Γιατί; αναρωτιόταν συνεχώς. Τι έκανα; Τι πήγε λάθος; Σίγουρα κάποιος θα με ψάξει, δεν μπορεί! Κοίταξε τριγύρω με μάτια γεμάτα τρόμο. Να φωνάξει δεν μπορούσε, το στόμα φιμωμένο.
Το παλιό υπόγειο που άλλοτε χρησίμευε σαν αποθήκη, κομμάτι του μικρού οικογενειακού ξενοδοχείου, τα τελευταία είκοσι χρόνια είχε μετατραπεί σε δωμάτιο. Ένοικος ήταν ένα μικρό αγόρι, που καθώς περνούσαν τα χρόνια, εξελισσόταν σε έναν χειροδύναμο και ψηλό έφηβο, ώσπου έγινε άνδρας πια. Τα μαλλιά του μάκραιναν, αργότερα και τα μούσια του. Τα μάτια του ήταν γεμάτα τσίμπλες, τα χείλη του ξεραμένα. Το δέρμα του έδειχνε αρρωστιάρικο, χλωμό. Ήταν λες και αδιαφορούσε για την εξωτερική του εμφάνιση, μα και για την προσωπική του υγιεινή. Όχι πως έφταιγε, μιας και ήταν παγιδευμένος σε αυτό το μέρος τόσα χρόνια. Το υπόγειο είχε απλά έναν εξαθλιωμένο νιπτήρα, ραγισμένο σε αρκετά σημεία, σε χρώμα απροσδιόριστο από τα χρόνια και τη βρώμα. Στην ίδια κατάσταση ήταν και η λεκάνη που είχε παραδίπλα για να κάνει την ανάγκη του, παλιά, βρώμικη, με μια αναγουλιαστική μυρωδιά να βγαίνει από τα βάθη της.
Όταν ήταν ακόμα παιδί, του επιτρεπόταν να ανεβαίνει στο σπίτι ή σε κάποιο από τα δωμάτια του ξενοδοχείου για να κάνει μπάνιο και να φροντίζει τον εαυτό του. Βέβαια απαγορευόταν να έρχεται σε επαφή με τον αδερφό του όταν ανέβαινε στο σπίτι. Ίσως και ο ίδιος να τον απέφευγε. Με φοβάται μάλλον. Έπειτα πάλι γρήγορα πίσω, στο «δωμάτιό του». Καμιά φορά ερχόταν ο πανομοιότυπος αδερφός του κρυφά να τον δει. «Θυμάσαι τι ωραία που ήμασταν μαζί; Γιατί τα κατέστρεψες όλα; Ήταν ανάγκη να κάνεις κακό στη Μητέρα; Τώρα εσύ είσαι εδώ μέσα και δίχως εσένα, ούτε εγώ είμαι ελεύθερος». Αυτά τα λόγια του εκτόξευε σαν κατηγορίες και κατόπιν έφευγε.
Καθόταν μόνος μέσα στο γεμάτο υγρασία και μούχλα υπόγειο, έχοντας φτιάξει το δικό του νοικοκυριό, μα και τον δικό του μικρόκοσμο, από τα λιγοστά υπάρχοντα που υπήρχαν εκεί, καθώς και από παλιά έπιπλα των δωματίων του ξενοδοχείου. Ένα κρεβάτι, δυο καρέκλες, ένα ετοιμόρροπο τραπέζι με φαγωμένα πόδια στις άκρες, μια ντουλάπα που κάποτε είχε δυο φύλλα -τώρα έλειπαν- και αυτό ήταν. Όλα παλιά, σκονισμένα, να ουρλιάζουν απόγνωση. Ψηλά, στον τοίχο του αλλόκοτου αυτού δωματίου, υπήρχε ένα λεπτό, ορθογώνιο παραθυράκι, πάντα κλειστό. Μόνο πού και πού έμπαινε μια λεπτή δέσμη φωτός που κατέληγε πάνω στο σαραβαλιασμένο τραπέζι, σχηματίζοντας έναν μικρό φωτεινό κύκλο. Αυτό του θύμιζε πως δεν έχει πεθάνει ακόμα. Αυτό, και οι φωνές και τα γέλια των ντόπιων και των τουριστών που άκουγε κατά καιρούς. Κάποτε δοκίμαζε και εκείνος να φωνάξει, να μιλήσει, μα δεν του απαντούσε κανείς. Η φωνή του δεν έφτανε μέχρι πάνω. Καμιά φορά ύψωνε το κεφάλι και στρεφόταν προς το φως. Τότε φανταζόταν πως έβγαινε έξω, έτρεχε στο δρόμο, κυλιόταν στο χορτάρι, ρουφούσε τον καυτό ήλιο ή γευόταν τις σταγόνες της βροχής και γελούσε ευτυχισμένος. Μετά όμως επανερχόταν στη ζοφερή πραγματικότητα.
