Άγγελοι και δαίμονες

Μια Πρωτομαγιά αποφασίσαμε να πάμε μια εκδρομή στη λίμνη Πάσιερα. Η ιδέα ήταν της Μάιρα. Εκείνη είχε τον πρωταρχικό ρόλο μετά την αλλαγή του Άλεξ εκείνη τη νύχτα. Ο Άλεξ ήταν το μυαλό της παρέας. Καμία πρόταση δεν είχε ισχύ αν δεν είχε βγει από το στόμα του. Όλοι τον υπάκουαν και τον συμβουλεύονταν. Μέχρι εκείνη τη νύχτα των Χριστουγέννων, πριν πέντε μήνες σχεδόν. Από τότε άλλαξε… Έγινε πιο σκοτεινός. Πιο απόμακρος. Δε μιλούσε σε κανέναν, δεν είχε ποτέ όρεξη και δεν ήθελε κανένα κοντά του. Κανείς μας δεν ξέρει τι έγινε. Ούτε καν η Έγγι, η κοπέλα του.

Κλεινόταν με τις ώρες στο δωμάτιο και έπαιζε πιάνο. Τίποτα άλλο! Ούτε δουλειά, ούτε μαγειρική που τόσο την αγαπούσε, ούτε κατασκευές, ούτε τίποτα. Κλειδωμένος σε τέσσερις τοίχους. Τον έπαιρνα τηλέφωνα. Προσπαθούσα να τον καλοπιάσω. Να διαβάσω κάπως τις σκέψεις του. Τίποτα. Κενό! Καμία οπτική επαφή, κανένα ανθρώπινο σημάδι. Λες και ο ρομποτισμός του πήρε σάρκα και οστά και ρούφηξε κάθε ζωή από μέσα του.

Δεν τον εγκατέλειψα όμως. Πώς θα μπορούσα άλλωστε…

Και αποφάσισε η Μάιρα να πάμε στη λίμνη Πάσιερα.
Λένε οι μύθοι πως έχει μαγικές ιδιότητες το νερό εκεί. Παίρνεις ένα ποτήρι, το βουτάς στη λίμνη και το νερό σου αν γίνει μαύρο, είσαι κατά το ήμισυ δαιμονικός. Αν γίνει λευκό, έχεις αγγελικά χαρίσματα.

Κανένας δεν πίστευε σ’ αυτά. Κανένας εκτός από μένα βέβαια… Για να έχει ειπωθεί κάτι τέτοιο, πάει να πει πως ισχύει και με το παραπάνω. Δεν ήμουν διατεθειμένη όμως να το τσεκάρω. Πήρα δικό μου παγούρι. Το νερό του θα μου έφτανε μέχρι να γυρίσουμε…

Στο αμάξι ήμασταν τέσσερις. Η Έγγι και ο Ραούλ μπροστά και εγώ με τον Άλεξ πίσω. Φορούσε τα ακουστικά του και κοιτούσε έξω τα τοπία. Δε μιλούσε. Τα παιδιά από μπροστά τραγουδούσαν, διάβαζαν τον χάρτη και πείραζαν τα διπλανά αμάξια. Η Μάιρα, οδηγός στο δίπλα με τα κορίτσια και ο Λόρακ στο άλλο με τα αγόρια. Σκηνές, φαγητά, στερεοφωνικά, φακοί και μαξιλάρια γέμιζαν τα κενά στα αυτοκίνητα. Ο Άλεξ όμως ατάραχος. Λες και δεν υπήρχαν άλλοι…

Έτεινα το χέρι μου προς το μέρος του. Ήθελα να τον αγγίξω… Μου έλειπε ο φίλος μου. Εκείνος που με έπαιρνε αγκαλιές και με φιλούσε στην κορυφή του κεφαλιού. Εκείνος που ήξερε τα πάντα για μένα ακόμα και αν δε μιλούσα. Εκείνον που διάβαζε τη σκέψη μου… Πέντε μήνες τώρα προσπαθώ να τον αγγίξω, αλλά δε με πλησιάζει και ξέρω πως αυτή τη στιγμή θέλει να αλλάξει αυτοκίνητο για να μην είναι μαζί μου. Λες και φταίω εγώ για ό,τι του συνέβη τότε. Μπορεί όμως και να φταίω… Ίσως να μην έπρεπε να τον αφήσω μόνο του εκείνη τη νύχτα.

Μόλις φτάσαμε στη λίμνη, οι φωνές μας γέμισαν την ατμόσφαιρα. Τα αγόρια έστησαν σκηνές και τα κορίτσια άρχισαν να μαγειρεύουν και να μαζεύουν ξύλα για τη φωτιά που άναψε ο Άλεξ πριν ξεκινήσει να περπατάει κατά μήκος της λίμνης. Γύρισε την πλάτη και άρχισε να βηματίζει…

«Ρε, Έγγι, πώς αντέχεις;», ρώτησαν τα κορίτσια.

«Δεν ξέρω! Ίσως έχει έρθει η ώρα να τον αφήσω μόνο του… Εξάλλου, πάντα θα έχει την Έρι. Έτσι δεν είναι;», απάντησε και γύρισε να με κοιτάξει.

«Είμαστε μαζί από μωρά. Πώς συνεχίζεις να πιστεύεις πως είναι ερωτευμένος μαζί μου; Μια ιστορία σχολική ήμασταν και από τότε είμαστε κολλητοί. Είστε τόσο καιρό μαζί!», απάντησα κοιτώντας τη στα μάτια.

«Έχεις δίκιο! Συγγνώμη! Εσύ πονάς πιο πολύ από μένα… Το ξέρω! Είναι κομμάτι σου…», είπε και με έκλεισε στην αγκαλιά της.

Ήθελα τόσο πολύ να τον ακολουθήσω. Να τον πιάσω, να τον ταρακουνήσω και μετά να τον κλείσω στην αγκαλιά μου και να κλαίω. Τον έχανα… Και δεν εννοώ μεταφορικά. Δεν τρώει, δε γελάει, δεν κοιμάται. Αδυνάτισε, μαύροι κύκλοι εμφανίστηκαν, τα κόκαλά του πονάνε, τα χέρια του τρέμουν. Είναι χλωμός! Φοβάμαι για εκείνον… Όσο περνούν οι μέρες, χάνω κι ένα μέρος της ψυχής μου μαζί του.

Τα παιδιά, όταν νύχτωσε, πήραν τα ποτήρια τους και πήγαν στη λίμνη. Γέμισαν με νερό και περίμεναν να δουν το χρώμα. Με φόβο και ανυπομονησία κοιτούσαν το υγρό, αλλά εκείνο δεν άλλαξε ποτέ χρώμα.

«Είδατε; Μύθος!», είπε ο Μάικ και ήπιε το νερό. Ακολούθησαν και οι άλλοι το παράδειγμά του και πήγαν στη φωτιά. Εγώ έμεινα να κοιτάω το φεγγάρι που έλουζε τη λίμνη. Ησυχία! Και εκείνος πουθενά. Από το πρωί είχε εξαφανιστεί περπατώντας. Ήξερα πως θα γυρίσει πίσω, αλλά όσο να ‘ναι ανησυχούσα.

Γύρισα και κοίταξα τα παιδιά. Ο Μάικ είχε αγκαλιάσει την Έγγι και εκείνη είχε γείρει πάνω του. Ήταν ερωτευμένοι εδώ και καιρό. Όλοι το ξέρουμε! Και ο Άλεξ το ήξερε, αλλά μου υποσχέθηκε η Έγγι πως δε θα τον αφήσει τώρα που τη χρειάζεται. Μόλις συνέλθει, θα πάρει το δρόμο της με τον Μάικ. Είναι φίλοι μας. Θα τους στηρίξουμε! Αρκεί να γίνει καλά ο Άλεξ… Αρκεί να χαμογελάσει ξανά…

Μες στη νύχτα, χτύπησε το κινητό μου. Ήταν εκείνος…

«Μπορεί να έρθεις εδώ;», τον άκουσα να λέει ξεψυχισμένα.

Πετάχτηκα, έβαλα παπούτσια και έτρεξα στην απέναντι πλευρά της λίμνης. Εκεί καθόταν όλη μέρα. Μας έβλεπε… Όλη μέρα μας παρακολουθούσε και εγώ δεν τον έβλεπα. Ήταν απέναντί μου. Μόλις τον είδα πεσμένο στην άκρη, έτρεξα και τον πήρα αγκαλιά κλαίγοντας.

«Τι έπαθες; Σε παρακαλώ, μίλησέ μου! Τι έγινε; Άλεξ, σε παρακαλώ! Κοίτα με…», έλεγα μες στα κλάματά μου.

Άνοιξε τα μάτια του και με κοίταξε. Τον έσφιξα στην αγκαλιά μου και του χάιδευα τα μαλλιά. «Σε παρακαλώ! Πες μου τι σου συμβαίνει… Κοντεύω να τρελαθώ!».

«Πριν τα Χριστούγεννα είχα έρθει εδώ με τον Τζον για να πιω το μαγικό νερό. Όπως ξέρεις εγώ δεν πιστεύω σ’ αυτά! Παρ’ όλα αυτά όμως, ήρθα. Κάθισα σ’ έναν βράχο και περίμενα να νυχτώσει. Παίρνω το ποτήρι μου, το γεμίζω και περιμένω. Το ίδιο και ο Τζον. Μια γυναίκα ήρθε απ’ το πουθενά και μας είπε πως ό,τι κι αν γίνει, πρέπει αυτό το νερό να το πιούμε. Ακόμα και χρώμα να μην έχει. Πρέπει να καταναλωθεί, γιατί είναι δικό μας. Αν δεν βγάλει χρώμα, σημαίνει πως είμαστε άνθρωποι. Κοινοί.

Ξέρεις πως εγώ θέλω να είμαι ξεχωριστός, αλλά το νερό μου έγινε μαύρο. Ξέρεις τι σημαίνει το μαύρο… Ο Τζον τίποτα. Το ήπιε αμέσως. Εγώ φοβήθηκα και το έχυσα πίσω. Τα Χριστούγεννα, όταν με άφησες μόνο στο στενό δίπλα στο σπίτι, εμφανίστηκε μια μαύρη σκιά μπροστά μου και με διαπέρασε. Τα δαιμόνιο ήταν επειδή δεν ήπια το νερό. Από τότε ζω μαζί του και δεν μπορώ να το διαχειριστώ! Δεν είναι μύθος… Είναι αλήθεια! Για να γίνω καλά χρειάζεται να αγαπηθώ από ένα αγγελικό στοιχείο. Άγγελοι όμως δεν υπάρχουν… Ρώτησα τους πάντες αυτούς τους πέντε μήνες. Απ’ άκρη, σ’ άκρη αυτής της χώρας, μήπως και ξέρουν ή αν έχουν ακούσει να έγινε σε κάποιον το νερό λευκό… Κανείς! Δεν έχω ελπίδα, Έρι!».

Σκούπισα τα δάκρυά του και τον έσφιξα περισσότερο επάνω μου. Κανένα νερό δεν έγινε λευκό από εμάς. Κανένα χρώμα… Δε με ένοιαζε που κρατούσα στην αγκαλιά μου έναν δαίμονα. Με ένοιαζε που κρατούσα τον Άλεξ! Τον δικό μου Άλεξ και δεν μπορούσα να τον βοηθήσω. Τον κοίταξα… Κοιμήθηκε! Μετά από τόσο καιρό, κοιμήθηκε στην αγκαλιά μου. Πήρα λίγο νερό από τη Πάσιερα με την χούφτα μου και το ήπια. Με όσες σταγόνες έμειναν, έβρεξα το πρόσωπό του και κοιμήθηκα.

Το επόμενο πρωί, ο ήλιος ζέστανε τα πρόσωπά μας. Άνοιξα τα μάτια μου και είδα τον Άλεξ όπως τον ήξερα. Οι μαύροι κύκλοι είχαν εξαφανιστεί, το χρώμα του ήταν ροδαλό και το τρέμουλο από τα χέρια έλειπε. Το βάρος δεν είχε επανέλθει βέβαια, αλλά θα γινόταν κι αυτό.

«Άλεξ, τι έγινε;», ρώτησα εμφανώς συγκινημένη.
«Ήπιες νερό;», με ρώτησε.
«Πριν κοιμηθώ βούτηξα τη χούφτα μου και ήπια δυο γουλιές. Ό,τι έμεινε το πέρασα στα μαλλιά σου! Γιατί;».

Πήρε ένα ποτήρι και μου το έδωσε. «Βάλε!», πρόσταξε. Υπάκουσα. Μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα, το νερό έγινε άσπρο. Κατάλευκο! Τον κοίταξα με δάκρυα στα μάτια και το ήπια. Όχι όλο! Του άφησα μια γουλιά. Με έκλεισε στην αγκαλιά του!

«Σε απέφευγα με τόσο κόπο. Φοβόμουν πως αυτό που ένιωθα ήταν για να σου κάνω κακό. Τελικά, ήταν η δύναμή σου που με τραβούσε. Είσαι ο άγγελός μου, Έρι! Μ’ αγαπάς ακόμα… Ό,τι κι αν λες!», είπε και με φίλησε με πάθος. Τον έκλεισα στην αγκαλιά μου και αφέθηκα στο φιλί του.

Όταν γυρίσαμε, όλοι ήξεραν. Δεν ξέρω πώς, αλλά κανένας δεν αντέδρασε με τα πλεγμένα μας χέρια. Ούτε εκείνος όταν είδε την Έγγι με τον Μάικ αγκαλιά. Απλά με έσφιξε πάνω του και κοιμήθηκε. Ήξερε πως είχε δίπλα του, τον φύλακα άγγελό του.

Κατερίνα Μοχράνη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading