Η Μαριγώ ενηλικιώνεται. Η Μαριγώ ονειρεύεται. Μες στον ασφυκτικό κλοιό του χωριού της, νιώθει να ταξιδεύει με τη ψυχή της σε μεγάλες πολιτείες. Μόνο στην μητέρα της το εξομολογείται. “Θα περάσω μάνα! Κι όταν φτάσω στη μεγάλη πόλη , θα κάνω θαύματα!”. Εκείνη σκύβει το κεφάλι στην κατσαρόλα και της απαντά. “Ναι παιδί μου, το εύχομαι να σου πάνε όλα έτσι όπως θες, αλλά να θυμάσαι, δεν είμαστε και τίποτε πλούσιοι…”. “Μην ανησυχείς μάνα. Είμαι γερή και θα δουλέψω σαν το σκυλί!”. Κι έπιανε να σιγοτραγουδά καθώς πήγαινε πάλι στο δωμάτιο να μελετήσει…
Ήρθε ο καιρός ο δύσκολος, όπου κρίνονται τα παιδιά σε πέντε μέρες μέσα και τα κατάφερε πανηγυρικά η Μαριγώ. Ήταν ένα γέλιο ολόκληρη. Έκαναν γλέντι, ξεσηκώθηκε η γειτονιά στο πόδι, το κορίτσι απ’ το απομακρυσμένο χωριό, πηγαίνει στην πόλη να σπουδάσει!
Φόρεσαν τα καλά τους και κατέβηκαν οικογενειακώς να βρουν σπίτι για την επιτυχούσα. Φασαρία, κίνηση, “πώς θα ζήσει το παιδί μας εδώ;” αναρωτιόνταν οι γονείς. Εκείνη πάλι, ένιωθε όλα τα ηχοχρώματα κι αγαλλίαζε η ψυχή της. Σαν μουσική της ακουγόταν, είναι εδώ και θα κάνει θαύματα!
Το σπίτι μικρό, παλιό, αφρόντιστο, αλλά κοντά στη σχολή και στο κέντρο. Πάσχιζαν οι γονείς, δέκα μέρες το περιέλαβαν και το ‘φεραν σε αξιοπρεπή κατάσταση για να μπει μέσα η κόρη τους.
“Θα μας έρχεσαι, έτσι παιδί μου;” την αγκάλιαζαν την ώρα του αποχαιρετισμού. “Εννοείται! Φιλιά πολλά!”.
Έμεινε μόνη για πρώτη φορά. Κοίταξε ένα γύρο, τη φωλιά τη δική της. Ο χρόνος κυλούσε πολύ γρήγορα απ’ την ώρα που ξεκίνησε τη σχολή. Πρώτη έτρεχε στα μαθήματα, τελευταία έφευγε. Δεν ήθελε να επιβαρύνει τους γονείς, γι’ αυτό απέφευγε τις πολλές εξόδους με τους συμφοιτητές. Μόνο για κανένα καφέ έβγαινε κι έτρεχε στο σπίτι της να μαγειρέψει για δυο μέρες φαΐ. Η μόνη στιγμή ηρεμίας και χαλάρωσης ήταν όταν περπατούσε στην παραλία κι άνοιγε διάπλατα τη ψυχή της στα χρώματα και στις μουσικές του δρόμου.
Εκεί έμελλε να γνωρίσει εκείνον. Την πλησίασε όπως ο κυνηγός το θήραμα και της έκλεψε την καρδιά. Της μίλησε για ταξίδια, για ελευθερία, για μοναδικές στιγμές, για ξεγνοιασιά, για πρόοδο. Την κολάκεψε, της φέρθηκε με μαεστρία. Την άφηνε για λίγο να τον αναζητήσει και μετά εμφανιζόταν μπρος της.
Εκείνη στην αρχή τον περιεργαζόταν με υποψία. Όταν όμως συναντιόνταν στην παραλία, χαιρόταν τόσο πολύ να πλέκουν τα χέρια τους και ν’ αγκαλιάζονται κοιτάζοντας το ηλιοβασίλεμα, που πια ζούσε γι’ αυτή τη στιγμή.
