Λένε πως η αγάπη όλα τα μπορεί, πως η αληθινή αγάπη είναι ικανή για τα πάντα. Είναι όμως; Αρκεί ένα συναίσθημα -όσο δυνατό κι αν είναι- για να διορθώσει κάθε συνθήκη;
Ήταν μια τυχαία γνωριμία απ’ το πουθενά, που όμως έμελλε να σημαδέψει ανεξίτηλα τις καρδιές τους. Ποιος το περίμενε αλήθεια; Ξημερώματα παρά κάτι σ’ ένα κατάμεστο μπαρ κάπου στη Λάρισα και μια άγαρμπη κίνησή της, που γέμισε το λευκό του πουκάμισο με βότκα πορτοκάλι. Ένα ξαφνιασμένο βλέμμα εκείνου, μια παρακλητική συγνώμη εκείνης, μια προσπάθειά της να τον βοηθήσει να καθαρίσει το ρούχο του, ένα άγγιγμά του στο χέρι της… Γνωριμία της μιας βραδιάς ή one night stand όπως λέγεται σήμερα.
Πριν την δει να επιβιβάζεται το επόμενο πρωί στο λεωφορείο για Θεσσαλονίκη, σ’ ένα χαρτάκι γραμμένο βιαστικά το τηλέφωνό του. Ένα βιαστικό χαμόγελό της κι ένα πεταχτό φιλί στα χείλη. Ένα χέρι νοσταλγικά ακουμπισμένο στο κρύο τζάμι του λεωφορείου όσο έβλεπε τη μορφή του όλο και να μικραίνει. Ένας αυθόρμητος αναστεναγμός κι ένα νευρικό τρίψιμο του μετώπου του, λίγο πριν κατευθυνθεί στο γκισέ για να ζητήσει εισιτήριο για Αθήνα…
Γνωρίζονταν χρόνια… αιώνες θαρρείς. Ήταν μια τυχαία γνωριμία απ’ το πουθενά, κάπου 15 χρόνια πριν, όταν εκείνη μόλις είχε χωρίσει από έναν ζόρικο γάμο, όταν εκείνος πάλευε να ορθοποδήσει οικονομικά με το μαγαζί που είχε κληρονομήσει απ’ τον πατέρα του. Η “προίκα” της απ’ το διαζύγιο, δυο κοριτσάκια, μωρά σχεδόν, αμέτρητες ψυχικές πληγές κι ένας σπασμένος καρπός, που κάθε που άλλαζε ο καιρός της θύμιζε πόσα πέρασε, πόσα άντεξε και πόσο έπρεπε να προσέχει πια. Η “προίκα” του απ’ το θάνατο του πατέρα του, μια μάνα διαλυμένη, άρρωστη και σωματικά ανίκανη να εργαστεί, ένα καταχρεωμένο μαγαζί που έπρεπε πάση θυσία να σώσει και μια βαριά αβεβαιότητα για το πώς θα τα καταφέρει.
Ήταν η πρώτη φορά για εκείνη που είχε αφεθεί στα θέλω του κορμιού της. Ήταν η πρώτη φορά για εκείνον που μετά από μια γνωριμία της μιας βραδιάς, ένιωθε ένα κόμπο στο λαιμό για τον αποχωρισμό.
Σ’ όλο το ταξίδι, κρατούσε το χαρτάκι με το τηλέφωνό του στα χέρια της και το μυαλό της ήταν γεμάτο με σκέψεις για το τι έπρεπε να κάνει μ’ αυτό. Θεωρητικά της το είχε δώσει έτσι, τυπικά, σάμπως υπήρχε περίπτωση να ξαναβρεθούν; Τα χιλιόμετρα που τους χώριζαν ήταν απαγορευτικά για οτιδήποτε παραπάνω. Μια βραδιά, αυτό ήταν όλο. Γιατί όμως το σκεφτόταν τόσο;
Σ’ όλο το ταξίδι, κρατούσε το κινητό του στο χέρι και είχε τα μάτια του κολλημένα στην οθόνη, ελπίζοντας για ένα μήνυμα έστω. Θεωρητικά εκείνη δεν θα έμπαινε σ’ αυτή τη διαδικασία, τόσα χιλιόμετρα τους χώριζαν, τι νόημα θα είχε να διατηρηθεί μια επικοινωνία; Μια βραδιά, αυτό ήταν όλο. Γιατί όμως το σκεφτόταν τόσο;
Το πρώτο μήνυμα γράφτηκε λίγες ώρες μετά κι ήταν το πρώτο από πολλά, πάρα πολλά που ακολούθησαν κι εκείνη τη μέρα και τις επόμενες. Κι αυτή η κολόνια κράτησε μήνες ολάκερους. Μηνύματα και κλήσεις που κάθε ένα έκρυβε μέσα του κι ένα κομμάτι της ζωής τους. Γιατί πολύ σύντομα είχε ο ένας εξομολογηθεί κάθε πτυχή της ζωής του στον άλλον, ακόμη και τις πιο απόκρυφες, ακόμη και τις πιο ζόρικες.
Τρία χρόνια κράτησε η ιστορία τους. Τρία χρόνια με ταξίδια αστραπή, μια εκείνος, μια εκείνη. Τρία χρόνια με βαθιά συναισθήματα, αληθινό νοιάξιμο και δακρυσμένα “μου λείπεις”. Η συζήτηση για κοινό μέλλον έπεσε στο τραπέζι σχεδόν απ’ την αρχή. Κανείς απ’ τους δυο όμως δεν ήταν διατεθειμένος να “ξεριζωθεί”. Η δουλειά του, το μαγαζί του, η μάνα του. Η δουλειά της, τα παιδιά της, ο πρώην της. Ρίζες δυνατές που τους κρατούσαν εκεί, αδύναμους να μετακινηθούν. Ο ξεριζωμός θα προκαλούσε ρήγματα που δεν θα ήταν εύκολο να επουλωθούν. Κανείς δεν θα μπορούσε να σηκώσει το “βάρος” του άλλου. Όση αγάπη κι αν υπήρχε. Και υπήρχε πολλή.
Λένε πως η αγάπη όλα τα μπορεί, πως η αληθινή αγάπη είναι ικανή για τα πάντα. Είναι όμως; Αρκεί ένα συναίσθημα -όσο δυνατό κι αν είναι- για να διορθώσει κάθε συνθήκη; Αν τους ρωτούσες, θα ορκίζονταν πως ο ένας βρήκε στον άλλον ό,τι ήθελαν πάντα. Η χημεία τους ήταν κάτι παραπάνω από μαγική, η επικοινωνία τους ήταν κάτι παραπάνω από ιδανική, ο έρωτας που τους ένωσε ήταν κάτι παραπάνω από αληθινός. Μα ήταν κι αυτές οι ρίζες που κρατούσαν τόσο βαθιά ριζωμένο τον καθένα στο δικό του τόπο, που όση δύναμη κι αν έβαζε η αγάπη, ήταν αδύνατον να τους μετακινήσει.
Τρία χρόνια κράτησε η ιστορία τους, ώσπου άφησαν ο ένας το χέρι του άλλου κοινή συναινέσει. Κατέληξαν αμοιβαία πως όχι, δεν τα μπορεί όλα η αγάπη, δεν φτάνει, δεν αρκεί. Δεν έπαψαν ποτέ να έχουν επικοινωνία, μα πάγωσαν τις καρδιές τους, για να μπορούν να τις κρατήσουν μακριά τη μία απ’ την άλλη. Δοκίμασαν να δοθούν κι αλλού. Κάποιες φορές κρατούσε λίγο, κάποιες πολύ, μα κάθε φορά που η όποια ιστορία τελείωνε, η σκέψη ταξίδευε νοερά μακριά, κάπου 500 χιλιόμετρα μακριά.
15 χρόνια μετά, το μαγαζί του είχε ισορροπήσει. Είχε καταφέρει να ξεχρεώσει και να ζει αξιοπρεπώς. Η μάνα του είχε τελικά χάσει τη μάχη και είχε φύγει να συναντήσει τον πατέρα του, αφήνοντάς τον μόνο στους γκρίζους τοίχους του πατρικού του. Είχε κάνει αρκετές γνωριμίες όλα αυτά τα χρόνια, σε καμιά αγκαλιά όμως δεν κατάφερε να κουμπώσει με το μαγικό τρόπο που κούμπωνε με εκείνη.
15 χρόνια μετά, οι κόρες της κόντευαν να ενηλικιωθούν. Με κόπο και δυσκολίες είχε καταφέρει να μεγαλώσει τα παιδιά της. Είχε ακόμη τους γονείς της κοντά, που τόσα χρόνια την βοηθούσαν και τώρα είχε έρθει η σειρά της να τους σταθεί. Είχε κάνει αρκετές γνωριμίες όλα αυτά τα χρόνια, αλλά σε καμιά αγκαλιά δεν ένιωσε παραδομένη και ασφαλής, με τον τρόπο που ένιωθε στη δική του.
Σκέψεις για επανασύνδεση δεν υπήρχαν. Οι γέφυρες που με μανία προσπαθούσαν να γκρεμίσουν όλα αυτά τα χρόνια, έστεκαν και τους κοιτούσαν διαλυμένες. Όλες οι προσπάθειες που έκαναν κι οι δυο να πείσουν τους εαυτούς τους πως το ότι δεν το έζησαν όπως έπρεπε, το μεγέθυνε μέσα τους, έπεφταν στο κενό. Ήταν για εκείνον. Ήταν για εκείνη. Τι τα θες όμως; Θολώνει ο χρόνος τα συναισθήματα, λειαίνει τον πόνο, τιθασεύει τη θλίψη. Μα καμιά φορά χαμογελούσαν πικρά κι οι δυο όταν άκουγαν από κάποιον να ελπίζει λέγοντας πως η αγάπη όλα τα μπορεί, πως μόνο η αγάπη αρκεί για να φτιάξει τα πάντα. Γιατί γνώριζαν πως είναι και κάποια πράγματα που δεν μπορεί. Γιατί δυστυχώς ένα συναίσθημα, όσο δυνατό κι αν είναι, δεν μπορεί να διορθώσει κάθε συνθήκη. Το ήξεραν καλά κι οι δυο πια… Πικρή η αλήθεια πως η αγάπη όλα (δεν) τα μπορεί.
Κική Γιοβανοπούλου
