Η φωτιά ξεκίνησε από το τίποτα. Ένα τσιγάρο, μια σπίθα, μια ριπή ανέμου.
Οι ξερές πευκοβελόνες, στρώμα στο έδαφος, άρπαξαν με την πρώτη. Το πύρινο φιδάκι σκαρφάλωσε γοργά στον κορμό που ήταν κεντημένος με δάκρυα από ρετσίνι. Ύστερα έφτασε στα κλαριά, έχοντας κερδίσει σε μήκος και πλάτος. Αδηφάγο, σαν πύθωνας, απλώθηκε καταβροχθίζοντας τα κουκουνάρια. Κι αυτά, προσπαθώντας να ξεφύγουν, φλεγόμενα εκσφενδονίστηκαν σαν χειροβομβίδες, δίπλα. Και παραδίπλα. Και ακόμα πιο πέρα…
Μέσα σε ελάχιστη ώρα, ο οικισμός καιγόταν απ’ άκρη σ’ άκρη. Ανθρώπων έργα χάνονταν σε στιγμές, παρανάλωμα στο πορφυρό, καυτό καμίνι, που δούλευε ακούραστα μέχρι να εξαντλήσει ολότελα την άφθονη πρώτη ύλη, που βρήκε ανέλπιστα διαθέσιμη.
Η Στέλλα είχε πάει με το Μαράκι για μπάνιο στη μικρή παραλία, από νωρίς το πρωί. Πόσο τη λαχταρούσε το μικρό τη θάλασσα, όλους τους μήνες που έμενε κλεισμένο στα τέσσερα ντουβάρια του διαμερίσματος των γονιών του… Τσαλαβουτούσε στα ρηχά με τα μπρατσάκια του, ολόχαρο, μ’ όλα τα ξένοιαστα τρία του χρόνια, κι η Στέλλα το παρακολουθούσε από την αμμουδιά. Φύλακας – άγγελος φρουρός, έτοιμη να τιναχτεί και να τρέξει, αν κίνδυνος -όποιος, μικρός ή μεγάλος- τολμούσε να το απειλήσει.
Στην αρχή η μυρωδιά που ερέθιζε τα ρουθούνια της ερχόταν κι έφευγε. Δεν ήταν σίγουρη… Όταν όμως ήρθε στο κατόπι της μυρωδιάς και ο καπνός, η Στέλλα πετάχτηκε όρθια και τράβηξε το Μαράκι από τη θάλασσα.
Η παραλία ήταν χαμηλά, δεν είχε ορατότητα, δεν μπορούσε να καταλάβει τι γινόταν. Σέρνοντας, σχεδόν, τη μικρή, όρμησε στα σκαλιά. Παναγιά μου! Ο Σταμάτης!
Όταν έφτασε στην κορφή, το τείχος του καπνού που ερχόταν καταπάνω τους, την έσπρωξε πίσω, βίαια. Το σύννεφο τους τύλιξε. Δεν έβλεπε σχεδόν τίποτα. Άκουσε το μικρό δίπλα της να πνίγεται, να βήχει.
Θεέ μου, τι γίνεται! πρόλαβε μόνο να βογκήξει, πριν ο καπνός ορμήσει και στα δικά της τα πνευμόνια…
Το στενό μονοπάτι με την ξερολιθιά να το προστατεύει, ίσα που διακρινόταν ανάμεσα στα ξέφτια του καπνού, απείραχτο. Η φωτιά ερχόταν αγριεμένη, απ’ τ’ αριστερά, τώρα κατάπινε τα δέντρα του διπλανού οικοπέδου. Πέντε – δέκα λεπτά χρειαζόταν μόνο να φτάσει στο σπίτι. Ίσως λίγο παραπάνω, με το μικρό στην αγκαλιά της. Όμως η φωτιά έτρεχε πολύ γρήγορα…
Το κοριτσάκι άρχισε να κλαψουρίζει τρομαγμένο: «Γιαγιά, δεν μπορώ!», άρθρωσε πνιγμένα. Δεν μπορούσε να ανασάνει. Μ’ όση δύναμη της έμενε, η Στέλλα το σήκωσε, έκανε μεταβολή και σκοντάφτοντας, κατάφερε να κατέβει τα σκαλιά…
Η κάπνα τώρα ήταν πυκνή, έμοιαζε να βουτάει στα νερά, που ήρεμα κι αγόγγυστα την κατάπιναν.
