Η Λίνα ήταν δασκάλα σε ένα μικρό νησί του Αιγαίου. Δεν ήταν καμιά μικρή κοπέλα αναπληρώτρια ή έστω πρωτοδιόριστη. Απεναντίας, είχε πάνω από είκοσι χρόνια διδακτικής εμπειρίας στο δημόσιο σχολείο. Απλά δεν είχε υπηρετήσει ποτέ την ‘οργανική’ της θέση, το σχολείο δηλαδή που είχε πρωτοδιοριστεί. Έπρεπε οπωσδήποτε να την υπηρετήσει σε κάποια φάση της συνολικής της θητείας. Αποφάσισαν με τον άντρα της, το Στράτο, ότι η καταλληλότερη εποχή ήταν αυτή, που αυτός αποστρατεύτηκε και θα ήταν πλέον συνταξιούχος. Ήταν μία ιδανική ευκαιρία να αφήσουν την πολύβουη πρωτεύουσα και να μείνουν ένα χρόνο σ’ αυτό το μαγευτικό νησάκι.
Το ζευγάρι γνωριζόταν από τα φοιτητικά του χρόνια. Ο Στράτος ήταν λίγο μεγαλύτερος από τη Λίνα. Παντρεύτηκαν μόλις αυτή τελείωσε τη σχολή της. Τα πρώτα χρόνια του έγγαμου βίου τους τον ακολουθούσε η Λίνα στις διάφορες μεταθέσεις του. Τα τελευταία χρόνια ο Στράτος υπηρετούσε στην Αθήνα.
Ο Στράτος και η Λίνα ήταν μοναχοπαίδια. Μπορεί κι αυτό το γεγονός να συνετέλεσε ώστε να ‘δεθούν’ τόσο πολύ. Είχαν μια αμοιβαία αγάπη και έναν ειλικρινή σεβασμό που πολλά ζευγάρια θα ζήλευαν. Ζευγάρια που τους ‘έδενε’ ένα παιδί, μία οικογένεια. Στην περίπτωση του Στράτου και της Λίνας αυτό δε συνέβαινε.
Τον πρώτο καιρό οι ίδιοι το απέφευγαν, καθώς θεωρούσαν ότι ήταν μικροί ακόμα για μια τέτοια δέσμευση. Περνώντας τα χρόνια και επιδιώκοντάς το πλέον, διαπίστωσαν ότι υπήρχαν ανυπέρβλητες δυσκολίες. Η Λίνα δεν το έβαζε κάτω. Έκανε τη μία θεραπεία μετά την άλλη, μέχρι που έθεσε την ίδια της τη ζωή σε κίνδυνο. Ο Στράτος ούτε συμφώνησε, ούτε επέτρεψε να γίνει άλλη προσπάθεια. Βλέποντας τη γυναίκα του να μαραζώνει και να αρχίζει να πέφτει σε κατάθλιψη, σκέφτηκε ότι μία αλλαγή περιβάλλοντος ήταν ό,τι έπρεπε. Υπέβαλλε τα χαρτιά για σύνταξη και την πήρε να φύγουν για το νησί. Αυτό ήταν εξαρχής το σχέδιο, να υπηρετήσει η Λίνα τη θέση αυτή όταν ο Στράτος θα αποστρατευόταν. Το ανακοίνωσαν στους γονείς της γυναίκας και άρχισαν να ετοιμάζουν τα διαδικαστικά. Πριν φύγουν έπρεπε να επισκεφτούν τη μητέρα του Στράτου στην κλινική. Η γυναίκα ήταν κατάκοιτη και την φρόντιζαν εκεί. Ο πατέρας του είχε προσφάτως αποβιώσει. Ήταν γυναικολόγος σε ιδιόκτητη κλινική. Τόσες γυναίκες βοήθησε να τεκνοποιήσουν. Μόνο το γιο του και τη νύφη του δεν κατάφερε να τους κάνει γονείς. Καημός όλων αυτών των ηλικιωμένων ήταν που δεν είδαν ένα εγγόνι.
Η ζωή στο νησί κυλούσε όμορφα. Αποφάσισαν να μείνουν και το επόμενο διδακτικό έτος, ενώ δεν ήταν πια υποχρεωτικό, εφόσον η Λίνα είχε ήδη υπηρετήσει μια χρονιά. Όλη αυτή η ηρεμία μόνο καλό τους έκανε. Το σχολείο είχε λίγα παιδάκια και η Λίνα καθώς ανέκαθεν υπεραγαπούσε όλους τους μαθητές και μαθήτριές της, ‘δέθηκε’ αμέσως με τα υπέροχα αυτά πλασματάκια. Η μεγάλη της αδυναμία ήταν το Μαράκι, ένα γλυκύτατο και ευγενέστατο κορίτσι της πέμπτης δημοτικού. Ήξερε ότι η οικογένεια του παιδιού περνούσε ‘ζόρια’. Ο τόπος ήταν μικρός και όλα μαθαίνονταν. Τα προβλήματα ήταν οικονομικής φύσεως, αλλά κοντά σ’ αυτά έρχονται ένα σωρό άλλα.
Ένα πρωί, το κορίτσι ήρθε στο σχολείο λυπημένο και καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας ήταν σκεφτικό. Όταν η Λίνα το ρώτησε τι συμβαίνει, η μικρή ξέσπασε σε κλάματα.
«Κυρία Λίνα, πρώτη φορά είδα το μπαμπά τόσο θυμωμένο. Χτύπησε με δύναμη το χέρι στο τραπέζι και ούρλιαζε στη μαμά. ‘Αύριο κιόλας θα μπεις στο βαπόρι και θα πας να το ‘τακτοποιήσεις’. Αυτό μου έλειπε τώρα. Άκουσες τι σου είπα! Κι άσε τα κλάματα! Δε γίνεται αλλιώς! Δεν είμαστε για τέτοια έξοδα τώρα!».
Πήρε το κορίτσι μια ανάσα και συνέχισε τη διήγησή του. Η Λίνα δεν τη διέκοψε, ούτε την πίεσε να μιλήσει. Της έδωσε το χρόνο της. Ήταν ολοφάνερο ότι είχε ανάγκη να μιλήσει σε έναν έμπιστο άνθρωπο με κατανόηση. Στα μάτια της Μαρίας, το άτομο αυτό ήταν η κυρία Λίνα.
«Μετά η μαμά με αναφιλητά του έλεγε ότι αυτό δεν ήταν σωστό. Μετά αν κατάλαβα καλά είπε στη μητρική της γλώσσα ότι αυτό ήταν έγκλημα. Είπε και κάτι άλλα που δεν καταλάβαινα…»
«Ησύχασε κοριτσάκι μου, όλα θα πάνε καλά. Εσύ μη μου στεναχωριέσαι. Θέλω αυτά τα ματάκια να χαμογελάνε κι όχι να κλαίνε», την παρηγόρησε κρατώντας τη σφιχτά στην αγκαλιά της η Λίνα.
Στη μικρή κοινωνία που ζούσαν, είχαν αναπτυχθεί διαπροσωπικοί και σε μερικές περιπτώσεις φιλικοί δεσμοί μεταξύ του ζεύγους, της δασκάλας και του άντρα της και των γονέων των μαθητών του μικρού νησιού. Οι γονείς της Μαρίας ανήκαν στη δεύτερη κατηγορία. Ήταν πολύ καλοί άνθρωποι. Ο Στράτος με το Δημήτρη, τον πατέρα της μικρής, πήγαιναν για ψάρεμα και κυνήγι και η Λίνα, μεταξύ των άλλων, μάθαινε τη Βαλεντίνα, τη μητέρα της μικρής να γράφει και να διαβάζει στα ελληνικά.
Η Βαλεντίνα είχε έρθει οικονομική μετανάστρια στην Ελλάδα. Κάποια συγγενής του Δημήτρη έκανε τη γνωριμία. Δούλευαν μαζί με την κοπέλα, στην καθαριότητα, σε ένα μεγάλο ξενοδοχειακό συγκρότημα στο απέναντι νησί που ήταν μεγάλο και έσφυζε από τουρισμό. Εκτίμησε η συγγενής του Δημήτρη την εντιμότητα και την εργατικότητα του πανέμορφου και γλυκύτατου αυτού κοριτσιού και πρότεινε στον ξάδελφό της τη γνωριμία. Αυτό το κορίτσι είχε τα πιο εκφραστικά μάτια που υπήρχαν, μιας σπάνιας σμαραγδένιας απόχρωσης. Μα και ο Δημήτρης ήταν λεβεντόπαιδο και καλό παιδί. Είχε και την περιουσία του στο μικρό του νησί. Γρήγορα οι δύο νέοι έγιναν ζευγάρι και δημιούργησαν την οικογένειά τους. Το Μαράκι και το μικρό Διονύση.
Η ζωή τους ξεκίνησε με τα πιο ευοίωνα σημάδια. Στην πορεία κάποια δάνεια που είχε πάρει ο Δημήτρης και η αρρώστια που έπεσε στο κοπάδι του, τον οδήγησαν αρχικά στην οικονομική δυσπραγία και τελικά στην οικονομική καταστροφή. Συν τοις άλλοις ήταν και ο αδίστακτος ο αδελφός του, ο Ανέστης.
Ο Ανέστης ήταν μεγαλοδικηγόρος των Αθηνών. Όλη η οικογένεια συνέβαλλε να σπουδάσει, μα περισσότερο απ’ όλους ο Δημήτρης. Στην πορεία ο δικηγόρος παντρεύτηκε συνάδελφό του με στρωμένη δουλειά από τον πατέρα της. Τίποτα δεν του έλειπε από υλικά αγαθά του Ανέστη. Ωστόσο δεν παραιτείτο από το μερίδιό του στην πατρική περιουσία στη γενέτειρά του.
Το μικρό τους νησί άρχιζε να γνωρίζει μια ανερχόμενη τουριστική κίνηση. Η οικογένεια του Δημήτρη είχε ένα οικόπεδο – φιλέτο πάνω στη θάλασσα. Αν το πουλούσε, ο Δημήτρης μπορούσε να ‘ξελασπώσει’. Ο αδελφός του ανένδοτος. Δεν συμφωνούσε να το ‘σκοτώσουν’ το κομμάτι αυτό της γης. Σε λίγα χρόνια θα άξιζε πολύ περισσότερα χρήματα. Ούτε φυσικά προσφέρθηκε να βοηθήσει οικονομικά τον αδελφό του.
«Τι να σου κάνω εγώ αν εσύ έκανες κακή διαχείριση; Είμαι υποχρεωμένος να πληρώνω τα δικά σου λάθη; Εξάλλου τα λεφτά είναι της γυναίκας μου, όπως ξέρεις πολύ καλά. Βλέπεις εγώ φρόντισα και παντρεύτηκα Ελληνίδα με μεγάλη προίκα, όχι…».
Εκεί ακριβώς του έκλεισε ο Δημήτρης το τηλέφωνο και την πόρτα του. Τρία χρόνια είχαν να μιλήσουν τα δύο αδέλφια.
Η Λίνα ήξερε τα οικογενειακά της Βαλεντίνας και του Δημήτρη. Η ίδια της τα είχε εκμυστηρευτεί σε μία από τις επισκέψεις που αντάλλασσαν. Βλέποντας τη Μαρία τόσο στεναχωρημένη, η Λίνα ξεκίνησε το απόγευμα μετά από το σχολείο για το σπίτι της μικρής. Βρήκε τη Βαλεντίνα να ετοιμάζει μια μικρή βαλίτσα για ταξίδι. Από τις μέσες –άκρες που της εξιστόρησε η μικρή, είχε καταλάβει η Λίνα ποιο ήταν το ‘θέμα που ήθελε άμεση τακτοποίηση’ και που σύμφωνα με την Βαλεντίνα η λύση αυτή ήταν ‘έγκλημα’. Η Βαλεντίνα ήταν έγκυος.
Η Λίνα με τον τρόπο της κατάφερε να επιβεβαιώσει τις υποψίες της. Η Βαλεντίνα με αναφιλητά της είπε ότι ο Δημήτρης ήταν ανένδοτος για τη γέννηση του παιδιού αυτού. Τα οικονομικά τους ήταν σε άθλια κατάσταση. Η τράπεζα ήταν προ των θυρών να τους πάρει το σπίτι. Τα ποσά που χρωστούσε ήταν πολύ μεγάλα με τους τόκους. Ένα μικρό δάνειο από το ζεύγος δεν θα έσωζε την κατάσταση, ούτε φυσικά ο υπερήφανος Δημήτρης θα το δεχόταν ποτέ. Άλλο από τον αδελφό του. Αυτός ήταν αίμα του.
«Βαλεντίνα σε ικετεύω, κράτα το παιδί. Θα το πάρουμε εμείς. Μην κάνεις έκτρωση!», παρακαλούσε με λυγμούς η Λίνα.
Τα δύο ζευγάρια συζήτησαν όλοι μαζί το ίδιο βράδυ. Η Βαλεντίνα θα έκρυβε την εγκυμοσύνη. Δύο με τρεις μήνες πριν από τη γέννα θα έφευγε δήθεν για την πατρίδα της να ‘φροντίσει’ την άρρωστη μητέρα της. Η Λίνα θα παρίστανε στο νησί την έγκυο και το ίδιο χρονικό διάστημα θα έφευγε με άδεια για να πάει να ‘γεννήσει’ στην πρωτεύουσα. Ο Στράτος, η Λίνα και η Βαλεντίνα θα έμεναν στο σπίτι του ζευγαριού μέχρι να γεννηθεί το μωρό. Η εισαγωγή στο μαιευτήριο θα γινόταν στο όνομα της Λίνας. Ήταν η κλινική που ήταν συνιδρυτής ο αείμνηστος πατέρας του Στράτου. Ο Στράτος ήταν συνιδιοκτήτης και είχε τον τρόπο να ‘τακτοποιήσει’ τα γραφειοκρατικά ζητήματα. Μόλις γεννιόταν το παιδί, θα έπαιρνε το όνομα του ζεύγους και η Λίνα θα φαινόταν η βιολογική του μητέρα. Ο Στράτος θα αποπλήρωνε τα δάνεια του Δημήτρη, θα ‘έσωζε’ το σπίτι του και θα τον βοηθούσε να ορθοποδήσει.
Έτσι και έγιναν τα πράγματα…
Λίγες μέρες μετά τον τοκετό, η Βαλεντίνα επέστρεψε στο νησί. Βρήκε τη Μαρία της στεναχωρημένη. Έτυχε το ίδιο χρονικό διάστημα που ‘αρρώστησε’ η γιαγιά και έπρεπε να φύγει η μαμά, να φύγει και η κυρία Λίνα, η αγαπημένη της δασκάλα. Το κορίτσι είχε πάνω στο γραφείο της μία φωτογραφία της κυρίας της. Ήταν βέβαια πολύ χαρούμενη που κατάφερε η γλυκιά της κυρία Λίνα να γίνει μανούλα. Λυπήθηκε όμως που δεν θα ήταν πια δασκάλα της και που δεν θα επέστεφαν με τον κύριο Στράτο στο νησί.
Ένα βράδυ, καμιά δεκαριά μέρες μετά από την επιστροφή της Βαλεντίνας, οι γονείς της βρήκαν τη μικρή να κλαίει γοερά πάνω στο κρεβάτι της και να χτυπιέται.
«Τι σου συμβαίνει αγάπη μου; Τι έπαθες;», τη ρώτησε τρομαγμένη η μητέρα της αγκαλιάζοντάς τη σφιχτά.
«Μίλα Μαρία! Σε πείραξε κανείς; Σου έκανε κακό; Πες μου και θα τον σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια. Μίλα κορίτσι μου! Μη φοβάσαι!», φώναζε μέσα στην αγωνία ο πατέρας της.
«Η θεία Αγγέλα είδε στις ειδήσεις ότι σήμερα το μεσημέρι…»
Το κορίτσι δε μπορούσε να μιλήσει από τα αναφιλητά.
«Τράβα και τηλεφώνα στην Αγγέλα», πρόσταξε ο Δημήτρης τη γυναίκα του, «Να βγάλουμε επιτέλους μια άκρη».
Το επόμενο λεπτό άρχισε και η Βαλεντίνα τα κλάματα και τα τσιριχτά.
«Τι στο διάολο έγινε και κάνετε έτσι, γαμώτο το φελέκι μου! Μιλήστε το κέρατό μου!», ωρυόταν με τη σειρά του ο Δημήτρης.
Ο Στράτος είχε λάβει ειδοποίηση από την κλινική που ήταν η μητέρα του, ότι η κατάστασή της είχε επιδεινωθεί και ότι ήταν στα τελευταία της. Θέλοντας να δώσει στη μητέρα του μια τελευταία χαρά, πήγε μαζί με τη Λίνα και το νεογέννητο κοριτσάκι τους να ‘αποχαιρετίσουν’ τη γιαγιά. Θα ήταν η πρώτη και μάλλον η τελευταία φορά που η ηλικιωμένη γυναίκα θα έβλεπε την ‘εγγονή’ της. Μαζί θα έρχονταν και οι γονείς της Λίνας να πρόσεχαν το μωρό, όσο ο Στράτος και η Λίνα περνούσαν λίγο παραπάνω χρόνο με την ετοιμοθάνατη γυναίκα. Στο γυρισμό από την κλινική, ένα τρομερό δυστύχημα έκοψε το νήμα της ζωής των τεσσάρων ενηλίκων. Οι δύο γυναίκες που κάθονταν στο πίσω κάθισμα έπεσαν επάνω στο μωρό και αποτέλεσαν ασπίδα σωτηρίας του. Η μικρή βγήκε αλώβητη. Οι ειδήσεις ανέφεραν ότι ήταν άγνωστη η τύχη του παιδιού, καθώς δεν υπήρχε κανείς εν ζωή συγγενής πρώτου βαθμού να αναλάβει την επιμέλειά της. Θα αναλάμβανε η Πρόνοια και εν συνεχεία μάλλον θα δινόταν για υιοθεσία.
Τι τραγικό χτύπημα της μοίρας ήταν αυτό! Η Βαλεντίνα τράβαγε τα μαλλιά της και ο Δημήτρης κάπνιζε νευρικά το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. Η στάση τους δεν προβλημάτισε τη Μαρία που δεν ήξερε τίποτα από τα υπόλοιπα συμβάντα. Απέδωσε τον οδυρμό τους στο πένθος τους για την τραγική αυτή απώλεια του φιλικού τους ζευγαριού.
Ο Δημήτρης έστειλε τα παιδιά στο σπίτι των παππούδων και έλαβε δράση. Δεν θα άφηνε το σπλάχνο του έρμαιο της μοίρας του. Το μωρό έπρεπε πάσει θυσία να γύριζε κοντά τους αφού ήρθαν έτσι τα πράγματα. Βέβαια ήξερε ότι δεν θα ήταν έτσι απλό το ζήτημα. Είχε παραβιαστεί πολλάκις ο νόμος. Πλαστογραφίες, εξαπάτηση, αγοροπωλησία βρέφους και δε συμμαζεύεται. Γύρευε πόσα χρόνια φυλακής θα έτρωγαν. Πάλι το παιδί θα ήταν απροστάτευτο και κοντά σ’ αυτό θα έχαναν και την επιμέλεια των άλλων δυο παιδιών, της Μαρίας και του Διονύση, που θα κατέληγαν σε κάποιο ίδρυμα κι αυτά. Οι γονείς του ήταν πολύ καταβεβλημένοι να τα αναλάβουν. Κανένα δικαστήριο δεν θα τους έδινε την επιμέλεια. Ο Δημήτρης ήταν σε απόλυτη απόγνωση. Μόνο ένας άνθρωπος στον κόσμο ολόκληρο θα μπορούσε να βρει λύση.
Ο αδελφός του.
Μετά από τέσσερα σχεδόν χρόνια σιωπής, έριξε τον εγωισμό του, κατάπιε την περηφάνια του και του εξήγησε στο τηλέφωνο χαρτί και καλαμάρι τι ακριβώς είχε συμβεί. Ο Ανέστης δεν έδειξε ίχνος συμπόνιας.
«Θα σε γλιτώσω. Θα μου γράψεις το μερτικό σου από το παραθαλάσσιο οικόπεδο, βέβαια», απαίτησε.
Ο Δημήτρης συμφώνησε χωρίς κανέναν απολύτως ενδοιασμό.
«Επίσης, θα πάρουμε εμείς το παιδί. Η Ελένη απέβαλε πάλι.», συμπλήρωσε αδίστακτα.
Το κοριτσάκι μεγάλωσε εν τέλει με τους θείους του, που θεωρούσε τους πραγματικούς του γονείς. Το ζεύγος πάτησε μία φορά στο νησί μαζί με τη μικρή, τη Μαριλίζα, στην κηδεία της γιαγιάς της. Ο Ανέστης, ο μεγαλοδικηγόρος, ερχόταν αρκετά συχνά. Στο οικόπεδό του, το παραθαλάσσιο φιλέτο, είχε χτιστεί μια υπερσύγχρονη ξενοδοχειακή μονάδα. Ερχόταν να επιβλέπει την επένδυσή του. Με τον αδελφό του εξακολουθούσε να μην έχει σχέσεις.
Μεγαλώνοντας η Μαριλίζα, ήθελε να γνωρίσει τις ρίζες της. Οι γονείς της την απέτρεπαν από το να επισκεφτεί το νησί που μόνο ‘κάτι κατσίκια και κάτι άξεστους χωριάτες’ διέθετε. Προφασίστηκε ότι ήθελε να δει το ξενοδοχείο και ακολούθησε τον πατέρα της σ’ ένα από τα ταξίδια του. Στην πραγματικότητα ήθελε να γνωρίσει τους συγγενείς της. Αδέλφια δεν είχε η ίδια, ούτε πρώτα ξαδέλφια από τη μεριά της μαμάς της. Θυμάται τότε στην κηδεία της γιαγιάς Μαρίας, που ούτε αυτή είχε γνωρίσει, δύο ξαδέλφια αρκετά μεγαλύτερά της. Τους βρήκε στα δίκτυα κοινωνικής δικτύωσης και επικοινωνούσαν πια. Θυμόταν και τους θείους της, τον αδελφό του μπαμπά και τη γυναίκα του. Πόσο θερμά την αγκάλιασαν εκείνη τη μία φορά που τους είδε.
Φτάνοντας στο νησί, άφησε τα πράγματα στο ξενοδοχείο και κατευθύνθηκε στο σπίτι των θείων της. Δεν το ανέφερε στο μπαμπά. Ήξερε ότι δεν είχε αγαστές σχέσεις με τον αδελφό του. Του είπε ότι θα περπατούσε λίγο και θα τον συναντούσε αργότερα. Είχε αδυναμία στον πατέρα της. Του έμοιαζε πολύ εξωτερικά, εκτός από τα μάτια της. Αυτά είχαν μια σπάνια απόχρωση, γαλανοπράσινη προς σμαραγδένια. Η μαμά της είχε πει ότι τα είχε κληρονομήσει από την προγιαγιά της από το σόι το δικό της. Ήθελε κι αυτή να καρπωθεί, έμμεσα έστω, κάτι από την εμφάνιση της Μαριλίζας, αφού δεν της είχε πάρει τίποτα απολύτως. Με τη μαμά δεν ήταν πολύ δεμένες σαν μάνα και κόρη. Ένιωθε η Μαριλίζα ότι κάτι έλειπε από τη σχέση αυτή.
Φτάνοντας στον προορισμό της, συνάντησε στη βεράντα την ξαδέλφη της. Η Μαρία την αναγνώρισε αμέσως και την καλωσόρισε με μια σφιχτή αγκαλιά στο σπιτικό τους. Ήταν μόνη στο σπίτι. Όσο η Μαρία ετοίμαζε τα καφεδάκια η Μαριλίζα περιεργαζόταν το δωμάτιό της. Ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί της όταν έπεσε η ματιά της στη φωτογραφία πάνω στο γραφείο της Μαρίας. Ήταν η κυρία Λίνα. Δεν μπορούσε να εξηγήσει την παράξενη αυτή αντίδραση και το περίεργο συναίσθημα που ένιωσε αντικρίζοντας τη γυναίκα αυτή. Όταν η Μαρία της διηγήθηκε την ιστορία της δασκάλας της, η Μαριλίζα έμεινε ακόμα πιο απορημένη. Ένιωθε μέσα της ένα ανεξήγητο δέσιμο με τη γυναίκα αυτή.
Έλειπε αρκετή ώρα όταν άρχισε να την αναζητά ο πατέρας της στο κινητό.
«Πρέπει να φύγω. Θα ξαναέρθω αύριο. Δώσε φιλιά στους γονείς σου», είπε και αναχώρησε.
Κατηφορίζοντας για την παραλία συνάντησε στο δρόμο μια γυναίκα. Κοντοστάθηκε και την καλησπέρισε.
«Μαριλίζα εσύ…;», ρώτησε διστακτικά η γυναίκα.
«Εγώ είμαι. Θεία Βαλεντίνα, εσείς;», απάντησε, επίσης, με επιφύλαξη το κορίτσι.
Στα μάτια των δύο γυναικών συναντήθηκαν δύο τρικυμισμένες, σμαραγδένιες θάλασσες.
«Vajza ime!», είπε στη μητρική της γλώσσα η Βαλεντίνα.
Η Μαριλίζα ήξερε τη φράση αυτή. Τη χρησιμοποιούσε η κυρία που είχαν για βοηθό στο σπίτι όταν προσφωνούσε την κόρη της.
Οι δύο γυναίκες κοιτάχτηκαν βαθιά μέσα στα μάτια. Η τρικυμία είχε κοπάσει. Μόνο γαλήνη και νηνεμία υπήρχε πια.
Δε μίλησε η Βαλεντίνα. Ούτε η Μαριλίζα μίλησε.
Μίλησε… το αίμα.
Αναστασία Λαζαράκη
