Πετάχτηκαν από τα κρεβάτια τους από τον δυνατό θόρυβο. Αύγουστος ήταν και κοιμόντουσαν στις αυλές να δροσιστούν από την αύρα της νύχτας. «Ατύχημα έγινε πάλι στον κεντρικό», είπε η γειτόνισσα στην μητέρα και έτρεξαν γρήγορα όλοι να δουν. Πάλι στο ίδιο σημείο, με φόρα είχε βγει έναν αυτοκίνητο εκτός πορείας και είχε προσκρούσει πάνω στη γέρικη λεύκα, ευτυχώς ο οδηγός ήταν καλά, του έδωσαν τις πρώτες βοήθειες οι κάτοικοι, του σκούπισαν το κεφάλι από τα αίματα, τον κάθισαν, του έδωσαν νερό να συνέλθει ο άνθρωπος. Δεν κατάλαβε τι έγινε, σαν υπνωτισμένος έπεσε πάνω στο δέντρο είπε, ευγνώμων στην καλή του τύχη που είχε επιβιώσει. Η γιαγιά Όλγα ρουφώντας τον καπνό από το τσιγάρο σκεφτική, μονολόγησε με την σοφία των πολλών χρόνων της πάνω στην γη. «Σε αυτή την λεύκα κρέμαγαν οι Γερμανοί ανθρώπους, το σημείο ζητάει αίμα» και όλοι παγώσαμε. Πόσα έζησε αυτή η γιαγιά…
Τον έκλαψαν τον παππού, δεν είχαν νέα του από το αλβανικό μέτωπο και μετά από καιρό που κηδεύτηκε ένα άδειο φέρετρο, την ημέρα του μνημόσυνου, να σου και ο παππούς σαν φάντασμα στην πόρτα, να τους κοιτά απορημένος. Περπάτησε από την Αλβανία πληγωμένος, με βόλι στο πόδι, σφηνωμένο βαθιά. Κάποια στιγμή απόκαμε και τον μάζεψαν να τον φροντίσουν βοσκοί, με πυρετό έπεσε να πεθάνει, μα την γλίτωσε. Σκληρός άνθρωπος ο παππούς, σκαρί παλιό μα δυνατό. Την γλίτωσε, δεν του έκοψαν το πόδι. Μετά ήρθε η φυματίωση, κατάρα της τότε γενιάς. Κάπνιζε ο παππούς σαν φουγάρο, ο γιατρός του είπε «μαχαίρι» να το κόψει, του έδωσε αγωγή, έβραζαν όλα τα σκεύη πιάτα, μαχαιροπήρουνα, ό,τι χρησιμοποιούσε ο παππούς και εύχονταν, στον καθαρό αέρα της εξοχής να γίνει καλά. Λίγες ελπίδες έδωσε ο γιατρός, μα ο παππούς η παλιά καραβάνα, προς διάψευση όλων, στάθηκε τυχερός και έγινε καλά. «Χωρίς να κόψω ούτε μια ημέρα το τσιγάρο» υπερηφανευόταν περίτρανα. «Γιατροί, τι ξέρουν μωρέ αυτοί; Ο καθένας ξέρει το μέσα του, του μιλάει και όταν του επιβληθεί, το κάνει και καλά». Κούναγε η γιαγιά το κεφάλι, «μωρέ αν δεν σε φροντίζαμε και δεν σου έδινα τα φάρμακά σου, καλά δεν θα γινόσουν…». Τι γενιές ανθρώπων, σκληροτράχηλοι σε σώμα και ψυχή, δεν άφηναν ανοιχτές πόρτες στα συναισθήματα, μα σαν έβλεπαν άνθρωπο να έχει ανάγκη, τον μάζευαν, μοιράζονταν τα λίγα τους. Φακές, ψωμί, ελιές ό,τι είχαν και μετά μισοχορτασμένοι ή σχεδόν νηστικοί, χόρευαν και γλεντούσαν, σαν να μην είχαν έννοια καμία!
Σαν ήρθε η κατοχή, έλεγε ο πατέρας που τότε ήταν μικρός, στην Αθήνα πείνασαν πολύ. Από τα σκουπίδια έτρωγαν μέχρι και τις στημένες λεμονόκουπες. Πολλά παιδιά είχε η κάθε οικογένεια, με κοιλιές πρησμένες από την πείνα, κουρεμένα γουλί για τις ψείρες, ποδαράκια σαν τα σπουργιτάκια. Κάποια παιδιά δεν άντεξαν και άφησαν τις τελευταίες τους πνοές στο δρόμο. Τότε ήταν που η γιαγιά γλίτωσε εκείνο το μωρό από βέβαιο θάνατο, τον Μιχαήλ, του βρήκε γάλα να πιει το άμοιρο, περπάτησε πόσα χιλιόμετρα να βρει κατσίκες και έδωσε στον βοσκό αντάλλαγμα λίγο λάδι. Του είπε κάθε δυο ημέρες να της κρατά και από λίγο. Το έβρασαν καλά, ήπιε το μωρό, ήπιε και η μάνα και σιγά σιγά δυνάμωσαν μέσα στις κακουχίες της εποχής. Και έγινε ο Μιχαήλ καλός φίλος με τον πατέρα, έκαναν παρέα κολλητοί, καλοί μαθητές και οι δυο. Ήταν άριστοι σε όλα τα μαθήματα, ένα Β μόνο είχαν στην γραμματική και σαν το είδε ο παππούς, τα γύμνωσε και τα δυο τα παιδιά και τα έδεσε σε έναν πάσσαλο αλείφοντάς τους με μέλι. Τους τσίμπησαν τόσο πολύ τα έντομα, που πρήστηκαν, μόχθησε η γιαγιά να τους συνεφέρει και φήμες λένε πως από τότε ό,τι τσίμπαγε τον πατέρα και τον νονό, πέθαινε αμέσως.
Φήμες επίσης λένε, πως στο υπόγειό μας κρυβόντουσαν άνθρωποι που ήξεραν τον παππού και την γιαγιά και δεν έπρεπε κανείς να μάθει ποιοι είναι. Τότε ήταν που ο θείος ο Νάκος που υπνοβατούσε, όπως σχεδόν όλοι στην οικογένεια του πατέρα, γύρισε στο σπίτι με αίματα στα ρούχα και δεν ήξερε κανείς ούτε που πήγε, ούτε τι έκανε. Τα έκαψε η γιαγιά τα ρούχα και κάθε βράδυ έβαζε μια λεκάνη νερό κοντά στο κρεβάτι του θείου, έτσι ώστε αν σηκωνόταν να πάταγε τα πόδια του στο νερό και να ξύπναγε. Μα το κακό είχε γίνει, γιατί ήρθε η αστυνομία στο σπίτι και βρήκε αυτούς τους ανθρώπους και συνέλαβε τον παππού με την κατηγορία υπόθαλψης αντιεξουσιαστών. Εκεί, στην λεύκα τους έστησαν όλους να τους σκοτώσουν και έπεσε ο παππούς, έκανε τον πεθαμένο και γλίτωσε ξαπλωμένος μέσα στο αίμα από τους σκοτωμένους που πότιζε την λεύκα, την ίδια λεύκα που οι Γερμανοί κρεμούσαν τους ανθρώπους, όπως έλεγε η γιαγιά. Τον ξαναπιάσαν τον παππού, δεν είχε είπαν άδεια να πουλά, πλανόδιος ήταν, μα αυτό ήταν το πρόσχημα. Τον έχωσαν σε έναν κελί μαζί με άλλους, βγήκε εντολή να τους εκτελέσουν. Έτρεξε η γιαγιά να βρει έναν δέσποτα που ήξερε έναν άλλο, που ήξερε κάποιον που έδωσε χάρη στον παππού και γλίτωσε δεύτερη φορά το απόσπασμα. Και έτσι ο παππούς παινευόταν πως είχε ξεγελάσει τόσες φορές τον Χάρο! Και αφού λοιπόν ο Χάρος που ποτέ δεν χαρίζεται, ένιωσε προσβεβλημένος, είπε να του πάρει την γιαγιά. Γιατί όσο άτρωτος είναι ένας άντρας, αν του πάρεις την γυναίκα, τον τσακίζεις.
Όταν χάθηκε η γιαγιά Όλγα, ο παππούς κλείστηκε σπίτι του και δεν ξαναβγήκε, πλην της αυλής που έβγαζε μια καρέκλα πολυκαιρισμένη και αγνάντευε, ποιος ξέρει τι, στον κήπο. Κάπνιζε και έριχνε πασιέντζα, έτσι πέρναγαν οι ημέρες του και αν δεν ήταν η μητέρα να τον φροντίσει, θα είχε πεθάνει καιρό. Εμείς, τα εγγόνια, του αγοράζαμε τσιγάρα και σοκολάτες και τα δυο απαγορευμένα από τους γιατρούς , αλλά «τι ξέρουν οι γιατροί;» έλεγε και ξαναέλεγε ο παππούς. Και ο παππούς εκείνο το σκαρί που ποτέ δεν βούλιαζε, «άδειασε» και απόκτησε ρωγμές, το έβαλε σκοπό να πέσει να πεθάνει με δική του θέληση πλέον. Προσκάλεσε τον Χάρο να τα πιούνε μαζί, μα εκείνος δεν ερχόταν, νόμιζε πως ο παππούς τον κορόιδευε ακόμα μια φορά. Ο παππούς όμως σοβαρός ετοιμάστηκε και τον περίμενε.
Στον κήπο της αυλής μας, όταν γεννήθηκε ο πατέρας μου, ο πρωτότοκος, ο παππούς από την χαρά του φύτεψε μια ροδιά. Ποτέ η ροδιά δεν έκανε ρόδια, παρόλο που μεγάλωνε. Έβγαζε άνθη, μα δεν τα κράταγε, με πείσμα τα «πέταγε» από πάνω της και γύρναγε την πλάτη στον σκοπό της. Για κάποιο λόγο που κανείς δεν μου εξήγησε και ντράπηκα να ρωτήσω, ο παππούς με τον πατέρα μου δεν μιλιόντουσαν για πολλά χρόνια. Μάλλον δεν ενέκρινε ο ένας τον άλλον. Δεν ξέρω γιατί, μα πραγματικά δεν μιλούσαν όλα τα χρόνια που τους θυμάμαι και ήταν τραγικό, γιατί αγαπούσα και τον παππού, μα και τον πατέρα μου και δεν ήθελα να τους βλέπω να συμπεριφέρονται σαν ξένοι. Επί της ουσίας έμοιαζαν πολύ και ήταν αστείο, γιατί με την άρνησή τους, αρνούνταν τον ίδιο τους τον εαυτό.
Όταν ο παππούς το έβαλε σκοπό να πεθάνει και έπεσε στο κρεβάτι, λένε οι γυναίκες που τον βοήθησαν να ετοιμάσει την ψυχή του, πως δεν μπορούσε να «φύγει», ένοιωθε πως είχε εκκρεμότητες. Και τότε μέσα στο παραλήρημά του, ζήτησε να δει τον πατέρα. Κανείς δεν ξέρει τι είπαν, μα βρήκαν τον έναν στα χέρια του άλλου. Κλαμένος ο πατέρας, χωρίς ζωή ο παππούς. Είχε πεθάνει στην αγκαλιά του. Την επόμενη χρονιά, η ροδιά μας άνθισε και για πρώτη φορά μετά από πενήντα χρόνια έβγαλε ρόδια! Από τότε, κάθε χρονιά μας δίνει καρπούς και όλοι θυμόμαστε τον παππού και τον πατέρα, που μάλλον τώρα, θα είναι υποθέτω μαζί.
Δυο δέντρα ορόσημα στην ζωή μου, μου θυμίζουν την ιστορία της οικογένειας μα και του τόπου, η ροδιά και η λεύκα που μετά τα έργα στον κεντρικό δρόμο σταμάτησε «να ζητά αίμα». Στις ρίζες της παλιότερα είχε κτιστεί ένα ουζερί με το ίδιο όνομα και χάριζε απλόχερα τον ίσκιο της στους πελάτες του μαγαζιού. Τίποτα δεν θύμιζε την ζοφερή ιστορία της, η λεύκα έστεκε αγέρωχη και θαρραλέα στο ίδιο σημείο. Μαζί και εμείς οι απόγονοι εκείνων των σκληροτράχηλων ανθρώπων…
Ελένη Ρέγγα