Και το Μαράκι έκλαιγε και ολοένα έβηχε…..
Η Στέλλα όρμησε με το μωρό αγκαλιά στη θάλασσα. Με νύχια και με δόντια, έσκισε δυο λουρίδες από το φουστάνι της. Έδεσε τη μια γύρω από τη μύτη και το στόμα της εγγονής της. Άλλη μια για τον εαυτό της. Κι έμεινε εκεί. Μέχρι τη μέση στο νερό. Κρατώντας το μικρό, που πάνω από την αυτοσχέδια μάσκα, είχε ανοίξει δυο μάτια τεράστια και έκπληκτα, κατατρομαγμένο από το μολυβένιο ουρανό, τις φλόγες και τον καπνό που τύλιγαν τον κόσμο.
Έμειναν μόνες τους –πόσες ώρες άραγε; Άκουγαν μακρινές κραυγές και κλάματα, μέσα απ’ το ανατριχιαστικό τριζοβόλημα της πυράς. Είδαν τις γλώσσες της φωτιάς να φτάνουν στο ύψωμα, να καταπίνουν τα χορτάρια κι ύστερα να κατηφορίζουν για να καταβροχθίσουν κι όσα λίγα είχαν τολμήσει να βλαστήσουν στη μικρή πλαγιά. Τις είδαν να σέρνονται ύπουλα πάνω στα φτωχά κρινάκια της στενής αμμουδιάς. Τα αφάνισαν κι αυτά. Κι ύστερα πια έσβησαν, αφήνοντας πίσω μαυρίλα και τεφρή σιωπή.
Το Μαράκι είχε σωπάσει από ώρα. Ίσως και να ‘χε αποκοιμηθεί εξαντλημένο. Στην αρχή φώναζε και ξαναφώναζε κλαίγοντας πως κρύωνε μέσα στα νερά, πως διψούσε, πως ήθελε να βγάλει αυτό το βρεμένο πανί από το πρόσωπό της, πως ήθελε να φύγουν πια από ‘κει. Να πάνε σπίτι ήθελε, στον παππού, που τον είχαν αφήσει στην πολυθρόνα του στη βεράντα, με τα πονεμένα του τα πόδια πάνω στο σκαμνάκι…
Η Στέλλα δάγκωνε τα χείλια της. Δεν της επιτρεπόταν για την ώρα να ουρλιάξει. Κι ακόμα και τα δάκρυα ήταν περιττά, γιατί αν τ’ άφηνε ελεύθερα, θα πέτρωνε το πρόσωπό της όσο κυλούσαν και θα γινόταν έτσι, ολόκληρη, ένα γλυπτό από αλάτι.
Η βάρκα ξεπρόβαλε από τον κουρνιαχτό, αργά και σταθερά, διάφανη, σαν όραμα. Δυο μπράτσα τράβηξαν τρυφερά το Μαράκι από τη μαρμαρένια αγκαλιά της Στέλλας. Εκείνη δεν αντιστάθηκε και δεν βοήθησε. Άφησε να ανασύρουν και την ίδια σα νεκρό βάρος από το βυθό. Από εκεί που βρέθηκε ξαπλωμένη κι όσο της δρόσιζαν με γλυκό νερό τα σκασμένα της χείλια, μπόρεσε να προφέρει με κόπο «το παιδί… το παιδί… είναι καλά;».
