεξαν και άρχισαν να διαλύονται σε πολλά, πολλά κομμάτια.
Η φάλαινα μπόρεσε να γυρίσει το κορμί της και να φέρει την κοιλιά της προς τα κάτω. Προς την τρύπα που είχε ανοίξει. Έδωσε ώθηση, όσο περισσότερη μπορούσε. Παραμέρισε τους πόνους και το ότι ένας τελευταίος καρχαρίας, που είχε επιζήσει, συνέχισε να καταστρέφει το σώμα της και έσπρωξε κλαίγοντας.
Ο πλακούντας αποκολλήθηκε και έπεσε στο ρεύμα, στην τρύπα του πυθμένα.
Το σώμα της φάλαινας, ακίνητο και νεκρό πλέον, τραβήχτηκε κι αυτό προς τα κάτω, όπως και ο καρχαρίας και άλλα μικρότερα ψάρια. Το κουφάρι της έφραξε την τρύπα, αλλά όχι πριν περάσει και ο καρχαρίας.
Ρέικιαβικ, Ισλανδία, 2006
Το πλοιάριο της ακτοφυλακής βρισκόταν στα ανοιχτά του Φάξα Μπέι. Υπήρχαν άλλα δύο σκάφη, σε απόσταση μεταξύ τους. Οι ανώτεροι αξιωματικοί παρατηρούσαν το ηφαιστειογενές νησί απέναντί τους, όπου ο κρατήρας Σνέφελς ξερνούσε λάβα ξανά, ύστερα από πολλά χρόνια. Ολόκληρο το μέρος είχε γίνει ένας φυσικός φάρος μέσα στο σκοτάδι που επικρατούσε τριγύρω. Τα φώτα νέον της πόλης πίσω από τα σκάφη δεν πλησίαζαν ούτε στο ελάχιστο την επικίνδυνη ομορφιά που απέπνεε το Σνέφελς.
Το θέαμα ήταν τόσο εντυπωσιακό που πολλοί κάτοικοι του Ρέικιαβικ έσπευσαν να πάρουν τα κιάλια τους και να το παρακολουθήσουν. Ο εξάχρονος Χάλμπεργκ Όντβαρσον έβγαινε με τον πατέρα του, τον Κορτ Όντβαρσον, εκείνη την ώρα από τον κινηματογράφο The New Cinema, στην παραλιακή οδό Atlantic Road. Όπως και οι άλλοι γύρω τους, στάθηκαν για μερικές στιγμές και θαύμασαν το σχεδόν μεταφυσικό θέαμα. Ο Χάλμπεργκ είχε εκστασιαστεί περισσότερο και από την νέα ταινία του Σούπερμαν, που μόλις είχε δει.
«Μπαμπά, είναι τέλειο!» φώναξε.
«Ναι, είναι πανέμορφο», συμφώνησε ο Κορτ, χαμογελώντας.
Έμειναν για λίγο ακόμα και έπειτα έφυγαν.
Κανείς εκείνο το βράδυ, δεν είδε τι άλλο βγήκε από το Σνέφελς.
Το επόμενο πρωί, όμως, ήταν σε υπηρεσία ο κελευστής Κρις Βάιγκ, είκοσι πέντε χρονών τότε και, όπως και πολλοί συνάδελφοί του, είχε έρθει σε «επαγγελματική» συμφωνία με το Ινστιτούτο Θαλάσσιων Ερευνών Εμιλιάννα Όντβαρσον. Αν έβρισκαν κάτι ενδιαφέρον, θα το παρέδιδαν στο Ινστιτούτο και αυτό τους εξασφάλιζε ένα εισόδημα αρκούντως ικανοποιητικό –σίγουρα, πολύ περισσότερο από τον μισθό τους. Ο Βάιγκ βρήκε έναν απροσδόκητα μεγάλο λευκό καρχαρία στα ανοιχτά του Φάξα Μπέι. Ήξερε ότι θα το ήθελαν πολύ τούτο το ψάρι, οπότε τον έπιασαν με τους δύο συναδέλφους του, αφού τον νάρκωσαν και τον μετέφεραν μυστικά στο Ινστιτούτο.
Το μωρό της φάλαινας παρέμεινε στον πλακούντα για μερικές μέρες. Τα κρύα θαλάσσια ρεύματα το παρέσυραν στον Ατλαντικό Ωκεανό. Όταν απελευθερώθηκε στο νερό, έβγαλε ένα θρηνητικό τραγούδι, το οποίο τράβηξε την προσοχή μιας θηλυκής γαλάζιας φάλαινας. Εκείνη, έχοντας χάσει πρόσφατα το δικό της μωρό από φαλαινοθήρες, προσέγγισε το νεογνό και το τάισε και το πήρε υπό την κηδεμονία της, προστατεύοντάς το από τους θηρευτές που καραδοκούσαν.
Όπως συνέβη και με τον αρκτικό καρχαρία, σταδιακά το σώμα του μωρού άλλαξε, προσαρμόστηκε, αποκτώντας μια σημαντικά διαφορετική μορφή από αυτήν που είχε το είδος του. Η ράχη του έγινε γκρίζα, απέκτησε φυσητήρα και μερικά σκούρα μπλε στίγματα. Αν ζούσε ακόμα στη διάσταση από όπου καταγόταν, θα τρεφόταν με καβούρια, αλλά πλέον, μετά τον απογαλακτισμό, έμαθε να τρώει κριλ. Μέσα σε δύο χρόνια, είχε γίνει κι αυτό μια γαλάζια φάλαινα.
Ρέικιαβικ, Ισλανδία, 2013
Ο Χάλμπεργκ είχε ξαναδεί γαλάζια φάλαινα στο Ίντερνετ και στο Ινστιτούτο που έφερε το όνομα της νεκρής μητέρας του. Αλλά εκεί η φάλαινα ήταν κλεισμένη (και δυστυχισμένη) σε ένα τεράστιο ενυδρείο, ενώ αυτή που έβλεπε τώρα ήταν πιο μικρή, αλλά ελεύθερη στο Φάξα Μπέι. Την έβλεπε να αναδύεται και να βυθίζεται. Είχε πλησιάσει το πλοιάριο του Ινστιτούτου περισσότερο απ’ ό,τι συνήθιζαν οι φάλαινες.
Ο πατέρας του είχε δανειστεί το πλοιάριο για μια βόλτα με τον γιο του. Ο Χάλμπεργκ διάβαζε τις περιπέτειες του Σούπερμαν, ενώ ο πατέρας του έπινε καφέ, οδηγούσε το σκάφος και μελετούσε ένα επιστημονικό περιοδικό, όταν άκουσαν το τραγούδι της φάλαινας.
Ο Κορτ και ο Χάλμπεργκ παρακολουθούσαν χαμογελώντας το θηλαστικό που εκτόξευε πίδακες νερού και κουνούσε τα πτερύγιά του, ταράσσοντας τον ωκεανό γύρω τους.
«Γεια σου!» φώναξε ο Χάλμπεργκ.
Η φάλαινα τραγούδησε.
«Πρέπει να είναι εφτά ή οχτώ ετών», είπε ο Κορτ.
«Είναι μεγάλη».
«Ναι».
Η φάλαινα ξεπρόβαλλε και ο Χάλμπεργκ με τον πατέρα του είδαν το δεξιό της μάτι, να τους παρατηρεί, πριν χαθεί ξανά στο νερό.
«Το είδες, μπαμπά; Μας κοίταξε!»
«Ναι. Ίσως θα έπρεπε να…»
«Όχι! Όχι, μπαμπά. Σε παρακαλώ».
Ο Κορτ ήξερε ότι δεν άρεσε στο γιο του που έπιαναν θαλάσσια όντα. Μη θέλοντας να τον στενοχωρήσει ξανά, συμφώνησε και επέστρεψε στο πηδάλιο –αποφασίζοντας να ενημερώσει την ακτοφυλακή, να έχει διακριτικά το νου της για τη φάλαινα.
Ο Χάλμπεργκ κάθισε ξανά και συνέχισε να διαβάζει το κόμικ του.
Τα επόμενα τρία χρόνια, είδε τη φάλαινα πολλές φορές στο Φάξα Μπέι. Την πρώτη φορά έτυχε, απλά έκανε ποδήλατο μόνος του στην προκυμαία και εκείνη εμφανίστηκε και τραγούδησε. Ο Χάλμπεργκ τη χαιρέτισε, αγνοώντας το σκάφος που παρακολουθούσε από απόσταση.
Ο Χάλμπεργκ, μετά το σχολείο, πήγαινε στην προκυμαία και περίμενε. Η φάλαινα εμφανιζόταν και εκείνος ξεκινούσε να κάνει πεντάλ. Έκαναν κάτι σαν διαγωνισμό, ποιος θα φτάσει από τη μια άκρη ως την άλλη πιο γρήγορα. «Έλα, Γίγαντα», φώναζε. «Έλα!» Οι περαστικοί έβλεπαν και έδειχναν τη φάλαινα και τραβούσαν φωτογραφίες. Με τον καιρό, η φάλαινα έγινε αγαπητή στον κόσμο του Ρέικιαβικ, τα μίντια τής έκαναν αφιερώματα, ενώ ο νεαρός Χάλμπεργκ έγινε γνωστός ως «ο φίλος του Γαλάζιου Γίγαντα».
Ήταν Μάιος του 2019 όταν ο Κρις Βάιγκ, που πλέον ανήκε στις τάξεις του Εμιλιάννα Όντβαρσον ως «ψαράς», δηλαδή ως αυτός που θα έπιανε το εκάστοτε ζωντανό που ήθελαν, τράκαρε τυχαία με τον Κορτ Χάλμπεργκ, ρίχνοντας το αμάξι του τελευταίου στο γκρεμό, έξω από το Ρέικιαβικ.
Το ΔΣ του Ινστιτούτου είχε αποφασίσει πως ο Κορτ αποτελούσε πρόβλημα, καθότι δεν επέτρεπε να πιάσουν τον Γαλάζιο Γίγαντα. Ο Βάιγκ πρότεινε μια λύση και έγινε δεκτή.
Έτσι, πλέον ο Γαλάζιος Γίγαντας επρόκειτο να πιαστεί άμεσα• όλα είχαν ετοιμαστεί: τα σκάφη, οι άντρες, τα φυσίγγια με το αναισθητικό.
Κανείς, όμως, δεν είχε υπολογίσει πως ο μεγάλος λευκός καρχαρίας που είχαν πιάσει τότε και που άφησαν να φύγει -είχαν πιάσει άλλον, στο μεταξύ- θα έκανε τόσο μεγάλη ζημιά.
Το βράδυ εκείνο, οι δυνάμεις του Ινστιτούτου είχαν αναπτυχθεί στο Φάξα Μπέι. Περίμεναν. Είχαν δει τον Χάλμπεργκ, που, μετά το θάνατο του πατέρα του, ερχόταν όλο και πιο συχνά για να συναντήσει τη φάλαινα. Ήταν κάτι σαν παρηγοριά για τον μικρό, σκεφτόταν ο Βάιγκ και γελούσε.
Η φάλαινα αργούσε να εμφανιστεί, παρά τις φωνές του Χάλμπεργκ: «Έλα, Γίγαντα. Σε παρακαλώ. Έλα».
Αλλά κάτι άλλο εντοπίστηκε από τα ραντάρ. Κάτι που ερχόταν κατευθείαν προς τα σκάφη.
Δεν θα έδιναν σημασία, όμως όταν ένα σκάφος έγινε κομμάτια και ακούστηκαν φοβισμένες φωνές, άρχισαν να το ξανασκέφτονται. Ο Βάιγκ έδωσε εντολή να ετοιμαστούν τα όπλα και να μαζέψουν τους άντρες από το νερό.
Το πρώτο το μπόρεσαν, αλλά όχι και το δεύτερο. Με τρόμο, είδαν και άκουσαν ένα ανοιχτό στόμα να ξεπροβάλλει και σειρές από καρφιά να σκοτώνουν έναν-έναν τους άντρες στο νερό.
«Είναι ο καρχαρίας. Αυτός που ελευθερώσαμε», διαπίστωσε κάποιος.
«Τι γυρεύει εδώ, γαμώτο;» αναρωτήθηκε ο Βάιγκ. «Έπρεπε να είναι δέκα χιλιάδες μίλια μακριά».
Τότε ένα δεύτερο σκάφος βυθίστηκε.
«Πρέπει να φύγουμε».
Ο Βάιγκ σκεφτόταν να ματαιώσει την αποστολή, όταν κάποιος είπε: «Κύριε, η φάλαινα».
Στα ραντάρ, είδαν τον Γαλάζιο Γίγαντα να πλησιάζει.
«Επιτέλους. Ετοιμαστείτε».
«Κύριε; Δεν νομίζω…»
«Θέλω αυτή τη φάλαινα, ύπαρχε. Τώρα. Αν σας δοθεί ευκαιρία, σκοτώστε το ψάρι».
Ο καρχαρίας, ενώ τον άφησαν πολλά μίλια μακριά, είχε έρθει στο Φάξα Μπέι γιατί είχε οσμιστεί ένα ον από το δικό του κόσμο, ένα ον που έφερε παρόμοια μυρωδιά με εκείνη την φάλαινα που είχε σκοτώσει παλιότερα. Είχε οσμιστεί τον Γαλάζιο Γίγαντα. Αλλά πλέον την προσοχή του είχαν τραβήξει τα θηράματα που έπιανε.
Ο Γαλάζιος Γίγαντας ξεπρόβαλλε και είδε τον Χάλμπεργκ και τραγούδησε.
Ο Βάιγκ είπε: «Στοχεύστε».
Οι ναύτες θα έριχναν τα φυσίγγια με το αναισθητικό, αλλά ο καρχαρίας, το σώμα του οποίου είχε αποκτήσει ξανά την παγωμένη του μορφή, όρμησε στο σκάφος του Βάιγκ, χαράσσοντάς το με το πτερύγιό του, που άρχισε αμέσως να μπάζει νερά.
Ουρλιαχτά ακούστηκαν ξανά. Κόσμος είχε μαζευτεί στην προκυμαία, ενώ κάποιοι καλούσαν την ακτοφυλακή.
«Ω Θεέ μου, καρχαρίας είναι αυτό;» ρώτησε μια γυναίκα δίπλα στον Χάλμπεργκ.
«Ναι. Αλλά το πτερύγιο είναι παράξενο…»
Ο Γαλάζιος Γίγαντας αντιλήφθηκε τις κραυγές των ναυτών και στράφηκε προς αυτούς. Είδε τα σώματα που προσπαθούσαν να επιπλεύσουν και είδε το λευκό ον που ερχόταν από κάτω προς τα πάνω. Έχοντας ξαναδεί τέτοιους θηρευτές, ήξερε τι θα συνέβαινε και έτσι άλλαξε ρότα και κινήθηκε προς τους ανθρώπους.
Λίγο πριν ο καρχαρίας αρπάξει τον ύπαρχο του Βάιγκ, είδε τη φάλαινα και άκουσε το θυμωμένο τραγούδι της, αλλά όχι έγκαιρα: ο Γαλάζιος Γίγαντας έπεσε πάνω στον καρχαρία και τον εκσφενδόνισε μακριά. Και οι δύο ένιωσαν πόνο στο σώμα τους.
Ο Γαλάζιος Γίγαντας αναδύθηκε σιγά-σιγά. Η ράχη του ακούμπησε το μισοβυθισμένο σκάφος και το έσπρωξε προς τα πάνω, προς την επιφάνεια.
Οι ναύτες το είδαν, αλλά δεν ήταν σίγουροι τι να κάνουν.
«Ανεβείτε στο πλοίο!» φώναξε ο Χάλμπεργκ. «Ανεβείτε στο πλοίο!»
Ο Βάιγκ επανέλαβε τα λόγια του μικρού. Όλοι κινήθηκαν και βρέθηκαν ξανά στην ασφάλεια του σκάφους. Ο Γαλάζιος Γίγαντας κολύμπησε όσο πιο κοντά στην ακτή μπορούσε και βυθίστηκε ξανά, αργά-αργά. Ένα πλοίο της ακτοφυλακής εμφανίστηκε και προσέγγισε το σκάφος του Εμιλιάννα Όντβαρσον.
«Τους έσωσε», είπε ο Χάλμπεργκ. «Ο Γίγαντας τούς έσωσε».
Όσοι ήταν κοντά του το σκέφτηκαν και συνειδητοποίησαν πως είχε δίκιο και χειροκρότησαν.
Αλλά εκείνη τη στιγμή ο καρχαρίας επανήλθε. Ο Γαλάζιος Γίγαντας ένιωσε το δάγκωμα που του κατάφερε στην ουρά του. Ο καρχαρίας τον τράβηξε προς το βυθό και ο Γίγαντας αφέθηκε.
Όμως, λίγο πριν χαθεί στο σκοτάδι, άκουσε τον Χάλμπεργκ να φωνάζει: «Μπορείς να τον νικήσεις! Μπορείς! Είσαι ο Γαλάζιος Γίγαντας!»
Κι ο Γίγαντας κούνησε απότομα την ουρά του και ο καρχαρίας εκτοξεύτηκε μακριά, για να επανέλθει με πιο άγριες διαθέσεις. Δεν φοβήθηκε που είδε τη φάλαινα να ανοίγει το στόμα της και κάτι να λάμπει στο εσωτερικό του.
Όσοι ήταν στην προκυμαία εκείνο το βράδυ, είδαν μια γαλάζια ακτίνα να βγαίνει από το νερό προς τον ουρανό και να διαλύει το σκοτάδι. Είδαν το σώμα του αρκτικού καρχαρία να πετάγεται έξω από το νερό και μετά, καθώς έσβηνε η ακτίνα, να πέφτει.
Ο Χάλμπεργκ ήταν ο μόνος που δεν κουνήθηκε από τη θέση του όταν είδε την τεράστια φάλαινα με το λευκό δέρμα να ίπταται τραγουδώντας και να αρπάζει το σώμα του καρχαρία και να βουτάει ξανά στο νερό. Αλλά δεν ήταν ο μόνος που κουνούσε ξέφρενα τα χέρια του και γελούσε πανηγυρικά.
Τάκης Κομνηνός
——————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/category/
Και στον ακόλουθο συνδέσμου όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/