Λίγες αναμνήσεις είχε από τον έξω κόσμο. Θα ήταν περίπου εννιά χρονών όταν κατέβηκε εδώ κάτω και έμεινε φυλακισμένος. Θυμάται όμως ακόμα τα παιχνίδια με τον αδερφό του, τα γέλια τους, τη μπάλα που έπαιζε με τα άλλα παιδιά, τα κλάματά του όταν έπεσε με το ποδήλατο, τη Μητέρα να είναι υπερπροστατευτική και με τους δύο. Ο πατέρας πού ήταν; Δεν θυμόταν, δεν ήξερε καν αν υπήρχε. Θυμάται ακόμα ένα απόγευμα στον πάνω κόσμο. Έκαναν ποδήλατο με τον αδελφό του, έτρεχαν μέσα στη βροχή. Έπρεπε να κάνουν γρήγορα γιατί είχαν απομακρυνθεί από το επιτρεπόμενο όριο του δρόμου και η Μητέρα θα γινόταν έξαλλη. «Αλίμονό σου αν φύγεις από το στενό!», η φωνή της αντηχούσε ακόμα στα αυτιά του. Έτρεχαν με φόρα και τότε ήταν που για πρώτη φορά άκουσε μια φωνή μέσα στο κεφάλι του, επιτακτική, αυστηρή, λες και δεν ήταν η δική του, εννιά χρονών παιδιού, πλήγωσε τη Μητέρα, σκότωσε τον γιο της, μπορείς! Το αγόρι κοκάλωσε το ποδήλατο και έμεινε ακίνητος. Άρχισε να τρέμει. «Ποιος είναι; Ποιος μίλησε;», κοίταξε σαστισμένος τριγύρω. Μερικά μέτρα πιο μπροστά, τον περίμενε ανυπόμονα ο αδερφός του «έλα, η Μαμά θα μας σκοτώσει αν καταλάβει πως φύγαμε. Βιάσου!», είπε και άρχισε να κάνει πετάλι γρήγορα.
Το ίδιο βράδυ δεν κατάφερε να κοιμηθεί. Προσπαθούσε να εξηγήσει από πού είχε έρθει αυτή η φωνή και τι σήμαινε. Νωρίς το πρωί σηκώθηκε από το κρεβάτι, έριξε μια ματιά στον αδερφό του που κοιμόταν. Φαινόταν ήρεμος, βυθισμένος στον ύπνο με το στόμα ανοιχτό. Έπειτα πήγε στην κουζίνα. Τέτοια ώρα η Μητέρα θα ετοίμαζε το πρωινό. Θυμόταν όταν είχαν πρωτοέρθει σε αυτόν εδώ τον τόπο, θα ‘ταν δεν θα ‘ταν πέντε χρονών. Όλοι ήταν επιφυλακτικοί μαζί τους, με τη Μητέρα και τα δύο δίδυμα αγοράκια, χωρίς πατέρα, γύρευε με ποιον θα τα έκανε. Ωστόσο είχε κληρονομήσει αυτό το μικρό ξενοδοχείο από έναν συγγενή της που δεν είχε παιδιά και κατέληξε εδώ. Όχι πως ήταν τίποτα σπουδαίο, ένα πέτρινο συγκρότημα δώδεκα δωματίων, μα όμορφα διακοσμημένο, χτισμένο σε σχήμα Π γύρω από μια μικρή πισινούλα σε σχήμα πεντάγωνου. Τα δωμάτια είχαν πολύχρωμα έπιπλα, καθαρά και τακτοποιημένα. Όλο το συγκρότημα θύμιζε Ιταλική ύπαιθρο, μια αυλή γεμάτη γλάστρες με λουλούδια και κληματαριές. Τα μπαλκόνια έβλεπαν στην αυλή με την πισίνα, ή τη θάλασσα στο βάθος. Έτσι κάθε καλοκαίρι ήταν από τους αγαπημένους προορισμούς των επισκεπτών. Στο ίδιο μέρος, σε έναν διαμορφωμένο χώρο, ήταν και το σπίτι τους, που επικοινωνούσε με το ξενοδοχείο με μια βαριά, δρύινη πόρτα.
Η γυναίκα δεν ήθελε να δίνει δικαιώματα. Κοιτούσε μόνο τα παιδιά της, τα μάζευε νωρίς μέσα, δεν έκαναν φασαρία, λιγομίλητη και σκεφτική. Έκανε αγώνα να τη δεχτούν οι ντόπιοι και να αφομοιωθεί από τη μικρή κοινωνία. Τη σχέση με τα παιδιά της θα τη χαρακτήριζε κάποιος κανονική, αν εξαιρέσεις τις αναλαμπές θυμού που πάθαινε, την εμμονή μην πάθουν κάτι και τον απότομο τρόπο της όταν κάτι την αναστάτωνε. Με τον αδερφό του έμοιαζαν σαν δυο σταγόνες νερό. Πολλές φορές κοιταζόταν στον καθρέπτη και ήταν λες και τον είχε μπροστά του. Τα ίδια ρούχα, τα ίδια παπούτσια, το ίδιο κούρεμα, τα ίδια καταπράσινα μάτια. Σε όλα όμως υπάρχει το καλό και το λιγότερο καλό. Έτσι ήταν και μεταξύ τους. Ο αδερφός του ήταν πάντα το καλό παιδί, ο ευγενικός και υπάκουος. Ο ίδιος ήταν λίγο αγρίμι. Αντιδρούσε παραπάνω, αψηφούσε κανόνες, γκρίνιαζε, επαναστατούσε ώσπου να περάσει το δικό του. Δυο παιδιά, δυο προσωπικότητες. Η Μητέρα πάντα έλεγε «πώς γίνεται να είσαι τόσο καλό παιδί από τη μία και τόσο ανυπάκουο και ξεροκέφαλο από την άλλη;». Ακόμα και εκείνη τους μπέρδευε και θαρρούσε πως είναι ένα πρόσωπο κάποιες φορές. Πιθανόν γι’ αυτό τους φώναζε πάντα μαζί, Μιχαήλ- Άγγελο.
Μερικές μέρες αργότερα, όταν ο μικρός έπαιζε αμέριμνος στο σαλονάκι του ξενοδοχείου, η φωνή επέστρεψε. Μια νεαρή κοπέλα, τουρίστρια, που είχε έρθει να περάσει τις διακοπές της εκεί, τον κοίταξε και του χαμογέλασε. «Πάρε το ψαλίδι και κόψε της τα μαλλιά, θα έχει πλάκα», άκουσε τη φωνή να του ψιθυρίζει. Ο μικρός τη χαιρέτησε από μακριά και έπειτα την πλησίασε, παίρνοντας με τρόπο το ψαλίδι από το τραπεζάκι. Έκανε να την πάρει αγκαλιά. Η κοπέλα ξαφνιάστηκε, φορούσε μόνο το μαγιό της και ένα κοντό σορτσάκι. Ήταν βρεγμένη από τη γρήγορη βουτιά στην πισίνα και φοβήθηκε πως θα τον κάνει μούσκεμα. Παρόλα αυτά, έσκυψε και τον αγκάλιασε. Εκείνος κόλλησε πάνω της, σήκωσε το δεξί του χέρι και με μια γρήγορη κίνηση, της έκοψε μια γενναία ποσότητα από τα μαλλιά, στο ύψος του αυχένα. Τα βρεγμένα μαλλιά της κρέμονταν από το χέρι του σαν χοντρή ουρά αρουραίου. Το παιδί απομακρύνθηκε γελώντας σχεδόν υστερικά, καθώς ύψωνε τη γροθιά που κρατούσε τις τρίχες θριαμβευτικά. Η νεαρή γυναίκα ούρλιαζε σοκαρισμένη, φωνάζοντας ακαταλαβίστικα. Μετά από αυτό το γεγονός, η Μητέρα νευρίασε πάρα πολύ. Τον έδειρε για πρώτη φορά και τον άφησε τιμωρία στο δωμάτιό του για τρεις μέρες. Δεν τον άφηνε να βγει, παρά μόνο για να πάει τουαλέτα. Το αγόρι φοβήθηκε πολύ.
Δεν πέρασε πολύς καιρός από αυτό το περιστατικό και το μικρό αγόρι συνέχιζε την επιθετική συμπεριφορά, σκοτώνοντας μικρά ζώα, γατάκια, πουλιά, βατράχια και γενικά οτιδήποτε μπορούσε να εξουδετερώσει εύκολα, αργά και βασανιστικά. Η Μητέρα που δεν είχε δώσει ποτέ δικαίωμα για να της κάνουν παρατήρηση, θορυβήθηκε όταν άρχισαν οι γείτονες να της κάνουν παράπονα για τον γιο της. Τότε ξεκίνησαν οι συνεδρίες στους γιατρούς, παράλληλα με τους λυγμούς και τις σπαρακτικές κραυγές της, «τι λάθος έκανα στην ανατροφή αυτού του παιδιού, τι πήγε στραβά; Γιατί με τιμωρεί ο Θεός έτσι;». Οι συνεδρίες συνεχίστηκαν, τα χάπια και η προσπάθεια διαχείρισης διάφορων περιστατικών που προκαλούσε αυτή η φωνή στο κεφάλι, μόλις ξεκίνησαν. Μαζί με αυτά ξεκίνησε και το μοιρολόι της Μητέρας. Πλέον πάρε- δώσε είχε με τους τουρίστες, οι ντόπιοι δεν της απηύθυναν το λόγο, πιθανόν φοβόντουσαν το αγόρι. Ακόμα και για ψώνια συχνά πήγαινε στο διπλανό χωριό. Στο σχολείο ο μικρός δεν πήγαινε πια, του έκανε η Μητέρα του μάθημα στο σπίτι. Ο αδελφός του συνήθως έλειπε εκείνες τις ώρες, προφανώς πήγαινε κανονικά στο Δημοτικό της περιοχής. Κάποιες φορές τον έβλεπε όμως, να τον χαιρετά δειλά από μακριά. Με φοβάται, σκεφτόταν, μα ξέρει πως δεν θα τον πειράξω ποτέ, δεν το ξέρει;
Ο εγκλεισμός του άρχισε όταν πλέον η Μητέρα νευρίασε και φοβήθηκε πολύ. Κάποιο απόγευμα του Απρίλη, δυο τρεις μέρες πριν την Κυριακή του Πάσχα, το αγόρι ήταν πολύ ανήσυχο. Σκεφτικός, στο κρεβάτι του ξαπλωμένος ανάσκελα. Τα χέρια διπλωμένα πίσω από το κεφάλι, κοίταζε το ταβάνι. Η ψυχολογία του δεν ήταν καλή, δεν έπαιρνε τα χάπια (η Μητέρα δεν το ήξερε αυτό), γιατί τον έκαναν λίγο κατατονικό και έτσι δεν μπορούσε να παίξει με τον αδερφό του. Ξαφνικά σηκώθηκε, βγήκε από το δωμάτιο και έφτασε στην κουζίνα αθόρυβα. Η Μητέρα βρισκόταν εκεί με την πλάτη γυρισμένη, προσηλωμένη μπροστά σε ένα εικόνισμα που είχε πάνω στον γρανιτένιο πάγκο, δίπλα στον φούρνο μικροκυμάτων. Την παρατηρούσε. Του φαινόταν σαν να έδειχνε μεγαλύτερη από τα τριάντα δύο της χρόνια. Έκανε τον σταυρό της συνεχόμενα μπροστά από την εικόνα, υψώνοντας κάθε φορά το χέρι της με φόρα προς το μέτωπό της, λες και από αυτό θα κρινόταν πόσο δυνατή ήταν η πίστη της. Φορούσε μόνο μαύρα ρούχα το τελευταίο διάστημα και ήταν πάντα λυπημένη. Έτσι όπως είχε καμπουριάσει μπροστά στην εικόνα, του φαινόταν γριά. «Γιατί μου έδωσες αυτό το παιδί Κύριε; Γιατί με δοκιμάζεις έτσι; Αυτό δεν είναι άνθρωπος, είναι κατάρα, ένα τέρας είναι. Λυπήσου με και γιάτρεψέ το ή πάρε το κοντά σου». Το αγόρι ακούγοντας τα λόγια της μάνας του, ταράχτηκε. Η Μητέρα ευχόταν να με πάρει ο Θεός κοντά του; Εμένα είπε τέρας; Σίγουρα εμένα εννοούσε, γιατί ο αδερφός μου είναι καλό παιδί. Τη στιγμή εκείνη άρχισε να χτυπά η καμπάνα της εκκλησίας που καλούσε τους πιστούς να μαζευτούν, ένας ήχος οξύς, δυνατός, διαπεραστικός που τρυπούσε τον εγκέφαλο του αγοριού, φτάνοντας ως τα έγκατα του νου του. Η γυναίκα γύρισε το κεφάλι της και είδε έντρομη τον γιο της να την κοιτάει επίμονα, κρατώντας ένα κουζινομάχαιρο στο μικρό του χέρι. «Τι κάνεις εκεί;», ούρλιαξε τρομαγμένη. Οπισθοχώρησε ένα βήμα και το σώμα της κόλλησε στον πάγκο. Το παιδί σήκωσε το μαχαίρι στο ύψος των ματιών της. Εκείνη έκανε λίγο δεξιά να τον αποφύγει, μα το μαχαίρι πρόλαβε να της σκίσει το αριστερό φρύδι. «Σταμάτα», κραύγασε η γυναίκα. Όρμησε, του έπιασε το χέρι και του το έστριψε με δύναμη. Ο μικρός πόνεσε και το μαχαίρι έπεσε από το χέρι του στο πάτωμα. Το αίμα άρχισε να τρέχει στο μηνίγγι της, σχηματίζοντας ένα αιμάτινο ρυάκι. Σοκαρισμένη άρχισε να τον ταρακουνά και να ουρλιάζει στο αυτί του, «Τι συμβαίνει με εσένα; Είσαι τρελός; Πήγες να σκοτώσεις την ίδια σου τη μάνα; Θα σε λιώσω!». Σταγόνες σάλιου εκτοξεύονταν στο πρόσωπο του παιδιού από το γεμάτο οργή και λύσσα στόμα της. Έπειτα τον έπιασε βίαια από το χέρι και τον τραβούσε από την κουζίνα, στο σαλόνι της ρεσεψιόν, στον μικρό προθάλαμο πριν το σκοτεινό υπόγειο, που θα γινόταν το σπίτι του από τότε και στο εξής.
Καθώς έσερνε τον γιο της, κουτουλούσε στα έπιπλα, στις καρέκλες, στον πάγκο της υποδοχής, σε ένα μικρό σκαμπό που βρισκόταν στη μέση, μα αδιαφορούσε για τα πονεμένα σημεία του κορμιού της. Εκείνη ήθελε απλά να φτάσουν στο υπόγειο όσο γινόταν πιο γρήγορα.
Έφτασαν στον προθάλαμο, άνοιξε τη βαριά σιδερένια πόρτα, το χέρι της σαν μέγγενη στον καρπό του παιδιού, ούτε που σκεφτόταν να χαλαρώσει τη λαβή. «Εδώ θα ζήσεις για πάντα!», του ψιθύρισε. «Τέλος η ανοχή!». Κατέβηκε γρήγορα και μαζί με αυτήν, παραπατώντας, ακολούθησε το παιδί. Ο μικρός κοίταξε τριγύρω με μάτια κόκκινα από το κλάμα και τα ανακατεμένα του μαλλιά έπεφταν στο πρόσωπό του. Έντρομος είδε πως υπήρχε ήδη μια βρώμικη λεκάνη, ένα παλιό ξύλινο τραπέζι με δύο καρέκλες, μια ξεχαρβαλωμένη ντουλάπα και ένα σαπισμένο κρεβάτι, όλα σκονισμένα από την αχρηστία, ένδειξη πως η Μητέρα είχε προσχεδιάσει καιρό πριν τον εγκλεισμό του. Αυτό φυσικά το συμπέρανε αργότερα, μεγαλώνοντας. Για καιρό κοίταζε μπερδεμένος προσπαθώντας να καταλάβει γιατί του συνέβαινε αυτό. Έπειτα θυμόταν πως ήταν η τιμωρία της για το κακό που είχε προκαλέσει. «Καλώς ήρθες στο νέο σου δωμάτιο», του είπε, «δείπνο κάθε μέρα στις τρεις το μεσημέρι. Τα ρούχα σου θα τα φέρω αργότερα». «Τώρα θα έχεις ένα παιδί;», τη ρώτησε, σκουπίζοντας τη μύτη του με την ανάστροφη της παλάμης του. «Κανένα δεν έχω», του απάντησε. Αμέσως μετά έφυγε, κοπανώντας την πόρτα πίσω της. Κανένα; Θα κάνει το ίδιο και στον αδερφό μου; Γιατί; Αφού αυτός είναι καλό παιδί! Το αγόρι τότε μόνο συνειδητοποίησε πως η απειλή της Μητέρας ήταν αληθινή. Άρχισε να κλαίει και να φωνάζει «Συγγνώμη» με όλη του τη δύναμη. Κανείς δεν απάντησε όμως.
Κάθε μέρα η πόρτα στην κορυφή της σκάλας άνοιγε στις τρεις ακριβώς, η Μητέρα του άφηνε μια φέτα ψωμί, ένα ποτήρι νερό και ένα πιάτο με φαγητό και έκλεινε ξανά. Το παιδί κοίταζε από το βάθος. Πήγαινε, έπαιρνε το φαγητό, έτρωγε λαίμαργα και το άφηνε ξανά εκεί που το έβρισκε. Τρεις και μισή η πόρτα άνοιγε ξανά, η γυναίκα έπαιρνε τον δίσκο με τον φαγητό και η πόρτα σφραγιζόταν πάλι. Αυτό συνέβαινε πάντα, η ίδια επαναλαμβανόμενη ρουτίνα. Στα γενέθλιά του, του έφτιαχνε μια τούρτα, κατάλοιπο των άλλοτε χαρούμενων στιγμών τους. Εκείνος έλεγε το τραγούδι των γενεθλίων μόνος του και έσβηνε το κερί χειροκροτώντας.
******************************
Κάποτε ο καιρός πέρασε και εκείνος έφτασε στην ηλικία των είκοσι εννέα ετών. Ήταν πλέον ένας χειροδύναμος άνδρας, με μούσια μέχρι το στέρνο και μαλλιά μπερδεμένα και άγρια ως τους ώμους. Έκοβε τα μαλλιά του κατά καιρούς με μια πεταμένη λεπίδα που βρήκε ψάχνοντας στο ανήλιο μουχλιασμένο του δωμάτιο. Ήταν παλιό μαχαίρι, πεταμένο προφανώς επειδή είχε σπάσει η λαβή του. Κάθε τόσο έβαζε την καρέκλα στον τοίχο, κάτω από το μακρόστενο παράθυρο, ανέβαινε πάνω και κοίταζε από το μικροσκοπικό ορθογώνιο που σχηματιζόταν. Έβλεπε πού και πού πόδια, πόδια, πόδια. Ψηλά, χοντρά, καλλίγραμμα, με σαγιονάρες, αθλητικά ή τακούνια, προφανώς από τους τουρίστες που έμεναν στο ξενοδοχείο. Πόσο πολύ του είχε λείψει η ανθρώπινη επαφή! Η μόνη επαφή που είχε με τον έξω κόσμο, ήταν το καθημερινό άνοιξε- κλείσε στην πόρτα στις τρεις και τρεισήμισι ακριβώς κάθε μεσημέρι και μία φορά στο τόσο που η Μητέρα του έφερνε μια μεγάλη λεκάνη νερό με λίγο σαμπουάν για να κάνει μπάνιο. Μέχρι την ηλικία των δεκαοχτώ του επέτρεπε να ανεβαίνει σπίτι να κάνει μπάνιο, πάντα όταν εκείνη έλειπε και αφού του είχε χορηγήσει ηρεμιστικά χάπια μέσα στο φαγητό του. Από τότε και έπειτα φοβόταν και δεν του επέτρεπε να βγαίνει. Εκείνος τη φοβόταν πολύ, επειδή τον απειλούσε πως θα τον άφηνε σε ίδρυμα και δεν της έφερνε αντίρρηση. Κάθε τόσο βέβαια, ερχόταν ο αδερφός του να του δίνει συμβουλές και κουράγιο. Εκείνος όμως είχε καιρό να κάνει την εμφάνισή του, άρα έπρεπε να βρει τρόπο να δράσει μόνος του. Το είχε πάρει απόφαση, κάπως έπρεπε να τα καταφέρει να φύγει από αυτή την σκοτεινή κατάσταση. Τι ήθελε άλλωστε; Μόνο λίγη παρέα. Θεωρούσε πως είχε τιμωρηθεί αρκετά. Δεν μπορούσε όμως να εμφανιστεί έτσι μπροστά σε κάποιον. Ήθελε επειγόντως να κάνει ένα μπάνιο. Το σκεφτόταν μέρες, έστυβε το μυαλό του, πώς θα κατάφερνε να ξεγελάσει τη Μητέρα ώστε να καταφέρει να ανέβει και να βγει από εκείνο το μέρος. Παράλληλα τη φοβόταν κιόλας, δεν τολμούσε να προβεί σε οποιαδήποτε βίαιη πράξη εναντίον της ξανά. Όμως μήπως μόνο έτσι τελικά θα γλίτωνε; Το ίδιο βράδυ ήρθε ο αδερφός του στο όνειρο. Η ανάσταση από τον ζοφερό τάφο προς τον πάνω κόσμο, θέλει χρόνο, προετοιμασία και οργάνωση. Η επανάσταση θα πρέπει να ξεκινήσει, του είπε.
Ξύπνησε και ανακάθισε στο λερωμένο στρώμα αναστατωμένος. Του ήρθε η φαεινή ιδέα, απλά δυστυχώς τελικά θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει βία. Κοίταξε τριγύρω, προσπαθώντας να εντοπίσει αντικείμενα που θα του χρησίμευαν σαν εργαλεία. Είχε πάντα πιστό του σύμμαχο τη λεπίδα από το μαχαίρι φυλαγμένη κάτω από το μαξιλάρι του. Στο βάθος του υπογείου, καταχωνιασμένο σε ένα ξύλινο κουτί, βρήκε ανάμεσα σε άλλα και ένα μακρύ φουλάρι, γεμάτο από σημάδια υγρασίας, λες και κάποιος το είχε χώσει στο κουτί βρεγμένο. Το άλλοτε ροζ του χρώμα είχε αναμιχθεί με μαύρες πιτσιλιές και κηλίδες μούχλας. Ανασκαλεύοντας λίγο ακόμα, βρήκε ένα σκοινί περίπου τριών μέτρων μπερδεμένο και πολυκαιρισμένο. Το ξεμπέρδεψε και το έκοψε στα δύο με τη λεπίδα. Δίπλα ακριβώς, κολλημένο στον τοίχο, ήταν ο παλιός καταψύκτης του θείου. Όταν μετακόμισαν εδώ, σε αυτόν τον καταραμένο τόπο που ποτέ δεν τους αποδέχτηκε, αντικατέστησαν τον καταψύκτη με έναν καινούριο και μεγαλύτερο. Αυτός εδώ είχε μείνει σε αχρηστία για πάνω από είκοσι χρόνια. Τον άνοιξε να δει το εσωτερικό του. Δεν ήταν πολύ βαθύς, ήταν όμως μακρόστενος, σαν ένα μεγάλο ψυγείο. Το λιγοστό φως που έδινε η λάμπα στο ταβάνι, δεν έφτανε ως το σημείο που βρισκόταν η ογκώδης ηλεκτρική συσκευή. Έτσι πάνω του έπεφτε ένα λιγοστό ημίφως, σχεδόν σκοτάδι. Παρόλο που η Μητέρα τον είχε καθαρίσει πριν τον μεταφέρουν στο υπόγειο, μόλις άνοιξε την πόρτα του ήρθε έντονα η μυρωδιά της κλεισούρας. Καιρός να φανείς ξανά χρήσιμος, σκέφτηκε. Αφού τα συλλογίστηκε όλα πώς θα γίνουν, πήγε να ξαπλώσει πάλι. Τράβηξε την σκισμένη κουβέρτα του μέχρι πάνω και για πρώτη φορά κοιμήθηκε ανακουφισμένος και ήρεμος.
Την επόμενη μέρα αναρωτιόταν τι φαγητό θα του έφερνε σήμερα. Τον είχε διατάξει να την περιμένει πάντα καθισμένος στο τραπέζι, στο βάθος της ψηλής σιδερένιας σκάλας. Αυτή τη φορά βρισκόταν ακριβώς πίσω από την βαριά πόρτα. Στις τρεις ακριβώς, η πόρτα άνοιξε. Η γυναίκα κοίταξε κάτω προς το τραπέζι, μα δεν τον είδε. Τότε πανικοβλήθηκε. Έκανε να φύγει, όμως εκείνος την άρπαξε δυνατά από το χέρι, ακριβώς όπως τον κρατούσε εκείνη είκοσι χρόνια πριν. «Εδώ είμαι Μητέρα», της είπε χαμογελώντας. Η γυναίκα χλώμιασε. Υγρασία εμφανίστηκε στο παντελόνι της. Τα ούρα της σχημάτισαν μια λίμνη στο πάτωμα, ανάμεσα στα πόδια της. Άνοιξε διάπλατα τα μάτια της. «Καλώς ήρθες στο δωμάτιό μου». Την έσυρε βίαια, ο δίσκος έπεσε κάτω, το πιάτο, το πιρούνι, το ποτήρι με το νερό κατρακύλησαν στη σκάλα γεμίζοντάς την με σπασμένα γυαλιά και φαγητό. Την ανάγκασε να κατέβει, κρατώντας στο χέρι του τη λεπίδα. «Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ, σε παρακαλώ, σε παρακαλώ!», του έλεγε συνεχώς. Ο νεαρός άνδρας δεν άκουγε. Ήταν απορροφημένος. Έπιασε το φουλάρι, το έκανε κουβάρι και το έχωσε στο στόμα της με το ζόρι. Της τράβηξε με δύναμη τα χέρια πίσω από την πλάτη και της τα έδεσε σφιχτά με το σκοινί. Την έσπρωξε προς το βάθος του υπογείου, στο σημείο που βρισκόταν ο καταψύκτης. Η πόρτα ήταν ανοιχτή. Από το στόμα της ακούγοντας πνιχτές κραυγές. Εκείνος συνέχιζε να μην ακούει. Τη σήκωσε και με μια επιδέξια κίνηση την έριξε μέσα. Η πόρτα έκλεισε. Η γυναίκα μάταια προσπαθούσε να ελευθερωθεί. Πάνω από την πόρτα τοποθέτησε ένα βαρύ ξύλινο κιβώτιο, εμποδίζοντάς την να ανοίξει. Δεν έκατσε να σκεφτεί τι θα έκανε μαζί της. Πιθανόν να τη σκότωνε μετά το δείπνο του. Όρμησε προς την πόρτα του υπογείου, κλειδώνοντας την πόρτα πίσω του. Επιτέλους, ήταν ελεύθερος. Έπαιρνε βαθιές ανάσες καθαρού οξυγόνου. Βγήκε στην αυλή του ξενοδοχείου. Έπεσε με τα ρούχα στην πισίνα, γελώντας υστερικά. Χαιρόταν τον καλοκαιρινό ήλιο που έκαιγε το κορμί του. Ευτυχώς δεν υπήρχε κανείς τριγύρω. Όλοι θα ήταν για φαγητό ή σε κάποια παραλία. Αφού πέρασε μισή ώρα ρουφώντας όσο ήλιο μπορούσε το κορμί του, αποφάσισε πως θα είχε καιρό αργότερα να χαρεί τη ζωή. Προτεραιότητα ήταν να κάνει ένα δροσερό, φυσιολογικό μπάνιο στη μεγάλη μπανιέρα του σπιτιού.
Γιατί; αναρωτιόταν συνεχώς. Τι έκανα; Τι πήγε λάθος; Σίγουρα κάποιος θα με ψάξει, δεν μπορεί! Κοίταξε τριγύρω με μάτια γεμάτα τρόμο. Να φωνάξει δεν μπορούσε, το στόμα φιμωμένο.
Πέρασε στο μπάνιο περίπου μία ώρα. Μαύρα ζουμιά έτρεχαν από τα μαλλιά και το σώμα του προς τον πάτο της μπανιέρας. Τον έπιασαν τα κλάματα χωρίς να ξέρει τον λόγο. Έκλαψε πολύ ώρα. Ξυρίστηκε, έκοψε τα μαλλιά του και επιτέλους χαμογέλασε στον καθρέφτη. Αναρωτιόταν πού να ήταν ο αδερφός του, ανυπομονούσε να τον δει και να τον σφίξει στην αγκαλιά του. Πριν από όλα, ήθελε να προσκαλέσει σε δείπνο μια όμορφη κοπέλα, οποιαδήποτε. Πήγε στην κουζίνα και του ήρθε μια ευωδιαστή μυρωδιά από κρέας. Άνοιξε τον φούρνο, έβαλε δύο γενναίες μερίδες σε πιάτα, λίγη κόκα κόλα που βρήκε στο ψυγείο, σε δυο ποτήρια και τα μετέφερε στο υπόγειο, πάνω στο παλιό ξεχαρβαλωμένο τραπέζι. Τόσα χρόνια αυτό είχε μάθει για σπίτι του, ούτε που του πέρασε από το μυαλό να παραμείνει επάνω. Ίσως και να ήθελε να μάθει η επισκέπτριά του πού ζούσε τόσο καιρό.
Βγήκε έξω, σίγουρος για τον εαυτό του. Κοίταξε στη ρεσεψιόν το βιβλίο με τις κρατήσεις. Δεν μπορούσε να διαβάσει, μα ξεκαθάριζε αν ήταν ένα ή παραπάνω άτομα σε κάθε δωμάτιο ή αν ήταν γυναίκα. Κάθισε υπομονετικά στην υποδοχή και περίμενε. Σε λίγο εμφανίστηκε μια ξανθιά κοπέλα. Είδε το κλειδί που κρατούσε με το νούμερο 5. Κατάλαβε πως ήταν πολύ τυχερός. Η ξένη είχε έρθει μόνη της εδώ. Βγήκε από τον πάγκο της υποδοχής, της χαμογέλασε και της έπιασε το χέρι. «Excuse me, what are you doing?», τον ρώτησε η κοπέλα τρομαγμένη. Δεν είχε ιδέα τι του έλεγε, μα η σκέψη πως αυτή φοβήθηκε, τον άναψε. Μεμιάς τη σήκωσε στην αγκαλιά του και πήγαινε ατάραχος προς το υπόγειο. Η νεαρή γυναίκα πάλευε, τον χτυπούσε με τις γροθιές της για να ελευθερωθεί, αλλά μάταια. Την κατέβασε στο υπόγειο, ενώ εκείνη συνεχώς έκλαιγε και παρακαλούσε να μην της κάνει κακό. Κάποτε δοκίμασε να ουρλιάξει, μα εισέπραξε ένα δυνατό χαστούκι. Έτσι και αλλιώς δεν μπορούσαν να την ακούσουν. Την οδήγησε στο τραπέζι και την έβαλε να καθίσει. Μπροστά της είχε ένα πιάτο φαγητό που φαινόταν πολύ νόστιμο. Της έφερε μπροστά τα χέρια και τα έδεσε στους καρπούς. «Κάτσε να φας μαζί μου», της είπε. «Εδώ είναι το σπίτι μου. Θέλω μόνο παρέα, μετά θα σε αφήσω». Τον κοίταζε έντρομη, είχε ζαρώσει στην καρέκλα της και δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια της. Δεν είχε ιδέα τι της έλεγε, δεν καταλάβαινε ελληνικά. Της έκανε νοήματα, «θα φάμε και μετά θα φύγεις», της είπε και της έδειξε την πόρτα.
Καθώς έτρωγε ο άνδρας, εκείνη δεν άγγιξε το πιάτο, ακούστηκε ένας περίεργος θόρυβος από το βάθος του δωματίου. Εκείνη σηκώθηκε έντρομη, κάνοντας κινήσεις με τα χέρια της «What’ s that?». «Κάτσε κάτω», την έπιασε σταθερά και τη γύρισε στην καρέκλα. Η κοπέλα άρχισε να φωνάζει κάτι στα αγγλικά, προφανώς άκουσε τις πνιχτές κραυγές και τις προσπάθειες της Μητέρας να ανοίξει τον καταψύκτη. Τη χαστούκισε για να σταματήσει την υστερία. «Ηρέμησε και φάε το φαγητό σου». Η γυναίκα φοβήθηκε και σώπασε μεμιάς. Σήκωσε το ποτήρι της και ήπιε μονορούφι το περιεχόμενό του. Του έκανε νόημα πως θέλει κι άλλο. «And water, please». Έδειξε ένα ξεχασμένο ποτήρι των προηγούμενων ημερών, που είχε νερό. Ο άνδρας της χαμογέλασε, της χάιδεψε το μάγουλο και ανέβηκε πάνω να της βάλει νερό και κόκα κόλα.
Μόλις εκείνος ανέβηκε πάνω, η νεαρή έτρεξε προς το βάθος ρωτώντας αν είναι κανείς εκεί. Οι κραυγές δυνάμωσαν. Μόλις κατάλαβε από πού ερχόταν ο θόρυβος, έσπρωξε με δύναμη το κιβώτιο και άνοιξε την πόρτα του καταψύκτη. Είδε μια γυναίκα γύρω στα πενήντα πέντε, φιμωμένη σε κατάσταση σοκ. Η κοπέλα πανικοβλήθηκε, αλλά γρήγορα έβγαλε το κουρέλι από το στόμα της γυναίκας. «Πάρε την αστυνομία, police, police», της λέει βιαστικά. Ακούστηκαν βήματα, ο άνδρας επέστρεψε. Η τουρίστρια κάθισε γρήγορα στο τραπέζι, πήρε τηλέφωνο το 112, και ειδοποίησε την αστυνομία εξηγώντας την κατάσταση όσο καλύτερα μπορούσε, στα αγγλικά, ευχόμενη πως ο απαγωγέας της δεν καταλάβαινε τίποτα από όσα έλεγε. Ανέφερε το όνομα του ξενοδοχείου και το έκλεισε. «Τι κάνεις εκεί μωρή; Είχες κινητό μαζί σου;». Έβριζε την τύχη του και τη χαζομάρα του, πώς ήταν δυνατόν να κάνει τέτοιο λάθος; Το άρπαξε από το χέρι της και το πέταξε με δύναμη στον τοίχο. «Νο, no, it was my family, my mom», του είπε ξέπνοη. «Με τη μάνα σου μιλούσες; Το καλό που σου θέλω να μην είπες τίποτα, γιατί δεν θα βγεις ζωντανή». Του έκανε νόημα πως θέλει να φύγει. «Όχι τόσο εύκολα. Ξέρεις πόσο πολύ θέλω να πάω με γυναίκα; Δεν έχω κάνει ποτέ σεξ», της ψιθύρισε, ενώ την οδηγούσε στο κρεβάτι με το μουχλιασμένο στρώμα. Τον ικέτευε να σταματήσει. Αυτός δεν άκουγε τίποτα. Ήταν απορροφημένος στην προσπάθειά του να της βγάλει τα ρούχα. Έπεσε πάνω της.
*****************************
Η αστυνομία έκανε την εμφάνισή της σπάζοντας την κλειδαριά της πόρτας του υπογείου. «Ψηλά τα χέρια!», του φώναξε ο ένας από τους τέσσερις αστυνομικούς. Ο άνδρας γύρισε και τους κοίταξε ξαφνιασμένος. Τον έπιασαν τη στιγμή που μόλις είχε κατεβάσει το παντελόνι του και ετοιμαζόταν να ολοκληρώσει την αποτρόπαια πράξη του. Κοίταξε το πέος του, σε πλήρη στύση, έτοιμο να ικανοποιήσει την επιθυμία του, έφτασε στην πηγή και ήθελε οπωσδήποτε να πιει νερό. Δύο αστυνομικοί τον σήκωσαν από το κρεβάτι, τραβώντας τον βίαια. Η κοπέλα έκλαιγε με λυγμούς. Τα πόδια της δεν την κρατούσαν, έκατσε στην καρέκλα ημιλιπόθυμη.
Την ίδια στιγμή οι άλλοι δύο αστυνομικοί πήγαν να απελευθερώσουν την Μητέρα. Την έβγαλαν από τη φυλακή της και εκείνος μόλις την είδε, έγινε έξαλλος. «Εσύ φταις για όλα», της φώναζε. «Με κράτησες εδώ τόσα χρόνια! Είκοσι, όσα και οι τούρτες που μου έφερνες τόσο καιρό. Θα σε σκοτώσω!». Έκανε να πάει κατά πάνω της, μα τον συγκράτησαν. Του πέρασαν χειροπέδες. «Πες μου πού είναι ο αδερφός μου τουλάχιστον. Τον κλείδωσες και αυτόν κάπου; Τον σκότωσες; Πού είναι;». ο άντρας ούρλιαζε και έκλαιγε ταυτόχρονα. «Ο… αδερφός σου;», τον ρώτησε παραξενεμένη. «Ποιος αδερφός σου; Μοναχοπαίδι είσαι Μιχαήλ- Άγγελε!».
Οι αστυνομικοί έμαθαν αργότερα, όταν πια η μητέρα ήταν στη φυλακή και ο γιος στο ψυχιατρείο, πως η γυναίκα είχε έρθει στην περιοχή πριν περίπου εικοσιπέντε χρόνια, έχοντας μόνο ένα παιδί μαζί της. Ακόμα και στο ληξιαρχείο που έψαξαν, η γυναίκα αυτή είχε γεννήσει ένα παιδί, αγνώστου πατρός και το όνομα αυτού, Μιχαήλ- Άγγελος.
Μαρία Σφακιανάκη
