Σκούπισε τον ιδρώτα με το μανίκι του και ξεφύσησε δυνατά. Τα γυαλιά του θόλωσαν και σταμάτησε για λίγα δευτερόλεπτα. Η γυναίκα δίπλα του, με τρεμάμενο χέρι μάζεψε ό,τι σταγόνες είχαν μείνει με καθαρό πανί. Τα γόνατά της δε την κρατούσαν, από τις επτά το πρωί ήταν στην αίθουσα και κόντευε πέντε το απόγευμα. Δε μίλησε όμως, άχνα δεν έβγαλε. Όλοι εκεί μέσα κρατούσαν την αναπνοή τους, κιχ δεν ακουγόταν όταν χειρουργούσε ο Γεωργίου. Εκείνος μπορούσε να βρίζει, να φωνάζει, να φυσάει δυνατά, σπανιότερα να σιγομουρμουρίζει κάποιο σκοπό, αλλά μόνο αυτός. Όλοι οι άλλοι στρατιώτες παρά πόδας του. Κάθε του νεύμα προσταγή που έπρεπε να εκτελεστεί σε δέκατα του δευτερολέπτου.
Το ήξερε ο Γεωργίου ότι δεν τον χώνευε κανείς τους. Δεν τον ένοιαζε καθόλου. Γι’ αυτόν σημασία είχε ο άνθρωπος που ήταν ξαπλωμένος μπροστά του. Άντρας, γυναίκα, παιδί, αδιάφορο του ήταν, μοναδικός του σκοπός να φύγει από το τραπέζι του σώος και αβλαβής.
29 χρονών ήταν όταν τον άφησε ο επιμελητής του να χειρουργήσει για πρώτη φορά μόνος του. Υπό την επίβλεψή του φυσικά, αλλά μόνος του. Τα δικά του χέρια θα αφαιρούσαν το υποσκληρίδιο αιμάτωμα του συνομήλικου νεαρού που μπήκε εκτάκτως μετά από τροχαίο. Τύχη βουνό για τον Γεωργίου. Από όλους τους εκπαιδευόμενους νευροχειρουργούς, αυτόν διάλεξε ο επιμελητής. Ήταν καλός, το ήξερε, διάβαζε πολύ, αυτός έπρεπε να είναι. Αφαίρεσε με σταθερές κινήσεις το μεγαλύτερο μέρος του αιματώματος και μόλις σταθεροποιήθηκε και επέστρεψε στα φυσιολογικά επίπεδα η ενδοκρανιακή πίεση του εγκεφάλου, οι συνάδερφοι ξέσπασαν σε χειροκροτήματα. Βούρκωσε, αλλά δεν άφησε να φανεί κανένα συναίσθημά του. Κούνησε το κεφάλι συγκαταβατικά και ολοκλήρωσε την επέμβαση με ύφος μεγάλου χειρουργού.
Ήταν αλαζόνας. Το ήξερε. Μπορεί να αδιαφορούσε για τη γνώμη των άλλων, όμως από τον εαυτό του δύσκολα μπορούσε να κρυφτεί.
Κι αυτή η επέμβαση πήγε καλά. Έδωσε τη χαρά σε ένα μαθητή του να κλείσει τον ασθενή και πέταξε την ποδιά από πάνω του. Άλλο ένα ελάττωμά του ήταν ότι δεν ήθελε να περνάει από το θάλαμο να βλέπει τον ασθενή μετεγχειρητικά. Οι ασθενείς του δεχόταν τις παραξενιές του. Το όνομα Γεωργίου φιγουράριζε πρώτο στη λίστα με τους καλύτερους νευροχειρουργούς στην Ευρώπη, όχι μόνο στην Ελλάδα.
Ντυμένος με φόρμα και τζόκεϊ, πέρασε απαρατήρητος και έφυγε από το νοσοκομείο. Έπρεπε να εκτονώσει τη συσσωρευμένη ένταση που κάλπαζε σαν ατίθασο άτι εντός του.
Σήκωσε το τηλέφωνό του και κάλεσε το χρήστη «Αρρώστια».
-Σε μισή ώρα θα είμαι εκεί, είπε μόνο.
-Εντάξει, θα είναι όλα έτοιμα.
Έφτασε. Ανέβηκε δυο δυο τα σκαλιά. Το κλιμακοστάσιο είχε λεκέδες από χυμένους καφέδες και άλλων αγνώστου προελεύσεως υγρών. Τα απέφυγε με δεξιότητα. Η φυσική του κατάσταση ήταν εξαιρετική για τα 57 του χρόνια.
Δε χτύπησε την πόρτα, δοκίμασε το χερούλι και τη βρήκε ανοιχτή. Χάρηκε, τον είχαν μάθει κι εδώ, σεβόταν ότι δεν αναλώνεται σε πολλές κουβέντες. Στο κρεβάτι βρισκόταν ήδη ένα αιθέριο πλάσμα με μακριά μαύρα μαλλιά και σαρκώδη χείλη. Σάλια μαζεύτηκαν στο στόμα του και τα κατάπιε βιαστικά. Γδύθηκε χωρίς να χάσει χρόνο, ξάπλωσε δίπλα της και χάιδεψε τα μαλλιά της. Της ζήτησε να τα πιάσει κοτσιδάκια και εκείνη υπάκουσε. Πέντε λεπτά χρειάστηκε για να καταλαγιάσει το θεριό που τρεφόταν από τρυφερή σάρκα.
Στάθηκε όρθιος και άφησε στο κομοδίνο 180 ευρώ.
-200 μου είπε η κυρία Ιωάννα ότι είναι.
-Να της πεις ότι στους καλούς πελάτες δεν αλλάζουν απροειδοποίητα την τιμή.
-Τόσο μου είπε ότι είναι η χρέωση πια. Συγνώμη μη με ανακατεύετε εμένα, είπε η κοπέλα και ξέσπασε σε κλάματα
Άφησε 300.
-Τα υπόλοιπα δικά σου. Είσαι πολύ όμορφη, πώς σε λένε; τη ρώτησε φτάνοντας στην πόρτα.
-Λουκία..
Έκλεισε την πόρτα πίσω του με την εικόνα της να φιγουράρει μπροστά στα μάτια του. Στητά στήθη, ωραίο κορμί, σαν πορσελάνινη κούκλα.
Δεν ήθελε να γυρίσει σπίτι. Δεν άντεχε τη μοναξιά του. Έβαλε μπροστά στο αυτοκίνητο και βρέθηκε σε μια γειτονιά στη Δραπετσώνα. Μπήκε στο αχούρι που ονόμαζαν κουζίνα και αναζήτησε με το βλέμμα του τον ιδρυτή του δωρεάν συσσιτίου για όλους. Τον βρήκε να καπνίζει και να πίνει από το μπουκάλι χαμηλής ποιότητας ουίσκι. Εκείνος πετάχτηκε όρθιος στη θέα του.
-Καλώς τον κύριο Γεωργίου, καλώς τον ευεργέτη μας!
-Χρειάζεσαι κάτι; Λείπει κάτι;
-Ε, όπως τα ξέρεις, πάντα κάτι λείπει, αλάτια, πιπέρια, λαχανικά, κρέατα.
-Πόσα;
-Με ένα χιλιάρικο θα φάνε όλοι και αυτή την εβδομάδα.
Πέταξε στο βρώμικο πάγκο -που είχε για γραφείο ο συνομιλητής του- αρκετά χαρτονομίσματα και έφυγε χωρίς να χαιρετήσει.
Ένιωθε καλά. Η μορφή της Λουκίας ξεθώριαζε.
Τώρα θα κοιμόταν ήσυχος, το βάρος στο στήθος του αλάφρυνε. Είχε εξιλεωθεί.
Κατερίνα Γαγανέλη