Στο χωριό πήγαινε, αλλά όχι τόσο συχνά πια. Ένιωθε σαν το πουλί στο κλουβί εκεί. Λαχταρούσε να βρεθεί κοντά του.
Μετά τους πρώτους μήνες που την μελέτησε απ’ όλες τις απόψεις, της έκανε μια πρόταση, χαλαρά, σε μια βόλτα τους. “Εσύ δεν μου ‘πες ότι ενδιαφέρεσαι για δουλειά παράλληλα με τις σπουδές σου;”. “Ναι γλυκέ μου, αλλά δεν έχω κανένα γνωστό εδώ. Δεν ξέρω πού να ψάξω…”. “Θα σε βοηθήσω εγώ! Τι τις έχουμε τόσες γνωριμίες;”. Άστραψε το πρόσωπο της Μαριγώς. “Τέλεια! Να ανασάνουν και λίγο οι δικοί μου!” και του έδωσε ένα παθιασμένο φιλί.
Το εξάμηνο συνεχιζόταν, η Μαριγώ πάσχιζε να τα καταφέρει, αλλά οι συμφοιτητές της έβλεπαν μια άλλη. Είχε γίνει φάντασμα του εαυτού της, μαύροι κύκλοι κάτω απ’ τα μάτια, απόμακρη απ’ όλους. Στο χωριό δεν πήγαινε, με την πρόφαση ότι δουλεύει και Σαββατοκύριακα.
Κάθε που βράδιαζε, τραβούσε βαριά τα βήματά της στο μπαρ που της υπέδειξε ο “έρωτάς” της. Κάθε βράδυ ήθελε να φύγει, μα η ψυχή της πάγωνε και δεν έκανε βήμα. “Τι ώρα είναι αυτή; Σου ‘πα να ‘ρχεσαι πιο νωρίς, οι πελάτες σε περιμένουν! Θες να τα πω όλα στους δικούς σου; Άντε, βιάσου!” της φώναζε.
Μια νύχτα μοναχά τόλμησε ν’ αντιμιλήσει και άστραψε μπρος της ένα φως αποτροπιαστικό. Τη χτύπησε τόσο που σχεδόν έχασε τις αισθήσεις της. Έτρεξε όπως όπως στον έρημο δρόμο, στο σπίτι της, μάζεψε δυο ρούχα κι έφυγε στο χωριό.
Όταν άνοιξε τη πόρτα η μάνα της χαράματα και την είδε έτσι, την έκλεισε στην αγκαλιά της για να την ηρεμήσει απ’ τα αναφιλητά. Κρύφτηκε στο δωμάτιό της, εκείνο το γεμάτο με όνειρα και κατέβασε τα στόρια. Δεν ήθελε να δει άλλο φως, δεν ήθελε ν’ ακούει τίποτα. Μόνο να θρηνεί. Οι θείες έπιναν καφέ στην αυλή και σιγομουρμούριζαν “Πώς είναι το παιδί;”. “Ακόμα μέσα, βγαίνει μόνο για φαΐ…” έλεγε η μάνα και κουνούσαν το κεφάλι.
Πλησιάζουν Χριστούγεννα, η αγαπημένη της γιορτή κι όλη η φύση αγαλλιάζει.
Έδωσε μια και βγήκε απ’ το λήθαργο. Τρόμαξαν οι δικοί της όταν την είδαν να βγαίνει ντυμένη και περιποιημένη απ’ το δωμάτιο.
“Μπορεί να με λύγισες, μπορεί να με τσαλάκωσες, αλλά το φως απ’ τη ψυχή μου δεν πρόκειται να το πάρεις ποτέ!” μονολογούσε.
“Πάμε μάνα να ψωνίσουμε, γιορτές έρχονται και μετά τα Φώτα, θα πάω κάτω να συνεχίσω τη ζωή που μου αξίζει! Δεν θα πέσω σε λακκούβα ξανά! Τώρα ξέρω!”.
Στέλλα Σωτήρκου