Η μικρή φωνούλα που ζητούσε τσιριχτά: «κι άλλο… κι άλλο νεγιάκι, παακαλώ», την καθησύχασε. Ύστερα όμως, η άλλη αγωνία την έκανε να τιναχτεί… ο Σταμάτης… ο ολομόναχος, ο ανήμπορος Σταμάτης…
Στο Κέντρο Υγείας που πήγαν, μπόρεσε να μιλήσει στο τηλέφωνο με τους δικούς της. Και ύστερα από λίγη ώρα, να δει το Μαράκι να γελά χαρούμενα, στην αγκαλιά των γονιών του….
Κι όταν η κόρη της, κομπιάζοντας, με κατακόκκινα από το κλάμα μάτια της είπε… η Στέλλα γύρισε το μουτζουρωμένο πρόσωπό της από την άλλη μεριά. Πέτρινη, αμίλητη, άφησε τα ρίγη να την τραντάζουν σύγκορμη, άφησε τα δόντια της να χτυπούν.
Από την αφόρητη κάψα εκείνης της καλοκαιρινής, καμένης μέρας, ξεπήδησε παντοδύναμος εντός της, ένας άγριος χειμώνας. Χιόνι και πάγος. Τίποτα άλλο. Δεν ήθελε να μιλήσει, να απολογηθεί, να δικαιολογηθεί, να εξηγήσει. Να αποδώσει ευθύνες και να καταραστεί συγκυρίες. Επειδή σ’ όλη της τη ζωή υπήρξε λογική και προνοητική. Και ανάμεσα σε δυο απειροελάχιστες στιγμές, δίχως να διστάσει καθόλου, είχε διαλέξει. Γνωρίζοντας καλά ότι με την επιλογή της αυτή, θα ζούσε μέσα στην παγωνιά, από δω και πέρα.
******************************
Τρεις μήνες μετά, η Στέλλα κατάφερε να γυρίσει. Από το χαμηλό σπίτι, έμεναν μόνο οι μαυρισμένοι τοίχοι. Όλα είχαν χαθεί. Ο μικρός κήπος, κρανίου τόπος, μελανός και ζοφερός σαν στοιχειωμένος, διάσπαρτος αποκαΐδια.
Το Μαράκι ξέφυγε από το χέρι της μαμάς του κι άρχισε να τρέχει χοροπηδώντας πάνω στις στάχτες. Μέχρι να το μαζέψουν, είχε προλάβει να βρει το θησαυρό.
– Κοίτα γιαγιάκα μου, τι σού ‘φερα εγώ! της έβαλε στο χέρι ένα ντελικάτο μενεξελί κυκλάμινο.
– Πάω να φέρω κι άλλο, για τη μαμά! δήλωσε αδιαπραγμάτευτα. Έχει πολλά εκεί!
Κι αλήθεια… πάνω στη μαύρη, καμμένη γη και στις στάχτες, ανάμεσα στα ρημάδια και στ’ άμορφα απομεινάρια, κάτω από τη θαμπή λάμψη του φθινοπωρινού ήλιου, ξεπρόβαλαν κυκλάμινα. Πολλά κυκλάμινα! Κατάλευκα και μαβιά και ρόδινα. Ταπεινά αλλά και περήφανα πάνω στους χαμηλούς, λεπτεπίλεπτους μίσχους. Άλλα ήταν ορθάνοιχτα κι άλλα ήταν έτοιμα να ανοίξουν τα τέλεια πέταλά τους στο σχήμα της καρδιάς. Της καρδιάς… που χτυπά ολοζώντανη κάτω από τις στάχτες και φέρνει ζεστασιά στο κορμί.
Ζεστασιά που μπορεί να λιώσει τον πάγο και να δώσει ζωή.
Ζωή, που συνεχίζει να βρίσκει το δρόμο της, ό,τι και να γίνει, επειδή πορεύεται χέρι – χέρι με την ελπίδα.
Ελπίδα… που η δουλειά της είναι να ρίχνει βάλσαμο στις πληγές και να τις γιατρεύει.
Κυκλάμινα της Ελπίδας, λοιπόν… Μπορεί και της Συγχώρεσης…
Ελένη Ασμάνη
