Κύκλος μέσα σε τετράγωνο

Κάθεται στο νοσοκομειακό κρεβάτι και κοιτάζει έξω από το μεγάλο παράθυρο. Η έκφραση του προσώπου της μοιάζει άψυχη, αλλά από τα μάτια της τρέχουν δάκρυα. Νιώθει τελείως αποσυντονισμένη κι έξω νυχτώνει. Την πονάνε τα μηνίγγια, την τσούζει ένα σημείο πάνω από το δεξί φρύδι και την ενοχλεί το στομάχι της. Χαϊδεύει το φρύδι της και ασυναίσθητα μετράει το φερμουάρ των ραμμάτων. «Απλή διακεκομμένη με 4-0 για θλαστικό τραύμα κεφαλής. Επανεξέταση σε 2 ημέρες, αφαίρεση ραμμάτων σε 3 ή 4» ψιθυρίζει στον εαυτό της, σαν να της κάνει μάθημα.

Είναι γελοίο αν το καλοσκεφτείς. Μπορεί να ανακαλέσει την διαδικασία της συρραφής μηχανικά, αλλά δεν αναγνωρίζει καν πού βρίσκεται. Το δωμάτιο μοιάζει οικείο, αλλά δεν είναι το σπίτι της. Κάνοντας μια γύρα με το βλέμμα της, συνειδητοποιεί πως πρόκειται για τη “σουίτα”. Έτσι, συνήθιζαν να αποκαλούν μεταξύ τους αυτό το δωμάτιο στην κλινικής τους. Μόνο για τους εξαιρετικά VIP ασθενείς. Ήταν λοιπόν τώρα πια και η ίδια VIP. Και ασθενής…

Μέχρι πριν ένα χρόνο ήταν αυτή που έμπαινε για επισκέψεις εδώ μέσα. Ραντεβού, εφημερίες, ασθενείς, χειρουργεία και πάλι από την αρχή. Με τον κλινικάρχη φίλοι από την σχολή ακόμα. Οι δυο τους την χτίσανε την κλινική και την φήμη της. Αυτός έβαλε τα φράγκα και τις κοινωνικές συναναστροφές. Εκείνη την δουλειά. Αφού δεν επένδυσε ούτε cents, έπρεπε κάπως να ανταποδώσει για τον τίτλο της συνεταίρου. Λες και την ένοιαζε τάχα ο τίτλος… Και παράλληλα σπίτι, σύζυγος, παιδί, υπόλοιπη οικογένεια, κοινωνική ζωή και πάλι από την αρχή. Σε όλα της εντάξει, σε όλα άψογη και ισορροπημένη.

Μέχρι πριν ένα χρόνο, συνήθιζε να λέει και καλά αστειευόμενη σε φίλους και συναδέλφους «Το κεφάλι μου θα με φάει…» κι ο μεγαλύτερός της τρόμος ήταν πως θα καταλήξει σαν τα μισά γηραιότερα θηλυκά της οικογενείας. Το είδε στην προγιαγιά, στην γιαγιά και στην μάνα της ακόμα. Να έρχεται το Alzheimer και να τους παίρνει το τώρα. Κάποιες φορές βυθισμένες στις σκέψεις του παρελθόντος, να μην θυμούνται τι έφαγαν σήμερα, να αναπολούν όμως πώς έμοιαζαν τα βλαστάρια τους όταν γεννήθηκαν. Να γίνονται επιθετικές και να ταράζονται με κάθε αλλαγή. Μα ό,τι γράφει δεν ξεγράφει άμα μιλάμε για γενετική, το ήξερε πολύ καλά αυτό. Κι όμως την σκότωνε. Η ίδια σκεφτόταν εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο χωρίς διακοπή, ακόμη και στον ύπνο της. Το μυαλό της ένα ατέρμονο σύστημα ομόκεντρων κύκλων. Και κάθε κύκλος συνδεόταν με τους υπολοίπους με μικρές διάσπαρτες ενώσεις, όπως ένας κυκλικός λαβύρινθος. Από τον πιο μικρό κεντρικό στον πιο ακριανό τεράστιο, οι σκέψεις έτρεχαν σαν ρεύμα και κύκλιζαν συνεχόμενα, σαν κλειστό ηλεκτρικό κύκλωμα. Μάλιστα θαύμαζε απεριόριστα όσους απαντούσαν ήρεμα ένα σκέτο “Τίποτα” όταν τους ρωτούσε τι σκεφτόντουσαν εκείνη την ώρα. Πώς τα κατάφερναν άραγε; Μαγικά πλάσματα! Τι θα ήταν η ίδια αν δεν μπορούσε να σκεφτεί, να συγκεντρωθεί, να κάνει την δουλειά της; Να θυμηθεί τον άντρα της και την αγκαλιά του;

Μέχρι ένα χρόνο πριν ήταν που η γενετική την διέψευσε, η προαίσθησή της όμως όχι: πολύμορφο γλοιοβλάστωμα ή καρκίνος στον εγκέφαλο κατά το λαϊκότερο. Θα την έτρωγε εν τέλει το κεφάλι της. Έδιωξε τον σύζυγό της από κοντά της γιατί πλέον δεν την ένοιαζε να είναι σε όλα της εντάξει. Άλλωστε τον είχε παντρευτεί επειδή έπρεπε να είναι ζευγαρωμένη με κάποιο καλό παιδί σύμφωνα με το κοινωνικό επιβληθέν. Σταμάτησε την δουλειά και απομάκρυνε όλους όσους δεν την ενδιέφεραν πια. Επέτρεψε μια στοιχειώδη επικοινωνία μόνο στην αδερφή και τον γαμπρό της, που τους υπολόγιζε περισσότερο για παιδιά της. Και φυσικά στην κόρη της. Δέχτηκε μόνο μια κοπέλα να την εξυπηρετεί καθημερινά με την συμφωνία ότι θα αποχωρούσε χωρίς δεύτερη κουβέντα αμέσως μόλις βράδιαζε.

Οι νύχτες ήταν δικές της. Κάθε βράδυ μόλις σκοτείνιαζε, ερχόταν αυτός. Ο άντρας της, ο Δημήτρης της. Ο κατάδικός της άντρας, που την ηρεμούσε όπως μόνο αυτός μπορούσε. Την χάιδευε και της μιλούσε για τα καθημερινά. Τον γνώρισε ούσα ήδη παντρεμένη. Τόσο αταίριαστοι και κόντρα ρόλος μεταξύ τους. Βρέθηκαν, χάθηκαν και ξανά από την αρχή. Μόνο που αυτή τη φορά δεν ξαναχωρίστηκαν. Ήταν προαποφασισμένο από κάποια ουράνια ή ίσως και καταχθόνια εξουσία να βρεθούν αυτοί οι δυο και αυτή την δεύτερη φορά, του ζήτησε το πιο βαρύ πράγμα που είχε ζητήσει ποτέ από άνθρωπο: «Μην με αφήσεις ποτέ ξανά μόνη μου χωρίς εσένα».

Αχ ο άντρας της, που φτιάχτηκε για εκείνη! Χωρίς πολλά λόγια και δύσκολος για όσους δεν ήξεραν. Το ψυχικό του ανάστημα έκρυβε τον ήλιο αν το ήθελε, μυαλό τετράγωνο και πάντα τρία βήματα μπροστά. Όταν τα δικά της μάτια έβλεπαν αυτόν, τα δικά του εξερευνούσαν τα πάντα τριγύρω και τα υπολόγιζαν αστραπιαία. Σαν αλγόριθμος η σκέψη του, με κάθε ενδεχόμενο να ανοίγει άλλα κουτάκια με επιλογές από κάτω. Κι όσο εκείνη είχε μάθει από νωρίς να “αγοράζει” κόσμο αφήνοντάς τους να καταθέτουν ζωές και αδυναμίες, τόσο εκείνος σιωπηλός να πιάνει αδιόρατες κινήσεις, μισές λέξεις και κυρίως πράξεις. Το τέλειο υπερπροστατευτικό της τετράγωνο. «Πώς είσαι; Κοιμήθηκες; Γιατί δεν έφαγες; Μπες μέσα, κάνει κρύο!». Την έκλεινε μέσα του το τετράγωνο και οι βλοσυρές του γωνίες, που δεν αστειεύονταν, κράταγαν έξω τους κινδύνους. Κύκλος μέσα στο τετράγωνο. Της πήρε καιρό για να του μάθει να ανοίγεται σε εκείνη, ίσως και να αφήνεται στα λόγια και τα χέρια της. Μα έκτοτε δεν ξανάκουσε “όχι” από το στόμα του. «Σου παραδόθηκα τελείως πια. Τι άλλο θέλεις;» της έλεγε αγανακτισμένος άμα καμιά φορά την έπιαναν τα ανάποδά της και ήθελε κι άλλα. Τον έκλεινε τότε στην αγκαλιά της και στον κύκλο της και αυτός χαλάρωνε με τα μάτια κλειστά, μυρίζοντάς την. Τον προστάτευε κι αυτή με τον τρόπο της, από όλα όσα θα μπορούσαν να τον ενοχλήσουν, να τον ζορίσουν, να τον πονέσουν. Τετράγωνο μέσα στον κύκλο, με τις γωνίες του τώρα στρογγυλεμένες να μην την πονάει.

Και να που τώρα βράδιαζε κι αυτή δεν ήταν στο σπίτι της για να έρθει να την βρει με τις χίλιες δυο προφυλάξεις τους. Σαν κλέφτης ερχόταν κάθε βράδυ κι έφευγε από τα αξημέρωτα. Έτσι την πάτησε σήμερα. Σηκώθηκε πιο νωρίς κι από το νωρίς για να του φτιάξει πρωινό, μπας και τον ξεγελάσει να μείνει έστω λίγο ακόμα μαζί της. Προσπαθούσε να φτάσει τις κούπες από ψηλά όταν σωριάστηκε η ατσούμπαλη και την τσουβάλιασαν για ράμματα. Έξαλλη εκείνη φώναζε και χτυπιόταν στα Έκτακτα να μην την αγγίξει κανείς. Έκανε γερό χαμό και την ανέχτηκαν γιατί γνώριζαν για τον καρκίνο. Επιβεβαίωσαν στο θεόστενο μυαλό τους ότι άρχισε να τα χάνει όταν ούρλιαζε ότι ήθελε μόνο τον άντρα της, αφού ήξεραν όλοι ότι η ίδια είχε διώξει ανεπιστρεπτί τον σύζυγό της. Η αλήθεια ήταν ότι ένιωθε φοβισμένη και αποπροσανατολισμένη. «Πού είσαι;», δεν ήταν εκεί να την μαλώσει με τον τρόπο του. Να της πει ότι την αγαπάει πολύ και πως θα την έκλεινε σύντομα στο τετράγωνό του. «Πού είσαι; Με άφησες μόνη…»

Άρχισε να ξανακλαίει στο VIP δωμάτιο, μέχρι που τον είδε να μπαίνει από την πόρτα. Την βρήκε. Ήταν εδώ. “Θεέ μου” σκέφτηκε και δεν ήταν σίγουρη ότι όντως επικαλέστηκε τον Παντοδύναμο ή τον άνθρωπό της. Με μια ανάσα ανακούφισης την αγκάλιασε και την φίλησε στο μέτωπο όπως έκανε πάντα όταν ήταν ευάλωτη.
– Προσπαθώ να καταλάβω τι σκεφτόσουνα όταν έκανες τέτοιες χαζομάρες
– Δημήτρη μου, εγώ…
– Ναι;
– Πρωινό ήθελα να σου κάνω που σε αγαπώ. Μετά όμως δεν υπολόγισα σωστά. Μετά με φέρανε εδώ και μπερδεύτηκα. Δεν ήσουνα εκεί κι εγώ φώναζα πως θέλω μόνο εσένα, αλλά αυτοί δεν καταλάβαιναν. Η κόρη μου έκλαιγε και με ρώταγε αν θέλω να φέρει τον πατέρα της. Τόσα ξέρει κι αυτή, τόσα λέει η χαϊβάνω. Ήμουνα μόνη μου και εσύ δεν ήσουνα εκεί να τους πεις τι θέλω. Ούτε εγώ μπορούσα να τους τα εξηγήσω. Στο τέλος ξέφυγα. Και να ,τώρα έρχεσαι εσύ εδώ και με μαλώνεις! του απάντησε καταντροπιασμένη, ρίχνοντας τα μάτια της χαμηλά. Ήταν ο μόνος άντρας που είχε καταφέρει να την κάνει να χαμηλώνει το βλέμμα της τις σπάνιες πια φορές που την μάλωνε. Η γυναίκα σου πονάει και φοβάται, συνέχισε παραπονιάρικα, αλλά σε δευτερόλεπτα είχε ήδη σηκώσει το βλέμμα της και τον κοιτούσε δήθεν αθώα. Ψέματα έλεγε. Από τις λίγες βέβαια φορές που του το έκανε αυτό, αλλά δεν βαριέσαι; Λίγα τόσο δα μικρά ψεματάκια σε μια ολόκληρη ζωή μαζί του ίσως πλέον να τα δικαιούνταν. Της είχαν περάσει όλα απ’ όταν τον είδε. Ούτε φρύδι, ούτε κεφάλι πόναγε. Μόνο το στομάχι συνέχισε να την ενοχλεί κάπως απροσδιόριστα.
– Η γυναίκα μου όταν γεννιόταν αποφάσισε ότι μου αξίζει να τιμωρηθώ και το έχει βάλει σκοπό ζωής να με δέσει φιόγκο.
– Κι εσύ τότε τι έκανες;
– Όταν γεννιόσουνα; Δεν το ήξερα. Ούτε τι με περίμενε. Μέναμε ακόμη μακριά. Αλήθεια εσύ θυμάσαι πότε γεννήθηκες; Κι εκεί την έπιασε εξαπίνης. Τον τελευταίο καιρό σε χρόνο ανύποπτο της έκανε τέτοιες ερωτήσεις. Στην αρχή πιο δύσκολα πράγματα κι όσο περνούσε ο καιρός πιο απλά. Σαν να προσπαθούσε να ακονίσει με τον τρόπο του το μυαλό της.
– Το καλοκαίρι; απάντησε μισοκατσουφιασμένη
– Έτσι! Και πότε ήταν ακριβώς;
– Τον Ιούνιο; ρώτησε δειλά με ελπίδα
Ναι. Τέλος Ιουνίου. Στις 12.30 το βράδυ.
– Κι εσύ τότε τι έκανες; επέμεινε εκείνη
– Άμα σκεφτείς πως ήμουνα 12 χρονών και λίγο, λογικά είχα ήδη μαζευτεί σπίτι κι έριχνα κανέναν καυγά με τον αδερφό μου.
– Και μετά; Όταν εγώ μεγάλωσα; Κι εσύ ήρθες πιο κοντά μου; Στην μεγάλη πόλη;
– Ε, τότε εσύ ήσουνα πιτσιρίκι του δημοτικού κι εγώ ήμουνα στο πρώτο έτος.
– Ουφ! Πάλι δεν θα μπορούσαμε να έχουμε γνωριστεί. Κι ύστερα;
– Ύστερα ήρθες εσύ στην μεγάλη πόλη και καλύτερα να μην θυμηθούμε τι έκανες στα φοιτητικά σου χρόνια, γιατί δεν σε συμφέρει καθόλου.
– Εγώ δεν έκανα τίποτα. Δεν θυμάμαι τίποτα, είπε χαμογελώντας τώρα πια σαρδόνια. Ήξερε όμως πολύ καλά και τι είχε κάνει και τι είχε γίνει. Κι αυτός τα ήξερε. Ήταν ο μοναδικός που γνώριζε. Αυτά τα χρόνια της ήταν που την έκαναν τον πιο αποφασιστικό άνθρωπο σε όλη τη γη. Σαν θραύσματα από όνειρο ήρθαν τα πρόσωπα και οι καταστάσεις που έζησε και της έμαθαν πόσο σημαντικό είναι να έχεις πείσμα και να κουμαντάρεις υπόγεια, ακόμα κι όλο τον κόσμο αν το θες. Κι εσύ που ήσουν τότε; εξακολούθησε εκείνη.
– Εγώ ήρθα εδώ και μάλλον περίμενα μέχρι να εμφανιστείς κι εσύ.
– Κι ας μην το ήξερες…
– Κι ας μην το ήξερα τότε ακόμη.

Έμειναν να κοιτάζονται για λίγα δευτερόλεπτα. Την αγκάλιασε κι άρχισε να την φιλάει απαλά απαλά σε όλο της το πρόσωπο, όπως συνήθιζε να κάνει όταν ήθελε να την αποχαιρετίσει. «Μην με ξαναφήσεις μόνη μου χωρίς εσένα σε παρακαλώ» του ψιθύρισε ικετευτικά. Κι αυτό δική του πρωτιά ήταν. Δεν είχε ικετέψει ποτέ κανέναν άλλο άνθρωπο στο παρελθόν, δεν το σήκωνε το ταμπεραμέντο της. Εκείνος το είχε καταφέρει κι αυτό, χωρίς ποτέ να της το ζητήσει. Κι εδώ που τα λέμε δεν της είχε ζητήσει σχεδόν τίποτα όλα αυτά τα χρόνια. Μόνη της τα έδωσε όλα, σχεδόν 30 χρόνια ερωτευμένη.

Την έβαλε να ξαπλώσει στην αγκαλιά του, στριμώχτηκε δίπλα της κι άρχισε να την χαϊδεύει. «Έλα να ηρεμήσουμε τώρα λίγο, ναι;» είπε κι εκείνη ευτυχισμένη έγνεψε συμφωνώντας «Ναι Δημήτρη μου» κι έκλεισε τα μάτια της. Άμα έλεγε ο άντρας της ότι ήταν ώρα για ύπνο, έτσι θα ήταν. Μόνο που η ενόχληση στο στομάχι τώρα έμοιαζε κάπως με πόνο και η καρδιά της χτυπούσε ασύντακτα. Λίγο νόμιζε πως δεν ανάσαινε σωστά, αλλά έδιωξε κατευθείαν τον εσωτερικό της γιατρό που την προειδοποιούσε για τα μελλούμενα. “Σήμερα δεν είμαι γιατρός” είπε στον εαυτό της. “Είμαι μια ευτυχισμένη γυναίκα στην αγκαλιά αυτού που την αγαπάει πιο πολύ” και βυθίστηκε.

Μερικές ώρες μετά, το τηλέφωνο του Δημήτρη χτύπησε κι άκουσε την αδερφή της. «Έφυγε στον ύπνο της από ανακοπή» του είπε ανάμεσα σε κρυμμένα δάκρυα. «Το ξέρω» της απάντησε εκείνος κι έκλεισε το τηλέφωνο. Κύκλος μέσα σε τετράγωνο. Τετράγωνο μέσα στον κύκλο.

Mdw C.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading