Η βροχή

Συνήθιζα να λέω πως σε ξέχασα… Κόμπιαζα όταν με ρωτούσαν το όνομά σου, σε μια προσπάθεια να το θυμηθώ, τάχα… Τραύλιζα, κολλούσα και επαναλάμβανα συλλαβές, μήπως και κατορθώσω να το σχηματίσω ολόκληρο. Κάπως έτσι, έπειθα πως δεν άφησες στη ζωή μου αποτύπωμα μεγαλύτερο από έναν τυχαίο περαστικό, που μια μέρα πιάσαμε την κουβέντα για να περάσει η ώρα, περιμένοντας στην ουρά της τράπεζας ή του σουπερμάρκετ. Γελούσα, γνέφοντας καταφατικά κάθε φορά που μου έλεγαν, «Μάτια που δεν βλέπονται γρήγορα λησμονιούνται» και ας μην έσβησα ποτέ από τη μνήμη μου τα μάτια σου κι ας αναζήτησα πολλές φορές το βλέμμα σου σε μάτια τρίτων κι ας δέθηκα πολλές φορές, παράδοξα, με μάτια που έμοιαζαν στα δικά σου.

Μα, πέρασαν τα χρόνια και σε ανακαλώ, όπως ανακαλείς τη βροχή, καθώς χαζεύεις ένα όμορφο ουράνιο τόξο… Όσο βρέχει, δυσανασχετείς… Μουσκεύεις, κρυώνεις, κατηγορείς τη βροχή πως σου χάλασε τα σχέδια. Διακόπτεις τη διαδρομή σου στα μισά και γυρνάς πίσω στο σπίτι. Θυμώνεις με τον εαυτό σου, που δεν είχες προνοήσει να πάρεις μαζί σου ομπρέλα, κοιτάζοντας τα σύννεφα. Πολλές φορές απλά ξεγελιέσαι με δαύτη την αφέλεια, αφού η βροχή ήταν απλά η δικαιολογία σου για την κακοκεφιά σου, η αφορμή να εκτονώσεις την κακή σου διάθεση σε κοντινούς σου ανθρώπους, η πρόφασή σου για να ακυρώσεις πλάνα και να μείνεις μέσα στο σπίτι.

Όταν όμως περνά αρχίζεις και την εκτιμάς, καθώς σε τέρπει το θέαμα του ουράνιου τόξου. Χαζεύοντας την όμορφη θέα, σκέφτεσαι πως θα μπορούσες να επωφεληθείς από τη βροχή… Να δροσιστείς από τις σταγόνες της, να αποθηκεύσεις τις ευωδιές από το άρωμά της. Να εμπνευστείς από το μελαγχολικό τοπίο, γράφοντας ποιήματα, διηγήματα, τραγούδια… Να ζεστάνεις την ψυχή σου με όνειρα για μελλοντικές όμορφες ηλιόλουστες μέρες. Να κάνεις ζωγραφιές στο θολωμένο τζάμι. Να γίνεις για λίγο παιδί ξανά βγαίνοντας έξω να παίξεις, δίχως να σε νοιάξει εάν θα βραχείς, εάν θα τσαλακωθείς και το πόση ώρα θα περιμένεις να στεγνώσεις.

Ήσουν η βροχή μου… Μια βροχή που κράτησε για χρόνια, μια βροχή που με βρήκε άμαθη σε έντονα καιρικά φαινόμενα και πολύ μακριά από το σπίτι. Φοβήθηκα πολλές φορές την πλημμύρα που θα επέφερε τον πνιγμό, αφού θεωρούσα πως κάθε καταφύγιο που έχτιζα, δεν με κάλυπτε επαρκώς. Επικρατούσε ομίχλη και η ασταμάτητη πτώση των σταγόνων μου θόλωνε τα μάτια. Ήταν πια αδύνατο να βρω τον δρόμο για το σπίτι…

Υπήρξα δειλή, κυκλοθυμική, νευρική, φοβισμένη… Κάποιες στιγμές η βροχή χαλάρωνε, μα είχε γίνει η συνήθειά μου να την προβάλλω ως εμπόδιο. Είχα βρει ασφάλεια στο να είμαι χαμένη και να κατηγορώ τις συνθήκες για την αδυναμία μου να βρω τον σωστό προορισμό.

Ήσουν η βροχή μου… Μια βροχή διαρκείας, με ένταση ασταθή…. Ένταση ασταθή… Μια αμφιταλάντευση μεταξύ αδιαφορίας και πάθους, μεταξύ αγάπης και μίσους. Ο τοξικός εθισμός μου, καθώς είχα αναπτύξει λατρεία για τα άκρα και ας με δηλητηρίαζαν και ας κατέστρεφαν καθετί εντός μου.

Ήσουν η βροχή μου… Μια βροχή που πια έχει φύγει από τη ζωή μου. Μια βροχή που σκέφτομαι πως θα έπρεπε να έχω αντιμετωπίσει διαφορετικά κι όχι να μην υπήρχε, αφού η ύπαρξή σου, ήταν αναπόφευκτη. Μια βροχή που έφυγε και πια, καθώς το ουράνιο τόξο ατενίζω, σκέφτομαι πως πολλά από τα χρώματά του οφείλονται σε σένα.

Ιωάννα Χαντζαρά

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading